Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ερωτήματα...

 


Τον συνάντησα στην ερημιά να κοιτάζει τη μικρή φωτιά που είχε ανάψει. Ήταν σκεπτικός. Το βλέμμα του σκοτεινό. Τον ρώτησα τι τον απασχολούσε. "Είμαι ένα με το σύμπαν. Αν ένας κόκκος άμμου πέσει στην άλλη άκρη του γαλαξία, θα το καταλάβω. Μα δεν μπορώ να κατανοήσω τούτο: Τι μπορείς να κάνεις με τον έρωτα τον απαγορευμένο; Με εκείνον που ούτε θέριεψε ποτέ αλλά ούτε έσβησε και απέμεινε να σιγοκαίει;". Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Μετά είδα δίπλα του έναν κουβά. Τον πήρα και κατέβηκα στο ρυάκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Γέμισα τον κουβά με νερό και γυρνώντας πίσω, τον άδειασα επάνω στη φωτιά. Έσβησε κάνοντας ένας τσιριχτό ήχο και αφήνοντας λίγο καπνό στη θέση της. "Εντάξει τώρα;" τον ρώτησα. Με κοίταξε και άφησε ένα μικρό χαμόγελο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του. Καβάλησα τη φτερωτή κάμπια μου και ετοιμάστηκα να φύγω. "Πού θα πας;" με ρώτησε. "Στην άλλη άκρη του γαλαξία. Αλλά φαντάζομαι πως αυτό το ήξερες ήδη" είπα και σπιρούνισα το γιγάντιο έντομο. Σύντομα πετούσαμε στο διάστημα...

Stone Rebel - Apocalypse

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Η Πυξίδα (A Compass) Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 


https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse?volume=162&issue=3&page=38

Όλα τα πράγματα είναι λέξεις που ανήκουν σ' εκείνη τη γλώσσα
στην οποία Κάποιος ή Κάτι, νύχτα και μέρα,
καταγράφει την ατέλειωτη φλυαρία που είναι, καθαυτή,
η ιστορία του κόσμου. Και μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα

η Ρώμη και η Καρχηδόνα, εκείνος κι εσύ κι εγώ,
η ζωή μου που δεν μπορώ να συλλάβω, αυτό το επώδυνο βάρος
του να είσαι αίνιγμα, τυχαιότητα ή κώδικας,
κι όλη η ακατάληπτη βαβούρα της Βαβέλ κυλά μπροστά μας.

Πίσω από το όνομα βρίσκεται εκείνο που δεν έχει όνομα·
σήμερα ένιωσα τη σκιά του να έλκει
αυτή τη γαλάζια βελόνα, στο τρεμάμενο πέρασμά της,

καθώς δείχνει την επιρροή του προς το πιο μακρινό στενό,
με κάτι από σύννεφο που το είδες σε όνειρο
και κάτι από πουλί που σαλεύει μέσα στον ύπνο του.

Forsaken - Dies Irae (Days Of Wrath)

 


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Το μελάνι των ονείρων

 


Λένε για τους έρωτες εκείνους που ποτέ δεν εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους ιστορίες πολλές. Μία από αυτές λέει ότι τους έγραψε στης μοίρας το βιβλίο κάποιο πνεύμα σήμερα ξεχασμένο. Μια θεότητα που κανένας πλέον δε θυμάται. Επειδή όμως δεν έβρισκε μελάνι κανονικό, πήρε από εκείνο που γράφουνε στα όνειρα. Στα όνειρα όμως τα γραπτά δεν διαβάζονται. Τα γράμματα χορεύουν και δεν κάθονται ποτέ στο ίδιο μέρος. Οι λέξεις είτε πετάνε είτε αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που τις κοιτάς. Τούτο το μελάνι χρησιμοποίησε εκείνη η ξεχασμένη θεότητα (ή μήπως να ήταν κάποιος δαίμονας που ήθελε ανθρώπους να βασανίσει; ). Γι' αυτό και οι έρωτες οι καταδικασμένοι ποτέ δεν πήρανε την μορφή που έπρεπε. Έμειναν ατέλειωτοι, να αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που κάποιος τους κοιτάζει. Τα γράμματά τους αλλάζουν θέση συνεχώς κι οι έρωτες παίρνουν άλλα ονόματα. 

Manilla Road - Road of Kings

 


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Όταν λούζει τα μαλλιά της

 


Λέει μια ιστορία πως όταν εκείνη έλουζε τα μαλλιά της η φύση γύρω της σιγούσε. Ούτε τα πουλιά κελαηδούσαν ούτε τα αρπακτικά γύρευαν να κυνηγήσουν. Ακόμα και τα νερά του ποταμιού που λουζόταν σταματούσαν τη βοή τους και γίνονταν ήρεμα σαν τα νερά της λίμνης. Λένε πως κάποτε ένα γεράκι την είδε από ψηλά να λούζεται και έκοψε το πέταγμα του κι έπεσε και σκοτώθηκε στα βράχια. Ακόμα και τα όνειρα έπαυαν εκείνη την ώρα. Κάποτε κάποιος που ονειρευόταν είδε την πύλη του ονείρου του να κλείνει απότομα και έμεινε ανάμεσα στο όνειρο και το ξύπνημα για πάντα παγιδευμένος. Ακόμα και ο ήλιος γλύκαινε τα καλοκαίρια τη ζέστη του και οι άνεμοι σταματούσαν το χειμώνα για να λουστεί χωρίς ενόχληση. Πέρασα μια φορά από τα μέρη εκείνα και όλα αυτά μου τα διηγήθηκαν οι πεταλούδες που πετούσαν κοντά της. Αυτές έχουν πέταγμα αθόρυβο και δεν χρειάζεται να σταματήσουν. Όσο κι αν το ήθελα δεν τη συνάντησα. Όμως στο μέρος που πήγαινε κάθε φορά να λουστεί ήταν πάντα ανθισμένα μικρά κρινάκια σε χρώμα ασημί. Αν τα ακουμπούσες έβγαζαν μια γλυκιά μελωδία που θύμιζαν τα μαλλιά της την ώρα που τα χτένιζε. Ήταν η στιγμή που μπορούσαν οι ήχοι και πάλι να ακουστούν.

Warlord - Deliver Us From Evil

 


Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Πτώση

 


Ήταν η ώρα που η πρώτη νυχτερίδα διέσχισε τον απογευματινό ουρανό. Λίγο πριν βραδιάσει. Την κοίταζα να πετάει σαν τρελή. Σήκωσα το χέρι μου και τη χαιρέτισα. Εκείνη με έναν ελιγμό, ασύμμετρο όπως και το πέταγμα της, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Έπειτα πέταξε ψηλά, έγινε φωτεινή σαν άστρο και πέρασε την ατμόσφαιρα. Πέρα από χώρο και χρόνο. Τη ζήλεψα. Άπλωσα τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ετοιμάστηκα για πτήση. Πέταξα αλλά δεν έγινα αστέρι. Έμεινα νυχτερίδα.

Το δείπνο του ιερέα

 


του T. CROFTON CROKER.


Λέγεται από εκείνους που υποτίθεται πως γνωρίζουν τέτοια πράγματα, ότι οι «Καλοί Άνθρωποι», δηλαδή οι νεράιδες, είναι κάποιοι από τους αγγέλους που εκδιώχθηκαν από τον ουρανό. Αυτοί έπεσαν στη γη και στάθηκαν στα πόδια τους, ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοί τους, που ήταν πιο βεβαρημένοι από την αμαρτία, βυθίστηκαν ακόμη πιο κάτω, σε έναν χειρότερο τόπο.


Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ένα χαρούμενο πλήθος από νεράιδες χόρευε και σκαρφιζόταν κάθε λογής τρελές σκανταλιές ένα λαμπρό φθινοπωρινό βράδυ, προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Η γιορτή τους γινόταν όχι μακριά από το Ίντσεγκίλα, στα δυτικά της κομητείας του Κορκ. Ήταν ένα φτωχό χωριό, παρόλο που διέθετε στρατώνα. Τα μεγάλα βουνά και οι άγονες πέτρες που το περιτριγύριζαν ήταν αρκετά για να σκορπίσουν τη φτώχεια σε οποιοδήποτε μέρος. Οι νεράιδες όμως δεν ανησυχούσαν για τέτοια πράγματα, αφού μπορούσαν να αποκτήσουν ό,τι επιθυμούσαν μόνο με μια ευχή. Το μόνο που τις απασχολούσε ήταν να βρίσκουν απόμερες γωνιές, μέρη όπου κανείς δεν θα ερχόταν να χαλάσει τα παιχνίδια τους.


Πάνω σε ένα καταπράσινο κομμάτι χλόης δίπλα στο ποτάμι, οι μικροσκοπικές υπάρξεις χόρευαν κυκλικά με ξεγνοιασιά. Τα κόκκινα σκουφάκια τους πηγαινοέρχονταν στο φως του φεγγαριού καθώς πηδούσαν, κι όμως τα πηδήματά τους ήταν τόσο ανάλαφρα ώστε οι σταγόνες της δροσιάς που έτρεμαν κάτω από τα πόδια τους δεν μετακινούνταν καθόλου. Γύριζαν ασταμάτητα, στριφογύριζαν, έσκυβαν, αναπηδούσαν και εκτελούσαν κάθε λογής χορευτικές φιγούρες, ώσπου μία από αυτές φώναξε:


«Σταματήστε, σταματήστε το χτύπημα των ποδιών!

Τελειώνει η διασκέδασή μας.

Από τη μυρωδιά καταλαβαίνω

πως ένας παπάς έρχεται προς τα εδώ!»


Αμέσως όλες οι νεράιδες το έβαλαν στα πόδια. Κρύφτηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα των λουλουδιών, ώστε τα κόκκινα σκουφάκια τους να μοιάζουν με κατακόκκινα άνθη. Άλλες τρύπωσαν πίσω από πέτρες και βάτα, άλλες κάτω από την όχθη του ποταμού, και άλλες σε τρύπες και χαραμάδες κάθε είδους.


Η νεράιδα δεν είχε κάνει λάθος. Από τον δρόμο που φαινόταν από το ποτάμι ερχόταν ο πατήρ Χόριγκαν καβάλα στο πόνι του. Σκεφτόταν ότι είχε αργήσει πολύ και πως θα τερμάτιζε το ταξίδι του στην πρώτη καλύβα που θα συναντούσε.


Έτσι σταμάτησε στο σπίτι του Ντέρμοντ Λίρι, σήκωσε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε λέγοντας:


— Η ευλογία μου σε όλους τους παρόντες.


Δεν χρειάζεται να πούμε πως ο πατήρ Χόριγκαν ήταν καλοδεχούμενος όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν ήταν πιο ευσεβής ούτε πιο αγαπητός στην περιοχή. Ο Ντέρμοντ όμως στενοχωριόταν, γιατί δεν είχε τίποτε να προσφέρει στον ιερέα για βραδινό πέρα από τις πατάτες που η γυναίκα του —την οποία αποκαλούσε «η γριά», παρότι δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσι πέντε— έβραζε στο τσουκάλι πάνω στη φωτιά.


Του ήρθε τότε στον νου το δίχτυ που είχε ρίξει στο ποτάμι. Είχε περάσει λίγη ώρα μόνο, άρα οι πιθανότητες να είχε πιάσει ψάρι ήταν μικρές. Ωστόσο σκέφτηκε:


«Δεν χάνω τίποτε να πάω να δω. Και ίσως, αφού το χρειάζομαι για το δείπνο του παπά, να με περιμένει ήδη εκεί ένα ψάρι.»


Κατέβηκε λοιπόν στην όχθη και βρήκε στο δίχτυ έναν σολομό τόσο όμορφο όσο κανένας άλλος που είχε πηδήξει ποτέ στα νερά του ποταμού Λι. Όταν όμως πήγε να τον βγάλει, το δίχτυ τραβήχτηκε από τα χέρια του. Δεν κατάλαβε ούτε πώς ούτε από ποιον. Ο σολομός ξέφυγε και άρχισε να κολυμπά χαρούμενα με το ρεύμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.


Ο Ντέρμοντ κοίταξε λυπημένος την ασημένια γραμμή που άφηνε το ψάρι στο φεγγαρόφωτο. Έπειτα χτύπησε το πόδι του στο χώμα και μουρμούρισε:


— Να σε βρει πικρή κακοτυχία μέρα και νύχτα, παλιόψαρο απατεώνα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μου ξέφυγες έτσι. Κι είμαι βέβαιος πως κάποιο κακό πνεύμα σε βοήθησε. Δεν ένιωσα το δίχτυ να τραβιέται λες και το τραβούσε ο ίδιος ο διάβολος;


— Αυτό δεν είναι αλήθεια, είπε μια μικρή νεράιδα που ξεπρόβαλε μπροστά του. Ήμασταν μόνο δεκαοχτώ που τραβούσαμε από την άλλη πλευρά.


Πίσω της ακολουθούσε ολόκληρο πλήθος από τις συντρόφισσές της.


— Μην ανησυχείς για το δείπνο του παπά, συνέχισε. Αν του κάνεις μία ερώτηση εκ μέρους μας, θα έχει μπροστά του το καλύτερο τραπέζι που είδε ποτέ άνθρωπος πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου.


— Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σας, απάντησε αποφασιστικά ο Ντέρμοντ. Σας ευχαριστώ για την προσφορά, αλλά ξέρω καλύτερα από το να πουλήσω τον εαυτό μου για ένα γεύμα. Και είμαι βέβαιος πως ο πατήρ Χόριγκαν νοιάζεται περισσότερο για την ψυχή μου απ' ό,τι για οτιδήποτε θα μπορούσατε να του προσφέρετε.


Η νεράιδα επέμεινε.


— Θα του κάνεις τουλάχιστον μία ευγενική ερώτηση για λογαριασμό μας;


Ο Ντέρμοντ το σκέφτηκε αρκετή ώρα. Δεν έβλεπε κακό στο να μεταφέρει απλώς μια ερώτηση.


— Καλά, αυτό μπορώ να το κάνω. Αλλά δεν θέλω τίποτε από το δείπνο σας. Να το θυμάστε.


— Τότε πήγαινε και ρώτησε τον παπά αν οι ψυχές μας θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση, όπως οι ψυχές των καλών χριστιανών. Και αν μας θέλεις το καλό, φέρε μας γρήγορα την απάντησή του.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στην καλύβα. Οι πατάτες ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι και η γυναίκα του έδινε στον πατέρα Χόριγκαν τη μεγαλύτερη απ' όλες, κατακόκκινη και αχνιστή.


Ύστερα από δισταγμό είπε:


— Με την άδειά σας, πάτερ, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;


— Ποια είναι αυτή; ρώτησε ο ιερέας.


— Συγχωρήστε το θάρρος μου, αλλά θα ήθελα να μάθω αν οι ψυχές των Καλών Ανθρώπων θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση.


Ο πατήρ Χόριγκαν τον κοίταξε αυστηρά.


— Ποιος σου είπε να με ρωτήσεις αυτό, Λίρι;


— Δεν θα πω ψέματα, πάτερ. Οι ίδιοι οι Καλοί Άνθρωποι με έστειλαν. Είναι χιλιάδες εκεί κάτω στην όχθη και περιμένουν την απάντηση.


— Τότε πήγαινε πίσω, είπε ο ιερέας, και πες τους να έρθουν οι ίδιοι να με ρωτήσουν. Με μεγάλη μου χαρά θα απαντήσω σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση έχουν.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στις νεράιδες, που μαζεύτηκαν γύρω του ανυπόμονα. Μόλις όμως άκουσαν πως έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά στον παπά, σκόρπισαν πανικόβλητες προς κάθε κατεύθυνση. Περνούσαν δίπλα του τόσο γρήγορα και τόσο πολλές, που ο καημένος ζαλίστηκε και έχασε τον προσανατολισμό του.


Όταν συνήλθε, αρκετή ώρα αργότερα, γύρισε στην καλύβα του. Έφαγε τις σκέτες πατάτες μαζί με τον πατέρα Χόριγκαν, ο οποίος δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό. Ο Ντέρμοντ όμως δεν μπορούσε να μην το θεωρεί μεγάλη αδικία: ο παπάς είχε λόγια αρκετά δυνατά ώστε να διαλύσουν τις νεράιδες σαν καπνό, κι όμως δεν είχε ούτε μια μπουκιά παραπάνω για το δείπνο του· ενώ ο εξαίσιος σολομός που είχε πιάσει στο δίχτυ του είχε χαθεί με τόσο παράξενο τρόπο.

Cirith Ungol - King of the Dead

 


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το ξύπνημα

 


Δεν της άρεσε όπως την είχαν βάλει να ξαπλώσει. Ένιωθε στριμωγμένη και είχε ήδη αρχίσει να πιάνεται. Τα φώτα και ο καπνός που τύλιγαν τον χώρο έκαναν την ξεκούραση σχεδόν αδύνατη. Μα τι στην ευχή έκαναν αυτοί οι άνθρωποι; Δεν είχαν ιδέα από φιλοξενία και νοικοκυριό. Αλλά κι αυτή δεν είχε σκοπό να χαλάσει την ξεκούρασή της για να τους δώσει μαθήματα. Ήταν εκεί για να χαλαρώσει. Επιτέλους φέρανε το κάλυμμα για τα μάτια της. Τώρα θα μπορούσε να ηρεμήσει. Μα μερικά ξαφνικά κουνήματα του κρεβατιού την εκνεύρισαν και πάλι. Και οι φωνές...πόσο ενοχλητικές. Το τελευταίο σκούντημα στο κρεβάτι έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Σηκώθηκε πέταξε ότι την σκέπαζε και έβαλε τις φωνές. Ένας πανικός με ουρλιαχτά και φωνές επεκράτησε. Κοίταξε γύρω της και γέλασε. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το θέαμα ανθρώπων να τρέχουν μέσα σε ένα νεκροταφείο θα ήταν τόσο αστείο. Μια στιγμή! Νεκροταφείο. Και αυτό το ξύλινο κρεβάτι...ωχ!

Solitude Aeturnus - Seeds of the Desolate

 


Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Βράδυ

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν μπήκε στο σπίτι. Την κοιτούσα καθώς πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο περπατώντας τόσο ελαφρά που σχεδόν έπλεε στον χώρο. Δεν άφηνε κανένα ίχνος πίσω της παρά μόνο το άρωμά της. Ένα άρωμα απερίγραπτο μα και αξέχαστο. Δε θυμόμουν να είχε χτυπήσει την πόρτα ούτε να της είχα ανοίξει εγώ. Στην πραγματικότητα η πόρτα ήταν κλειστή και κλειδωμένη. Την ακολουθούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο αλλά σε κανένα δεν τη προλάβαινα. Δε μιλούσε, δε με κοιτούσε. Απλά κινούνταν. Ξαφνικά σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος μου. Χαμογέλασε αχνά και κινήθηκε με ταχύτητα προς εμένα. Θαρρώ πως πέρασε από μέσα μου. Άκουσα να γελά μελωδικά πίσω μου. Μόλις γύρισα όμως δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν πουθενά. Είχε φύγει. Η πόρτα παρέμενε κλειδωμένη, οι μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα κλειστά. Κοίταξα έξω από ένα παράθυρο. Μια πεταλούδα της νύχτας πετούσε στο φως της λάμπας του δρόμου. Μια νυχτερίδα την πλησίασε αθόρυβα και την άρπαξε πετώντας μακριά. Συνειδητοποίησα πως διψούσα. Ήπια λίγο νερό και έπεσα για ύπνο. Είχα μια κουραστική μέρα να με περιμένει...

Running Wild - Black Hand Inn

 


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Προειδοποίηση

 


"Με παρακολουθούν! Με παρακολουθούν σας λέω!", τον βρήκα να φωνάζει. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος κάτω από το μπαλκόνι του. Ήταν σε μάλλον έξαλλη κατάσταση. Κάποιος είπε πως είχε καλέσει ήδη την αστυνομία. "Να τες! Συνωμοτούν για να μου κλέψουν το σπίτι! Ξυπνήστε! Μετά θα έρθει η σειρά σας!" συνέχισε να φωνάζει δείχνοντας τις δεκαοχτούρες που είχαν μαζευτεί στο ηλεκτροφόρο καλώδιο απέναντι από το μπαλκόνι του. Η αλήθεια είναι ότι τα γκρίζα πουλιά, παρατηρούσαν με πολύ ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα. Σύντομα ήρθε η αστυνομία. Ανέβηκαν πάνω, μπήκαν στο διαμέρισμα, του έπιασαν κουβέντα και σιγά σιγά τον κατέβασαν κάτω. Μπήκαν όλοι μαζί στο περιπολικό και μετά από λίγη ώρα ο κόσμος διαλύθηκε. Οι δεκαοχτούρες παρέμειναν να κοιτούν. Πέρασα ξανά από το σπίτι του μετά από λίγες ημέρες. Έμαθα πως θα νοσηλευόταν για λίγο καιρό. Κοίταξα προς το μπαλκόνι. Οι δεκαοχτούρες είχαν χτίσει μια φωλιά...

Cruachan - The Crow

 



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Το Νησί του Ίνισφρι - W.B.Yeats

 


https://www.poetryfoundation.org/poems/43281/the-lake-isle-of-innisfree

Θα σηκωθώ και θα πάω τώρα, θα πάω στο Ίνισφρι,

μια μικρή καλύβα εκεί να χτίσω, από πηλό και λυγαριές·

εννέα σειρές φασόλια θα 'χω εκεί, μια κυψέλη για τη μέλισσα,

και θα ζήσω μόνος στο ξέφωτο που βουίζει από μελίσσια.


Κι εκεί θα βρω λίγη γαλήνη, γιατί η γαλήνη στάζει αργά,

στάζει από τα πέπλα της αυγής ως εκεί που τραγουδά ο γρύλος·

εκεί το μεσονύχτι είναι όλο μια λαμπυρίδα, και το μεσημέρι πορφυρή φεγγοβολή,

και το βράδυ γεμάτο από φτερά σπίνων.


Θα σηκωθώ και θα πάω τώρα, γιατί πάντα, μέρα και νύχτα,

ακούω το νερό της λίμνης να παφλάζει σιγανά στην ακτή·

ενώ στέκομαι στον δρόμο ή στα γκρίζα πεζοδρόμια,

το ακούω στα κατάβαθα της καρδιάς.

Angra - No Pain for the Dead


 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Παραμύθια

 


Κάποτε, υπήρχε κάποιος που όταν ήταν νέος συνάντησε μια κοπέλα. Του φάνηκε τόσο όμορφη. Κάποια στιγμή χάθηκαν με τη κοπέλα και από τότε γυρίζει με ένα βιβλίο παραμυθιών μαζί του, γυρεύοντάς την. Τον συνάντησα ένα μεσημέρι και τον κέρασα καφέ. " Την είδες;" με ρώτησε. Έγνεψα αρνητικά. " Βέβαια όχι. Αν την είχες δει, θα έψαχνες κι εσύ με ένα βιβλίο παραμυθιών να τη βρεις. Μόνο εκεί, σε αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χωρέσει η ομορφιά της. Κρίμα για σένα..." είπε, κι έφυγε χοροπηδώντας. Μόλις απομακρύνθηκε, έβγαλα από την τσάντα μου ένα βιβλίο παραμυθιών και άρχισα να ψάχνω μια όμορφη κοπέλα που είχα συναντήσει κάποτε. Όλοι δεν έχουμε ένα τέτοιο;

Gamma Ray - Free Time

 


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Γλάροι

 


Ένας τύπος έστειλε μήνυμα σε μια κοπέλα. Εκείνη απέφυγε να το απαντήσει. Εκείνος περίμενε κάποια απάντηση έστω τις επόμενες μέρες. Δεν ήρθε ποτέ. Πέταξε μαζί με τους γλάρους που κάθε πρωί πετάνε πάνω από τις θάλασσες και τα νησιά. Κάποιοι λένε πως ακόμα περιμένει εκείνη την απάντηση. Κάποιοι άλλοι λένε πως ήρθε, δεν του άρεσε και την αγνόησε. Κάποιοι ορκίζονται πως κι εκείνος πέταξε με τους γλάρους. Κι εγώ τον είδα να πετάει ένα πρωινό προς το πέλαγος. Κι έτσι αποφάσισα να γράψω την ιστορία του.

Yngwie Malmsteen - I' m my own enemy

 


Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Η ΜΑΝΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ



https://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_paraloges_next.html#11

 [Το άγριον άσμα περί του μυσαροϋ εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ' εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.

Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ' ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).]


Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάη λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι' ο Κωσταντής 'ς το δάσκαλο να πάη,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρη.

Βρίσκει την πόρτα νανοιχτή, την πόρτα νανοιγμένη,

βρίσκει τη μάννα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι.

"Ας είναι ας είναι, μάννα μου, κι' α δε σ' ομολογήσω,

κι' α δεν το πω τ'αφέντη μου, ν' αδικοθανατίσω.

-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πης, και τι θα μολογήσης;

-Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω."

Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυα,

και 'ς το κελλάρι τό μπασε και σαν τ' αρνί το σφάζει,

σα μακελλάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

'Σ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ναίμα στάζει,

και 'ς το τηγάνι τό βαλε για να το τηγανίση.


Και να σου κι' ο Ανδρόνικος 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τάρματά του,

φέρνει ταλάφια ζωντανά, ταγρίμια μερωμένα,

φέρνει κ' ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντη παιχνίδι.

Κοντοκρατεϊ το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

"Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;

-Τον έλουσα, τον άλλαξα, και 'ς το σκολειό τον πήγα."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του και 'ς το σκολειό πηγαίνει.

"Δάσκαλε, πού ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;

-Δυο μέραις έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;

- 'Σ της πεθεράς μου το στειλα, κι' όπου κι' αν είναι θά ρθη."

- Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς της μάννας του πηγαίνει.

- "Μάννα μου, που είναι ό Κωσταντης και που είναι το παιδί μου;

-Έχω δυο μέραις να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι' α δεν το ιδώ ως το βραδύ θενά παραλοήσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Σκύλα, και πού είν' ο Κωσταντης, ο μικροκωσταντϊνος;

-Κάπου παγνίδι νεύρηκε και θελά παιγνιδίζη.

-Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύρτο της καρδιάς μου."


Το συκωτάκι τού βαλε 'ς ένα ασημένιο πιάτο.

Πρώτη μπουκιά νοπού βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

"Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι' Οβριός άπέταξέ με,

κι' αν είσαι κι' ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με."

Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κυττάει,

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κ' έκόντεψε να πέση.

Μα ναντρεϊώθη κ' έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και 'ς το λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι,

λιανά λιανά την έκοψε, 'ς τον ήλιο την απλώνει,

κι' από τον ήλιο 'ς το σακκί, κι' απ'το σακκί 'ς το μύλο.

Κι' ο μύλος εξεράλεθε κ' η φτερωτή ετραγούδα.

"Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε ταλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για νά ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,

για νά ρχουνται κ' οι όμορφαις να παίρνουν κοκκινάδι."


Marillion - Blind Curve: Vocal Under a Bloodlight / Passing Strangers / Mylo / Perimeter Walk / Threshold...

 


Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Η κλήση

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξα με μισό μάτι. Τι να θέλουν τέτοια ώρα; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, το τηλέφωνο είχε χτυπήσει και το πρωί, και λίγο πριν το μεσημέρι και μετά προς το απόγευμα χωρίς να το σηκώσω. Οπότε ήταν κάπως λογικό να χτυπά και τώρα. Αποφάσισα να το αγνοήσω και πάλι. Έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το ποτήρι μου με νερό όταν ήρθε ο σκύλος μου κρατώντας το τηλέφωνο στα δόντια του. Αποφάσισα να το σηκώσω το αναθεματισμένο, αφού τόσο πολύ επέμενε που έβαλε τον σκύλο μου να το φέρει σε μένα, αλλά τα σάλια του συμπαθούς τετράποδου το βραχυκύκλωσαν μάλλον, με κάποιον τρόπο, και έκλεισε. Χαμογέλασα και ήπια το νερό μου. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγη βραδινή δροσιά. Με το που άνοιξα όμως, δεκάδες κινητά τηλέφωνα που είχαν κουρνιάσει στα καλώδια του ρεύματος, απέναντι από το παράθυρό μου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα. Εκείνη την ώρα το δικό μου κινητό, που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, άνοιξε ξανά, άρχισε να χτυπάει και πετώντας βγήκε από το παράθυρο. Πήγε και έκατσε μαζί με τα άλλα κινητά, χτυπούσε μαζί τους για κάμποση ώρα και μετά ξαναμπήκε στο σπίτι από το ίδιο παράθυρο. Έκτοτε είναι ήσυχο στο κομοδίνο. Αυτή ήταν η ιστορία. Δεν έχει άλλο. 

Uriah Heep - The Wizard

 


Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Το τέλος του κόσμου

 


Εκείνο το απόγευμα όλοι βγήκαν στους δρόμους. Δεν ξέρω ποιος την είπε πρώτος αλλά η είδηση κυκλοφόρησε παντού: Έρχεται ένας τεράστιος μετεωρίτης, ο οποίος θα συγκρουστεί με τον πλανήτη μας και θα φέρει το τέλος του κόσμου. Μέσα στον πανικό την είδα. Όμορφη όπως πάντα και ελαφρώς στον κόσμο της. Ο οποίος, λογικά, θα τελείωνε μαζί με τον κόσμο των υπόλοιπων. Αδιάφορη για το πλήθος των αλλοφρόνων που έτρεχε γύρω της σπάζοντας βιτρίνες, κλέβοντας ή λέγοντας προσευχές και αποχαιρετισμούς.  Της φώναξα και τη ρώτησα τι κάνει ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Μου είπε ότι έψαχνε χάπια για τη ναυτία. Είχε σκοπό να ανέβει πάνω στον μετεωρίτη και να ταξιδέψει μαζί του. Με ό,τι θα απέμενε μετά τη σύγκρουση με τη Γη δηλαδή. Μπήκε σε ένα φαρμακείο και μετά από λίγο βγήκε και αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το περίπτερο. Μου είπε πως ήταν έτοιμη. Της ευχήθηκα καλό ταξίδι και πήγα να βρω κάτι να φάω. Δε βρήκα κάτι αλλά ούτε και ο μετεωρίτης έπεσε ποτέ στη Γη. Αλλά ήταν μια ενδιαφέρουσα ημέρα το δίχως άλλο. 

Yes - It Can Happen

 


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Ιρλανδία

 


Κάποτε μια φίλη μου, μου είπε ότι ήθελε να είναι Ιρλανδία. Προσπάθησα να την πείσω πως δεν μπορεί να γίνει Ιρλανδία πριν αν γίνει νησί. Και είναι πολύ δύσκολο για μια κοπέλα να γίνει νησί. Αυτή όμως επέμενε και θύμωσε μαζί μου. Τελικά σηκώθηκε και έφυγε, αποφασισμένη να γίνει Ιρλανδία. Καιρό μετά έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τα νησιά της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Καθώς έβλεπα αυτούς τους περίεργους και όμορφους βράχους στο μέσω της θάλασσας κάτι γνώριμο διέκρινα! Ανάμεσά τους την είδα να πλέει στη θάλασσα! Είχε γίνει νησί! Μόλις κατάλαβε ότι την βλέπω, γύρισε προς στην κάμερα το κεφάλι της και μου φώναξε χαμογελαστή: "Στο είπα!"... Μα πώς στην ευχή ήξερε ότι τη βλέπω εκείνη τη στιγμή; Μήπως κι εγώ, είχα γίνει θάλασσα;

Αβεσαλώμ και Ετέρη - Ένας Γεωργιανός μύθος

 


https://detskie-skazki.com/en/georgian-fairy-tales/abesalom-and-eteri.html

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα —ή ίσως και να υπήρχε— ζούσαν μαζί ένας φτωχός άντρας και η γυναίκα του. Τα γηρατειά πλησίαζαν, όμως παιδιά δεν είχαν. Θα είχαν μείνει άτεκνοι, αλλά η γυναίκα ικέτευσε τον άντρα της:

«Πήγαινε στη μάντισσα, να μας πει το ριζικό μας. Ίσως πει κάτι, ίσως μας συμβουλεύσει ή μας δώσει κάποιο γιατρικό».

Ο άντρας πήγε. Η μάντισσα του είπε το ριζικό, του έδωσε τρία μήλα και είπε:

«Αν η γυναίκα σου ζητήσει φαγητό, δώσε της δύο μήλα. Αν ζητήσει νερό, δώσε της το τρίτο, και θα αποκτήσετε παιδί».

Ο χωρικός έκανε ό,τι του ειπώθηκε. Η γυναίκα του γέννησε μια κόρη.

Την ονόμασαν Ετέρη.


Με κάθε μέρα που περνούσε, η Ετέρη γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ήταν τόσο θελκτική, τόσο λαμπερή, που ακόμα και ο ήλιος που ανέτειλε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της.


Όμως η συμφορά τούς χτύπησε την πόρτα: η μητέρα της Ετέρης πέθανε, και ο πατέρας της έφερε στο σπίτι μια δεύτερη γυναίκα για να γίνει η κυρά του σπιτιού. Έπειτα πέθανε και ο πατέρας της, αφήνοντας την Ετέρη ορφανή κάτω από την κηδεμονία της κακιάς μητριάς. Η μητριά βασάνιζε το φτωχό κορίτσι, χωρίς να της δίνει καθόλου ησυχία.

Έστειλε την Ετέρη να βοσκήσει την αγελάδα, της έδωσε ένα αδράχτι, μια τούφα βαμβάκι και μια κόρα ψωμί, λέγοντας:

«Κοίταξε αυτό το ψωμί να σου κρατήσει μέχρι το βράδυ».


Μια μέρα, μετά από ένα μακρύ ημερολόγιο βασάνων, η Ετέρη, κουρασμένη και πεινασμένη, ανέβηκε το βράδυ σε ένα δέντρο, χώθηκε στα κλαδιά του και αποκοιμήθηκε.


Σε εκείνο το δάσος κυνηγούσε ο γιος του βασιλιά όλου του κόσμου, ο Αβεσσαλώμ. Είδε την Ετέρη πάνω στο δέντρο. Η ομορφιά της τον συγκλόνισε και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Ο Αβεσσαλώμ φώναξε στην Ετέρη:


«Έλα σε μένα, Ετέρη,

Γίνε δική μου.

Μαγεμένος από την ομορφιά σου —

θα σε κάνω γυναίκα μου».


«Όχι», απάντησε η Ετέρη, «τι σόι γυναίκα είμαι εγώ για σένα;


Εσύ είσαι σπουδαίος, κραταιός και δοξασμένος,

αιώνια τιμημένος από τους προγόνους σου.

Για μένα ούτε ο ήλιος δεν λάμπει,

ζω σαν ορφανή σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν είμαι παρά ένα παιχνίδι,

δεν είμαι ταίρι για έναν πρίγκιπα.

Θα με αφήσεις σύντομα,

και η ζωή μου θα γίνει κατάρα».


Ο Αβεσσαλώμ ορκίστηκε ότι δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, δεν θα την πρόδιδε ποτέ:


«Ο Θεός στέλνει φως από τον ουρανό ψηλά.

Εδώ κάτω, ο Αβεσσαλώμ στέκει.

Αν σε προδώσω,

ας με ξεχάσει ο Θεός,

ας πέσει η πανοπλία μου από πάνω μου,

ας στερέψουν τα νερά στην έρημο,

ακόμα κι αν ήταν απέραντα σαν θάλασσα.

Ας χαθεί το φαγητό μου σε ένα ταξίδι επτά χρόνων».


Η Ετέρη πίστεψε στους όρκους του Αβεσσαλώμ και δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Ως σημάδι της πίστης του, ο Αβεσσαλώμ της έδωσε ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή και την πήρε στο παλάτι του.


Ο Αβεσσαλώμ είχε έναν σύμβουλο που τον έλεγαν Μούρμαν. Ο Αβεσσαλώμ τον έστειλε με χαρμόσυνα νέα στην αδελφή του, τη Μαρέχ:

«Φέρνω στο σπίτι γυναίκα, τη χρυσομάλλα Ετέρη. Ετοίμασε τα γαμήλια ενδύματα».


Έφεραν την Ετέρη στο παλάτι και την έντυσαν με βασιλική φορεσιά. Ο Αβεσσαλώμ έγραψε γράμματα σε όλα τα βασίλεια, καλώντας τους πάντες στον γάμο του. Έστειλε τον Μούρμαν να παραδώσει τα γράμματα. Καθώς ο Μούρμαν ταξίδευε, κυριεύτηκε κι αυτός από έρωτα για την Ετέρη. Ονειρευόταν:

«Πού είναι ο άνθρωπος που θα φυτέψει το μίσος στην καρδιά του Αβεσσαλώμ για την Ετέρη, ώστε να μου τη δώσει;»

Καθώς ίππευε, τον συνάντησε ο διάβολος:

«Πού πας, Μούρμαν, και τι σκέφτεσαι τόσο βαθιά;»

Ο Μούρμαν του τα είπε όλα.

«Γιατί να πας μακριά;» είπε ο διάβολος. « Θα σου δώσω ένα φίλτρο που θα κάνει τον Αβεσσαλώμ να ξεαγαπήσει την Ετέρη και να σού τη δώσει. Μόνο υποσχέσου μου την ψυχή σου ως αντάλλαγμα».

«Αχ, δεν θα λυπόμουν ούτε την ψυχή μου αν η Ετέρη γινόταν δική μου», είπε ο Μούρμαν.

«Τότε γράψε στο χαρτί ότι δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου, και η Ετέρη θα γίνει δική σου».

Ο Μούρμαν υπέγραψε το χαρτί και το έδωσε στον διάβολο.


Ο διάβολος πήρε το χαρτί και είπε:

«Μόλις ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρευτούν, πάρε μια χούφτα κεχρί και ρίξ' το αθόρυβα πάνω στην Ετέρη. Μάθε τούτο: σκουλήκια θα την καλύψουν, και όσο κι αν την καθαρίζουν, δεν θα τα καταφέρουν, μέχρι να την αγγίξει το δικό σου χέρι».

Ο διάβολος επέστρεψε στο λημέρι του, και ο Μούρμαν, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, πήγε σπίτι του. Ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρεύτηκαν, και καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, ο Μούρμαν έριξε μια χούφτα κεχρί πάνω στην Ετέρη.

Αμέσως, σκουλήκια κάλυψαν την Ετέρη. Προσπάθησαν να την καθαρίσουν, αλλά τα σκουλήκια μόνο πληθαίνανε. Ο Αβεσσαλώμ, βασανισμένος, οδήγησε την Ετέρη έξω και δήλωσε μπροστά σε όλο τον λαό:


«Τη Δευτέρα ενωθήκαμε,

την Τρίτη η ώρα του αποχωρισμού έφτασε.

Ας χαρούν τώρα και ας τραγουδήσουν

όσοι ζήλεψαν την ευτυχία μας.

Φεύγω αμέσως για κυνήγι.

Ποιος θα πάρει την Ετέρη από μένα;»


Το όνειρο του Μούρμαν έγινε πραγματικότητα. Γονάτισε μπροστά στον Αβεσσαλώμ και παρακάλεσε:


«Βασιλιά, είμαι πιστός σε σένα μέχρι θανάτου,

δώσε σε μένα τη φτωχή Ετέρη!»


Ο Αβεσσαλώμ έδωσε την Ετέρη στον Μούρμαν. Μόλις το χέρι του Μούρμαν άγγιξε την Ετέρη, εκείνη θεραπεύτηκε, και όλα τα σκουλήκια εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο Μούρμαν την πήρε, και έγινε γυναίκα του.


Ο Αβεσσαλώμ αρρώστησε αφού έχασε την Ετέρη. Ο έρωτας γι' αυτήν έκαιγε μέσα του, βασανίζοντάς τον.

Μην μπορώντας να το αντέξει, ο Αβεσσαλώμ στράφηκε στον Μούρμαν με μια παράκληση:


«Πες μου, για χάρη του ήλιου,

πώς είναι η Ετέρη μου;»


Ο Μούρμαν απάντησε:


«Θέλεις να μάθεις, βασιλιά ισάξιε των ουρανών,

πώς ζει η Ετέρη μου;

Έχω χτίσει ένα κρυστάλλινο κάστρο,

οι πύργοι του φτάνουν στους ουρανούς.

Εκεί ζει η Ετέρη μου,

πιο όμορφη από θαυμαστούς κύκνους.

Εννέα στοργικές συνυφάδες

την προσέχουν όλες με αγάπη,

και η πεθερά της πλέκει

τα χρυσά της μαλλιά.

Εννέα κουνιάδοι στέκονται στην πύλη,

το βλέμμα τους σπινθηρίζει σαν διαμάντι,

και στη στέγη του κάστρου, ο πεθερός της

περήφανα φρουρεί το κάστρο».


Όταν ο Αβεσσαλώμ το άκουσε αυτό, ο έρωτάς του για την Ετέρη θέριεψε ακόμη περισσότερο. Αρρώστησε βαριά. Αποφασισμένος να απομακρύνει τον Μούρμαν και να διεκδικήσει πίσω την Ετέρη, τον κάλεσε και τον διέταξε:

«Πήγαινε και φέρε μου το νερό της αθανασίας. Ίσως με θεραπεύσει».

Ο Μούρμαν σκέφτηκε: «Το κακό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου». Ζήτησε διορία εννέα ημερών και έφυγε. Πήγε στην Ετέρη:


«Άφησέ με να ξεκουραστώ σήμερα

πάνω στο εκτυφλωτικό σου στήθος.

Αύριο με στέλνουν στο Αλγκέτι —

ένα μακρύ ταξίδι βρίσκεται μπροστά μου.

Πέτρες θα φράξουν το μονοπάτι μου,

ακόμα και τα λιοντάρια φοβούνται αυτόν τον δρόμο.

Μόνο βάσανα με περιμένουν,

ο κόπος μου θα πάει χαμένος —

στις εννέα θεραπευτικές πηγές

πρέπει να ξεκινήσω την αυγή

για να φέρω το ζωογόνο νερό».


Η Ετέρη είπε:


«Θα βγάλω τα μετάξια και τα σατέν μου,

θα καλυφθώ με ένα σάλι,

θα πάρω μια στάμνα μαζί μου,

και θα φέρω νερό από το ποτάμι.

Δεν θα μπω σε κανένα σπίτι γείτονα,

ούτε στο σπίτι του αδελφού σου.

Αν μπω, θα βγω σαν αδελφή.

Πίστεψε τον λόγο μου».


Ο Μούρμαν πέρασε τη νύχτα με την Ετέρη.


«Είθε αυτή η νύχτα να είναι μακρά,

είθε η αυγή να μην κοκκινίσει.

Αύριο το χάδι των αγαπημένων χειλιών

δεν θα ζεσταίνει πια την καρδιά μου».


Το πρωί, ο Μούρμαν ζήτησε από την αδελφή και τη μητέρα του:

«Να την προσέχετε, να την καλομαθαίνετε, ώστε ούτε αεράκι ούτε αχτίδα ήλιου να μην την αγγίζει».

Όμως ο Αβεσσαλώμ γινόταν όλο και χειρότερα. Πέθαινε, και δεν υπήρχε γιατρικό γι' αυτόν... Η αδελφή του, η Μαρέχ, βγήκε έξω κλαίγοντας και παρακαλώντας:

«Ο αδελφός μου πεθαίνει. Αν μπορεί κάποιος να βοηθήσει, βρείτε έναν τρόπο να τον σώσετε».

Της είπαν:

«Ίσως είναι ο έρωτάς του για την Ετέρη που τον σκοτώνει. Φέρε του το φτερό ενός κορακιού, καλοψημένο ψωμί, κόκκινο κρασί και το φτερό ενός περιστεριού — και θα δεις».


Η Μαρέχ τα έφερε όλα και τα απέθεσε στο κρεβάτι, δίπλα στον αδελφό της. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε, πήρε το φτερό του περιστεριού και είπε:

«Όσο λευκό κι αν είσαι, φτερό του περιστεριού, η Ετέρη είναι ακόμα πιο λευκή». Πήρε το ψωμί και είπε: «Όσο καλό κι αν είσαι, η Ετέρη είναι ακόμα καλύτερη». Πήρε το κόκκινο κρασί και είπε: «Όσο κόκκινο κι αν είσαι, κρασί, τα μάγουλα της Ετέρης είναι πιο λαμπερά από σένα». Πήρε το φτερό του κορακιού και είπε: «Όσο μαύρο κι αν είσαι, φτερό του κορακιού, τα μάτια και τα φρύδια της Ετέρης είναι ακόμα πιο μαύρα».

Έπειτα είπε στην αδελφή του:


«Σήκω γρήγορα, Μαρέχ, αστέρι μου,

και τρέξε στην Ετέρη.

Αν σε ρωτήσει για μένα,

πες της τα πάντα μέσα από την καρδιά σου».


Η Μαρέχ πήγε στην Ετέρη. Όμως η Ετέρη γνώριζε ήδη για την ασθένεια του Αβεσσαλώμ. Ξέγελασε την πεθερά της, έφυγε από το σπίτι, μπήκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ, κάθισε κάτω από μια λεύκα και έκλαψε. Μέσα στα δάκρυά της, η Ετέρη αποκοιμήθηκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ. Η Μαρέχ έφτασε, είδε την Ετέρη να κοιμάται και της φώναξε:


«Σε έψαχνα από το πρωί μέχρι τη γεμάτη ομίχλη νύχτα,

κι όμως εσύ κοιμάσαι ήσυχα στον σκιερό κήπο.

Το χρυσό σου κούμπωμα έχει λυθεί,

το κρυστάλλινο, λευκό σου στήθος λάμπει,

και οι μαύρες σου μπούκλες είναι άτακτα σκορπισμένες,

σαν αφρός σε ένα κύμα που φουσκώνει».


Η Ετέρη δεν την άκουσε. Η Μαρέχ φώναξε ξανά:


«Ήρθα σε σένα, Ετέρη,

διώχνοντας τον γλυκό σου ύπνο.

Ξεπερνάς ακόμα και τα αστέρια

και το φεγγάρι με την ακτινοβόλα ομορφιά σου.

Η άνοιξη έχει ήδη φτάσει,

είθε τα ηλιοβασιλέματα να σβήσουν.

Σήκω, ακριβή μου Ετέρη,

θεράπευσε τον αδελφό μου γρήγορα.

Θα πάρω ένα φτυάρι στα χέρια μου

και θα καθαρίσω το μονοπάτι για σένα,

θα στρώσω θαυμαστό μάρμαρο

μέχρι το κατώφλι του παλατιού.

Θα σου χτίσω ένα κάστρο

από διαμάντια και τιρκουάζ,

θα ντύσω τις κάμαρες μέσα

με ξύλο έβενου.

Για να ανασαίνεις δροσιά,

λεύκες θα περιβάλλουν το κάστρο·

για να μην μαυρίσεις,

μετάξι θα καλύπτει τον θρόνο σου·

για να μην σκοντάψει το πόδι σου

σε πέτρα,

θα στρώσω την ευρύχωρη αυλή

με χρυσά χαλιά».


Η Ετέρη σηκώθηκε και είπε:

«Μόνο και μόνο για να θεραπεύσω τον αδελφό σου, πώς θα μπορούσα να μην πάω;»

Έφτασε. Ο Αβεσσαλώμ πέθαινε ήδη. Όμως, μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων της, σηκώθηκε και μίλησε:


«Ήρθες σε μένα, Ετέρη,

ας τραγουδήσουν οι θάλασσες και η στεριά.

Κοιτάζοντας μέσα στα άρρωστα μάτια μου,

εμφύσησες δύναμη στην ψυχή μου.

Ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου, βλέπω —

ένας μαγικός κήπος ανθίζει,

και η καρδιά μου φλέγεται από ευγνωμοσύνη

για σένα, Ετέρη.

Ήρθες, αλλά εγώ, Ετέρη,

ήδη αποχωρίζομαι τη γη.

Ο Θεός με καλεί στον ουρανό,

στην αιώνια, γαλήνια σιωπή».


Η Μαρέχ πλησίασε για να παρηγορήσει τον αδελφό της:


«Αδελφέ, αν μπορείς να δεις,

κοίτα — η Ετέρη ήρθε».


Ο Αβεσσαλώμ είπε:


«Ας έρθει πιο κοντά».


Η Ετέρη είπε:


«Είναι ήδη στην πόρτα.

Ο δρόμος της είναι εύκολο να μετρηθεί»,


και μπήκε μέσα. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε προς το μέρος της, την κοίταξε και πέθανε.

Η Ετέρη πλησίασε και γραπώθηκε πάνω στον Αβεσσαλώμ. Έπειτα στάθηκε όρθια, πήρε το μαχαίρι που της είχε δώσει και είπε:


«Το μαχαίρι του Αβεσσαλώμ

είναι στην τσέπη μου.

Το αποφάσισα εδώ και καιρό:

όταν έρθει η ώρα,

θα το τραβήξω,

τη λαβή προς τον φίλο μου,

την κόψη προς τον εαυτό μου.

Θα πεθάνω ήσυχα,

θα πεθάνω μαζί σου,

σκεπτόμενη εσένα.

Ας μας θάψουν

στην άκρη του δρόμου

κάτω από έναν τύμβο,

σκεπασμένους με φύλλα

και θαμμένους με χώμα,

μαζί, εσένα κι εμένα.

Ας ανθίσει ένα τριαντάφυλλο

πάνω από τον τάφο μας,

ανασαίνοντας το δροσερό αγέρι.

Ας τιτιβίζουν τα πουλιά

και ας μεγαλώνουν τα μικρά τους

πάνω από τον απλό τύμβο.

Ας κυλάει μια πηγή

αιώνια από τον τύμβο,

και από πάνω της, ένα χρυσό κύπελλο

ας λάμπει φωτεινά με χαρά.

Ας πίνει κάθε ταξιδιώτης

από εκείνο το κύπελλο

ιαματικό νερό,

κι ας μας αποχαιρετά

εδώ, ανάμεσα στα χωράφια!»


Κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της και πέθανε.

Πράγματι, ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη τάφηκαν μαζί.


Αβεσσαλώμ και Ετέρη.

Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.


Ο Μούρμαν επέστρεψε, βρήκε τον τάφο του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης, τον έσκαψε και ξάπλωσε ανάμεσά τους.

Ένας αγκαθωτός θάμνος φύτρωσε στον τάφο του, ενώ τριαντάφυλλα και βιολέτες φύτρωσαν στους τάφους του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης. Το τριαντάφυλλο και η βιολέτα απλώνονται το ένα προς το άλλο, λαχταρώντας να αγκαλιαστούν, αλλά ο αγκαθωτός θάμνος στέκεται ανάμεσά τους, κρατώντας τα χωριστά. Και κάτω από τα πόδια του Μούρμαν, κουτάβια βγήκαν και ούρλιαζαν.


Καλό το παραμύθι — καλός κι ο παραμυθάς.

Καλό το κρασί — καλά να το πιεις.

Scorpions - Holiday


 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Βουτιά!

 


Υπάρχουν άραγε βρικόλακες στο διάστημα; Και αν υπάρχουν με τι τρέφονται; Δύσκολο να βρεις γυμνούς λαιμούς να δαγκώσεις εκεί πάνω. Εκτός κι αν τα δόντια τους είναι τέτοια που να μπορούν να τρυπήσουν τις στολές των αστροναυτών. Και αν υπάρχουν που να μένουν; Σίγουρα στις μαύρες τρύπες. Εκεί δεν υπάρχει ίχνος φωτός και θα μπορούν όλη την ώρα να κινούνται και να θρέφονται από οποιαδήποτε μορφή ζωής πέφτει εκεί μέσα χωρίς να ανησυχούν για το φως του ήλιου. 

Τους σκοτώνει το φως του δικού μας ήλιου μόνο ή του κάθε ήλιου που υπάρχει στο σύμπαν; Ποιος να το ξέρει κι αυτό; Και μπορούν να φύγουν από τις μαύρες τρύπες όποτε θέλουν και να επισκέπτονται άλλους πλανήτες; Να τους αρέσει το αίμα των εξωγήινων; Μήπως κι αυτοί εξωγήινοι δεν είναι; Οπότε, γιατί όχι;

Κάποια στιγμή οι παραπάνω σκέψεις με κούρασαν. Άφησα το καλάμι ψαρέματος που είχα μαζί μου, σηκώθηκα από την άκρη του μισοφέγγαρου που είχα καθίσει για να ψαρέψω, έβγαλα τις παντόφλες μου και βούτηξα στη  σεληνιακή θάλασσα που τόσο ήρεμη και θελκτική περίμενε να με αγκαλιάσει στα έναστρα νερά της. Αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν έπιασα τόσην ώρα...

Rainbow - Eyes of the World

 


Τρίτη 26 Μαΐου 2026

O τσιγγάνος και ο διάβολος - Ένα ρωσικό παραμύθι

 




https://fairytalez.com/the-devil-and-gipsy/

Ένας γέρος τσιγγάνος πήγε να πιάσει δουλειά ως υπηρέτης σε έναν διάβολο. Ο διάβολος του είπε: «Θα σου δίνω ό,τι επιθυμείς, αρκεί να μου φέρνεις τακτικά καυσόξυλα και νερό, και να ανάβεις φωτιά κάτω από το καζάνι». «Εντάξει!» είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος του έδωσε έναν κουβά και του είπε: «Πήγαινε εκεί πέρα στο πηγάδι και βγάλε λίγο νερό».


Ο τσιγγάνος μας έφυγε, έβαλε νερό στον κουβά και τον τράβηξε πάνω με έναν γάντζο. Επειδή όμως ήταν γέρος, δεν μπορούσε να τον σηκώσει έξω και αναγκάστηκε να χύσει το νερό, για να μην χάσει τον κουβά μέσα στο πηγάδι. Αλλά με τι θα γύριζε τώρα πίσω; Έτσι λοιπόν, ο τσιγγάνος μας έβγαλε μερικούς πασσάλους από έναν φράχτη και άρχισε να σκάβει γύρω-γύρω από το πηγάδι, σαν να ήθελε να το ξεριζώσει.


Ο διάβολος περίμενε και περίμενε, και αφού ο τσιγγάνος δεν φαινόταν πουθενά, φυσικά δεν φαινόταν ούτε το νερό. Μετά από λίγο, πήγε ο ίδιος να συναντήσει τον τσιγγάνο και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ρώτησε: «Μα γιατί αργείς τόσο; Γιατί δεν έχεις φέρει ακόμα το νερό;» «Ε, και τι; Θέλω να σκάψω και να βγάλω ολόκληρο το πηγάδι και να το φέρω σε σένα!» «Μα θα έχανες άδικα χρόνο αν σκοπεύες να κάνεις κάτι τέτοιο· τότε δεν θα έφερνες τον κουβά στην ώρα του, και δεν πρέπει να λιγοστέψουν τα καυσόξυλα». Και έτσι, ο διάβολος έβγαλε το νερό και το κουβάλησε ο ίδιος. «Ε! Αν το ήξερα, θα το είχα φέρει εδώ και ώρα», είπε ο τσιγγάνος.


Μια φορά ο διάβολος τον έστειλε στο δάσος για καυσόξυλα. Ο τσιγγάνος ξεκίνησε, αλλά τον έπιασε βροχή στο δάσος και έγινε μούσκεμα. Ο γέρος κρύωσε και δεν μπορούσε να σκύψει για να μαζέψει τα ξύλα. Τι να έκανε; Πήρε λοιπόν και άρχισε να ξεφλουδίζει φλούδες από τα δέντρα (λινάρι/φλοιό). Μάζεψε μερικούς σωρούς, γύρισε όλο το δάσος και έδεσε το ένα δέντρο με το άλλο με τις λωρίδες του φλοιού.


Ο διάβολος περίμενε, περίμενε, και είχε χάσει το μυαλό του με τον τσιγγάνο. Πήγε ο ίδιος, και όταν είδε τι γινόταν, του είπε: «Τι κάνεις εκεί, αργόσχολε;» «Τι κάνω; Θέλω να σου φέρω ξύλα. Δένω ολόκληρο το δάσος σε ένα μάτσο, για να μην κάνω άσκοπη δουλειά». Ο διάβολος κατάλαβε ότι τα έβρισκε σκούρα με τον τσιγγάνο, σήκωσε ο ίδιος τα καυσόξυλα και γύρισε σπίτι.


Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του στο σπίτι, ο διάβολος πήγε σε έναν γηραιότερο διάβολο για να ζητήσει τη συμβουλή του: «Έχω προσλάβει έναν τσιγγάνο, αλλά έχει γίνει σκέτος μπελάς. Εμείς θεωρούμαστε αρκετά έξυπνοι», λέει, «αλλά αυτός είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο έξυπνος από εμάς. Εκτός αν τον σκοτώσω...» «Ωραία, όταν ξαπλώσει να κοιμηθεί, σκότωσέ τον, για να μην μας σέρνει άλλο από τη μύτη».


Ήρθε η ώρα να πάνε για ύπνο. Ξάπλωσαν, αλλά ο τσιγγάνος προφανώς κατάλαβε κάτι, γιατί έβαλε τη γούνα του πάνω στον πάγκο όπου κοιμόταν συνήθως, και ο ίδιος χώθηκε σε μια γωνιά κάτω από τον πάγκο. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, ο διάβολος, νομίζοντας ότι ο τσιγγάνος κοιμόταν πια βαθιά, πήρε ένα σιδερένιο ρόπαλο και άρχισε να χτυπάει τη γούνα μέχρι που ο ήχος αντήχησε παντού. Μετά ξάπλωσε να κοιμηθεί, σκεφτόμενος: «Οχό! Τώρα πάει ο τσιγγάνος, τελείωσε!»


Όμως ο τσιγγάνος μούγκρισε: «Ωχ!» και έκανε έναν θόρυβο στη γωνία. «Τι έπαθες;» ρώτησε ο διάβολος. «Ωχ, με τσίμπησε ένας ψύλλος».


Ο διάβολος πήγε ξανά στον γηραιότερο για συμβουλή: «Μα πώς να τον σκοτώσω;» είπε. «Όταν τον κοπάνησα με το ρόπαλο, έκανε απλώς έναν θόρυβο και είπε: "Με τσίμπησε ένας ψύλλος"». «Τότε πλήρωσέ τον τώρα», είπε ο γηραιότερος διάβολος, «δώσ' του όσα θέλει και στείλ' τον στο καλό».


Ο τσιγγάνος διάλεξε μια σακούλα με δουκάτα και έφυγε. Μετά όμως ο διάβολος λυπήθηκε τα χρήματα και συμβουλεύτηκε ξανά τον γηραιότερο. «Πρόφτασε τον τσιγγάνο και πες του ότι όποιος κλοτσήσει καλύτερα μια πέτρα, έτσι ώστε ο ήχος να ακουστεί τρία μίλια μακριά, θα κρατήσει τα λεφτά».


Ο διάβολος τον πρόφτασε: «Στάσου, τσιγγάνε! Έχω κάτι να σου πω». «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όχι, στάσου, ας ρίξουμε μια κλοτσιά· όποιος κλοτσήσει πιο δυνατά μια πέτρα, δικά του τα λεφτά». «Εμπρός λοιπόν, κλότσα εσύ», είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος κλότσησε μια-δυο φορές, τόσο δυνατά που βούιξαν τα αυτιά τους. Στο μεταξύ όμως, ο τσιγγάνος έριξε λίγο νερό πάνω στην πέτρα: «Ε! Τι είναι αυτό, ανόητε;» είπε ο διάβολος. «Όταν εγώ κλοτσάω μια στεγνή πέτρα, πετάγεται νερό». «Αχ! Όταν κλοτσάει αυτός, τρέμε! Πετάχτηκε νερό από την πέτρα», σκέφτηκε ο διάβολος.


Ο διάβολος πήγε ξανά για συμβουλή. Ο γηραιότερος είπε: «Όποιος πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, ας κρατήσει τα λεφτά».


Ο τσιγγάνος είχε ήδη προχωρήσει μερικά μίλια στον δρόμο του. Κοίταξε πίσω· ο διάβολος ήταν πίσω του: «Στάσου! Περίμενε, τσιγγάνε!» «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όποιος από τους δύο μας πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, δικά του τα λεφτά». «Λοιπόν, ας το πετάξουμε τώρα. Έχω δύο αδέλφια εκεί πάνω στον ουρανό, και οι δύο είναι σιδεράδες, και θα τους βολέψει μια χαρά είτε για σφυρί είτε για τσιμπίδα».


Ο διάβολος το πέταξε με τόση δύναμη που σφύριξε στον αέρα και σχεδόν χάθηκε από τα μάτια τους. Ο τσιγγάνος το έπιασε από την άκρη, με το ζόρι το σήκωσε και φώναξε: «Απλώστε τα χέρια σας εκεί πάνω, αδέλφια — έι!» Αλλά ο διάβολος τον άρπαξε από το χέρι: «Αχ, στάσου! Μην το πετάξεις· θα είναι κρίμα να το χάσουμε».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε ξανά: «Πρόφτασέ τον ακόμα μια φορά και πες του: "Όποιος τρέξει πιο γρήγορα μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, ας πάρει τα λεφτά"».


Ο διάβολος τον πρόφτασε. Ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Δεν πρόκειται να ξαναπροσπαθήσω να σε ανταγωνιστώ, γιατί δεν αξίζει τον κόπο· έχω όμως έναν μικρό γιο, τον Λαγό, που είναι μόλις τριών ημερών. Αν τον προσπεράσεις, τότε θα αναμετρηθείς και με μένα». Ο τσιγγάνος εντόπισε έναν λαγό μέσα σε ένα ελατοδάσος: «Νάτος! Ο μικρός Λαγός! Εμπρός λοιπόν, Λαγέ! Πιάσ' τον!»


Όταν ο λαγός ξεκίνησε, άρχισε να τρέχει με πηδήματα δώθε-κείθε, και πίσω του σηκωνόταν μόνο ένα σύννεφο σκόνης. «Μπα!» είπε ο διάβολος, «δεν τρέχει ίσια». «Στην οικογένειά μου κανένας δεν έτρεξε ποτέ ίσια. Τρέχει όπως του αρέσει».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε να παλέψουν. Ο πιο δυνατός θα έπαιρνε τα λεφτά.


«Ε!» είπε ο τσιγγάνος, «άκου τους όρους για να παλέψω μαζί σου: Έχω έναν πατέρα, είναι τόσο γέρος που τα τελευταία επτά χρόνια του πηγαίνω φαγητό σε μια σπηλιά. Αν τον ρίξεις κάτω, τότε θα παλέψεις και με μένα». Όμως ο τσιγγάνος ήξερε ότι εκεί ζούσε μια αρκούδα και οδήγησε τον διάβολο στη σπηλιά της. «Πήγαινε», του είπε, «εκεί μέσα· ξύπνησέ τον και πάλεψε μαζί του».


Ο διάβολος μπήκε μέσα και είπε: «Σήκω επάνω, σπανέ/μακρυγένη! Ας παλέψουμε». Αλίμονο! Όταν η αρκούδα άρχισε να τον σφίγγει στην αγκαλιά της και να τον γρατζουνάει με τα νύχια της, τον σάπισε στο ξύλο, τον πέταξε έξω και τον έριξε κάτω στο πάτωμα της σπηλιάς.


Ο γηραιότερος διάβολος συμβούλευσε ότι όποιος σφυρίξει καλύτερα, έτσι ώστε να ακουστεί σε απόσταση τριών μιλίων, θα έπρεπε να πάρει τα λεφτά.


Ο διάβολος σφύριξε τόσο δυνατά που ο τόπος αντήχησε και βούιξε ξανά. Αλλά ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Όταν σφυρίξω εγώ, θα τυφλωθείς και θα κουφαθείς· δέσε τα μάτια και τα αυτιά σου». Εκείνος το έκανε. Ο τσιγγάνος πήρε μια σφήνα (ξύλινη σφύρα) για το σκίσιμο των κορμών και τον κοπάνησε μια και δυο στα αυτιά.


«Ωχ, σταμάτα! Ωχ! Μην σφυρίζεις, γιατί θα με σκοτώσεις! Να σου βγει σε κακό η κακή σου τύχη με τα λεφτά σου! Πήγαινε όπου θέλεις, αρκεί να μην ξανακούσει κανείς για σένα!»


Αυτά και τέλος.

Iron Maiden - Powerslave

 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τράπουλα

 


"Και τι να γίνεται άραγε με εκείνους τους έρωτες; Εκείνους που ποτέ δεν αποκάλυψαν την ύπαρξή τους; Που έμειναν καλά κρυμμένοι στις καρδιές των ανθρώπων και μόνο σε κάποιο όνειρο βρήκαν διέξοδο; Πόσο θα άλλαζε η ζωή αν είχαν φανερωθεί; Και οι ίδιοι; Θα επιζούσαν; Θα συμβιβάζονταν; Θα φθείρονταν μέχρι εξαφανίσεως;" 

Αυτές τις σκέψεις έκανα όταν με επισκέφθηκε αργά το βράδυ ένα ξωτικό. Μόλις είχε φτάσει από την Ιρλανδία όπως με ενημέρωσε. Το καλωσόρισα και του έβαλα λίγο από το ιρλανδικό ουίσκι που πάντα φυλάω στο σπίτι για τέτοιες περιπτώσεις. 

Άναψε τη πίπα του, κοίταξε το γραπτό μου που αποτύπωνα τις παραπάνω σκέψεις, γέλασε και ήπιε μια γερή γουλιά. Μετά μίλησε με την τραχιά φωνή του και την βαριά ιρλανδική προφορά του(ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά αφού δε γνωρίζω κέλτικα αλλά ούτε και το ξωτικό τα μιλούσε) : "Άσ' τα αυτά. Βάλε ένα ποτηράκι και για σένα και φέρε την τράπουλα. Έχω μπόλικο χρυσάφι να ποντάρω". 

Πράγματι, έβαλα και σε μένα ουίσκι, έφερα την τράπουλα και ξεκινήσαμε το παιχνίδι. Κάποιος κέρδισε και κάποιος έχασε αλλά δεν έχει σημασία ποιος. Ήταν άλλωστε μια όμορφη βραδιά με κάμποσα "βρώμικα" ανέκδοτα...

Gary Moore - Over the Hills and Far Away

 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η ανάμνηση

 


Χάζευα στον υπολογιστή μου όταν ένιωσα μια φαγούρα στο δεξί μου ρουθούνι. Το έξυσα ελαφρά (από την εξωτερική πλευρά, δεν είμαι κανένας ανάγωγος) αλλά μάταια. Η φαγούρα δυνάμωσε. Και όχι μόνο δυνάμωσε αλλά μετατράπηκε σε κάτι ακόμα χειρότερο. Ένιωθα πως κάτι περπατούσε μέσα στη μύτη μου! Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε, ξεπρόβαλε από το ρουθούνι μου μια ανάμνησή μου! Με μια χαρούμενη κίνηση, πήδηξε και προσγειώθηκε στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έκανα να τη πιάσω μα αυτή βούτηξε κάτω στο πάτωμα και άρχισε να τρέχει γύρω γύρω, γελώντας. Με ένα άτσαλο μπλονζόν επιχείρησα να την αρπάξω. Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μου ήταν εντελώς γελοίο αφού το κεφάλι μου καρφώθηκε στον βραχίονα μιας εκ των πολυθρονών που υπήρχαν στο σαλόνι. Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί ποτέ δεν έγινα τερματοφύλακας...Μετά από αρκετά λεπτά κυνηγιού, εν μέσω αναποδογυρισμένων καρεκλών, ξεστρωμένων χαλιών και μετακινημένων επίπλων -όλα αυτά αποτέλεσμα της ατσαλοσύνης αλλά και της επιμονής μου να πιάσω την κατεργάρα ανάμνηση - κατάφερα να τη στριμώξω σε μια γωνία. Γρήγορα εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία, την άρπαξα, την έφερα κοντά στη μύτη μου και τη ρούφηξα από το αριστερό μου ρουθούνι, ώστε να μπερδευτεί και να μη μπορέσει να ξαναβγεί. Μετά πήγα να φτιάξω έναν καφέ να πιω και στο σημείο αυτό η ιστορία τελειώνει. 

Vision Divine - Andromeda

 


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Φωτιά

 


Στάθηκε απέναντί μου ενώ γύρω μας οι φλόγες φούντωναν. "Την αγαπώ!" μου είπε με σταθερή και κάπως δυνατή φωνή ενώ τα μάτια του έλαμπαν από ένα μίγμα πάθους και οργής. Τον κοίταξα κατάματα. Μετά κοίταξα τις φλόγες γύρω μας. "Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι φλόγες τούτες θα κατασπαράξουν τη ζωή και των δυο σας;", τον ρώτησα. "Ναι!", μου φώναξε. "Αυτό δεν είναι όμως της αγάπης η φωτιά, είναι μία λαίλαπα μίσους", του είπα. "Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος είναι!" ξαναφώναξε οργισμένος. Μεταμορφώθηκε σε φίδι και προσπάθησε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις φλόγες. Δεν μπορούσα να τον αφήσω. Άπλωσα τα χέρια μου κι εκείνα έγιναν φτερούγες. Σαν το γεράκι πέταξα πάνω από τις φλόγες και προσγειώθηκα μπροστά του, κόβοντάς του τον δρόμο. Πήραμε και οι δύο την αρχική μας μορφή. Οι φλόγες μας ξανακύκλωσαν. "Βλέπεις τις φλόγες; Μας κυκλώνουν γιατί σε ακολουθούν όπου κι αν πηγαίνεις. Αυτές οι φλόγες θα καταστρέψουν τις ζωές πολλών ανθρώπων αν συνεχίσεις" του είπα, μήπως και αλλάξει γνώμη. "Ας είναι" ξανάπε και συνέχισε να περπατά. Έκανα στην άκρη. Οι φλόγες τον ακολούθησαν. Άρχισε να ψιχαλίζει. Οι σταγόνες όμως ήταν αλμυρές. Σαν δάκρυα. Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε μα δεν ήταν μπουμπουνητό. Ήταν λυγμός. Ένα μοιρολόι για ζωές που κάηκαν στην ίδια τους την επιθυμία. 

Edge of Paradise - Tidal Wave

 


Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Κροκόδειλος

 


Συναντηθήκαμε πρόσφατα μετά από καιρό. Καθίσαμε σε μια καφετέρια. Το έφερε η κουβέντα και της είπα πως είναι ακόμα πολύ όμορφη όπως παλιά. Δε με πίστεψε. Συνέχισε να λέει πως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Τότε πέρασα το χέρι μου μπροστά από το πρόσωπό μου και αυτό μετατράπηκε σε καθρέφτη. "Ορίστε, δε και μόνη σου!" της είπα. Κοίταξε και τα μάγουλά της κοκκίνησαν. Το βλέμμα της χαμήλωσε κι ένα χαμόγελο εμφανίστηκε αχνό στα χείλη της. Μια πεταλούδα προσγειώθηκε στα μαλλιά της κι έγινε κορδέλα. Της πήγαινε πολύ. Μπροστά στα μάτια μου μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Ξάφνου μια σταγόνα νερού έπεσε στο πρόσωπό μου και ο καθρέφτης εξαφανίστηκε. Άρχισε να βρέχει. Με πλησίασε ένας υπάλληλος του ενυδρείου και ακούμπησε το χέρι του επάνω μου. "Ώρα να πηγαίνουμε", μου είπε. Πλήρωσα τους καφέδες, χαμογέλασα με τρόπο που τα δόντι μου να μη φανούν απειλητικά, κούνησα την κροκοδειλίσια ουρά μου και τον ακολούθησα στο βυτίο που είχε παρκάρει λίγο πιο κάτω. Βούτηξα στο νερό, έβαλε μπρος στη μηχανή και φύγαμε. Η φίλη μου με αποχαιρετούσε καθώς απομακρυνόμασταν...

Halestorm - Darkness Always Wins

 


Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Τίποτα

 


Κάθισα στον υπολογιστή μήπως και εμπνευστώ από κάτι  για να γράψω μια φοβερή ιστορία. Μάταια όμως. Τίποτα δε συνέβαινε που να ξυπνήσει την έμπνευση μέσα μου. Ξάφνου, την προσοχή μου τράβηξε μια γειτόνισσα που αντιπαθώ και περνούσε εκείνη την ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο σε σημείο που την έβλεπα από τη μπαλκονόπορτα. Είχε βρέξει λίγο και το πεζοδρόμιο ήταν γλιστερό. Κοίταζα περιμένοντας χαιρέκακα να γλιστρήσει αλλά τίποτα δεν έγινε. Πέρασε κανονικά. Συνέχισα απογοητευμένος να κοιτάζω. Μια αδέσποτη γάτα εμφανίστηκε στο πεζοδρόμια. Με κοίταξε περιπαικτικά και ευθύς τηλεμεταφέρθηκε  στο μπαλκόνι μου. Στάθηκε κοντά στο κάγκελο, μου έβγαλε τη γλώσσα της και μετά χάθηκε ξανά. Τράβηξα τη κουρτίνα και γύρισα ξανά στον υπολογιστή. Μα να μη συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό που να μου φέρει λίγη έμπνευση!!!

Evanescence – Who Will You Follow

 


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Θυμωμένος γλάρος

 


Στριμμένος γλάρος το πρωί

μου έκλεψε τους στίχους

και τώρα τι να γραφτεί

για χρώματα και ήχους;

-

Ήπια κι εγώ θαλασσινό

νερό για να μεθύσω

λουσμένος σ' ασημόσκονη

τα μάτια μου να κλείσω

-

Μα τόση συννεφιά λαμπρή

τυφλώνει τα σμαράγδια

με άμμο πλασμένα κόκκινη

και δανεισμένα χάδια

-

Να, εσύ ξεγλίστρησες

κι ο ύπνος με απαρνιέται

κάπου ο γλάρος με θυμό 

τώρα με καταριέται


Η ποίηση ενώνει την Κίνα και τον Αραβικό κόσμο στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων 2026

 



https://www.globaltimes.cn/page/202605/1360991.shtml

Η Κινέζα ποιήτρια Ai Kou είναι από καιρό συνηθισμένη να συναντάται με ομοεθνείς της ποιητές για δημιουργικές ανταλλαγές. Ωστόσο, στο εν εξελίξει Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων 2026, αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά για την ευκαιρία να συμμετάσχει σε βαθιές συζητήσεις με λογοτέχνες από τον αραβικό κόσμο.


«Σε αυτό το φεστιβάλ, έκανα φίλους με ποιητές από διάφορες χώρες, όπως η Τυνησία», δήλωσε η Ai Kou στους Global Times. Ξεπερνώντας τα γλωσσικά εμπόδια, θυμήθηκε για άλλη μια φορά ότι, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό υπόβαθρο των ανθρώπων, η ποίηση μπορεί πάντα να αγγίξει το πιο ευαίσθητο σημείο της ανθρώπινης καρδιάς.


Από τις όχθες των ποταμών της Κουανγκτσόου, στην επαρχία Κουανγκτούνγκ της νότιας Κίνας, μέχρι τις ιστορικές επάλξεις του Σινικού Τείχους στο Πεκίνο, περίπου 100 ποιητές, συγγραφείς και μεταφραστές από την Κίνα και 13 αραβικές χώρες συγκεντρώθηκαν για να αναζητήσουν συγγενείς ψυχές μέσα από τους στίχους. Το φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων, που διεξάγεται από τις 9 έως τις 17 Μαΐου και είναι αφιερωμένο στην Κίνα και τον Αραβικό κόσμο, υποδέχεται φωνές από διάφορες χώρες, όπως η Ιορδανία, το Μπαχρέιν, η Τυνησία, η Σαουδική Αραβία, το Σουδάν, η Συρία και η Κίνα.


Ενωμένοι μέσω του στίχου

Την Πέμπτη, μια πρόωρη καλοκαιρινή μέρα στο Πεκίνο, οι αρχαίες επάλξεις του τμήματος Badaling του Σινικού Τείχους έγιναν σιωπηλοί μάρτυρες μιας συνάντησης όπου φωνές από διαφορετικές ηπείρους έπλεκαν τους στίχους τους κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Κινέζοι και διεθνείς προσκεκλημένοι του φεστιβάλ ανέβηκαν στο Σινικό Τείχος για να συνεχίσουν τον διάλογό τους γύρω από τη λογοτεχνία και τους πολιτισμούς.


Η ποιητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Σινικό Τείχος συνδύασε δημιουργικά ποικίλες μορφές τέχνης, όπως παραδοσιακή λαϊκή μουσική, απαγγελίες ποίησης, χορό, τάι τσι και μια παιδική χορωδία, δημιουργώντας ένα καθηλωτικό σκηνικό για έναν διάλογο πολιτισμών πάνω σε αυτό το ιστορικό ορόσημο.


Ο Nabil Suleiman, Σύρος συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, δήλωσε στους Global Times ότι ανυπομονούσε για αυτό το ταξίδι στο Σινικό Τείχος, ελπίζοντας να δει νέους ποιητές από την Κίνα και τις αραβικές χώρες να εκφράζονται ελεύθερα πάνω σε αυτό το αρχαίο οικοδόμημα, γεννώντας νέες εμπνεύσεις.


Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, η Ai Kou χρησιμοποίησε συχνά εφαρμογές μετάφρασης για να επικοινωνήσει με ποιητές από χώρες όπως η Τυνησία και το Μαρόκο. Παρατήρησε ότι, αν και οι μεταφράσεις συχνά απέδιδαν με μικρές ανακρίβειες το νόημα, αυτές ακριβώς οι διαφορές πυροδοτούσαν συχνά νέα ποιητική έμπνευση, προσφέροντας στους δημιουργούς μια αίσθηση φρεσκάδας και νέες ιδέες. «Αυτή είναι η γοητεία της ποίησης», σημείωσε.


Περισσότερες λογοτεχνικές ανταλλαγές

Πριν φτάσουν στο Πεκίνο, οι συμμετέχοντες βυθίστηκαν στο ποιητικό πνεύμα της Κουανγκτσόου, διαβάζοντας πρωτότυπα έργα και εξερευνώντας τη σύγχρονη λογοτεχνική κληρονομιά της πόλης. Η Αιγύπτια μεταφράστρια Mira Ahmed έγραψε μάλιστα ένα ποίημα εμπνευσμένο από την Κουανγκτσόου — ένα δώρο προς την πόλη που τη φιλοξένησε.


Στο πλαίσιο του φεστιβάλ, πραγματοποιήθηκε στην Κουανγκτσόου ένας ακαδημαϊκός διάλογος Κίνας-Αραβικού κόσμου με θέμα «η παράδοση και το μέλλον της ποίησης». Σχεδόν 100 ποιητές και μελετητές συμμετείχαν σε συζητήσεις για την καθολικότητα και το φιλοσοφικό βάθος της ποίησης, καθώς και για το μέλλον της στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI).


Η He Xiangyang, αναπληρώτρια επικεφαλής της Ένωσης Κινέζων Συγγραφέων (CWA), ενθάρρυνε τους νέους ποιητές να υπερασπιστούν την ιερότητα της ποίησης μέσα από τις πιο αυθεντικές βιωματικές τους εμπειρίες σε αυτή την ψηφιακή εποχή.


Ο Suleiman παρατήρησε ότι πολλοί νέοι στις αραβικές χώρες απολαμβάνουν πλέον την ανάγνωση σύγχρονων κινεζικών μυθιστορημάτων, γεγονός που βοηθά στη διάδοση του κινεζικού πολιτισμού. Αντίστοιχα, η Ai Kou επεσήμανε ότι περισσότερα λογοτεχνικά έργα Αράβων συγγραφέων εισάγονται πλέον στην Κίνα, διευρύνοντας τους ορίζοντες των Κινέζων αναγνωστών.


Τις επόμενες ημέρες, οι εκδηλώσεις θα συνεχιστούν στο Πεκίνο, με επισκέψεις στο Κανονικό Πανεπιστήμιο του Πεκίνου (Beijing Normal University) και στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Κινεζικής Λογοτεχνίας, όπου οι ποιητές θα δωρίσουν χειρόγραφά τους και θα μοιραστούν το λογοτεχνικό ταξίδι των εθνών τους.