Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Το τραγούδι τῆς Ἀρετῆς

 




Μιά μάννα εἶχε ἐννιά τζη γιούς καί μιά τζη θυγατέρα,


στά σκοτεινά τήν ἔλουγε, στό φέγγος τή χτενίζει,


στό φεγγαράκι τ' ἀργυρό τήνε σουραδοπλέκει.


Ἡ γειτονιά δέν τό 'ξερε πώς εἶχε θυγατέρα.


Προξενητάδες ἤρθανε ἀπό τή Βαβυλώνα,


νά πάρουνε τήν Ἀρετή πολύ μακριά στά ξένα.


Οἱ ὀχτώ ἀδελφοί δέ θέλανε, ὁ Κωσταντῖνος θέλει:


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα,


νά 'χω κι' ἐγώ παρηγοριά στά ξένα πού γυρίζω.»


— «Ὄμορφος εἶσαι, Κωσταντῆ, μ' ἄσχημ' ἀπελοήθης,


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος ποιός πά' νά τήνε φέρη;»


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα.


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος, ἐγώ θά πά' τή φέρω.»


Καί δίδει την ἡ μάννα της τήν Ἀρετή στά ξένα.


Γυρίζει ὁ χρόνος βίσεχτος, οἱ ἐννιά ἀδελφοί πεθάνα


κι' ἔμεινε ἡ μάννα μοναχή σάν καλαμιά στόν κάμπο.


Σ' ὅλα τά μνήματ' ἔκλαιγε, σ' ὅλα μοιρολογᾶτο


καί τό μνημί τοῦ Κωσταντῆ ἀναθεμάτιζέ το:


— «Ἀνάθεμά σε Κωσταντῆ καί σύ καί τό καλό σου.»


Τό τόσο μυριανάθεμα ὁ Κωσταντής βαρέθη,


κάνει τό μνῆμα τ' ἄλογο καί τό λαζάρι σέλλα


καί τά κιβουροχάλικα σκάλες καί χαλινάρια,


παίζει βιτσιά τοῦ μαύρου του, στή Βαβυλώνα φτάνει.


Βρίσκει τήν κόρη στό χορό μέ τρεῖς παπαδοποῦλες.


— «Καλῶς τόνε τον Κωσταντῆ πού φέρνει τό μαντᾶτο.


Ἄν εἶναι θλίψη, νά θλιφτῶ κι' ἄν εἶ' χαρά, ν' ἀλλάξω


κι' ἄν εἶναι γιά τό γάμο σου, ὁλόχρυσα νά βάλω.»


— «Δέν εἶναι θλίψη νά θλιφτῆς μηδέ χαρά ν' ἀλλάξης


μηδέ καί γιά τό γάμο μου, ὁλόχρυσα νά βάλης·


ἡ μάννα σου σέ ζήτησε καί θέλει σε νά πάης.


Ἀπου τή χέρα τήν ἁρπᾶ, στό μαῦρο τήν καθίζει,


παίζει βιτσιά τ' ἀλόγου του, σάν τόν ἀέρα πάει...


Δεύτερη σελίδα:


Ἡ παρουσία καί ἡ μορφή τῶν βρικολάκων


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε ἀπού τόν Ἅι Γιώργη,


Γροικᾶ ἡ κόρη μιά φωνή παράξενη καί λέει:


— «Γιά δέ κοράσιο ὄμορφο τό σέρνει ἀποθαμένος.»


— «Γροικᾶς το, Κωσταντῖνο μου, τ' ἀηδόνι εἶντα λέει;»


— «Γροικῶ το, Ἀρετοῦσα μου, καί τό γνωρίζω κιόλας.»


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε στά μνήματα ἀπέξω:


— «Κατές τώρ', Ἀρετοῦσα μου, στό σπίτι μας νά πάης;»


— «Κατέχω, Κωσταντῖνο μου, στό σπίτι μας νά πάω,


μά γιάντα, ἀδερφάκι μου, μ' ἀφίνεις εἰς τό δρόμο;»


Ἡ κόρη δέν ἐπρόφταξε νά 'πή 'ναν ἄλλο λόγο


κι' ὁ Κωσταντῆς ἐχάθηκε στή μέση τῶ μνημάτω


Παίρνει τ' ἡ παραπόνεσι, στό σπίτι της καί πάει,


βρίσκει τσοί πόρτες σφαλιστές καί τά κλειδιά παρμένα


καί τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.


Φωνάζει τη μαννούλα της ὀγιά νά τῆς ἀνοίξη


— «Ἄν εἶσαι ἀέρας, πήγαινε, ἄν εἶσαι ὁ Χάρος, διάβα


κι' ἄν εἶσαι ὁ Πικροχάροντας δέν ἔχω μπλιό παιδάκια.»


— «Ἄνοιξε, μάννα μ' ἄνοιξε, μά γώ 'μ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα.»


— «Δεῖξε τόν ἀρραβῶνα σου ἀπό τήν κλειδωνιάστρα,


κι' ἄν εἶσ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα μου, εγώ θά σοῦ ἀνοίξω.»


Δείχνει τόν ἀρραβῶνα της κι' ἐτότες τῆς ἀνοίγει,


μά ὥστε νά καλογνωριστοῦν, ἀπόθανεν ἡ μάννα


κι' ἀπόμεινε ἡ γι' Ἀρετή ἔρημη καί παντρέρμη.


— «Θέ μου, καί κάμε με πολύ, πουλί καί λωλοπούλι,


γιά νά γυρίζω στά στενά καί κλαίω τ'ς ἀδερφούς μου.»


Κι' ὁ Θεός τήνε λυπήθηκε, σάν ἀστραπή τήν κάνει


Από το βιβλίο: Στέλιος Α. Μουζάκης, Ο Αφορισμός, οι Βρικόλακες και η αντιμετώπισή τους, εκδ. Ηρόδοτος

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Η ΜΑΝΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ



https://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_paraloges_next.html#11

 [Το άγριον άσμα περί του μυσαροϋ εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ' εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.

Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ' ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).]


Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάη λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι' ο Κωσταντής 'ς το δάσκαλο να πάη,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρη.

Βρίσκει την πόρτα νανοιχτή, την πόρτα νανοιγμένη,

βρίσκει τη μάννα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι.

"Ας είναι ας είναι, μάννα μου, κι' α δε σ' ομολογήσω,

κι' α δεν το πω τ'αφέντη μου, ν' αδικοθανατίσω.

-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πης, και τι θα μολογήσης;

-Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω."

Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυα,

και 'ς το κελλάρι τό μπασε και σαν τ' αρνί το σφάζει,

σα μακελλάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

'Σ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ναίμα στάζει,

και 'ς το τηγάνι τό βαλε για να το τηγανίση.


Και να σου κι' ο Ανδρόνικος 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τάρματά του,

φέρνει ταλάφια ζωντανά, ταγρίμια μερωμένα,

φέρνει κ' ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντη παιχνίδι.

Κοντοκρατεϊ το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

"Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;

-Τον έλουσα, τον άλλαξα, και 'ς το σκολειό τον πήγα."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του και 'ς το σκολειό πηγαίνει.

"Δάσκαλε, πού ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;

-Δυο μέραις έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;

- 'Σ της πεθεράς μου το στειλα, κι' όπου κι' αν είναι θά ρθη."

- Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς της μάννας του πηγαίνει.

- "Μάννα μου, που είναι ό Κωσταντης και που είναι το παιδί μου;

-Έχω δυο μέραις να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι' α δεν το ιδώ ως το βραδύ θενά παραλοήσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Σκύλα, και πού είν' ο Κωσταντης, ο μικροκωσταντϊνος;

-Κάπου παγνίδι νεύρηκε και θελά παιγνιδίζη.

-Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύρτο της καρδιάς μου."


Το συκωτάκι τού βαλε 'ς ένα ασημένιο πιάτο.

Πρώτη μπουκιά νοπού βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

"Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι' Οβριός άπέταξέ με,

κι' αν είσαι κι' ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με."

Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κυττάει,

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κ' έκόντεψε να πέση.

Μα ναντρεϊώθη κ' έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και 'ς το λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι,

λιανά λιανά την έκοψε, 'ς τον ήλιο την απλώνει,

κι' από τον ήλιο 'ς το σακκί, κι' απ'το σακκί 'ς το μύλο.

Κι' ο μύλος εξεράλεθε κ' η φτερωτή ετραγούδα.

"Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε ταλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για νά ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,

για νά ρχουνται κ' οι όμορφαις να παίρνουν κοκκινάδι."


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Σκύψε Νυχτιά παρήγορη

 



Σκύψε Νυχτιά παρήγορη, περίχυσέ την μύρα,

στο κάτασπρο κλινάρι της ιερά παρθενικό

και γίνου μεσ’ στον ύπνο της η παραστάτις μοίρα

κ’ εμπόδισέ της τόνειρο, το ανύποπτο κακό.


Να γίνης τόσο ανάλαφρη, καθώς μητέρας χάδι

πάνω στην άγρυπνη καρδιά κι’ αυτή να κοιμηθη,

μήπως και το μεθυστικό ξανασιμώση βράδι

και νοιώση το άνθος του παλιού καημού να ξανανθή.


Νάναι γυμνή και ταπεινή στη μητρική αγκαλιά σου

κι’ όταν μέσα στα μύρα σου λησμονηθή βαθιά,

τότε το θρήνο σου άφησε και λύσε τα μαλλιά σου,

σημείο πως αξιώθηκε να μην ακούει πια.


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Ο κατακλυσμός

 


Ετούτο το χειμώνα έριξε μια βροχή

από μαχαίρια

Οι άνθρωποι κρύφτηκαν στα σπίτια τους

για εφτά μερόνυχτα

Την όγδοη μέρα βγήκανε κι έπιασαν 

να σκαλίζουνε με τ' απομεινάρια της βροχής

φωλιές για τα αυριανά χελιδόνια


Ιάσονας Θεοδωρίδης - ρίζα - εκδ. Α/συνεχεια

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Abyssus Abyssum Vorat

 


Πάλι μακρυά σου, και κοντά

Η σκέψη τη γλυκαπαντά

Στο διάβα τη μορφή σου,

Και στο μεθύσι το γλυκό

Πάλι να κράζη με αγροικώ

Το χάσμα της Αβύσσου


Γιωσέφ Ελιγιά, Άσμα Άσμάτων - Ψαλμοί - εκδ. Δωδώνη

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ενός λεπτού σιγή


https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-ntinos-christianopoylos-1931-2020/


Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν’ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,


κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;


Ντίνος Χριστιανόπουλος

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Τάκης Παπατσώνης - Χριστουγεννιάτικη Αγρυπνία



 από το https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/


Εξωτικός στην άκρια των κοιλάδων

περίμενα τη σημερινή γιορτή στο σκότος των λαμπάδων

απόκληρος της φωταψίας των ημερήσιων ήλιων

γονατιστής, και νηστευτής, και αποβλητής των χίλιων

δαιμονικών ταξιαρχιών… Μ’ άδικα εταλαιπώρουν

τη θύελλα των νοημάτων μου, τη ρώμη των γονάτων,

γιατί – το ξέρω αλίμονον! – τις πανοπλίες εφόρουν

τα εκατομμύρια των λαών, που ερείπια στρατευμάτων

κατάντησαν τα ελεεινά… Και θλίβω των ματιών σου

το φέγγος με το πίκραμα των λυπηρών δακρύων

που ο αμαρτωλός εσώριασα στων άλλων των δεινών μου

τα πλήθη και το πιο φριχτόν: το ίδιο άβουλο θηρίον

αντίς πανήγυρη ευλαβή να στήσω και ιερουργίαν

αρμονικήν, υμνητική της θείας καλωσύνης

να διαλαλώ, εγώ δέχομαι με ανόητη απαραξία

τον Άρχοντα, το Άλφα και Ωμέγα της Χριστιανοσύνης!..

Αλίμονο· των άγριων λαών η ορμητική αντάρα

και την ειρήνη τάραξε της μέσα μου ευλογίας,

κ’ αιστάνομαι απειλητικά του θεού μου την κατάρα

και μακρυνάμενο από με το Τέκνο της Μαρίας…

Και ο ανελέητος ασκητής τρέμω μην τάχα σφάλλω·

μην ενωθώ με τους θνητούς πολεμιστές και γίνω

υου Σατανά η συνέργεια – που τότε πια θα ψάλω

όχι ύμνο των Χριστουγέννων, μα θρήνο!…

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

Σπουδή Δεύτερη - Κλείτος Κύρου


https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-kleitos-kyroy-1921-2006-4/


Πάντα υπάρχει μια τελευταία φορά στο καθετί φίλοι και γνωστοί σου

κάθε τόσο κατεβαίνουνε στον κάτω κόσμο απόγειοι άνεμοι τους

σπρώχνουν ολοένα και βαθύτερα πολλές φορές αναρωτιέμαι αν εκεί θ’

αναγνωρίζει ο ένας τον άλλον μέσα στους στίχους μου ελλοχεύουνε

γυναίκες με άγρια οράματα διάβασα το γράμμα σου θα γράψεις ύστερα

από χρόνια κι έκλαιγα όλο το πρωί

Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

Η "εύφορη λύπη" του Μιχάλη Γκανά

 


https://antifono.gr/ichnilatontas-tin-anastasi-stin-poiisi-tou-michali-gkana/

Μαντώ Μαλάμου 

Με αφετηρία την συνοπτική βιογραφία του και εντοπίζοντας εν συνεχεία τα κύρια στοιχεία της ποιητικής του η κ. Μαλάμου εστιάζει αφενός στα προσωπικά και αφετέρου στα κοινοτικά βιώματα που διαμόρφωσαν το ποιητικό του πρόσωπο. Μέ πυκνές αναφορές σε στίχους του και έμφαση στην σχέση του με το Δημοτικό τραγούδι, την έννοια της πατρίδας και την αδιάπτωτη αναφορά του στους κεκοιμημένους ιχνηλατείται το αναστάσιμο στοιχείο που εξέθρεψε την "εύφορη λύπη" του Μιχάλη Γκανά.

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Στον Παπαδιαμάντη

 


Απόκοσμο αγριολούλουδο απά στο ρημοκλήσι,

όπου μακριά από τη ζωή - τη Ζωή βαθιοκοιτούσε

και τ' Όνειρον αγνάντευε, στου λιβανιού τα θάμπη

ολόφωτο να λάμπει

και τα ματόφυλλα στο φως του Γήλιου τα 'χε κλείσει

(Απόκοσμο αγριολούλουδο απά σε ρημοκλήσι)...


Ναπολέων Λαπαθιώτης -Ποιήματα - εκδ. Μάλλιαρης Παιδεία

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Εις την Πατρίδα - Γεώργιος Σουρής

 


https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-georgios-soyris-1853-1919/

Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,

για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι,

πάντα για σένα κακά θα πω,

κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.


Όμως συγχώρει τον μισητόν,

πατρίς γλυκεία και τροφοδότις,

κι εις τόσο πλήθος πατριωτών

ας είναι κι ένας μη πατριώτης.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Αυτό - Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

 


https://ahdoni.blogspot.com/p/blog-page_1145.html

Ασώματο ἢ σωματικό, ὅ,τι ἂν σκεφτεῖς,

θὰ βρεῖς τὸν Θεὸ νὰ τὰ ἔχει κάνει ὅλα.

Τὰ οὐράνια, ὅ,τι ἀκούσεις,

τὰ ἐπίγεια κι ὅσα εἶναι στοὺς βυθούς,

γιὰ ὅλα Μία ἡ ζωὴ καὶ ἡ δόξα,

Ἕνας ὁ πόθος τους, Μία ἡ βασιλεία,

ὁ Πλοῦτος, ἡ Χαρά, ὁ Στέφανος, ἡ Νίκη, ἡ Εἰρήνη,

κάθε ὀμορφιὰ ποὺ ὑπάρχει,

εἶναι ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀρχῆς καὶ αἰτίας,

ἀπ’ ὅπου ὅλα πήγασαν κι ἔχουν γίνει.


Αὐτὸ εἶναι ἡ σύσταση τῶν ἐπάνω καὶ τῶν κάτω,

Αὐτὸ ἡ τάξη τῶν νοητῶν ὅλων,

Αὐτὸ ὑποταγὴ τῶν ὁρατῶν ὅλων,

Αὐτὸ εἶχαν οἱ ἄγγελοι ἀσάλευτο θεμέλιο,

ὅταν ἔπαιρναν γνώση, καὶ φόβο ἀκόμα περισσότερο

τὴν ὥρα ποὺ ἔβλεπαν νὰ πέφτει ὁ σατανᾶς μὲ τοὺς δικούς του ἀπὸ τὴν οἴηση.


   Γιατὶ μόνο ὅσοι Αὐτὸ λησμόνησαν,

καταξέπεσαν στὴν ἔπαρσή τους δουλωμένοι,

Ὅσοι πάλι Αὐτὸ εἶχαν νὰ μαθαίνουν,

ἀνάλαφροι γίνονταν ἀπὸ φόβο καὶ τὴν ἀγάπη,

ἀγκάλιαζαν τὸν δικό τους Κύριο ἀχώριστα ἑνωμένοι μαζί Του.

Ἀπ’ ὅπου ἡ ἐπίγνωση τῆς βασιλείας

τὸ μεγάλωμα ἔφερε τῆς ἀγάπης,

γιατὶ καὶ περισσότερη τὴν Ἀστραπὴ

καὶ τρανότερη ἔβλεπαν ἀπὸ τὸ Φῶς τῆς Τριάδας,

καὶ πάλι Αὐτὸ κάθε σκέψη ἄλλη ἔδιωχνε,

τοὺς ἔκανε ἀμετακίνητους,

ποὺ ἀλλοιούμενη ἀρχικὰ πῆραν τὴ φύση τους,

νὰ μένουν στὸ Οὐράνιο ὕψος. 


[Ὕμνος Β’, στ. 106-135]

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Οι μέρες κι οι νύχτες μου - Μιχάλης Γκανάς

 


Οι μέρες κι οι νύχτες μου

κι όλος ο χρόνος που πέρασε.


Αφημένος εδώ

ένα τίποτε ή ένα σημάδι

κάτω από το γλόμπο του ήλιου.

Καίει το σκοτάδι αθόρυβα

καταναλώνει τα δέντρα και τη φυλή μου.


Όλα τούτα

προστίθενται κάπου ή αφαιρούνται;


Ποιήματα 1978-2012

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

«Δεν είμαστε Ποιητές»

 




https://antifono.gr/i-poiitiki-andreia/


Ανδρέας Κριλάκης

Μπορεί ο άνθρωπος να εκφράσει την ζωή του μέσα από τον λόγο του; Τόσες και τόσες φορές ο άνθρωπος καθημερινά προσπαθεί να ορίσει, να εκφράσει αυτό που τον περιβάλλει, μα πολλές φορές ή ίσως όλες, τον ξεπερνάει. Όταν προσπαθεί να το πιάσει, ξάφνου του ξεφεύγει σαν το άρωμα του μύρου που χύθηκε στο δωμάτιο.[1] Για τούτο και τ’ αφήνει να περάσει. Παρόλο που μπορεί να τ’ αφουγκράστηκε για μια στιγμή, αποφασίζει ν’ αποσυρθεί απ’ την κουραστική διεργασία της αναζήτησης παραδιδόμενος στην επιφανειακή έκφανση της ζωής. Όμως υπάρχουν κάποιοι άλλοι – οι πρώτοι δεν απορρίπτονται – που συνεχίζουν πεισματικά το κοπιαστικό έργο της έκφρασης κι αναζήτησης ούτως ώστε να εκφράσουν την ζωή όσο αγνότερα, δοξολογηκότερα γίνεται, αυτοί, θαρρώ, είναι οι ποιητές. Οι ποιητές που προσπαθούν μέσα από το κοπιαστικό έργο τους – για κάποιους αγνώμονες μπορεί να μην είναι κοπιαστικό αλλά είναι – να δώσουν μια μαρτυρία της ζωής σε όλο το φάσμα της, είτε στο απλούστερο αυτής, είτε στο περιπλοκότερο, δηλαδή να εκφράσουν το καθολικό της ανθρώπινης εμπειρίας.


Ενός τέτοιου ανθρώπου τα χαράγματα θα ήθελα να φέρω μπροστά σας με το παρόν κείμενο, το ποίημα  «Δεν είμαστε Ποιητές» του Γιώργου Σαραντάρη και με αφορμή αυτό να σκεφτούμε την θέση μας απέναντι της Ζωής, χωρίς όποιος σχολιασμός που θα επιχειρηθεί εκ μέρους μου να είναι σωστός ή να φέρει αξιώσεις, ας θεωρηθεί ως μια ακόμα σημείωση ανάγνωσης δίπλα σε τόσες άλλες, τα χαράγματα μίας αναζήτησης του ποιητή, του ποιήματος –  της Ζωής.


Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,


σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,


παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,


τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου


και στη σκόνη του καιρού.


Σημαίνει πως φοβόμαστε


και η ζωή μάς έγινε ξένη,


ο θάνατος βραχνάς.[2]


*


Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,


σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,


παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,


Ο ποιητής καταφεύγει στην απόφανση – την αρνητική έκφραση για να αποδώσει το μεγαλείο του ποιητή και κατ’ επέκταση του ανθρώπου που αποζητά αληθινά την ζωή, αλλά ταυτόχρονα να δηλώσει και την αποξένωση του ανθρώπου από την ουσία του κόσμου. Δεν είμαστε ποιητές, δεν αποζητούμε το αληθές, εγκαταλείψαμε την ομορφιά, την αγάπη, κλειστήκαμε στο εγώ μας. Όμως ο ποιητής δένεται οργανικά με την ζωή και ό,τι αυτή περιλαμβάνει μέσα σε ένα δοξολογικό πλαίσιο,  παρόλο που φέρει μέσα του το φθοροποιό στοιχείο, τον θάνατο, είναι ο άνθρωπος αυτός που σε κάθε εποχή θ’ αποζητά το αιώνιο στο εφήμερο που μέλλει να γίνει ένα πάντα – μια Άνασταση. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, είναι ο ανδρείος εκείνος που δεν εγκαταλείπει την ζωή, τον αγώνα της και την χαρά της,   την αφουγκράζεται ως λίθο τίμιο πολύ, ως στέμμα βασιλικό κατά τον ψαλμωδό[3], ενώ ο στίχος εγκαταλείπουμε τον αγώνα,/παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,/ σα να απηχεί την ευαγγελική εκείνη προειδοποίηση· «Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσουσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς ».[4]


*


[...]τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου


και στη σκόνη του καιρού.


Ας μην παραδώσουμε τα όμορφα του κόσμου, αυτά που δίνουν νόημα και είναι έμπλεα αυτού,  στην επιφάνεια της απροσεξίας και των απρόσεκτων. Τις γυναίκες, τον έρωτα, τον θησαυρό αυτόν που είναι η Εύα ως Ζωή, ομορφιά και δόξα και πηγή των πάντων[5] στα φιλιά του ανέμου, του εφήμερου πνεύματος, στην παροδικότητα του χρόνου, στην σκόνη του καιρού, που περνά, χάνεται και δεν στέκεται ως ζώσα πνοή, μόνο και μόνο επειδή δεν δρέπουμε με μάτι δακρυσμένο τον κόσμο στο αληθινό του βάθος. Δεν ζούμε την κάθε μέρα μας με τον ενθουσιασμό της πρώτης μέρας, του πρώτου έρωτα που όλα τα κραταιώνει μέσα στο πνεύμα της ανακαίνισης του Φωτός.


Ας είμαστε ανδρείοι όπως ο ποιητής που παραμένει στο ύψος του προσπαθώντας να μεταπλάσει την ζωή όλη, αυτή που φθείρεται, μα κι αυτή, κυρίως αυτή που μέλλεται ως αιώνια και κρύβεται μέσα στην φθορά ως ύμνος δοξολογικός, για τούτο ίσως και ψιθυρίζει σε τόνο κάπως απογοήτευσης·


Σημαίνει πως φοβόμαστε


και η ζωή μάς έγινε ξένη,


ο θάνατος βραχνάς.


Αν δεν είμαστε ανδρείοι, είμαστε δειλοί, και ριψάσπιδες απέναντι στον καθημερινό εχθρό, έχουμε φτάσει να φοβόμαστε τα πάντα και να ζούμε κάτω από το άχθος και το άγχος του εφήμερου γούστου, διότι η ζωή που μέλλεται και κάποτε είχαμε το όραμά της μας είναι πλέον ξένη και τώρα ο θάνατος βραχνάς, όχι αναβαθμός ανάστασης αλλά βάραθρο, άβυσσος μηδενισμού, αγχόνη, κατάθλιψη, συντριβή αφού λησμονήθηκε ο δοξολογικός εκείνος τόνος της εδώ ζωής, που μας ποδηγετεί προς την Ανάσταση.


Ας μην φοβόμαστε να είμαστε ποιητές ή να γίνουμε, να αποζητήσουμε το αιώνιο, καθώς ο ποιητής σημαίνει ανδρεία, ενέργεια, πνεύμα ηρωικό, εκείνος που θυμίζει το πάντα στο τώρα.


 


Σημειώσεις


[1]    Άσμα. 1, 3.


[2]    Γιώργος Σαραντάρης, Στὴ Δόξα τῶν Πουλιῶν, εκλογή ποιημάτων: Ιουλίτα Ηλιοπούλου, σελ. 210, εκδ. Ίκαρος, 2014 β΄ έκδοση.


[3]    Ψαλμ. 20, 4.


[4]    Ματθ. 7, 6.


[5]    Γεν. 3, 18.


 


Το χαρακτικό έργο που συμπληρώνει τη σελίδα αποτελεί δημιουργία του Σπύρου Βασιλείου.

Η καταξίωση του παραλόγου

 


https://www.in.gr/2024/10/17/stories/n-g-pentzikis-mnimi-theou/

Βαγγέλης Στεργιόπουλος


Ἡ παιζω-γραφική σχέση τοῦ Πεντζίκη μέ τόν Συναξαριστή, μέ τό κείμενο αὐτό «τῆς ἐποχῆς τῆς μεγάλης τοῦ Βυζαντίου συνθετικῆς ἀκμῆς» (Προς εκκλησιασμό: 152), ξεκινᾶ ἤδη ἀπό τό 1993 παράλληλα μέ τήν ἀποδόμηση τῶν στέρεων βεβαιοτήτων τόσο τοῦ ἑαυτοῦ ὅσο καί τῆς ἐποχῆς του. «Χρόνια τώρα σφυρηλατήθηκα ἀπ’ αὐτή τήν αἴσθηση τῆς κονιορτοποιήσεως. Πιθανόν νά εἶναι συγγενής στόν ἄνθρωπο. Πάντως, ὅταν τό καλοκαίρι τοῦ 1933 πρωτοπῆγα στό Ἅγιον Ὄρος, διατηροῦσα εἰσέτι πολλές βεβαιότητες διά τό συμπαγές σχῆμα τοῦ ἐγώ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ, θυμᾶμαι, ἔκλεισα ἀμέσως τόν Συναξαριστή πού εἶχα πάρει νά διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τά γραφόμενα ὡς μωρολογίες, ὅταν συνάντησα τή φράση πώς ἕνας Ἅγιος ἀπό βρέφος ἔδειχνε ὅτι θά γινόταν εὐσεβής, ἀποποιούμενος τό μαστό τῆς μητέρας του καί νηστεύοντας κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή» (Προς εκκλησιασμό: 83).


Ἡ ὑλική ἀποψίλωση τοῦ ἀτόμου καί ἡ διείσδυση στά μύχια τῆς ὑποστάσεώς του, ὁ μηδενιστικός ἀνεμοστρόβιλος τοῦ σκέπτεσθαι, ὁ ἀγώνας ἐνάντια στή μηχανοκρατική ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου πού περιόριζε τή μνήμη στή λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου, ἡ καταξίωση τοῦ διαλυομένου μέσα στή λήθη καί σκόρπιου στόν ἄνεμο τῆς φθορᾶς ἀνθρώπου, ἡ ἀναζήτηση κάλλους σέ ὅλα τά ἀνωφέλευτα, ἡ παραδοχή τῆς δυστυχίας μέσω τῆς ἀγάπης, καί ἄλλες μοντέρνες καί παράδοξες τάσεις τῆς εὐρωπαϊκῆς πρωτοπορίας ὁδήγησαν τελικά τόν Πεντζίκη στόν Συναξαριστή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἐπανεύρεση τῆς ἀγαπώσης μνήμης. «Ἡ συνεχής ἥττα ἀντίκρυ στούς ὑποστηρίζοντας σαφῶς καί μέ λογική τά περί κόσμου, μόνο καί μόνο γιά νά διατηρήσω τό παράλογο πού μέσα μου ἔνιωθα νά μεγαλώνει, ἀπειλώντας ὅλη μου τή χαρά καί τή ζωή, τήν ὥρα πού, μετά ἀπό μιά συναισθηματική κρίση, διατεινόμουν, δίχως κανείς νά μέ πιστεύει, πώς ἤμουν ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος, μέ πλησίαζε ὁλοένα ἐγγύτερα πρός τούς τρελλούς, πού βλέπουμε νά καταφεύγουν, ξένοι πρός τόν τριγύρω κόσμο, στό πλῆθος τῶν ναῶν καί παρεκκλησίων, πού κοσμοῦν τήν ἑλληνική γῆ. Πέρα ὅμως ἀπό κάθε φόβο, μ’ ἐνθουσίαζε στήν Ἐκκλησία ἡ καταξίωση τοῦ παραλόγου. Ἔνιωθα μέ ἱκανοποίηση ὅτι, εἰς τούς κόλπους της, ὁ καθένας μποροῦσε νά ’χει τή θέση του καί μάλιστα ἀνεξάρτητα πρός τό ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτελούμενον ἔργο καί μόνον ἐκ τῆς προαιρέσεώς του» (Προς εκκλησιασμό: 83-84).


Στό ἐπίκεντρο τῆς καθημερινῆς του ἐργασίας, τά τελευταῖα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης ἔθεσε τήν ἀνάγνωση τοῦ Συναξαριστῆ ὡς πρώτη ὕλη γιά τό λογοτεχνικό καί εἰκαστικό του ἔργο, ὄχι ὡς μιά κατά κόσμον «μανιέρα», ἀλλά ὡς ὁμολογία βαθιᾶς πίστης. Καθώς σημειώνει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός, αὐτός «ὁ “ἀνυπότακτος” τοῦ ὀρθοῦ λόγου καί ἐραστής τῆς παραληρηματικῆς εὐλάβειας καί ἀκριβείας γνώριζε νά ὑποτάσσεται κάθε πρωί στίς εἰδήσεις τοῦ Συναξαριστῆ, μέ τήν πίστη καί τήν ἔκσταση τοῦ ἤδη νεκροῦ κατά κόσμον». Ἄν, ὅπως ἔλεγε ὁ Κάντ, ὁ ἄνθρωπος τῆς νεωτερικότητας ξεκινᾶ τή μέρα του διαβάζοντας τίς εἰδήσεις στήν ἐφημερίδα, ὁ Πεντζίκης ξεκινοῦσε τή μέρα του μέ τήν ἀνάγνωση ἄλλων εἰδήσεων. «Τό ν’ ἀποταθεῖς σ’ ἕναν Ἅγιο στόν καιρό μας ἀποτελεῖ μεγαλύτερη ταπείνωση ἀπό τό νά σκύβεις γιά τήν ἀπόκτηση ἀγαθῶν…» (Προς εκκλησιασμό: 174). Ὁλόκληρος ὁ Συναξαριστής εἶναι ἕνας μέγας ἐρειπιών ἀτομικῶν καταλοίπων, πού λαβαίνουν ζωή καί ἔκφραση χάρις στήν ἐκκλησία καί στό περιβάλλον της (Προς εκκλησιασμό: 115). Ἐρείπια πού μόνο ὑπέρ πάντα νοῦ συντίθενται εἰς ἑνότητα. Εἶναι ἡ ἐνταγμένη ἐκκλησιαστική μνήμη. Ἄρα, ὁ Συναξαριστής εἶναι αὐτός πού ἐκκλησιάζει σέ σύναξη ἤ καλεῖ πρός ἐκκλησιασμό. Ὁ Πεντζίκης εἶναι ὁ συναξαριστής τῆς μνήμης πού ἀρχειοθετεῖ τά σπαράγματα τοῦ κόσμου ὄχι ἁπλῶς μέ τήν κοσμική μνήμη τοῦ συλλογικοῦ ἀσυνείδητου, ἀλλά τελικά καί ἀμετάκλητα μέ μιά «μνήμη κοσμική ὑπεράνω ἀπό τόν ἄνθρωπο, μνήμη Θεοῦ». Ἡ μνήμη αὐτή δέν ἔρχεται ἀπό τόν ἀθρυμμάτιστο καθρέπτη τῆς πρώτης ἀπεικόνισης ὡς μιά πλατωνική ἰδέα ἀπό τό παρελθόν, ἀλλά ἀπό τό μυστήριο πού ἤδη εἰσῆλθε στήν ἱστορία καί τόν χρόνο ὡς ἐνεστώς τοῦ μέλλοντος στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ συναξαριστής τῆς μνήμης δέν ἀρχειοθετεῖ ἁπλῶς τίς μνημικές καταθέσεις τῆς σκόρπιας ζωῆς, ἀλλά γίνεται νοσταλγός τοῦ μέλλοντος πού θέλγεται ἀπό ἔρωτα πρός ὅλα τά κτιστά, καθώς λαμπρύνεται ἤδη ἀπό τό οἰκουμενικό φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.



Τό κείμενο τοῦ Συναξαριστῆ γέμει μαρτυριῶν ἀναλήψεως εὐθυνῶν τῆς φαινόμενης ὑπάρξεως ἀντίκρυ στόν Κύριο ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως, ἐλπίδος καί ἀγάπης, πού μᾶς συνδέουν μαζί του, μεταμορφώνοντάς μας σ’ ὅ,τι ὑπερβαίνει τό νοῦ. Ἀντιλαμβάνεται τόν χρόνο τελείως διαφορετικά ἀπ’ ὅ,τι μέ γνώμονα τόν πρόσκαιρο ἰδιωτικό βίο. Αἰσθάνεται κανείς ὅτι πράγματι οἱ ἄνθρωποι, θεωρούμενοι ὡς ἀστέρες, διηγοῦνται Θεοῦ τήν δόξα. Κατά τόν τρόπο τοῦ Συναξαριστῆ, ἡ μνήμη τῶν πραγμάτων δημιουργεῖ ἕναν κόσμο, πού ἔρχεται σ’ ἀντίθεση πρός τόν ἄμεσα πραγματικό.


*Τα ανωτέρω συνιστούν το τελευταίο τμήμα της εξαίρετης ομιλίας (εν προκειμένω, σε αναθεωρημένη και συμπληρωμένη μορφή) που είχε εκφωνήσει στις 13 Δεκεμβρίου 2007 ο Σταύρος Γιαγκάζογλου κατά την παρουσίαση της γ’ έκδοσης (η πρώτη είχε γίνει το 1970) του βιβλίου του Ν. Γ. Πεντζίκη Προς εκκλησιασμό (εκδόσεις «Ίνδικτος») στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.


Ο δραμινός Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Συστηματικής Θεολογίας (γνωστικό αντικείμενό του, η Δογματική) στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ.


Ο εκλεκτός πεζογράφος, ποιητής και αυτοδίδακτος ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (Ν. Γ. Πεντζίκης) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17/30 Οκτωβρίου 1908.


Ο Ν. Γ. Πεντζίκης ήταν το στερνοπούλι και το μοναδικό αγόρι της εύπορης αστικής οικογένειας του φαρμακοποιού Γαβριήλ και της διδασκάλισσας Μαίρης Πεντζίκη (μία από τις αδελφές του, η Χρυσούλα, έγινε αργότερα γνωστή ως η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη).



Κύρια χαρακτηριστικά του πολύμορφου έργου του Πεντζίκη, ο οποίος ανήκει χρονολογικά στην περίφημη γενιά του ’30, είναι η ευρεία θεματική, η συνειρμική γραφή, η συχνή χρήση του εσωτερικού μονολόγου και της μεταφοράς, η θρησκευτική προσήλωση και η μεγάλη αγάπη του για τη γενέτειρά του.


Ο Ν. Γ. Πεντζίκης απεβίωσε στις 13 Ιανουαρίου 1993 συνεπεία καρδιακής ανακοπής.


Σημείωση: Ο Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η μεγάλη αγιολογική και εορτολογική εγκυκλοπαίδεια, στην οποία παρουσιάζονται η ζωή και οι αγώνες των αγίων και των μαρτύρων της Εκκλησίας μας.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Ποιητικός λαός

 


Αν υπάρχει μια απόδειξη ότι είμαστε ποιητικός λαός, δεν είναι η πολλή ποίηση που γράφεται στην Ελλάδα (οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν συνθέσει τουλάχιστον δυο-τρία ποιήματα στη ζωή τους), αλλά η τάση να χαρακτηρίζουμε ποιητικό οτιδήποτε μας αρέσει: από ένα μυθιστόρημα ως μια μαγειρική συνταγή.

Δημοσθένης Κούρτοβικ - Το Νέο Αντιλεξικό Νεοελληνικής Χρηστομάθειας, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2024

Γενιά του '30

 


Ξεκίνησε φιλοδοξώντας να συνδέσει την ελληνική λογοτεχνία με τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα της Δύσης. Όταν έγινε φανερό ότι ήταν η ίδια σύμπτωμα της καθυστερημένης πνευματικής ζωής στην Ελλάδα, καλλιέργησε ένα κλίμα πολιτισμικού απομονωτισμού, μέσα στο οποίο επιδίωξε να κατοχυρώσει λιγότερο την εθνική ταυτότητα και περισσότερο τη δική της πρωτοκαθεδρία.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2024

Τεμπελιά

 


Δεν έχω κέφι για δουλειά

πάλι με δέρνει τεμπελιά

και κάθομαι στο στρώμα...

Βρίσκω το σώμα μου βαρύ

και όλ' η γη δε με χωρεί

κι ο ουρανός ακόμα


Κακά νομίζω τα καλά

και βλέπω μια στα χαμηλά

και μια κοιτώ επάνω..

Σ΄αυτό τον κόσμο το χαζό

ας ημπορούσα να μη ζω

μα...δίχως να πεθάνω.


Γεώργιου Σουρή, επίλεκτα σατιρικά, εκδ. ΠαραΠέντε/Ars Brevis

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2024

Οι λύκοι - Κωστής Παλαμάς


https://edromos.gr/me-ochima-tin-poiisi-kostis-palamas-1859-1943-5/

Μάννα μου, ο κόσμος χάνεται,

Μάννα, η πατρίδα χάνεται,

μέτρα και ρίμες  και σκοποί

κι ανώφελα κι αδιάντροπα.

Η λύρα σαν ξετσιπωσιά,

και σάμπως να χοροπηδά,

στων πάντων τον ξολοθρεμό.

Κι αυτά τα λόγια τα χρυσά,

κι αυτά ένας κάλπικος παράς,

κορόϊδεμα της συφοράς.


Μάννα, η πατρίδα χάνεται,

Μάννα μου, ο κόσμος χάνεται.

Τσέτης τζελάτης χύμησε,

με τα σπαθιά με τα δαυλιά,

σπαθιά του Τούρκου και δαυλιά,

παραμονεύει ο Βούλγαρος,

κι ο Μόσκοβος φοβέρα είναι.

Κι ο Φράγκος ο άρχοντας, ω! πώς

τα σούφρωσε τα φρύδια του,

και πώς ανασηκώνοντας

τους ώμους, παραμέρισε

στο ανταριασμένο διάβα μας,

για να μη γγίξη απάνου μας!


Στ’ αμπελοχώραφα φωτιά,

στις φαμελιές τσεκούρωμα,

τα σπίτια ρεπεθέμελα,

καλύβια και παλάτια, βάϊ!


Φρένα και σπλάχνα και κορμιά,

των πανελλήνων τα παιδιά

σπίθες και σβύνουν, και καπνοί

απάνω από τα κάψαλα.


Μάννα, μου μάλλιασε η καρδιά,

είμαι ο Χελμός, και το παλιό

χιόνι προτού να λυώση, βάϊ:

καινούριο, πάει, με πλάκωσε.


Μάννα, δε στέκει τίποτε

γερό κι αντρίκειο μέσα μου,

είμαι άρρωστος χίλιες φορές,

μύριες φορές είμαι άναντρος,

τι αγκομαχάει στα μέσα μου

σακάτης κόσμος και κοσμάς!

Πέρα για πέρα τσάκισμα!

Σαπιοκάραβο, σύψυχο

σε καρτεράει το βούλιασμα!


Μάννα, ένας κόσμος χάνεται,

γιατί η πατρίδα χάνεται.

………………………….


Της λύρας κάμε σκοινιά τις κόρδες για μια κρεμάλα,

ή στα σκουπίδια, να μη βαραίνη μας τη φευγάλα!

Α! η σαστισμάρα! Της φαγομάρας ω! το σκουλίκι…

Στης Πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι! Παντού είναι λύκοι!

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Ο Ελληνικός Ρομαντισμός (1830-1880) Πεζογραφία και Πεζογράφοι της περιόδου

 


https://edromos.gr/o-ellinikos-romantismos-1830-1880-2/

του Θανάση Μουσόπουλου*


Ο Ελληνικός Ρομαντισμός, όπως διαπιστώσαμε στην πρώτη ενότητα, εκφράστηκε μέσα από μια σειρά ποιητικών έργων. Στη συνέχεια θα διερευνήσουμε τον χώρο της πεζογραφίας. Μου έκαναν εντύπωση κάποιες διαπιστώσεις του Γεώργιου Καλαματιανού στη «Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (έκδ. της Εστίας), ότι «Οι Φαναριώτες διακρίνονται περισσότερο για την ευρωπαϊκή τους μόρφωση και λιγότερο από το λογοτεχνικό τους ταλέντο […] Οι Φαναριώτες είχαν το μεγάλο ελάττωμα να μη γνωρίζουν καλά τη σύγχρονη τους νεοελληνική ζωή» (σελ. 63-68).


Ο Μάριο Βίττι διαπιστώνει ότι «Με τα ανεπανάληπτα βήματα του Κοραή, του Κάλβου και του Σολωμού περάσαμε βαθμιαία από τη δεοντολογία του διαφωτισμού σε μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την τέχνη, αυτή που ανταποκρίνεται στα καλέσματα του ρομαντισμού». Ενώ στην ποίηση έχουμε συνεχή «ροή», αντίθετα «Η διαμόρφωση εκείνου του αφηγηματικού είδους σε πεζό λόγο, που ονομάστηκε τελικά μυθιστόρημα, καθυστέρησε να εμφανιστεί στη νεοελληνική λογοτεχνία με τη μορφή που κυκλοφορούσε στον δυτικό πολιτισμικό χώρο».


Ποιητές ασχολήθηκαν και με την πεζογραφία, όπως οι Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι και ο εξάδελφός τους Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής. Επιπλέον ο Ιάκωβος Πιτσιπιός και ο Γρηγόριος Παλαιολόγος κατέθεσαν έργα πεζού λόγου, τα οποία στην εποχή τους, 1830-1880, δεν εκτιμήθηκαν ούτε αξιολογήθηκαν, στις μέρες μας όμως επαναξιολογούνται θετικά.


Όπως τονίζει ο Λάμπρος Βαρελάς, καθηγητής του ΑΠΘ: «Η εικόνα βέβαια που έχουμε σήμερα για την πεζογραφία της περιόδου 1830-1880 έχει αλλάξει άρδην από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 […] Το υλικό που αναδείχτηκε από τη συστηματική βιβλιογραφική έρευνα και τη διεξοδική μελέτη ειδικότερων θεμάτων αποκάλυψε μια ποικίλη λογοτεχνική παραγωγή με πλήθος μυθιστορημάτων και διηγημάτων ».


***


Εμείς θα παρουσιάσουμε σύντομα μερικά κείμενα της περιόδου, ξεκινώντας από τον «Λέανδρο» (1834) του Παναγιώτη Σούτσου που εμφανίζεται με μορφή επιστολών:


«Τὴν αὐτὴν ἡμέραν. [14 Ἰανουαρίου 1834])


Περιφέρομαι μόνος, βιασμένος νὰ βλέπω ξένα πρόσωπα καὶ νὰ ἔχω συνοδοιπόρον μου μόνον τὸν ἐρημίτην συλλογισμόν· φεύγω· ποταμοὶ, βουνὰ, μένουσιν ὀπίσω μου· κάθε βῆμά μου μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν Κοραλίαν μου, καὶ τῆς παρελθούσης εὐτυχίας μου αἱ τελευταῖαι σκηναὶ βαθμηδὸν ἐξαλείφονται.


Πόσον εἶναι σκληρὰ ἡ προσήλωσις τῆς λύπης! οἰκτείρω μόνος ἐμαυτόν· τόσοι βαδίζουσι μετὰ φαιδροῦ προσώπου εἰς τὴν κοινὴν ὁδν, καὶ ἡδονὴν εὑρίσκουσιν εἰς τὰς μονοτόνους σκηνὰς τῆς ζωῆς!».


Ο Αλέξανδρος Σούτσος στο έργο του «Ο εξόριστος του 1831» –εκδόθηκε το 1835– αποτυπώνει το κλίμα της εποχής:


«Ο Έλλην ούτος ήτον ενδεδυμένος την αρματωλικήν στολήν. Αλλά το ήμερον ήθος του και ο τρόπος της ομιλίας του εμαρτύρουν, ότι αυτός δεν ήτον ο συνήθης ιματισμός του. Τριακονταετής μόλις, εβαρύνετο τον κόσμον και απέφευγε τους ανθρώπους. Περιελθών μέρος πολύ της Ευρώπης και μη ευρών αρέσκειαν εις εκνενευρισμένας και μονοτόνους κοινωνίας, επανήλθεν εις την Ελλάδα, προκρίνων την αρχέτυπον και πυρώδη φυλήν των τέκνων της. Αλλ’ εις την Ελλάδα δεν εδύνατο με αδακρύτους οφθαλμούς να βλέπη την Ελευθερίαν, το είδωλον της σταθεράς λατρείας του, καταπατουμένην».


***


Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, στο έργο του «Ο Αυθέντης του Μορέως» (1850) μας πηγαίνει στις αρχές του 14ου αιώνα. Όπως γράφει στην Εισαγωγή ο αείμνηστος καθηγητής μας στο ΑΠΘ Απόστολος Σαχίνης: «Είναι ιπποτικό μυθιστόρημα· έτσι, στις σελίδες του δεσπόζει η εξωτερική περιπέτεια. Δεν υπάρχει ψυχογραφικό ενδιαφέρον του συγγραφέα εδώ, ούτε μαθαίνουμε τίποτα από τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων του […] Μέγα προτέρημα του μυθιστορήματος αποτελούν οι πολλοί, φυσικοί και άνετοι, διάλογοι ανάμεσα στα πρόσωπα, που αποδεικνύουν και τις δυνατότητες του Α. Ρ. Ραγκαβή ως θεατρικού συγγραφέα». Ένα μικρό δείγμα:


«Εν ωραία ημέρα του Οκτωβρίου του έτους 1209, η Λακεδαίμων ενεδύθη την εορτάσιμόν της στολήν. […]


– Τύφλα! έκραξεν είς των συνδραμόντων, απωθών βιαίως αγροίκον ποιμένα, αρνακίδας περιβεβλημένον, όστις, εν ω εσπούδαζε να κερδήση εν βήμα προς τα εμπρός, τω είχε πατήσει τον πόδα.


– Τόπον! είπεν ο ποιμήν χειρονομών. Θέλω να έμβω.


– Αν θέλης να έμβης, πάτει εις τους πόδας σου, και όχι εις τους πόδας των άλλων.


– Πατώ όπου ευρίσκω, απεκρίθη ο ποιμήν, επιδείξας δύο ηρακλείους γρόνθους, ικανούς και εις τον θρασύτερον να επιβάλωσι σέβας».


***


Αναφέρουμε και τα έργα δύο άλλων σημαντικών λόγιων της εποχής: Ιάκωβου Πιτσιπίου «Ο Πίθηκος Ξουθ» (1848) και του Γρηγόριου Παλαιολόγου «Ο πολυπαθής» (1839).


Ο Ιάκωβος Πιτσιπίος (1800-1869) είχε πλούσιο έργο, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, βρέθηκε πνιγμένος στον Βόσπορο. Από τον Πίθηκο Ξουθ ένα στιγμιότυπο:


«– Σὲ παρακαλῶ, ἀξιέραστε Σουλτανίτζα, μὴν ὐβρίζης τὸν ἔρωτά μου διὰ προτάσεων ἀναξίων τῆς μεγαλοπρεπείας τοῦ χαρακτῆρός μου· ἐξ ἐναντίας καθικετεύω νὰ δεχθῇς τὸν στολισμὸν τοῦτον ὡς μικρὸν δῶρον, ἐκ μέρους μου διὰ τὴν πλησιάζουσαν ἐορτὴν τῶν Γενεθλίων μου.


– Οὐδέποτε, οὐδέποτε θέλω στέρξει τὸ τοιοῦτον.


Ἀλλ’ ὁ Καλλίστρατος γονατίσας ἐνώπιον τῆς Σουλτανίτζας, καὶ λαβὼν τὴν χεῖρα αὐτῆς ἐντὸς τῶν δύο αὐτοῦ χειρῶν καὶ σφίγγων μεθ’ ὅσης εἶχε δυνάμεως ἔκραξε: δὲν θέλω ἐγερθῆ ἐντεῦθεν, ἐὰν σκληρὰ δὲν συγκατανεύσῃς εἰς τὴν αἴτησίν μου ταύτην».


«Ο πολυπαθής» του Παλαιολόγου είναι από τα πρώτα νεοελληνικά μυθιστορήματα :


«Είχον την τύχην να σύρω την προσοχήν εμπόρου, όστις ήξευρε τινάς λέξεις ιταλικάς, και μαθών ότι γνωρίζω αυτήν την γλώσσαν, με εμίσθωσε διά να τον διδάξω την αριθμητικήν. Ευχαριστήσας την Ειμαρμένην και δι’ αυτήν την μικράν της παραμυθίαν, ήρχισα το διδασκαλικόν επάγγελμα με τόσην επιτυχίαν, ώστε μετά τριμηνίαν ο τεσσαρακοντούτης και πολυγένειος μαθητής μου επροχώρησεν αρκετά και σπανίως πλέον μετεχειρίζετο τον κομβολογικόν πίνακα, με τον οποίον οι Ρώσοι συνηθίζουν εν γένει να λογαριάζουν».


***


Κλείνουμε με το έργο «Θάνος Βλέκας» (1855) του Παύλου Καλλιγά, που αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο αγαπητά της περιόδου, ενώ θεωρήθηκε πρόδρομος της ηθογραφίας. Ο Παύλος Καλλιγάς (Σμύρνη, 1814-1896) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος, ιστορικός, λογοτέχνης και πολιτικός. Ένα δείγμα:


«Μετὰ τὸ μεσονύκτιον οἱ ἱππεῖς ἔφθασαν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Θάνου, ἀλλ’ οὐδένα εὗρον ἐντὸς αὐτῆς. Ἀνάψαντες φῶς παρετήρησαν ἴχνη πρόσφατα παρουσίας ἀνθρώπων, ὅθεν ὑπέθεσαν, ὅτι ἴσως λείπουν οἱ κάτοικοι τῆς καλύβης καταγινόμενοι εἰς τὰ ἔργα των ἢ εἰς κρυφὰς συνεννοήσεις, ἀλλ’ ὅτι μέχρι τῆς πρωΐας θέλουν ἐπιστρέψει. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καλύβη δὲν παρεῖχε κατάλληλον θέσιν διὰ τοὺς ἵππους των, κατέβησαν εἰς τὸ ἁλώνιον καὶ τοὺς ἔδεσαν μεταξὺ τῶν θημωνιῶν διὰ νὰ τρώγουν τὸ ἄχυρον. Τοιουτοτρόπως, ἔλεγον, ἂν ὑποπτεύωνταί τι ὁ Θάνος καὶ ἡ μήτηρ του, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν καλύβην δὲν θέλουν μᾶς ἰδεῖ. Ἡ νὺξ ἦτο τερπνοτάτη, οἱ ἀστέρες ἔλαμπον ἐπὶ τοῦ στερεώματος καὶ αὖρα λεπτὴ ἐδίωκε πτερυγίζουσα πανταχόθεν τὸ καῦμα τῆς ἡμέρας».


Στο τρίτο μέρος θα ασχοληθούμε με θεατρικά έργα της περιόδου, ενώ σε επόμενες ενότητες θα μιλήσουμε ξεχωριστά για δύο σημαντικά έργα της περιόδου: «Πάπισσα Ιωάννα» (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη και «Λουκής Λάρας» (1879) του Δημήτριου Βικέλα.


* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής