

https://anastasiosk.blogspot.com/2022/08/blog-post_254.html
Του Υπ.
Όχι, δεν είναι τίτλος είδησης ενός οικονομικού εκκλησιαστικού σκανδάλου, πραγματικού ή φανταστικού, με διεκδικήσεις real estate και παρόμοια, που γίνονται ή επινοούνται προκειμένου να εκτονωθεί μια πολιτική κατάσταση ή να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια πρόταση για ανάγνωση ή και για θέαση. Πρόκειται για το βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, μια σημειολογική νουβέλα με τίτλο «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (εκδ. Εστίας), που κυκλοφόρησε το 2009 και έχει ήδη κάνει 5 εκδόσεις. Δέκα χρόνια μετά, το 2019 ολοκληρώνεται η εξαιρετικά επιτυχημένη μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη. Το σενάριο υπογράφει η Στέλλα Βασιλαντωνάκη και στην καρέκλα του σκηνοθέτη κάθεται ο Γιάννης Λαπατάς [1].
Το κείμενο του βιβλίου, όπως και το σενάριο, δεν έχουν ιδιαίτερη πλοκή, ούτε εντάσεις και εκπλήξεις. Ο συγγραφέας μάς παραθέτει μια περίληψη στο οπισθόφυλλο και έτσι δεν περιμένουμε κάτι, όταν πάρουμε στα χέρια μας το βιβλίο.
Ο μοναχός Βικέντιος ζει ολομόναχος σ’ ένα μοναστήρι της Χίου, στο ερημοβράχι της Παναγιάς. Η μοναξιά δεν είναι επιλογή του. Κάποτε το μοναστήρι έσφυζε από ζωή. Τότε που, μόλις 17 ετών, επιθύμησε να μπει στη δύναμη του μοναστηριού. Σύντομα ο Βικέντιος «με αγάπη ακατέργαστη για τη ζωή του μοναχού» πήρε το μοναχικό σχήμα από τα χέρια του Γέροντά του, ενός αυστηρού ηγούμενου που θεωρούσε πως η χαρά δεν έχει θέση στην ψυχή ενός μοναχού και μάλιστα νεαρού, που έδιωξε 3-4 μορφωμένους νέους που ήλθαν στο μοναστήρι μετά τον Βικέντιο, από φόβο μην χάσει την πρωτοκαθεδρία.
Με το πέρασμα του χρόνου οι παλαιότεροι μοναχοί αναπαύθηκαν, οι νεότεροι έφυγαν κι απέμεινε ο Βικέντιος μοναδικός κάτοικος της Μονής, αντίκρυ σε μια θάλασσα ανταριασμένη κι απάνω έναν ουρανό κατασκότεινο.
Τότε ήταν που ο αγαθός και συνάμα δύστροπος Μάρκος, ο υπεύθυνος για την τροφοδοσία της Μονής, τού έφερε μια λευκή σκυλίτσα, που είναι στο εξής η συντροφιά του [2]. Όταν η σκυλίτσα ζευγαρώνει ο Βικέντιος βάζει στην τσέπη του ράσου του 60 φουντούκια. Κάθε μέρα τρώει κι από ένα, ώστε να ξέρει πότε θα είναι η μέρα της γέννας.
Κάποια μέρα τα φουντούκια σώνονται και η σκυλίτσα δεν έχει ακόμα γεννήσει. Βαριά και δυσκίνητη τον ακολουθεί όπου πάει: στον κήπο, στο προαύλιο του ναού, στην κουζίνα… Κάποιο από τα επόμενα βράδια ο αρχιεπίσκοπος αφήνει την τελευταία του πνοή, η σκυλίτσα γεννά τρία κουταβάκια, αλλά αμέσως μετά πεθαίνει. Οι προσπάθειες του Βικέντιου να σώσει τα κουταβάκια δεν τελεσφορούν, καθώς πεθαίνουν τα δύο και τα θάβει δίπλα στη μητέρα τους. Τώρα πια, κάνει την ύστατη προσπάθεια για να ζήσει το τελευταίο. Το βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του (για την ακρίβεια του εσώρασου) τυλιγμένο σε μια κάλτσα, προκειμένου να διατηρείται ζεστό και για να το έχει πάντα μαζί του.
Το κείμενο ακροβατεί μέσω μιας σειράς αντιθέσεων, ανάμεσα στο συλλογικό και το προσωπικό. Το πένθος για τον θανόντα αρχιεπίσκοπο από τη μια, ο σιωπηλός πόνος για το χαμό της σκυλίτσας από την άλλη. Οι διαδικασίες διαδοχής του αρχιεπισκόπου από τη μια και η προσπάθεια του Βικέντιου να κρτατήσει στη ζωή τους διαδόχους της σκυλίτσας από την άλλη (εξαιρετική η σκηνή στην οποία ο μοναχός κλείνει το ραδιόφωνο που μεταδίδει τα νέα για τον θάνατο του αρχιεπισκόπου και ο θεατής τότε αντιλαμβάνεται το κλάμα των νεογέννητων κουταβιών).
Τα πλάνα είναι αριστουργηματικά [3], η μουσική υπέροχη, το μοντάζ έξοχο και οι διάλογοι είναι τόσο δυνατοί που μπαίνεις στον πειρασμό να κάνεις κλικ στο «15 δευτερόλεπτα πριν» για να ακούσεις ξανά μια ατάκα [4].
Η ταινία ξεχειλίζει από τρυφερότητα, όχι όμως επιφανειακή και ανάλαφρη. Οι σκηνές με τα ζόρια εναλλάσσονται με αστεία πλάνα, που ισορροπούν έξυπνα, χαρίζοντας πηγαίο γέλιο (σπαρταριστή η σκηνή με τη θρησκευόμενη κυρία που ζητά να γίνει αγιασμός στο νέο αυτοκίνητο και στη συνέχεια αντιδρά με έντονο καθωσπρεπισμό, όταν ο γιος της ξινίζει επειδή ο αγιασμός έβρεξε το ακριβό του αμάξι).
Ο συγγραφέας κινείται στα όρια μιας προσωπικής εξομολόγησης. Ο Βικέντιος ανοίγει την ψυχή του όχι στην ευσεβή κυρία που ήλθε με τα παιδάκια της για να τους διαβάσει μια ευχή, αλλά στους δύο νεαρούς που, όχι μόνο ο φαινότυπός τους είναι μακριά από τα θρησκευτικά dress code, αλλά και οι ερωτήσεις τους ίσως έφερναν σε αμηχανία κάποιον άλλον. «Καμιά φορά πιο εύκολα ανοίγεις την καρδιά σου σε έναν ξένο, παρά στον ίδιο σου τον αδελφό» τους λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Το θέμα της μοναξιάς είναι το κυρίαρχο, αλλά όχι το μοναδικό της ταινίας. Ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί κείμενα, στίχοι τραγουδιών, σενάρια ταινιών. Συνήθως αναφέρονται στη μοναξιά όσων ακούσια δεν μοίρασαν τη ζωή τους με ένα ταίρι ή όσων ξέμειναν στο τέλος της ζωής τους χωρίς σύντροφο, μακριά από παιδιά. Η μοναξιά όμως, που νιώθει κάποιος περιτριγυρισμένος από ανθρώπους είναι κάτι που δύσκολα λέγεται ή ανιχνεύεται.
Δεν ήταν επιλογή του Βικέντιου να ζει ολομόναχος. Οι επισκέπτες που έρχονται, επιτείνουν τη μοναξιά του, αντί να την γιατρεύουν. «Η μοναξιά με στενεύει τις μέρες και με αγριεύει τις νύχτες» ομολογεί ο ίδιος. Μα, κι όταν ήταν περιτριγυρισμένος από αδελφούς δεν αισθανόταν όλα όσα είχε φανταστεί.
Η ανεπάρκεια του Γέροντά του -«είναι δύσκολη η καλογερική όταν ο Γέροντάς σου δεν σε καθοδηγεί με αγάπη» λέει χαρακτηριστικά- ήταν η αιτία της ερήμωσης της μονής, αφού «με την παραξενιά του δε στέριωνε κανένας εδώ». Όλα κυλούσαν «μέσα από το δρόμο του φόβου, όχι της χαράς», αφού ο ηγούμενος «δεν την άντεχε τη χαρά, την είχε για αμαρτία».
Και στη συνέχεια μάς δίνει τον δικό του ορισμό τού σωστού Γέροντα: «Ο πνευματικός αν χρειαστεί, θα πάει και στην “κόλαση” για ένα πνευματικό του παιδί. Αλλά αν πάει, θα κάνει την “κόλαση” παράδεισο. Γιατί θα βρίσκεται εκεί μόνο από αγάπη».
Κι ενώ θα περιμέναμε να απορρίψει εντελώς ο Βικέντιος τον ηγούμενο ή και να αμφισβητήσει την κλήση του, εκείνος στέκεται στα θετικά του σημεία και ομολογεί: «Ο Γέροντάς ήταν αυστηρός και σκληρός, αλλά ο πρώτος που έκανε αυτά που ζητούσε ήταν ο ιδιος!», δηλώνοντας επανειλημμένα πως ούτε μια φορά δε μετάνιωσε που ήλθε στο μοναστήρι. Μόνο που, όντας ώριμος άντρας, επαναπροσδιορίζει πλέον στάσεις και αξίες. «Είναι δύσκολη η ζωή του καλόγερου, όμως αν τη θες αληθινά, ο φόβος περισσεύει. Αν έχεις διαλέξει αυτή τη ζωή, μπορείς και να χαίρεσαι και να αγαπάς».
Και στο ενδεχόμενο ερώτημα που θα αναδυθεί στον αναγνώστη/θεατή «ο μοναχός αδιαφορεί για τα κοινωνικά τεκταινόμενα;» δίνει ο σκηνοθέτης μια απάντηση: «Θα έλεγε κανείς ότι με μια πρώτη ματιά ο Βικέντιος είναι αποκομμένος από το κοινωνικό σύνολο. Αντιθέτως, όμως, ο Βικέντιος εκφράζει τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο, που δεν εντυπωσιάζεται από τα ψεύτικα μεγαλεία και αναζητά την απλότητα, την αγάπη, τη συντροφικότητα. Εκφράζει τον άνθρωπο που έχει χαράξει τη δική του πορεία, που υπερασπίζεται τις επιλογές του και δεν τις μετανιώνει ούτε κι όταν μένει τελείως μόνος»
Ο Βικέντιος με όχημα τον πόνο κοιτά κατάματα το θάνατο και πορεύεται. Από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές της ταινίας είναι εκείνη που ο Μάρκος επιχειρεί να πετάξει στη θάλασσα τη νεκρή σκυλίτσα και την τελευταία στιγμή ο Βικέντιος τού την παίρνει από τα χέρια για να τη θάψει δίπλα στον ιστό της σημαίας, αφού πρώτα τη νεκροστολίσει με κυκλάμινα και κλαράκια από δεντρολίβανο. Μπορεί σε κάποιους από μας με πενιχρή αναγνωστική ή κινηματογραφική εμπειρία, να μας φανεί υπερβολικό όλο αυτό. Είναι που ο στολισμός και γενικότερα η φροντίδα του νεκρού έχει εξοβελιστεί από τη ζωή μας και έχει ανεπιστρεπτί παραδοθεί σε έμπειρους επαγγελματίες. Είναι ίσως που συνηθίσαμε το γραφείο τελετών να μας παραδίδει τον ακριβό μας νεκρό μια ώρα (το πολύ!) πριν από τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Μας φαίνεται ίσως το ίδιο υπερβολικό όσο η εκδήλωση της αγάπης που είχαν για τη πανίδα αλλά και την χλωρίδα οι άγιοί μας. ας θυμηθούμε το περίφημο περιστατικό με τον άγιο Σιλουανό και το μοναχό που χτύπησε με το ραβδί του ένα χόρτο [5].
Κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δεν περιθωριοποιείται στο βιβλίο και την ταινία και συνάμα όλα μεταμορφώνονται και παίρνουν θεϊκή χροιά. Η μάνα αντιδρά όταν μαθαίνει την απόφαση του γιου της να πάει στο μοναστήρι («Αφού το θέλει τόσο πολύ, ας γίνει παπάς… Αλλά ας παντρευτεί τουλάχιστον, ας κάνει οικογένεια»), αλλά είναι η ίδια που, μερικά πλάνα αργότερα σφίγγει μέσα στα χέρια της τα χέρια του και τα λούζει με τα δάκρυά της, καθώς του σιγοψιθυρίζει «Πώς εκλήθης αδελφέ;».
Κάθε λεπτομέρεια, κάθε λέξη, κάθε παράγραφος δεν επιλέχτηκε τυχαία στη «δεξιά τσέπη του ράσου». Ακόμα κι αυτός ο τίτλος: σε διαφορετικούς χώρους, χρόνους και πολιτισμούς η λέξη δεξιός/ιά ήταν ανέκαθεν δηλωτικό καλής, ευνοϊκής κατάστασης [6].
Αξίζει να διαβάσουμε το βιβλίο ή και να δούμε την ταινία. Αν δεν το βρείτε σε κάποιο βιβλιοπωλείο ή σε κάποια δανειστική βιβλιοθήκη, δείτε τουλάχιστον την ταινία. Την έχει ανεβάσει η ΕΡΤ στην πλατφόρμα ertflix δωρεάν ως τις 30 Αυγούστου (https://www.ertflix.gr/vod/vod.174593-e-dexia-tsepe-tou-rasou).
Και θα μας αποζημιώσει όλους, μοναχικούς και όχι, ζωόφιλους και μη, έγγαμους ή άγαμους, μικρούς (άνετα μπορεί να τη δει ένας έφηβος) ή μεγάλους.
Γιατί ίσως κάποιοι από μας να βρεθήκαμε κάποτε μόνοι κι απροστάτευτοι.
Ίσως τότε κάποια χέρια να μάς ζέσταναν στη δεξιά τσέπη ενός «ράσου».
Και ίσως να μην μάθουμε ποτέ πόσες φορές ο Θεός άκουσε το όνομά μας στις προσευχές εκείνων που μας έχουν έγνοια και μας αγαπούν …
Υπ.
_______________
[1] Γράφει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης για τον συγγραφέα: «Με συνεχή μικρά αφηγηματικά ξαφνιάσματα “συντονίζει” το συναίσθημα του αναγνώστη που πάλλεται συνεχώς όπως το διαπασών από τα μικρά χτυπήματα!»
[2] Εκτός από τη σκυλίτσα, στο μοναστήρι ζουν κότες, φαραόνια και μερικές γάτες. Η σκυλίτσα έχει όμως, το μοναδικό προνόμιο να μπαίνει στο κελί του Βικέντιου.
[3] Θεωρώ πως ακόμα πιο εκφραστικά από τα μάτια του Βικέντιου, που υποδύεται εκπληκτικά στην ταινία ο Θοδωρής Αντωνιάδης, είναι τα χέρια του κι ότι τα κοντινά πλάνα αποδίδουν στο έπακρο όλα όσα είχε να πει ο συγγραφέας. Η σκηνή με τα χέρια που τρέμουν σφίγγοντας το ζωστικό, όταν ο Βικέντιος βρίσκει τη σκυλίτσα νεκρή είναι εξίσου -αν όχι πιο δυνατή- από εκείνη με τα δακρυσμένα μάτια και το στόμα ανοιχτό σε στάση σιωπηλής κραυγής. Αλλά κι όταν μιλάει, είτε on camera είτε voice over, είναι εκπληκτικός.
[4] «Τελικά όταν αγαπάς, πρέπει να αγαπάς τα πράγματα ολόκληρα, πρέπει να αγαπάς και τον θάνατό τους με κάποιο τρόπο... Είναι λάθος να αισθανόμαστε προδομένοι ή αδικημένοι από κάτι. Από τις ίδιες τις ψυχές που φεύγουν… Από το Θεό … Η αρχή και το τέλος είναι ένα πράγμα κι είναι μαζί» λέει ο γέρο Συμεών στο νεαρό δόκιμο, εξιστορώντας την τραγική ζωή του.
[5] «Κρατούσαμε στα χέρια ραβδιά, όπως συνηθίζεται στις ορεινές περιοχές. Και στις δυο πλευρές τού δρόμου φύτρωναν αραιά ψηλά αγριόχορτα. Με τη σκέψη να μην αφήσω τα χόρτα να κλείσουν το μονοπάτι, χτύπησα με το ραβδί εάν βλαστό στην κορυφή του, ώστε να εμποδίσω την ωρίμανση των σπόρων. Η χειρονομία μου φάνηκε βάναυση στον Γέροντα και με αμηχανία κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Κατάλαβα τι σήμαινε αυτό και ντράπηκα». Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σ. 111.
Δεν θα ξεχάσω την εξαιρετική σκηνή από την πρόσφατη ταινία «Ο άνθρωπος του Θεού». ο άγιος Νεκτάριος ως διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, σκύβει στο χώμα και φυτεύει λουλούδια με κινήσεις λεπτές, προσεκτικές, με μιαν αγάπη που ρέει από τα ακροδάχτυλά του.
[6] Στην αγγλική γλώσσα η λέξη right σημαίνει ο δεξιός, αλλά και ο σωστός, ο κατάλληλος, ο ευθύς· αντίστοιχα στη γαλλική με τη λέξη droit, εκτός από τη δεξιά πλευρά, αποδίδεται το δίκαιο και ο ευθύς.
Όταν χαιρετάμε κάποιον τού δίνουμε το δεξί μας χέρι. Αυτό κάνουμε όταν καλωσορίζουμε κάποιον. από κεί προήλθε η λέξη δεξίωση.
Ευχόμαστε «να έρθουν όλα δεξιά» (ευνοϊκά), ενώ όταν επαινούμε έναν συνεργάτη μας για την ικανότητα και την προσφορά του λέμε ότι «είναι το δεξί μας χέρι».
Όταν κάτι ξεκινήσει καλά λέμε ότι «ξεκινήσαμε με το δεξί».
Στο Ευαγγέλιο της Κρίσεως οι ευλογημένοι κάθονται εκ δεξιών του Πατρός κλπ.
Στον αντίποδα οι προάγγελοι της συμφοράς στα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας έρχονταν πάντα από τα αριστερά.
Μπορεί να μην είσαι από αυτούς που αν τους αφήσουν σε μία βιβλιοθήκη να είναι το καλύτερο τους, νέα έρευνα όμως έδειξε πως ίσως θα ήταν καλό να αρχίσεις να διαβάσεις γιατί όχι μόνο θα γίνεις πιο σοφός αλλά σίγουρα θα ζήσεις και περισσότερο.
Η ανάγνωση βιβλίων όχι μόνο κάνει καλό στο μυαλό και στον ίδιο τον εγκέφαλο απομακρύνοντας την πιθανότητα εκδήλωσης άνοιας - κάτι ήδη γνωστό- αλλά συνδέεται και με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Αυτό ακούγεται λογικό εδώ που τα λέμε μιας και όσο εξασκείς το μυαλό το δυναμώνεις και στην ουσία τα βιβλία είναι ένας τρόπος να προπονηθείς σε αυτό.
Οι άνθρωποι που διαβάζουν ένα βιβλίο έστω και για μισή ώρα κάθε μέρα (συνολικά 3,5 ώρες την εβδομάδα), μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου κατά περίπου 20%, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα. Το όφελος από την ανάγνωση εφημερίδων και περιοδικών είναι πολύ μικρότερο.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια επιδημιολογίας Μπέκα Λέβι της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Yale, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό κοινωνικής ιατρικής "Social Science and Medicine", ανέλυσαν στοιχεία για 3.635 ανθρώπους, συσχετίζοντας τις αναγνωστικές συνήθειες καθενός, με τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του σε βάθος 12 ετών.
Διαπιστώθηκε ότι όσοι διάβαζαν περίπου 3,5 ώρες την εβδομάδα, ήταν κατά μέσο όρο 17% λιγότερο πιθανό να πεθάνουν πρόωρα από οποιαδήποτε αιτία, ενώ για όσους διάβαζαν πάνω από 3,5 ώρες εβδομαδιαίως η πιθανότητα ήταν 23% μικρότερη.
Στις 18 Οκτωβρίου του 1851 εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ», με τίτλο «Η Φάλαινα».
Ένα από τα αριστουργήματα της αμερικανικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η πλειονότητα των κριτικών δέχεται ότι το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ στέκεται στο ίδιο δημιουργικό ύψος με τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και τα έργα του Σαίξπηρ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτα στην Αγγλία στις 18 Οκτωβρίου 1851 με τον τίτλο Η Φάλαινα και ένα μήνα αργότερα (14 Νοεμβρίου 1851) στις ΗΠΑ, με τον τίτλο Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα.
Ο Μόμπι Ντικ είναι μια θαλασσινή περιπέτεια, γεμάτη συμβολισμούς και μεταφορές. Με αφηγητή τον ναύτη Ισμαήλ, παρακολουθούμε το ταξίδι ενός σαλεμένου καπετάνιου, ονόματι Αχαάβ, που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει και να σκοτώσει μια θηριώδη λευκή φάλαινα με το όνομα Μόμπυ Ντικ, η οποία σε ένα προηγούμενο ταξίδι τού είχε κόψει το πόδι σε μια μονομαχία τους στη θάλασσα. Ο Μέλβιλ, που είχε δουλέψει χρόνια ως ναυτικός, εστιάζεται σ' έναν «άνθρωπο που δε φοβάται Θεό, που μοιάζει με Θεό, είναι υπέροχος άνθρωπος ο Καπετάν Αχαάβ».

Το πολυσέλιδο μυθιστόρημα περιγράφει την επικών διαστάσεων σύγκρουση Αχαάβ και Μόμπι Ντικ, που είναι, κατ' επέκταση, μια αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις της Φύσης και τον Άνθρωπο. Ο «Μόμπι Ντικ» δεν είναι μόνο μια συναρπαστική ναυτική περιπέτεια, αλλά ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για τη φύση του καλού και του κακού, για τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Συν τοις άλλοις, είναι ένα εγκυκλοπαιδικό μυθιστόρημα, που δίνει στον αναγνώστη πληθώρα πληροφοριών για τη ζωή στη θάλασσα και τη φαλαινοθηρία.
Το βιβλίο του Μέλβιλ κυκλοφόρησε σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε μια φάση μεταμόρφωσης, από μια συνομοσπονδία αποικιών σε ένα κράτος με επεκτατικές βλέψεις (Πόλεμοι κατά των Μεξικανών και Ινδιάνων, Επέκταση στη Δύση), αλλά και στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, με τις μεγάλες κοινωνικές διαφορές Βορείων και Νοτίων. Ήταν, όμως, και μια περίοδος αρκετά δημιουργική για τα αμερικανικά γράμματα.
Το 1850 ο Ναθάνιελ Χόθορν δημοσίευσε το δικό του αριστούργημα, το μυθιστόρημα Το Άλικο Γράμμα, μια εμβριθή μελέτη για το καλό και το κακό, που επηρέασε σημαντικά τον γείτονα και φίλο του Μέλβιλ στη συγγραφή του Μόμπυ Ντικ.

Το 1852 η Χάριετ Μπίτσερ Στόου κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της Η Καλύβα του Μπαρμπά-Θωμά, ένα από τα πλέον ευπώλητα λογοτεχνικα βιβλία στην εκδοτική ιστορία των ΗΠΑ. Όμως, το μυθιστόρημα του Μέλβιλ πέρασε απαρατήρητο, με αρνητική στο μεγαλύτερο μέρος της την κριτική. Χρειάστηκε να φθάσουμε στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα για να αναγνωρισθεί από τους Μοντερνιστές η σπουδαιότητα του Μόμπυ Ντικ και η Αμερική να ανακαλύψει ένα μεγάλο συγγραφέα.
Ο Μόμπυ Ντικ έχει μεταφερθεί επανειλημμένα στον κινηματογράφο, στο θέατρο και την τηλεόραση. Καλύτερη διασκευή για τη μεγάλη οθόνη θεωρείται η ομώνυμη ταινία του Τζον Χιούστον, παραγωγής 1956, σε σενάριο του συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι και με πρωταγωνιστή τον Γκρέγκορι Πεκ στο ρόλο του Αχαάβ.
Στα ελληνικά, το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ Μόμπυ Ντικ κυκλοφορεί στην κλασική έκδοση του Gutenberg, σε μετάφραση Α. Κ. Χριστοδούλου.
Ηλίας Τσιάρας
Οι λάτρεις του τρόμου, και φαντάζομαι πως οι περισσότεροι θα είστε τέτοιοι, αλλιώς μάλλον τριγυρνάτε σε λάθος webzine, δεν είναι όλοι ίδιοι, όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι άνθρωποι εξάλλου. Άλλοι ενθουσιάζονται με οποιαδήποτε νύξη αποκρυφισμού, άλλοι τρελαίνονται με τα βαλτοτόπια της Φλόριντα και τους εκφυλισμένους rednecks που κάνουν συλλογή από θανάσιμα εργαλεία κήπου, κάποιοι, πιο σοφιστικέ, θεωρούν τον Lovecraft τον σπουδαιότερο ανθρωπολόγο που έζησε ποτέ και τη λατρεία των Μεγάλων Παλαιών την πιο αρχαία μυστική αίρεση στον κόσμο. Άλλοι πίνουν νερό, ή καλύτερα κρασί, κόκκινο πάντα, σε οποιοδήποτε βιβλίο ή ταινία έχει βρικόλακες (με εξαίρεση πάντα το Twilight, δεν θα βαρεθώ ποτέ να το γράφω), ενώ κάποιοι θέλουν απλώς αίμα και ευφάνταστα φονικά. Όχι πολλά χρόνια πριν, όλα αυτά τα τόσο διαφορετικά υποείδη, τσουβαλιάζονταν υπό την -εντελώς λανθασμένη- ομπρέλα του “θρίλερ”, ιδίως σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο. Επειδή όμως εμείς εδώ στη nyctophilia παίρνουμε στα σοβαρά κάτι τέτοιες παρανοήσεις, σήμερα θα μιλήσουμε με ένα λιγάκι παραγνωρισμένο subgenre του horror, το λεγόμενο quiet horror. Αν και μεταφραστής, λέω να μην πέσω στην παγίδα να τολμήσω μια απόδοση στη γλώσσα μας, αλλά να προχωρήσω απευθείας στο παρασύνθημα.
Τι είναι το quiet horror;
Πρόκειται για ένα υποείδος της Λογοτεχνίας Τρόμου που έχει τις ρίζες του στον Γοτθικό Τρόμο, χωρίς όμως να περιορίζεται από το χωροχρονικό πλαίσιο της Βικτοριανής Αγγλίας ή της Βόρειας Αμερικής των περασμένων αιώνων. Δεν υπάρχουν υπερφυσικά τέρατα ή οικογενειακές κατάρες που ταλανίζουν για γενεές κάποιον ξεπεσμένο οίκο ευγενών ή καλύτερα, εάν υπάρχουν, δεν κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πλοκή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το quiet horror περπατά χεράκι-χεράκι με το νέο σχετικά λογοτεχνικό κύμα του λεγόμενου new weird, με μερικές όμως καίριες διαφορές. Στα έργα που εντάσσονται στο είδος του quiet horror, πρωταρχικό ρόλο παίζει η απόκοσμη ατμόσφαιρα, η οποία χτίζεται αργά, σελίδα τη σελίδα, καρέ το καρέ. Κάποιες περίεργες λεπτομέρειες αρχικά θα παραξενεύσουν τον αναγνώστη (ή τον θεατή), θα τον βάλουν σε σκέψεις πως κάτι δεν πάει καλά. Σταδιακά, οι λεπτομέρειες αυτές θα εμφανίζονται όλο και πιο συχνά, θα πολλαπλασιαστούν μέχρι που νομοτελειακά θα κυριαρχήσουν στη ζωή των πρωταγωνιστών, οι οποίοι άξαφνα θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε μια τρομακτικά αφύσικη κατάσταση.
Το quiet horror παίζει με τις αισθητηριακές διόδους του πρωταγωνιστή, κάνοντας τον πρώτα να αμφισβητεί οτιδήποτε αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του (“Γιατί δεν ακούγεται κάποιο πουλί να κελαηδά; Το δάσος υποτίθεται πως είναι γεμάτο από δαύτα.” ή “Τι είναι αυτή η παράξενη αψιά μυρωδιά που έρχεται από τη σοφίτα; Γιατί δεν τη μυρίζουν οι άλλοι;“) οδηγώντας τον στη συνέχεια στην τρέλα και την πεποίθηση πως το μυαλό του δεν είναι πλέον σε θέση να διαχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Εκεί κρύβεται άλλωστε και ο πραγματικός τρόμος, κάτι που γνώριζαν πολύ καλά και οι μετρ του είδους Edgar Allan Poe και H.P. Lovecraft μεταξύ πολλών άλλων συγγραφέων που με τα έργα τους θέλησαν να εξερευνήσουν στο έπακρο την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.
Τι να διαβάσω από quiet horror;
Μια πολύ απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο ή στη δημοφιλή εφαρμογή Goodreads θα σας λύσει την απορία πολύ πιο αναλυτικά απ’ ό,τι θα μπορούσα να κάνω ο ίδιος. Θα μου επιτρέψετε όμως να σταθώ σε ορισμένες προτάσεις που θεωρώ κάπως πιο αντιπροσωπευτικές του συγκεκριμένου ατμοσφαιρικού υποείδους της Λογοτεχνίας Τρόμου.
Πρώτο στη λίστα, το μυθιστόρημα The Green Man του Kingsley Amis. Το προτείνει ως το πλέον χαρακτηριστικό έργο quiet horror ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ramsey Campbell, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει κι αυτός! Δεύτερο, η συλλογή διηγημάτων Let the Old Dreams Die, του αγαπημένου Σουηδού John Ajvide Lindqvist, πιο γνωστού για το αριστούργημα Let the Right One In (Άσε το Κακό να Μπει, αν δεν το έχετε διαβάσει, κάντε το, είναι εκπληκτικό). Και τελευταίο ένα βιβλίο από τον Ramsey Campbell, The Searching Dead.
Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, δεν είναι -δεν πρέπει να είναι- στατική, αλλά αλλάζει και προσαρμόζεται στα τεκταινόμενα και τις απαιτήσεις της κάθε εποχής. Αυτό δεν σημαίνει πως αγνοούμε επιδεικτικά όλα τα έργα του παρελθόντος, αλλά πως φροντίζουμε να ενημερωνόμαστε για τις νέες τάσεις, και φυσικά, να δίνουμε στις φρέσκες προσπάθειες τις ευκαιρίες που τις αξίζουν. Ίσως μετά από χρόνια να είμαστε σε θέση να περηφανευόμαστε πως είχαμε διαβάσει κάποιο βιβλίο πολύ πριν αυτό χαρακτηριστεί ως κλασικό. Η nyctophilia θα βρίσκεται πάντα στη διάθεσή σας για να σας ανοίγει ακόμα περισσότερο τους αναγνωστικούς σας ορίζοντες.
Πηγές
horroroasis.com
litreactor.com
vanessakeccles.com
Η Ελλάδα θα είναι η τιμώμενη χώρα στην έκθεση βιβλίου «Το Βιβλίο στην Πλατεία» που διοργανώνεται κάθε χρόνο, από το 1979, στην πόλη Νανσί. Για πρώτη φορά οι διοργανωτές τιμούν μία χώρα κατά τη διάρκεια μίας έκθεσης που συγκεντρώνει κάθε χρόνο περίπου 100.000 επισκέπτες και 500 συγγραφείς. Αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή της Ελλάδας ως τιμώμενης χώρας έπαιξε η Marie Madeleine Rigopoulos, γενική διευθύντρια της έκθεσης.
Πέραν της πρεσβείας της Ελλάδος στη Γαλλία, η έκθεση θα λάβει χώρα με την υποστήριξη του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού και του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου από τις 10 έως τις 12 Σεπτεμβρίου στην Place de la Carrière (μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO) της πόλης Νανσί.
Η έκθεση θα δώσει τη δυνατότητα στο κοινό να ανακαλύψει την ελληνική λογοτεχνία μέσα από βιβλιοαναγνώσεις και masterclass, στα οποία θα συμμετάσχουν διακεκριμένοι Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Χρήστος Χωμενίδης, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Αλέν Γλυκός, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης, ο Μίνως Ευσταθιάδης, η Κάλλια Παπαδάκη και ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης.
Στο πρόγραμμα της έκθεσης περιλαμβάνονται ακόμη ειδική εκδήλωση/φόρος τιμής στον εκλιπόντα φέτος βραβευμένο με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας συγγραφέα, Βασίλη Αλεξάκη, καθώς και εκδήλωση στην Εθνική Όπερα της Λωραίνης με τίτλο «Μια φορά και έναν καιρό η Ελλάδα», στην οποία η ηθοποιός Anna Mouglalis και ο δημοσιογράφος Νίκος Αλιάγας θα διαβάσουν στα γαλλικά και ελληνικά αντίστοιχα στίχους από ποιήματα, υπό τους ήχους τραγουδιών του Σταύρου Σιόλα.
Το κοινό, τέλος, θα μπορεί να επισκεφθεί την έκθεση «50 Αποχρώσεις των Ελλήνων» του σκιτσογράφου Jul, αλλά και τις φωτογραφικές εκθέσεις της Δήμητρας Δέδε και της Στεφανίας Ορφανίδου.
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ
Η 23η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Ορίστηκε επίσημα μόλις το 1996, μετά από εισήγηση της Διεθνούς Ένωσης Εκδοτών στην Ουνέσκο.
Το σκεπτικό ήταν ότι μία ετήσια «επέτειος» θα αποτελούσε αφορμή για την οργάνωση συντονισμένων δράσεων σε όλο τον κόσμο που θα αναδείκνυαν την αξία του βιβλίου, τη σημασία της ανάγνωσης και θα έριχναν φως σε τα πνευματικά δικαιώματα. Άλλωστε, ήδη από το 1988 η Ουνέσκο έκανε ανάλογες προσπάθειες, χωρίς όμως μία επίσημη και σταθερή βάση.
Η πρόταση της Διεθνούς Ένωσης Εκδοτών εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 1995 στο Παρίσι. Ως μέρα επιλέχθηκε η 23η Απριλίου εξαιτίας μιας μακάβριας σύμπτωσης. Τρεις σπουδαίοι συγγραφείς, ο Σαίξπηρ, ο Θερβάντες και ο Ίνκα Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα, όλοι πέθαναν στις 23 Απριλίου του 1616. Στην πραγματικότητα βέβαια, ο θάνατος του Σαίξπηρ καταγράφηκε στις 23 σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιούταν τότε στην Αγγλία. Στον ισπανόφωνο κόσμο, όπου ζούσαν ο Θερβάντες και ο «Ελ Ίνκα» είχε καθιερωθεί το Γρηγοριανό. Επιπλέον, ο Θερβάντες, παρόλο που πράγματι κηδεύτηκε στις 23, πέθανε στις 22.
Λογοτέχνες που επίσης πέθαναν στις 23 Απριλίου διαφορετικών ετών είναι ο Ζουζέπ Πλα και ο Ουίλιαμ Ουόρντσγουορθ. Ακόμα, το αριθμητικό μοτίβο της 23-04 απαντάται σε αρκετές γεννήσεις. Ο Μωρίς Ντρυόν, ο Χαλντόρ Λάξνες, ο Μανουέλ Μεχία Βαγιέχο, η Νγκάιο Μαρς είναι μερικά από τα γνωστότερα ονόματα, ενώ ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ γεννήθηκε μία μέρα πριν, στις 22 Απριλίου!





