Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Νυαρλαθοτέπ

 


https://www.hplovecraft.com/writings/texts/fiction/n.aspx

Χ.Φ. Λάβκραφτ

… το έρπον χάος … εγώ είμαι ο τελευταίος … θα μιλήσω στο αδηφάγο κενό …


Δεν θυμάμαι καθαρά πότε άρχισε, μα είχαν περάσει μήνες. Η γενική ένταση ήταν φρικτή. Σε μια εποχή πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής είχε προστεθεί μια παράξενη, δυσοίωνη προαίσθηση ενός φρικτού σωματικού κινδύνου· ενός κινδύνου απλωμένου παντού και περικλείοντος τα πάντα, ενός τέτοιου κινδύνου που μπορεί να τον φανταστεί κανείς μόνο στα πιο τρομακτικά φαντάσματα της νύχτας. Θυμάμαι πως οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με χλωμά και ανήσυχα πρόσωπα και ψιθύριζαν προειδοποιήσεις και προφητείες, τις οποίες κανείς δεν τολμούσε συνειδητά να επαναλάβει ή να παραδεχτεί στον εαυτό του πως τις είχε ακούσει. Μια αίσθηση τερατώδους ενοχής είχε καταλάβει τη γη, και από τα βάραθρα ανάμεσα στ’ άστρα σάρωναν παγωμένα ρεύματα που έκαναν τους ανθρώπους να ανατριχιάζουν σε σκοτεινά και μοναχικά μέρη. Υπήρχε μια δαιμονική μεταβολή στη διαδοχή των εποχών — η ζέστη του φθινοπώρου παρέμενε τρομακτικά, και όλοι ένιωθαν πως ο κόσμος, και ίσως το ίδιο το σύμπαν, είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των γνωστών θεών ή δυνάμεων και είχε περάσει στα χέρια θεών ή δυνάμεων άγνωστων.


Και τότε ήταν που ο Νυαρλαθοτέπ βγήκε από την Αίγυπτο. Ποιος ήταν, κανείς δεν μπορούσε να πει, μα ήταν γνήσιος απόγονος του αρχαίου ντόπιου αίματος και έμοιαζε με Φαραώ. Οι φελάχοι γονάτιζαν όταν τον έβλεπαν, δίχως όμως να μπορούν να πουν γιατί. Έλεγε πως είχε αναδυθεί από το σκοτάδι είκοσι επτά αιώνων και πως είχε ακούσει μηνύματα από τόπους που δεν βρίσκονταν σ’ αυτόν τον πλανήτη. Στις χώρες του πολιτισμού ήρθε ο Νυαρλαθοτέπ, μελαψός, λεπτός και δυσοίωνος, αγοράζοντας διαρκώς παράξενα όργανα από γυαλί και μέταλλο και συνδυάζοντάς τα μεταξύ τους, ώστε να κατασκευάζει ακόμη πιο παράξενα όργανα. Μιλούσε πολύ για τις επιστήμες — για τον ηλεκτρισμό και την ψυχολογία — και παρουσίαζε επιδείξεις δύναμης που άφηναν τους θεατές άφωνους, ενώ παράλληλα εκτόξευαν τη φήμη του σε ασύλληπτα ύψη. Οι άνθρωποι συμβούλευαν ο ένας τον άλλον να δουν τον Νυαρλαθοτέπ και ανατρίχιαζαν. Και όπου πήγαινε ο Νυαρλαθοτέπ, η ανάπαυση εξαφανιζόταν· γιατί οι μικρές ώρες της νύχτας σχίζονταν από τις κραυγές του εφιάλτη. Ποτέ άλλοτε οι κραυγές των εφιαλτών δεν είχαν αποτελέσει τόσο δημόσιο πρόβλημα· τώρα οι σοφοί σχεδόν εύχονταν να μπορούσαν να απαγορεύσουν τον ύπνο τις μικρές ώρες, ώστε οι κραυγές των πόλεων να μην ταράζουν τόσο φρικτά το χλωμό, συμπονετικό φεγγάρι, καθώς αυτό έλαμπε πάνω από τα πράσινα νερά που κυλούσαν κάτω από τις γέφυρες και τα παλιά καμπαναριά που κατέρρεαν κάτω από έναν αρρωστημένο ουρανό.


Θυμάμαι όταν ο Νυαρλαθοτέπ ήρθε στην πόλη μου — τη μεγάλη, την παλιά, την τρομερή πόλη των αναρίθμητων εγκλημάτων. Ένας φίλος μου μού είχε μιλήσει γι’ αυτόν, για τη συγκλονιστική γοητεία και τη σαγήνη των αποκαλύψεών του, κι εγώ καιγόμουν από ανυπομονησία να εξερευνήσω τα έσχατα μυστήριά του. Ο φίλος μου είπε πως ήταν φρικτά και επιβλητικά πέρα από τις πιο πυρετώδεις φαντασίες μου· πως όσα προβάλλονταν σε μια οθόνη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο προμήνυαν πράγματα που κανείς εκτός από τον Νυαρλαθοτέπ δεν τολμούσε να προφητεύσει, και πως μέσα στο τρεμόπαιγμα των σπινθήρων του αφαιρούνταν από τους ανθρώπους κάτι που δεν είχε αφαιρεθεί ποτέ άλλοτε, κάτι που όμως φανερωνόταν μόνο στα μάτια τους. Και άκουσα να ψιθυρίζεται πως όσοι γνώριζαν τον Νυαρλαθοτέπ αντίκριζαν θεάματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν.


Ήταν το ζεστό φθινόπωρο όταν διέσχισα τη νύχτα μαζί με τα ανήσυχα πλήθη για να δω τον Νυαρλαθοτέπ· μέσα από την αποπνικτική νύχτα και ανεβαίνοντας τις ατελείωτες σκάλες ως το πνιγηρό δωμάτιο. Και, προβαλλόμενες πάνω σε μια οθόνη, είδα κουκουλωμένες μορφές ανάμεσα σε ερείπια και κίτρινα, μοχθηρά πρόσωπα να κοιτάζουν πίσω από πεσμένα μνημεία. Και είδα τον κόσμο να μάχεται ενάντια στο σκοτάδι· ενάντια στα κύματα της καταστροφής που έρχονταν από το έσχατο διάστημα· να στροβιλίζεται, να κοχλάζει, να αγωνίζεται γύρω από τον ήλιο που σκοτείνιαζε και ψυχόταν.


Τότε οι σπινθήρες έπαιξαν με θαυμαστό τρόπο γύρω από τα κεφάλια των θεατών, και οι τρίχες τους σηκώθηκαν όρθιες, ενώ σκιές πιο αλλόκοτες απ’ όσο μπορώ να περιγράψω ξεπρόβαλαν και κάθισαν πάνω στα κεφάλια τους. Κι όταν εγώ, που ήμουν πιο ψύχραιμος και επιστημονικά καταρτισμένος από τους άλλους, μουρμούρισα τρέμοντας μια διαμαρτυρία περί «απάτης» και «στατικού ηλεκτρισμού», ο Νυαρλαθοτέπ μάς έδιωξε όλους έξω, κάτω από τις ιλιγγιώδεις σκάλες, στους υγρούς, ζεστούς, έρημους δρόμους του μεσονυχτίου. Ούρλιαξα δυνατά πως δεν φοβόμουν· πως ποτέ δεν θα μπορούσα να φοβηθώ· και άλλοι ούρλιαξαν μαζί μου για παρηγοριά. Ορκιστήκαμε ο ένας στον άλλον πως η πόλη ήταν ακριβώς η ίδια και πως ήταν ακόμη ζωντανή· κι όταν τα ηλεκτρικά φώτα άρχισαν να σβήνουν, καταραστήκαμε ξανά και ξανά την εταιρεία και γελάσαμε με τα αλλόκοτα πρόσωπα που κάναμε.


Πιστεύω πως αισθανθήκαμε κάτι να κατεβαίνει από το πρασινωπό φεγγάρι, γιατί, όταν αρχίσαμε να εξαρτόμαστε από το φως του, παρασυρθήκαμε σε παράξενους, ακούσιους σχηματισμούς και φαινόταν να γνωρίζουμε τους προορισμούς μας, μολονότι δεν τολμούσαμε να τους σκεφτούμε. Κάποτε κοιτάξαμε το πλακόστρωτο και βρήκαμε τις πλάκες χαλαρές και μετατοπισμένες από τα χορτάρια, με μόλις μια γραμμή σκουριασμένου μετάλλου να δείχνει πού είχαν περάσει κάποτε οι γραμμές του τραμ. Κι έπειτα είδαμε ένα βαγόνι του τραμ, μοναχικό, χωρίς παράθυρα, ερειπωμένο και σχεδόν πεσμένο στο πλάι του. Όταν κοιτάξαμε γύρω μας στον ορίζοντα, δεν μπορούσαμε να βρούμε τον τρίτο πύργο δίπλα στο ποτάμι και παρατηρήσαμε πως η κορυφή του δεύτερου πύργου ήταν οδοντωτή.


Τότε χωριστήκαμε σε στενές φάλαγγες, καθεμιά από τις οποίες φαινόταν να έλκεται προς διαφορετική κατεύθυνση. Η μία χάθηκε σ’ ένα στενό δρομάκι στ’ αριστερά, αφήνοντας πίσω της μονάχα την ηχώ ενός συγκλονιστικού στεναγμού. Μια άλλη κατέβηκε σε μια είσοδο του υπογείου, πνιγμένη στα αγριόχορτα, ουρλιάζοντας με ένα γέλιο παραφροσύνης. Η δική μου φάλαγγα ρουφήχτηκε προς την ανοιχτή ύπαιθρο και σύντομα αισθάνθηκε ένα κρύο που δεν ανήκε στο ζεστό φθινόπωρο· γιατί, καθώς προχωρούσαμε σαν υπνοβάτες πάνω στον σκοτεινό έρημο τόπο, είδαμε γύρω μας την κολασμένη λάμψη του φεγγαριού πάνω σε μοχθηρά χιόνια.


Απάτητα, ανεξήγητα χιόνια, παρασυρμένα όλα προς μία μόνο κατεύθυνση, εκεί όπου βρισκόταν ένα χάσμα, ακόμη πιο μαύρο εξαιτίας των αστραφτερών τοίχων του. Η φάλαγγα έμοιαζε πράγματι πολύ αραιή καθώς προχωρούσε ονειρικά μέσα στο χάσμα. Έμεινα πίσω, γιατί το μαύρο ρήγμα μέσα στο πράσινα φωτισμένο χιόνι ήταν τρομακτικό, και νόμιζα πως είχα ακούσει την αντήχηση ενός ανησυχητικού θρήνου καθώς οι σύντροφοί μου εξαφανίζονταν· μα η δύναμή μου να καθυστερώ ήταν μικρή. Σαν να με καλούσαν εκείνοι που είχαν προχωρήσει πριν από μένα, μισοαιωρούμενος ανάμεσα στα τιτάνια χιονοβούνια, τρέμοντας και φοβισμένος, μπήκα κι εγώ στο άγνωστο στροβίλισμα του ασύλληπτου.


Κραυγάζοντας από επίγνωση, βουβά παραληρώντας — μόνο οι θεοί που υπήρξαν μπορούν να πουν. Μια άρρωστη, ευαίσθητη σκιά, σπαρταρώντας μέσα σε χέρια που δεν είναι χέρια, στριφογυρίζοντας τυφλά μέσα από φρικτές μεσονύκτιες ώρες μιας δημιουργίας που σαπίζει· πτώματα νεκρών κόσμων, με πληγές που ήταν πόλεις· νεκροθάφτες άνεμοι που αγγίζουν τα ωχρά άστρα και τα κάνουν να τρεμοσβήνουν χαμηλά.


Πέρα από τους κόσμους, αόριστα φαντάσματα τερατωδών πραγμάτων· μισοδιακρινόμενες κολόνες ανίερων ναών που στηρίζονται πάνω σε ανώνυμους βράχους κάτω από το διάστημα και υψώνονται προς τα ιλιγγιώδη κενά πάνω από τις σφαίρες του φωτός και του σκότους.


Και μέσα από αυτό το αποκρουστικό νεκροταφείο του σύμπαντος, το πνιχτό, παρανοϊκό χτύπημα των τυμπάνων και το λεπτό, μονότονο σφύριγμα βλάσφημων αυλών από ασύλληπτους, άφωτους θαλάμους πέρα από τον Χρόνο· το αποτρόπαιο χτύπημα και το παίξιμο που κάνουν τους γιγάντιους, σκοτεινούς έσχατους θεούς να χορεύουν αργά, αδέξια και παράλογα — τα τυφλά, άφωνα, άμυαλα γαργκόιλ, των οποίων η ψυχή είναι ο Νυαρλαθοτέπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου