Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Το δείπνο του ιερέα

 


του T. CROFTON CROKER.


Λέγεται από εκείνους που υποτίθεται πως γνωρίζουν τέτοια πράγματα, ότι οι «Καλοί Άνθρωποι», δηλαδή οι νεράιδες, είναι κάποιοι από τους αγγέλους που εκδιώχθηκαν από τον ουρανό. Αυτοί έπεσαν στη γη και στάθηκαν στα πόδια τους, ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοί τους, που ήταν πιο βεβαρημένοι από την αμαρτία, βυθίστηκαν ακόμη πιο κάτω, σε έναν χειρότερο τόπο.


Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ένα χαρούμενο πλήθος από νεράιδες χόρευε και σκαρφιζόταν κάθε λογής τρελές σκανταλιές ένα λαμπρό φθινοπωρινό βράδυ, προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Η γιορτή τους γινόταν όχι μακριά από το Ίντσεγκίλα, στα δυτικά της κομητείας του Κορκ. Ήταν ένα φτωχό χωριό, παρόλο που διέθετε στρατώνα. Τα μεγάλα βουνά και οι άγονες πέτρες που το περιτριγύριζαν ήταν αρκετά για να σκορπίσουν τη φτώχεια σε οποιοδήποτε μέρος. Οι νεράιδες όμως δεν ανησυχούσαν για τέτοια πράγματα, αφού μπορούσαν να αποκτήσουν ό,τι επιθυμούσαν μόνο με μια ευχή. Το μόνο που τις απασχολούσε ήταν να βρίσκουν απόμερες γωνιές, μέρη όπου κανείς δεν θα ερχόταν να χαλάσει τα παιχνίδια τους.


Πάνω σε ένα καταπράσινο κομμάτι χλόης δίπλα στο ποτάμι, οι μικροσκοπικές υπάρξεις χόρευαν κυκλικά με ξεγνοιασιά. Τα κόκκινα σκουφάκια τους πηγαινοέρχονταν στο φως του φεγγαριού καθώς πηδούσαν, κι όμως τα πηδήματά τους ήταν τόσο ανάλαφρα ώστε οι σταγόνες της δροσιάς που έτρεμαν κάτω από τα πόδια τους δεν μετακινούνταν καθόλου. Γύριζαν ασταμάτητα, στριφογύριζαν, έσκυβαν, αναπηδούσαν και εκτελούσαν κάθε λογής χορευτικές φιγούρες, ώσπου μία από αυτές φώναξε:


«Σταματήστε, σταματήστε το χτύπημα των ποδιών!

Τελειώνει η διασκέδασή μας.

Από τη μυρωδιά καταλαβαίνω

πως ένας παπάς έρχεται προς τα εδώ!»


Αμέσως όλες οι νεράιδες το έβαλαν στα πόδια. Κρύφτηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα των λουλουδιών, ώστε τα κόκκινα σκουφάκια τους να μοιάζουν με κατακόκκινα άνθη. Άλλες τρύπωσαν πίσω από πέτρες και βάτα, άλλες κάτω από την όχθη του ποταμού, και άλλες σε τρύπες και χαραμάδες κάθε είδους.


Η νεράιδα δεν είχε κάνει λάθος. Από τον δρόμο που φαινόταν από το ποτάμι ερχόταν ο πατήρ Χόριγκαν καβάλα στο πόνι του. Σκεφτόταν ότι είχε αργήσει πολύ και πως θα τερμάτιζε το ταξίδι του στην πρώτη καλύβα που θα συναντούσε.


Έτσι σταμάτησε στο σπίτι του Ντέρμοντ Λίρι, σήκωσε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε λέγοντας:


— Η ευλογία μου σε όλους τους παρόντες.


Δεν χρειάζεται να πούμε πως ο πατήρ Χόριγκαν ήταν καλοδεχούμενος όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν ήταν πιο ευσεβής ούτε πιο αγαπητός στην περιοχή. Ο Ντέρμοντ όμως στενοχωριόταν, γιατί δεν είχε τίποτε να προσφέρει στον ιερέα για βραδινό πέρα από τις πατάτες που η γυναίκα του —την οποία αποκαλούσε «η γριά», παρότι δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσι πέντε— έβραζε στο τσουκάλι πάνω στη φωτιά.


Του ήρθε τότε στον νου το δίχτυ που είχε ρίξει στο ποτάμι. Είχε περάσει λίγη ώρα μόνο, άρα οι πιθανότητες να είχε πιάσει ψάρι ήταν μικρές. Ωστόσο σκέφτηκε:


«Δεν χάνω τίποτε να πάω να δω. Και ίσως, αφού το χρειάζομαι για το δείπνο του παπά, να με περιμένει ήδη εκεί ένα ψάρι.»


Κατέβηκε λοιπόν στην όχθη και βρήκε στο δίχτυ έναν σολομό τόσο όμορφο όσο κανένας άλλος που είχε πηδήξει ποτέ στα νερά του ποταμού Λι. Όταν όμως πήγε να τον βγάλει, το δίχτυ τραβήχτηκε από τα χέρια του. Δεν κατάλαβε ούτε πώς ούτε από ποιον. Ο σολομός ξέφυγε και άρχισε να κολυμπά χαρούμενα με το ρεύμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.


Ο Ντέρμοντ κοίταξε λυπημένος την ασημένια γραμμή που άφηνε το ψάρι στο φεγγαρόφωτο. Έπειτα χτύπησε το πόδι του στο χώμα και μουρμούρισε:


— Να σε βρει πικρή κακοτυχία μέρα και νύχτα, παλιόψαρο απατεώνα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μου ξέφυγες έτσι. Κι είμαι βέβαιος πως κάποιο κακό πνεύμα σε βοήθησε. Δεν ένιωσα το δίχτυ να τραβιέται λες και το τραβούσε ο ίδιος ο διάβολος;


— Αυτό δεν είναι αλήθεια, είπε μια μικρή νεράιδα που ξεπρόβαλε μπροστά του. Ήμασταν μόνο δεκαοχτώ που τραβούσαμε από την άλλη πλευρά.


Πίσω της ακολουθούσε ολόκληρο πλήθος από τις συντρόφισσές της.


— Μην ανησυχείς για το δείπνο του παπά, συνέχισε. Αν του κάνεις μία ερώτηση εκ μέρους μας, θα έχει μπροστά του το καλύτερο τραπέζι που είδε ποτέ άνθρωπος πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου.


— Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σας, απάντησε αποφασιστικά ο Ντέρμοντ. Σας ευχαριστώ για την προσφορά, αλλά ξέρω καλύτερα από το να πουλήσω τον εαυτό μου για ένα γεύμα. Και είμαι βέβαιος πως ο πατήρ Χόριγκαν νοιάζεται περισσότερο για την ψυχή μου απ' ό,τι για οτιδήποτε θα μπορούσατε να του προσφέρετε.


Η νεράιδα επέμεινε.


— Θα του κάνεις τουλάχιστον μία ευγενική ερώτηση για λογαριασμό μας;


Ο Ντέρμοντ το σκέφτηκε αρκετή ώρα. Δεν έβλεπε κακό στο να μεταφέρει απλώς μια ερώτηση.


— Καλά, αυτό μπορώ να το κάνω. Αλλά δεν θέλω τίποτε από το δείπνο σας. Να το θυμάστε.


— Τότε πήγαινε και ρώτησε τον παπά αν οι ψυχές μας θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση, όπως οι ψυχές των καλών χριστιανών. Και αν μας θέλεις το καλό, φέρε μας γρήγορα την απάντησή του.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στην καλύβα. Οι πατάτες ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι και η γυναίκα του έδινε στον πατέρα Χόριγκαν τη μεγαλύτερη απ' όλες, κατακόκκινη και αχνιστή.


Ύστερα από δισταγμό είπε:


— Με την άδειά σας, πάτερ, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;


— Ποια είναι αυτή; ρώτησε ο ιερέας.


— Συγχωρήστε το θάρρος μου, αλλά θα ήθελα να μάθω αν οι ψυχές των Καλών Ανθρώπων θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση.


Ο πατήρ Χόριγκαν τον κοίταξε αυστηρά.


— Ποιος σου είπε να με ρωτήσεις αυτό, Λίρι;


— Δεν θα πω ψέματα, πάτερ. Οι ίδιοι οι Καλοί Άνθρωποι με έστειλαν. Είναι χιλιάδες εκεί κάτω στην όχθη και περιμένουν την απάντηση.


— Τότε πήγαινε πίσω, είπε ο ιερέας, και πες τους να έρθουν οι ίδιοι να με ρωτήσουν. Με μεγάλη μου χαρά θα απαντήσω σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση έχουν.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στις νεράιδες, που μαζεύτηκαν γύρω του ανυπόμονα. Μόλις όμως άκουσαν πως έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά στον παπά, σκόρπισαν πανικόβλητες προς κάθε κατεύθυνση. Περνούσαν δίπλα του τόσο γρήγορα και τόσο πολλές, που ο καημένος ζαλίστηκε και έχασε τον προσανατολισμό του.


Όταν συνήλθε, αρκετή ώρα αργότερα, γύρισε στην καλύβα του. Έφαγε τις σκέτες πατάτες μαζί με τον πατέρα Χόριγκαν, ο οποίος δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό. Ο Ντέρμοντ όμως δεν μπορούσε να μην το θεωρεί μεγάλη αδικία: ο παπάς είχε λόγια αρκετά δυνατά ώστε να διαλύσουν τις νεράιδες σαν καπνό, κι όμως δεν είχε ούτε μια μπουκιά παραπάνω για το δείπνο του· ενώ ο εξαίσιος σολομός που είχε πιάσει στο δίχτυ του είχε χαθεί με τόσο παράξενο τρόπο.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Αβεσαλώμ και Ετέρη - Ένας Γεωργιανός μύθος

 


https://detskie-skazki.com/en/georgian-fairy-tales/abesalom-and-eteri.html

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα —ή ίσως και να υπήρχε— ζούσαν μαζί ένας φτωχός άντρας και η γυναίκα του. Τα γηρατειά πλησίαζαν, όμως παιδιά δεν είχαν. Θα είχαν μείνει άτεκνοι, αλλά η γυναίκα ικέτευσε τον άντρα της:

«Πήγαινε στη μάντισσα, να μας πει το ριζικό μας. Ίσως πει κάτι, ίσως μας συμβουλεύσει ή μας δώσει κάποιο γιατρικό».

Ο άντρας πήγε. Η μάντισσα του είπε το ριζικό, του έδωσε τρία μήλα και είπε:

«Αν η γυναίκα σου ζητήσει φαγητό, δώσε της δύο μήλα. Αν ζητήσει νερό, δώσε της το τρίτο, και θα αποκτήσετε παιδί».

Ο χωρικός έκανε ό,τι του ειπώθηκε. Η γυναίκα του γέννησε μια κόρη.

Την ονόμασαν Ετέρη.


Με κάθε μέρα που περνούσε, η Ετέρη γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ήταν τόσο θελκτική, τόσο λαμπερή, που ακόμα και ο ήλιος που ανέτειλε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της.


Όμως η συμφορά τούς χτύπησε την πόρτα: η μητέρα της Ετέρης πέθανε, και ο πατέρας της έφερε στο σπίτι μια δεύτερη γυναίκα για να γίνει η κυρά του σπιτιού. Έπειτα πέθανε και ο πατέρας της, αφήνοντας την Ετέρη ορφανή κάτω από την κηδεμονία της κακιάς μητριάς. Η μητριά βασάνιζε το φτωχό κορίτσι, χωρίς να της δίνει καθόλου ησυχία.

Έστειλε την Ετέρη να βοσκήσει την αγελάδα, της έδωσε ένα αδράχτι, μια τούφα βαμβάκι και μια κόρα ψωμί, λέγοντας:

«Κοίταξε αυτό το ψωμί να σου κρατήσει μέχρι το βράδυ».


Μια μέρα, μετά από ένα μακρύ ημερολόγιο βασάνων, η Ετέρη, κουρασμένη και πεινασμένη, ανέβηκε το βράδυ σε ένα δέντρο, χώθηκε στα κλαδιά του και αποκοιμήθηκε.


Σε εκείνο το δάσος κυνηγούσε ο γιος του βασιλιά όλου του κόσμου, ο Αβεσσαλώμ. Είδε την Ετέρη πάνω στο δέντρο. Η ομορφιά της τον συγκλόνισε και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Ο Αβεσσαλώμ φώναξε στην Ετέρη:


«Έλα σε μένα, Ετέρη,

Γίνε δική μου.

Μαγεμένος από την ομορφιά σου —

θα σε κάνω γυναίκα μου».


«Όχι», απάντησε η Ετέρη, «τι σόι γυναίκα είμαι εγώ για σένα;


Εσύ είσαι σπουδαίος, κραταιός και δοξασμένος,

αιώνια τιμημένος από τους προγόνους σου.

Για μένα ούτε ο ήλιος δεν λάμπει,

ζω σαν ορφανή σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν είμαι παρά ένα παιχνίδι,

δεν είμαι ταίρι για έναν πρίγκιπα.

Θα με αφήσεις σύντομα,

και η ζωή μου θα γίνει κατάρα».


Ο Αβεσσαλώμ ορκίστηκε ότι δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, δεν θα την πρόδιδε ποτέ:


«Ο Θεός στέλνει φως από τον ουρανό ψηλά.

Εδώ κάτω, ο Αβεσσαλώμ στέκει.

Αν σε προδώσω,

ας με ξεχάσει ο Θεός,

ας πέσει η πανοπλία μου από πάνω μου,

ας στερέψουν τα νερά στην έρημο,

ακόμα κι αν ήταν απέραντα σαν θάλασσα.

Ας χαθεί το φαγητό μου σε ένα ταξίδι επτά χρόνων».


Η Ετέρη πίστεψε στους όρκους του Αβεσσαλώμ και δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Ως σημάδι της πίστης του, ο Αβεσσαλώμ της έδωσε ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή και την πήρε στο παλάτι του.


Ο Αβεσσαλώμ είχε έναν σύμβουλο που τον έλεγαν Μούρμαν. Ο Αβεσσαλώμ τον έστειλε με χαρμόσυνα νέα στην αδελφή του, τη Μαρέχ:

«Φέρνω στο σπίτι γυναίκα, τη χρυσομάλλα Ετέρη. Ετοίμασε τα γαμήλια ενδύματα».


Έφεραν την Ετέρη στο παλάτι και την έντυσαν με βασιλική φορεσιά. Ο Αβεσσαλώμ έγραψε γράμματα σε όλα τα βασίλεια, καλώντας τους πάντες στον γάμο του. Έστειλε τον Μούρμαν να παραδώσει τα γράμματα. Καθώς ο Μούρμαν ταξίδευε, κυριεύτηκε κι αυτός από έρωτα για την Ετέρη. Ονειρευόταν:

«Πού είναι ο άνθρωπος που θα φυτέψει το μίσος στην καρδιά του Αβεσσαλώμ για την Ετέρη, ώστε να μου τη δώσει;»

Καθώς ίππευε, τον συνάντησε ο διάβολος:

«Πού πας, Μούρμαν, και τι σκέφτεσαι τόσο βαθιά;»

Ο Μούρμαν του τα είπε όλα.

«Γιατί να πας μακριά;» είπε ο διάβολος. « Θα σου δώσω ένα φίλτρο που θα κάνει τον Αβεσσαλώμ να ξεαγαπήσει την Ετέρη και να σού τη δώσει. Μόνο υποσχέσου μου την ψυχή σου ως αντάλλαγμα».

«Αχ, δεν θα λυπόμουν ούτε την ψυχή μου αν η Ετέρη γινόταν δική μου», είπε ο Μούρμαν.

«Τότε γράψε στο χαρτί ότι δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου, και η Ετέρη θα γίνει δική σου».

Ο Μούρμαν υπέγραψε το χαρτί και το έδωσε στον διάβολο.


Ο διάβολος πήρε το χαρτί και είπε:

«Μόλις ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρευτούν, πάρε μια χούφτα κεχρί και ρίξ' το αθόρυβα πάνω στην Ετέρη. Μάθε τούτο: σκουλήκια θα την καλύψουν, και όσο κι αν την καθαρίζουν, δεν θα τα καταφέρουν, μέχρι να την αγγίξει το δικό σου χέρι».

Ο διάβολος επέστρεψε στο λημέρι του, και ο Μούρμαν, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, πήγε σπίτι του. Ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρεύτηκαν, και καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, ο Μούρμαν έριξε μια χούφτα κεχρί πάνω στην Ετέρη.

Αμέσως, σκουλήκια κάλυψαν την Ετέρη. Προσπάθησαν να την καθαρίσουν, αλλά τα σκουλήκια μόνο πληθαίνανε. Ο Αβεσσαλώμ, βασανισμένος, οδήγησε την Ετέρη έξω και δήλωσε μπροστά σε όλο τον λαό:


«Τη Δευτέρα ενωθήκαμε,

την Τρίτη η ώρα του αποχωρισμού έφτασε.

Ας χαρούν τώρα και ας τραγουδήσουν

όσοι ζήλεψαν την ευτυχία μας.

Φεύγω αμέσως για κυνήγι.

Ποιος θα πάρει την Ετέρη από μένα;»


Το όνειρο του Μούρμαν έγινε πραγματικότητα. Γονάτισε μπροστά στον Αβεσσαλώμ και παρακάλεσε:


«Βασιλιά, είμαι πιστός σε σένα μέχρι θανάτου,

δώσε σε μένα τη φτωχή Ετέρη!»


Ο Αβεσσαλώμ έδωσε την Ετέρη στον Μούρμαν. Μόλις το χέρι του Μούρμαν άγγιξε την Ετέρη, εκείνη θεραπεύτηκε, και όλα τα σκουλήκια εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο Μούρμαν την πήρε, και έγινε γυναίκα του.


Ο Αβεσσαλώμ αρρώστησε αφού έχασε την Ετέρη. Ο έρωτας γι' αυτήν έκαιγε μέσα του, βασανίζοντάς τον.

Μην μπορώντας να το αντέξει, ο Αβεσσαλώμ στράφηκε στον Μούρμαν με μια παράκληση:


«Πες μου, για χάρη του ήλιου,

πώς είναι η Ετέρη μου;»


Ο Μούρμαν απάντησε:


«Θέλεις να μάθεις, βασιλιά ισάξιε των ουρανών,

πώς ζει η Ετέρη μου;

Έχω χτίσει ένα κρυστάλλινο κάστρο,

οι πύργοι του φτάνουν στους ουρανούς.

Εκεί ζει η Ετέρη μου,

πιο όμορφη από θαυμαστούς κύκνους.

Εννέα στοργικές συνυφάδες

την προσέχουν όλες με αγάπη,

και η πεθερά της πλέκει

τα χρυσά της μαλλιά.

Εννέα κουνιάδοι στέκονται στην πύλη,

το βλέμμα τους σπινθηρίζει σαν διαμάντι,

και στη στέγη του κάστρου, ο πεθερός της

περήφανα φρουρεί το κάστρο».


Όταν ο Αβεσσαλώμ το άκουσε αυτό, ο έρωτάς του για την Ετέρη θέριεψε ακόμη περισσότερο. Αρρώστησε βαριά. Αποφασισμένος να απομακρύνει τον Μούρμαν και να διεκδικήσει πίσω την Ετέρη, τον κάλεσε και τον διέταξε:

«Πήγαινε και φέρε μου το νερό της αθανασίας. Ίσως με θεραπεύσει».

Ο Μούρμαν σκέφτηκε: «Το κακό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου». Ζήτησε διορία εννέα ημερών και έφυγε. Πήγε στην Ετέρη:


«Άφησέ με να ξεκουραστώ σήμερα

πάνω στο εκτυφλωτικό σου στήθος.

Αύριο με στέλνουν στο Αλγκέτι —

ένα μακρύ ταξίδι βρίσκεται μπροστά μου.

Πέτρες θα φράξουν το μονοπάτι μου,

ακόμα και τα λιοντάρια φοβούνται αυτόν τον δρόμο.

Μόνο βάσανα με περιμένουν,

ο κόπος μου θα πάει χαμένος —

στις εννέα θεραπευτικές πηγές

πρέπει να ξεκινήσω την αυγή

για να φέρω το ζωογόνο νερό».


Η Ετέρη είπε:


«Θα βγάλω τα μετάξια και τα σατέν μου,

θα καλυφθώ με ένα σάλι,

θα πάρω μια στάμνα μαζί μου,

και θα φέρω νερό από το ποτάμι.

Δεν θα μπω σε κανένα σπίτι γείτονα,

ούτε στο σπίτι του αδελφού σου.

Αν μπω, θα βγω σαν αδελφή.

Πίστεψε τον λόγο μου».


Ο Μούρμαν πέρασε τη νύχτα με την Ετέρη.


«Είθε αυτή η νύχτα να είναι μακρά,

είθε η αυγή να μην κοκκινίσει.

Αύριο το χάδι των αγαπημένων χειλιών

δεν θα ζεσταίνει πια την καρδιά μου».


Το πρωί, ο Μούρμαν ζήτησε από την αδελφή και τη μητέρα του:

«Να την προσέχετε, να την καλομαθαίνετε, ώστε ούτε αεράκι ούτε αχτίδα ήλιου να μην την αγγίζει».

Όμως ο Αβεσσαλώμ γινόταν όλο και χειρότερα. Πέθαινε, και δεν υπήρχε γιατρικό γι' αυτόν... Η αδελφή του, η Μαρέχ, βγήκε έξω κλαίγοντας και παρακαλώντας:

«Ο αδελφός μου πεθαίνει. Αν μπορεί κάποιος να βοηθήσει, βρείτε έναν τρόπο να τον σώσετε».

Της είπαν:

«Ίσως είναι ο έρωτάς του για την Ετέρη που τον σκοτώνει. Φέρε του το φτερό ενός κορακιού, καλοψημένο ψωμί, κόκκινο κρασί και το φτερό ενός περιστεριού — και θα δεις».


Η Μαρέχ τα έφερε όλα και τα απέθεσε στο κρεβάτι, δίπλα στον αδελφό της. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε, πήρε το φτερό του περιστεριού και είπε:

«Όσο λευκό κι αν είσαι, φτερό του περιστεριού, η Ετέρη είναι ακόμα πιο λευκή». Πήρε το ψωμί και είπε: «Όσο καλό κι αν είσαι, η Ετέρη είναι ακόμα καλύτερη». Πήρε το κόκκινο κρασί και είπε: «Όσο κόκκινο κι αν είσαι, κρασί, τα μάγουλα της Ετέρης είναι πιο λαμπερά από σένα». Πήρε το φτερό του κορακιού και είπε: «Όσο μαύρο κι αν είσαι, φτερό του κορακιού, τα μάτια και τα φρύδια της Ετέρης είναι ακόμα πιο μαύρα».

Έπειτα είπε στην αδελφή του:


«Σήκω γρήγορα, Μαρέχ, αστέρι μου,

και τρέξε στην Ετέρη.

Αν σε ρωτήσει για μένα,

πες της τα πάντα μέσα από την καρδιά σου».


Η Μαρέχ πήγε στην Ετέρη. Όμως η Ετέρη γνώριζε ήδη για την ασθένεια του Αβεσσαλώμ. Ξέγελασε την πεθερά της, έφυγε από το σπίτι, μπήκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ, κάθισε κάτω από μια λεύκα και έκλαψε. Μέσα στα δάκρυά της, η Ετέρη αποκοιμήθηκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ. Η Μαρέχ έφτασε, είδε την Ετέρη να κοιμάται και της φώναξε:


«Σε έψαχνα από το πρωί μέχρι τη γεμάτη ομίχλη νύχτα,

κι όμως εσύ κοιμάσαι ήσυχα στον σκιερό κήπο.

Το χρυσό σου κούμπωμα έχει λυθεί,

το κρυστάλλινο, λευκό σου στήθος λάμπει,

και οι μαύρες σου μπούκλες είναι άτακτα σκορπισμένες,

σαν αφρός σε ένα κύμα που φουσκώνει».


Η Ετέρη δεν την άκουσε. Η Μαρέχ φώναξε ξανά:


«Ήρθα σε σένα, Ετέρη,

διώχνοντας τον γλυκό σου ύπνο.

Ξεπερνάς ακόμα και τα αστέρια

και το φεγγάρι με την ακτινοβόλα ομορφιά σου.

Η άνοιξη έχει ήδη φτάσει,

είθε τα ηλιοβασιλέματα να σβήσουν.

Σήκω, ακριβή μου Ετέρη,

θεράπευσε τον αδελφό μου γρήγορα.

Θα πάρω ένα φτυάρι στα χέρια μου

και θα καθαρίσω το μονοπάτι για σένα,

θα στρώσω θαυμαστό μάρμαρο

μέχρι το κατώφλι του παλατιού.

Θα σου χτίσω ένα κάστρο

από διαμάντια και τιρκουάζ,

θα ντύσω τις κάμαρες μέσα

με ξύλο έβενου.

Για να ανασαίνεις δροσιά,

λεύκες θα περιβάλλουν το κάστρο·

για να μην μαυρίσεις,

μετάξι θα καλύπτει τον θρόνο σου·

για να μην σκοντάψει το πόδι σου

σε πέτρα,

θα στρώσω την ευρύχωρη αυλή

με χρυσά χαλιά».


Η Ετέρη σηκώθηκε και είπε:

«Μόνο και μόνο για να θεραπεύσω τον αδελφό σου, πώς θα μπορούσα να μην πάω;»

Έφτασε. Ο Αβεσσαλώμ πέθαινε ήδη. Όμως, μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων της, σηκώθηκε και μίλησε:


«Ήρθες σε μένα, Ετέρη,

ας τραγουδήσουν οι θάλασσες και η στεριά.

Κοιτάζοντας μέσα στα άρρωστα μάτια μου,

εμφύσησες δύναμη στην ψυχή μου.

Ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου, βλέπω —

ένας μαγικός κήπος ανθίζει,

και η καρδιά μου φλέγεται από ευγνωμοσύνη

για σένα, Ετέρη.

Ήρθες, αλλά εγώ, Ετέρη,

ήδη αποχωρίζομαι τη γη.

Ο Θεός με καλεί στον ουρανό,

στην αιώνια, γαλήνια σιωπή».


Η Μαρέχ πλησίασε για να παρηγορήσει τον αδελφό της:


«Αδελφέ, αν μπορείς να δεις,

κοίτα — η Ετέρη ήρθε».


Ο Αβεσσαλώμ είπε:


«Ας έρθει πιο κοντά».


Η Ετέρη είπε:


«Είναι ήδη στην πόρτα.

Ο δρόμος της είναι εύκολο να μετρηθεί»,


και μπήκε μέσα. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε προς το μέρος της, την κοίταξε και πέθανε.

Η Ετέρη πλησίασε και γραπώθηκε πάνω στον Αβεσσαλώμ. Έπειτα στάθηκε όρθια, πήρε το μαχαίρι που της είχε δώσει και είπε:


«Το μαχαίρι του Αβεσσαλώμ

είναι στην τσέπη μου.

Το αποφάσισα εδώ και καιρό:

όταν έρθει η ώρα,

θα το τραβήξω,

τη λαβή προς τον φίλο μου,

την κόψη προς τον εαυτό μου.

Θα πεθάνω ήσυχα,

θα πεθάνω μαζί σου,

σκεπτόμενη εσένα.

Ας μας θάψουν

στην άκρη του δρόμου

κάτω από έναν τύμβο,

σκεπασμένους με φύλλα

και θαμμένους με χώμα,

μαζί, εσένα κι εμένα.

Ας ανθίσει ένα τριαντάφυλλο

πάνω από τον τάφο μας,

ανασαίνοντας το δροσερό αγέρι.

Ας τιτιβίζουν τα πουλιά

και ας μεγαλώνουν τα μικρά τους

πάνω από τον απλό τύμβο.

Ας κυλάει μια πηγή

αιώνια από τον τύμβο,

και από πάνω της, ένα χρυσό κύπελλο

ας λάμπει φωτεινά με χαρά.

Ας πίνει κάθε ταξιδιώτης

από εκείνο το κύπελλο

ιαματικό νερό,

κι ας μας αποχαιρετά

εδώ, ανάμεσα στα χωράφια!»


Κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της και πέθανε.

Πράγματι, ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη τάφηκαν μαζί.


Αβεσσαλώμ και Ετέρη.

Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.


Ο Μούρμαν επέστρεψε, βρήκε τον τάφο του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης, τον έσκαψε και ξάπλωσε ανάμεσά τους.

Ένας αγκαθωτός θάμνος φύτρωσε στον τάφο του, ενώ τριαντάφυλλα και βιολέτες φύτρωσαν στους τάφους του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης. Το τριαντάφυλλο και η βιολέτα απλώνονται το ένα προς το άλλο, λαχταρώντας να αγκαλιαστούν, αλλά ο αγκαθωτός θάμνος στέκεται ανάμεσά τους, κρατώντας τα χωριστά. Και κάτω από τα πόδια του Μούρμαν, κουτάβια βγήκαν και ούρλιαζαν.


Καλό το παραμύθι — καλός κι ο παραμυθάς.

Καλό το κρασί — καλά να το πιεις.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

O τσιγγάνος και ο διάβολος - Ένα ρωσικό παραμύθι

 




https://fairytalez.com/the-devil-and-gipsy/

Ένας γέρος τσιγγάνος πήγε να πιάσει δουλειά ως υπηρέτης σε έναν διάβολο. Ο διάβολος του είπε: «Θα σου δίνω ό,τι επιθυμείς, αρκεί να μου φέρνεις τακτικά καυσόξυλα και νερό, και να ανάβεις φωτιά κάτω από το καζάνι». «Εντάξει!» είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος του έδωσε έναν κουβά και του είπε: «Πήγαινε εκεί πέρα στο πηγάδι και βγάλε λίγο νερό».


Ο τσιγγάνος μας έφυγε, έβαλε νερό στον κουβά και τον τράβηξε πάνω με έναν γάντζο. Επειδή όμως ήταν γέρος, δεν μπορούσε να τον σηκώσει έξω και αναγκάστηκε να χύσει το νερό, για να μην χάσει τον κουβά μέσα στο πηγάδι. Αλλά με τι θα γύριζε τώρα πίσω; Έτσι λοιπόν, ο τσιγγάνος μας έβγαλε μερικούς πασσάλους από έναν φράχτη και άρχισε να σκάβει γύρω-γύρω από το πηγάδι, σαν να ήθελε να το ξεριζώσει.


Ο διάβολος περίμενε και περίμενε, και αφού ο τσιγγάνος δεν φαινόταν πουθενά, φυσικά δεν φαινόταν ούτε το νερό. Μετά από λίγο, πήγε ο ίδιος να συναντήσει τον τσιγγάνο και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ρώτησε: «Μα γιατί αργείς τόσο; Γιατί δεν έχεις φέρει ακόμα το νερό;» «Ε, και τι; Θέλω να σκάψω και να βγάλω ολόκληρο το πηγάδι και να το φέρω σε σένα!» «Μα θα έχανες άδικα χρόνο αν σκοπεύες να κάνεις κάτι τέτοιο· τότε δεν θα έφερνες τον κουβά στην ώρα του, και δεν πρέπει να λιγοστέψουν τα καυσόξυλα». Και έτσι, ο διάβολος έβγαλε το νερό και το κουβάλησε ο ίδιος. «Ε! Αν το ήξερα, θα το είχα φέρει εδώ και ώρα», είπε ο τσιγγάνος.


Μια φορά ο διάβολος τον έστειλε στο δάσος για καυσόξυλα. Ο τσιγγάνος ξεκίνησε, αλλά τον έπιασε βροχή στο δάσος και έγινε μούσκεμα. Ο γέρος κρύωσε και δεν μπορούσε να σκύψει για να μαζέψει τα ξύλα. Τι να έκανε; Πήρε λοιπόν και άρχισε να ξεφλουδίζει φλούδες από τα δέντρα (λινάρι/φλοιό). Μάζεψε μερικούς σωρούς, γύρισε όλο το δάσος και έδεσε το ένα δέντρο με το άλλο με τις λωρίδες του φλοιού.


Ο διάβολος περίμενε, περίμενε, και είχε χάσει το μυαλό του με τον τσιγγάνο. Πήγε ο ίδιος, και όταν είδε τι γινόταν, του είπε: «Τι κάνεις εκεί, αργόσχολε;» «Τι κάνω; Θέλω να σου φέρω ξύλα. Δένω ολόκληρο το δάσος σε ένα μάτσο, για να μην κάνω άσκοπη δουλειά». Ο διάβολος κατάλαβε ότι τα έβρισκε σκούρα με τον τσιγγάνο, σήκωσε ο ίδιος τα καυσόξυλα και γύρισε σπίτι.


Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του στο σπίτι, ο διάβολος πήγε σε έναν γηραιότερο διάβολο για να ζητήσει τη συμβουλή του: «Έχω προσλάβει έναν τσιγγάνο, αλλά έχει γίνει σκέτος μπελάς. Εμείς θεωρούμαστε αρκετά έξυπνοι», λέει, «αλλά αυτός είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο έξυπνος από εμάς. Εκτός αν τον σκοτώσω...» «Ωραία, όταν ξαπλώσει να κοιμηθεί, σκότωσέ τον, για να μην μας σέρνει άλλο από τη μύτη».


Ήρθε η ώρα να πάνε για ύπνο. Ξάπλωσαν, αλλά ο τσιγγάνος προφανώς κατάλαβε κάτι, γιατί έβαλε τη γούνα του πάνω στον πάγκο όπου κοιμόταν συνήθως, και ο ίδιος χώθηκε σε μια γωνιά κάτω από τον πάγκο. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, ο διάβολος, νομίζοντας ότι ο τσιγγάνος κοιμόταν πια βαθιά, πήρε ένα σιδερένιο ρόπαλο και άρχισε να χτυπάει τη γούνα μέχρι που ο ήχος αντήχησε παντού. Μετά ξάπλωσε να κοιμηθεί, σκεφτόμενος: «Οχό! Τώρα πάει ο τσιγγάνος, τελείωσε!»


Όμως ο τσιγγάνος μούγκρισε: «Ωχ!» και έκανε έναν θόρυβο στη γωνία. «Τι έπαθες;» ρώτησε ο διάβολος. «Ωχ, με τσίμπησε ένας ψύλλος».


Ο διάβολος πήγε ξανά στον γηραιότερο για συμβουλή: «Μα πώς να τον σκοτώσω;» είπε. «Όταν τον κοπάνησα με το ρόπαλο, έκανε απλώς έναν θόρυβο και είπε: "Με τσίμπησε ένας ψύλλος"». «Τότε πλήρωσέ τον τώρα», είπε ο γηραιότερος διάβολος, «δώσ' του όσα θέλει και στείλ' τον στο καλό».


Ο τσιγγάνος διάλεξε μια σακούλα με δουκάτα και έφυγε. Μετά όμως ο διάβολος λυπήθηκε τα χρήματα και συμβουλεύτηκε ξανά τον γηραιότερο. «Πρόφτασε τον τσιγγάνο και πες του ότι όποιος κλοτσήσει καλύτερα μια πέτρα, έτσι ώστε ο ήχος να ακουστεί τρία μίλια μακριά, θα κρατήσει τα λεφτά».


Ο διάβολος τον πρόφτασε: «Στάσου, τσιγγάνε! Έχω κάτι να σου πω». «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όχι, στάσου, ας ρίξουμε μια κλοτσιά· όποιος κλοτσήσει πιο δυνατά μια πέτρα, δικά του τα λεφτά». «Εμπρός λοιπόν, κλότσα εσύ», είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος κλότσησε μια-δυο φορές, τόσο δυνατά που βούιξαν τα αυτιά τους. Στο μεταξύ όμως, ο τσιγγάνος έριξε λίγο νερό πάνω στην πέτρα: «Ε! Τι είναι αυτό, ανόητε;» είπε ο διάβολος. «Όταν εγώ κλοτσάω μια στεγνή πέτρα, πετάγεται νερό». «Αχ! Όταν κλοτσάει αυτός, τρέμε! Πετάχτηκε νερό από την πέτρα», σκέφτηκε ο διάβολος.


Ο διάβολος πήγε ξανά για συμβουλή. Ο γηραιότερος είπε: «Όποιος πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, ας κρατήσει τα λεφτά».


Ο τσιγγάνος είχε ήδη προχωρήσει μερικά μίλια στον δρόμο του. Κοίταξε πίσω· ο διάβολος ήταν πίσω του: «Στάσου! Περίμενε, τσιγγάνε!» «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όποιος από τους δύο μας πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, δικά του τα λεφτά». «Λοιπόν, ας το πετάξουμε τώρα. Έχω δύο αδέλφια εκεί πάνω στον ουρανό, και οι δύο είναι σιδεράδες, και θα τους βολέψει μια χαρά είτε για σφυρί είτε για τσιμπίδα».


Ο διάβολος το πέταξε με τόση δύναμη που σφύριξε στον αέρα και σχεδόν χάθηκε από τα μάτια τους. Ο τσιγγάνος το έπιασε από την άκρη, με το ζόρι το σήκωσε και φώναξε: «Απλώστε τα χέρια σας εκεί πάνω, αδέλφια — έι!» Αλλά ο διάβολος τον άρπαξε από το χέρι: «Αχ, στάσου! Μην το πετάξεις· θα είναι κρίμα να το χάσουμε».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε ξανά: «Πρόφτασέ τον ακόμα μια φορά και πες του: "Όποιος τρέξει πιο γρήγορα μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, ας πάρει τα λεφτά"».


Ο διάβολος τον πρόφτασε. Ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Δεν πρόκειται να ξαναπροσπαθήσω να σε ανταγωνιστώ, γιατί δεν αξίζει τον κόπο· έχω όμως έναν μικρό γιο, τον Λαγό, που είναι μόλις τριών ημερών. Αν τον προσπεράσεις, τότε θα αναμετρηθείς και με μένα». Ο τσιγγάνος εντόπισε έναν λαγό μέσα σε ένα ελατοδάσος: «Νάτος! Ο μικρός Λαγός! Εμπρός λοιπόν, Λαγέ! Πιάσ' τον!»


Όταν ο λαγός ξεκίνησε, άρχισε να τρέχει με πηδήματα δώθε-κείθε, και πίσω του σηκωνόταν μόνο ένα σύννεφο σκόνης. «Μπα!» είπε ο διάβολος, «δεν τρέχει ίσια». «Στην οικογένειά μου κανένας δεν έτρεξε ποτέ ίσια. Τρέχει όπως του αρέσει».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε να παλέψουν. Ο πιο δυνατός θα έπαιρνε τα λεφτά.


«Ε!» είπε ο τσιγγάνος, «άκου τους όρους για να παλέψω μαζί σου: Έχω έναν πατέρα, είναι τόσο γέρος που τα τελευταία επτά χρόνια του πηγαίνω φαγητό σε μια σπηλιά. Αν τον ρίξεις κάτω, τότε θα παλέψεις και με μένα». Όμως ο τσιγγάνος ήξερε ότι εκεί ζούσε μια αρκούδα και οδήγησε τον διάβολο στη σπηλιά της. «Πήγαινε», του είπε, «εκεί μέσα· ξύπνησέ τον και πάλεψε μαζί του».


Ο διάβολος μπήκε μέσα και είπε: «Σήκω επάνω, σπανέ/μακρυγένη! Ας παλέψουμε». Αλίμονο! Όταν η αρκούδα άρχισε να τον σφίγγει στην αγκαλιά της και να τον γρατζουνάει με τα νύχια της, τον σάπισε στο ξύλο, τον πέταξε έξω και τον έριξε κάτω στο πάτωμα της σπηλιάς.


Ο γηραιότερος διάβολος συμβούλευσε ότι όποιος σφυρίξει καλύτερα, έτσι ώστε να ακουστεί σε απόσταση τριών μιλίων, θα έπρεπε να πάρει τα λεφτά.


Ο διάβολος σφύριξε τόσο δυνατά που ο τόπος αντήχησε και βούιξε ξανά. Αλλά ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Όταν σφυρίξω εγώ, θα τυφλωθείς και θα κουφαθείς· δέσε τα μάτια και τα αυτιά σου». Εκείνος το έκανε. Ο τσιγγάνος πήρε μια σφήνα (ξύλινη σφύρα) για το σκίσιμο των κορμών και τον κοπάνησε μια και δυο στα αυτιά.


«Ωχ, σταμάτα! Ωχ! Μην σφυρίζεις, γιατί θα με σκοτώσεις! Να σου βγει σε κακό η κακή σου τύχη με τα λεφτά σου! Πήγαινε όπου θέλεις, αρκεί να μην ξανακούσει κανείς για σένα!»


Αυτά και τέλος.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

  


https://antifono.gr/%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%85%ce%b8%ce%ac%cf%82-%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%81%cf%83%ce%b5%ce%bd/

Νίκος Τουλαντάς 



Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1805-1875) έμεινε στην ιστορία για την ιδιαίτερη παιδική του λογοτεχνία. Φτωχός, γιος παπουτσή, 14 ετών φεύγει μόνος από τη γενέτειρά του (Όδενσε της Δανίας) για την Κοπεγχάγη, όπου δικτυώνεται στον κύκλο του θεάτρου το οποίο ήταν η μεγάλη του αγάπη αλλά όχι και το ατού του τελικά. 


Ο συγγραφέας προσπάθησε ιδιαιτέρως, από μικρός, να διακριθεί στον τομέα της λογοτεχνίας, κυρίως μέσω της θεατρικής συγγραφής και της μυθιστοριογραφίας, όμως τα παραμύθια του ήταν αυτά που τον άφησαν στην ιστορία ως έναν ιδιαίτερο λογοτέχνη. 


Κάμποσες είναι οι επιστολές του, σε φίλους, απ’ όπου αντλούμε πληροφορίες για τη ζωή του.


Ταξίδευσε αρκετά – πέρασε και από την Ελλάδα το 1840 – και γέμισε από υλικό και έμπνευση. Ήταν ένα «Ασχημόπαπο» ο ίδιος, περίεργος στο σουλούπι, αλλά και μεταφορικά, λόγω της κάπως ανορθόδοξης πορείας της ζωής του, που όμως ο ίδιος και ο κόσμος θα συνειδητοποιούσε πως επρόκειτο περί «Κύκνου». 


Δεν παντρεύτηκε, παρότι ερωτεύτηκε, τελείωσε το σχολείο μεγάλος (25 ετών), κι ενώ από μικρός είχε έφεση στην παραμυθοποιΐα (επισκεπτόταν το γηροκομείο με τη γιαγιά του όπου άκουγε και έλεγε ιστορίες με τους εκεί ηλικιωμένους), το πρώτο του βιβλίο με παραμύθια εκδίδεται όταν έχει φθάσει τα 30 του έτη. Αν και δυσαρεστημένος από τις κριτικές που δέχθηκε για το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο, απόλαυσε τη δόξα του σπουδαίου παραμυθά, αφήνοντάς μας μία παρακαταθήκη 168 έργων τέτοιου τύπου.


Αν και παιδική λογοτεχνία, το έργο του είναι γεμάτο από καυστική κριτική για την εποχή του και μία αποτύπωση των δυσκολιών που ο καλλιτέχνης συνάντησε στην πορεία του. «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα» και «Το ασχημόπαπο» είναι κάποια από τα διασημότερα έργα του. Και, αν και παιδικές ιστορίες, δεν θα ‘λεγες ότι τα παιδιά έχουν να πάρουν περισσότερα διδάγματα από τους μεγάλους διαβάζοντάς τες, αλλά μάλλον το αντίθετο.


*


«Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» είναι μία θλιβερή ιστορία για ένα φτωχό κοριτσάκι, παραμελημένο κοινωνικά, που προσπαθεί να βγάλει χρήματα πουλώντας σπίρτα μες το χιόνι, κατά την παραμονή μιας πρωτοχρονιάς. Ανάβοντας ένα σπίρτο για να ζεσταθεί βρίσκεται μαγικώς στην θαλπωρή ενός σπιτιού, μπροστά σε ένα χριστουγεννιάτικο γεύμα. Το σπίρτο σβήνει και το όραμα εξαφανίζεται. Ανάβει κι άλλο και συμβαίνει πάλι κάτι αντίστοιχο μέχρι να ξανασβήσει. Το τρίτο που ανάβει, θέλει το παιδί να οραματίζεται τη νεκρή γιαγιά του, της οποίας την οπτασία, μη θέλοντας να την χάσει από μπροστά του, προσπαθεί να διατηρήσει ανάβοντας όλα του τα σπίρτα. Το κοριτσάκι πεθαίνει από το κρύο τελικά κι η περαστική κοινωνία σχολιάζει με λύπη το περιστατικό πάνω από το πτώμα του. Ο συγγραφέας όμως εξιλεώνει την κατάσταση με μια μεταφυσική παραμυθία, εξηγώντας πως, παρόλο που οι άνθρωποι βλέπουν τη θλιβερή κατάσταση του παιδιού αυτού, δε γνωρίζουν ότι περνάει καλύτερα απ’ όλους, κάπου στο ουρανό παρέα με την αγαπημένη του γιαγιά. Στην πραγματικότητα, αν δεν υπάρχει όντως η προοπτική μιας τέτοιας μεταθανάτιας ανάπαυσης (εδώ, βέβαια, κοσμικώς αποτυπωμένη), η ζωή, εύκολη ή δύσκολη, είναι μόνο θλιβερή και άδικη. 


«Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα» είναι ένα κείμενο που θίγει το θέμα της κενής περιεχομένου και ποιότητας εξουσιαστικότητας. Δύο τσαρλατάνοι, δήθεν ράπτες, πείθουν έναν βασιλιά, μανιακό με την γκαρνταρόμπα του (αλλάζει ρούχα κάθε μία ώρα), να του ράψουν ένα απίθανο σετ ρούχων για μία επικείμενη παρέλαση. Πέραν της εξαίρετης ποιότητας των ενδυμάτων, του εξηγούν πως αυτά τα ρούχα θα είναι αόρατα στους κουτούς κι ανάξιους για τη θέση τους αυλικούς του, κάτι που θα ξεκαθαρίσει πολύ τα πράγματα. «Ράβουν» ένα αόρατο ρούχο και διάφοροι υπάλληλοι του αυτοκράτορα, μη θέλοντας να χάσουν τη θέση και υπόληψή τους, υποκρίνονται πως όντως πρόκειται περί υψηλής ραπτικής έργο. Οι τσαρλατάνοι, εν τω μεταξύ, ρουφάνε ενέργεια και πλούτο, δήθεν για να φέρουν εις πέρας το έργο αυτό. Η ημέρα της παρέλασης φθάνει, ο αυτοκράτορας, επίσης, φοβάται να παραδεχτεί ότι δε βλέπει τα καινούργια του ρούχα και βγαίνει με τη συνοδεία του (κάποιοι κρατάνε και τον αόρατο μανδύα του) να παρελάσει τσίτσιδος. Ένα μικρό παιδί θα ξεμπροστιάσει την κατάσταση και θα φωνάξει δυνατά κι ακέραια την αλήθεια: Ο αυτοκράτορας δε φοράει ρούχα! Ο πατέρας του φωνάζει κι αυτός: «Ακούστε τη φωνή της αθωότητας!», που εντέλει ρίχνει το φως της στα πάθη της κενοδοξίας, της διαφθοράς και του εθελότυφλου ψεύδους, που πολύ συχνά συνοδεύουν τους τίτλους εξουσίας και τον υπαλληλικό τους περίγυρο.


«Το ασχημόπαπο» είναι αρκετά αυτοαναφορικό παραμύθι. Ένα αλλιώτικο πουλάκι βγαίνει μέσα από το αυγό μιας πάπιας και δε μοιάζει με τα άλλα παπάκια. Το πουλάκι δέχεται μπούλινγκ απ’ όλους για την εμφάνισή του κι αποφασίζει να φύγει για έναν άλλο τόπο. Όπου και να πάει όμως συμβαίνει αυτό το πράγμα: το τσιμπάνε τα άλλα ζώα, το κοροϊδεύουν και το βγάζουν μη-κανονικό, το κακομεταχειρίζονται οι άνθρωποι. Το πλασματάκι, έχοντας αυτή την αντιμετώπιση από την αρχή της ζωής του, πορεύεται κατηγορώντας τον εαυτό του, εσωτερικεύοντας και αποδεχόμενο την «αφύσικη» ύπαρξή του ως δεδομένη. Μετά από πολλές παρόμοιες περιπέτειες, πλήρως απογοητευμένο, συναντά, σε ένα πάρκο, τρεις λευκούς κύκνους όπου τους λέει, με τσακισμένο ηθικό, αν θέλουν να το σκοτώσουν. Όμως, βλέποντας τον καθρεπτισμό του εαυτού του στο νερό, για πρώτη φορά, αντιλαμβάνεται πως είναι ένας κύκνος σαν κι αυτούς. Μάλιστα, βρίσκεται σε ένα πάρκο όπου τα παιδιά παίζουν και ταΐζουν τα ζωάκια. Ξαφνικά, χωρίς ποτέ να φανταστεί πως υπάρχει τόση ευτυχία, όπως λέει, τα παιδιά χαίρονται και φωνάζουν πως αυτός ο κύκνος είναι ο πιο όμορφος απ’ όλους. Εν ολίγοις, το παραμύθι περιγράφει την επιπόλαια κοινή γνώμη που απορρίπτει το ασύνηθες και, ταυτίζοντας ασύγκριτα μεγέθη και ποιότητες (κάποιες αναλύσεις του έργου εξηγούν πως πρόκειται για τα κλασικά πάθη ενός προικισμένου με ευφυΐα ανθρώπου), υποτιμά και παρερμηνεύει τη μοναδικότητά του.


Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, σύνθεση του πορτραίτου του Χ. Κ. Άντερσεν με  γκραβούρα (από το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών) των William Haygarth και Charles Turnerc.

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Stingy Jack | The Jack-O'-Lantern Story

 


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BF%CF%85%CE%AF%CE%BD

Το έθιμο της κολοκύθας αντλεί ρίζες από έναν παλιό Ιρλανδικό μύθο, του Τζακ, που ήταν τσιγκούνης και πειραχτήρι. Σύμφωνα με το μύθο, ο Τζακ είχε καλέσει το διάβολο να πιουν ένα ποτό μαζί. Όμως ο Τζακ δεν ήθελε να πληρώσει για το ποτό του και έτσι έπεισε το διάβολο να μεταμορφωθεί σε ένα νόμισμα, ώστε να μπορέσουν να πληρώσουν για τα ποτά τους. Πράγματι μεταμορφώθηκε ο διάβολος σε νόμισμα, αλλά ο Τζακ αντί να πληρώσει τον έβαλε στην τσέπη του, δίπλα σε ένα σταυρό και έτσι ο διάβολος δεν μπορούσε να πάρει την κανονική του μορφή. Ύστερα από πολλά παρακάλια, ο Τζακ αποφάσισε να τον ελευθερώσει, αρκεί να του έδινε την υπόσχεση ο διάβολος ότι δεν επρόκειτο να τον ενοχλήσει για ένα χρόνο και ούτε θα διεκδικούσε την ψυχή του όταν πέθαινε.


Έτσι πέρασε ο χρόνος και ο διάβολος ξαναεμφανίστηκε την ώρα που ο Τζακ προσπαθούσε να κόψει ένα φρούτο από κάποιο δέντρο. Ζήτησε λοιπόν από το διάβολο να ανέβει στο δέντρο και να του κόψει το φρούτο. Ο διάβολος ανέβηκε και ο Τζακ αμέσως σκάλισε ένα σταυρό στον κορμό του δέντρου. Έτσι ο διάβολος ήταν παγιδευμένος και δεν μπορούσε να κατέβει. Γι' αυτό παρακάλεσε τον Τζακ να τον ελευθερώσει και του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον ενοχλήσει για δέκα ολόκληρα χρόνια. Τότε ο Τζακ τον ελευθέρωσε.


Πέρασαν αρκετά χρόνια και ο Τζακ πέθανε. Πήγε στον παράδεισο, αλλά ο Θεός δεν τον δέχτηκε, καθώς ο Τζακ ήταν έναν άνθρωπος μίζερος και κακός και τον έστειλε στην κόλαση. Όμως ούτε ο διάβολος τον ήθελε. Του θύμισε την υπόσχεση που του είχε δώσει παλιότερα, ότι δεν θα διεκδικούσε την ψυχή του και τον έδιωχνε. Όταν ο Τζακ τον ρώτησε: «Πώς θα φύγω; Έξω έχει σκοτεινιά», ο διάβολος πήρε ένα αναμμένο κάρβουνο και του το έδωσε για να φωτίζει το δρόμο του μέσα στη νύχτα. Ο Τζακ έβγαλε ένα ραπάνι (που πάντα κουβαλούσε μαζί του, καθώς ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα του φαγητά), το χάραξε και έβαλε μέσα το κάρβουνο. Από τότε περιπλανιέται στον κόσμο, μη μπορώντας να βρει κάποιο μέρος να αναπαύσει την ψυχή του.


Γι' αυτό κάθε Χαλοουίν, οι Ιρλανδοί σκαλίζουν ραπάνια, πατάτες και κολοκύθες, βάζουν μέσα ένα κερί και τα τοποθετούν κοντά σε παράθυρα, ώστε να κρατάνε μακριά τα κακά τα πνεύματα και κυρίως το πνεύμα του τσιγκούνη Τζακ.

Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Παράδεισος



 Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)

Πέντε ιστορίες και παραμύθια με βαθύτερο νόημα Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.


Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως  ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.


Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει.  Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε  πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε


«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Πινόκιο

 


https://www.willowisps.gr/main/-/6/9/2017-2

Όλοι έχουμε ακούσει την ιστορία του Πινόκιο ή την έχουμε παρακολουθήσει ως κινούμενο σχέδιο της Ντίσνεϋ. Όμως λίγοι γνωρίζουν ότι το παραμύθι του Πινόκιο έχει την προέλευση του στην Ιταλία, και πιο συγκεκριμένα, στη Φλωρεντία.


Ο συγγραφέας που εμπνεύστηκε τον Πινόκιο ήταν ο Carlo Collodi. Ο Collodi γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1826 και το πραγματικό του όνομα ήταν Carlo Lorenzini. Απέκτησε το ψευδώνυμο Collodi λόγω της καταγωγής του από το ομώνυμο χωριό της Φλωρεντίας.


Όντας παιδί μεγάλης και άτυχης οικογένειας, ο Collodi είχε άλλα 9 αδέρφια εκ των οποίων τα 6 έφυγαν νωρίς από τη ζωή. Η μητέρα του εργαζόταν ως υπηρέτρια και ο πατέρας του ήταν μάγειρας.


Μεγαλώνοντας ο Collodi απέκτησε ενεργό ενδιαφέρον σε πολιτικά θέματα, καθώς η Ιταλία ζούσε εποχές αναταραχών. Ίδρυσε μία σατυρική εφημερίδα, την Il Lampione, και ασχολήθηκε με τη σύνθεση σατιρικών παραστάσεων και ιστοριών.


Το 1875 έκανε την πρώτη του απόπειρα να μεταφράσει την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας από τη γαλλική εκδοχή του «Sal Perro» στα Ιταλικά και στη συνέχεια μετέφρασε αρκετά παιδικά παραμύθια. Η γνωριμία του με το παιδικό παραμύθι τον γοήτευσε πολύ και ιδιαίτερα η χρήση της αλληγορίας στις ιστορίες για παιδιά.


Μια τέτοια ιστορία αλληγορίας είναι και ο Πινόκιο, που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 1880 στην παιδική Ιταλική εφημερίδα Il Giornale dei Bambini με τον τίτλο «Ιστορία μίας μαριονέτας» (Ιταλικά: Storia di un burattino) και στη συνέχεια πήρε το όνομα «Οι Περιπέτειες του Πινόκιο»



Η ιστορία λέει πως ένας φτωχός ξυλουργός, ο Τζεπέτο, έφτιαξε μία μαριονέτα με μορφή μικρού παιδιού και την ονόμασε «Πινόκιο». Ο Πινόκιο πήρε ζωή και με τρόπο μαγικό άρχισε να κινείται. Είχε όμως ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, κάθε φορά που έλεγε ψέματα, η μύτη του όλο και μεγάλωνε και σε κάποιες εκδοχές του παραμυθιού αρκεί να έκανε κάποια αταξία για να γίνει όλο και πιο μεγάλη.


Η μία μεταφορά διαδέχεται την άλλη, καθώς μέσα από την εξέλιξη του παραμυθιού ο Collodi περνάει πολλές προσωπικές και κοινωνικές απόψεις της εποχής σχετικά με το τι είναι σωστό και τι λάθος και τις επιπτώσεις των πράξεών και των επιλογών που κάνει ο καθένας.


Χαρακτήρες όπως η μπλε νεράιδα και ο Γρύλος περνάνε μαθήματα ζωής για τον ήρωα Πινόκιο. Αφυπνίζουν τη συνείδηση του αναγνώστη και κατευθύνουν την ιστορία σε έναν μονόδρομο, που τελικά ο ήρωας έχει μόνο μία πραγματική επιλογή στη ζωή του: αν θα είναι καλός ή κακός.


Σίγουρα ο Πινόκιο δεν είναι το μοναδικό παραμύθι που μας μιλάει για το καλό και το κακό, αλλά είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ο πρωταγωνιστής διαθέτει μέσα του και τα δύο και παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό ώστε να επικρατήσει αυτό το μοναδικό στοιχείο που θα τον κάνει ένα «πραγματικό αγόρι» ή αλλιώς έναν ήρωα με καρδιά και ψυχή.


Ο Collodi, χρησιμοποιώντας έναν εκφοβιστικό τρόπο κάνει τον ήρωα να γίνει υπάκουος και καλός. Μάλιστα η πρωτότυπη εκδοχή του παραμυθιού ήταν ακόμα πιο σκληρή, προκειμένου να επιτύχει τους διδακτικούς του σκοπούς. Η ιστορία τελείωνε με τον Πινόκιο να πνίγεται κρεμασμένος από το κλαδί μίας βελανιδιάς μετά από επίθεση δύο ληστών. Αυτό το φινάλε, ωστόσο, φάνηκε αρκετά σκοτεινό στον κόσμο που ζητούσε μια συνέχεια της ιστορίας που να είναι πιο ευχάριστη και ο Collodi μεταπείστηκε να γράψει ένας τέλος που να λυτρώνει τον ήρωα από τα βάσανά του και να του δίνει αυτό που πραγματικά ποθεί. Έτσι, ο Πινόκιο γίνεται αληθινός με αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι έμαθε το μάθημά του.


Ο Carlo Collodi πέθανε το 1890 στη Φλωρεντία, πριν το έργο του αναγνωριστεί παγκοσμίως. Η ιστορία του Πινόκιο διαδόθηκε και έμεινε ανεξίτηλη μέσα στον χρόνο. Σήμερα, το χωριό Collodi στην πλαγιά του λόφου της Τοσκάνης, η γενέτειρα του συγγραφέα, φιλοξενεί το Πάρκο Πινόκιο που δέχεται πολλούς τουρίστες και θαυμαστές του ομώνυμου παραμυθιού, ενώ πωλούνται πάνω 1500 σκαλιστές ξύλινες κούκλες Πινόκιο κάθε χρόνο στην Ιταλία.


Παράλληλα, από το 1962 λειτουργεί το «Εθνικό Ίδρυμα Calro Collodi» με σκοπό την προώθηση της Ιταλικής κουλτούρας μέσα από το αριστούργημα του «Πινόκιο» και όχι μόνο, και γίνονται εκθέσεις ζωγραφικής και εικονογράφησης ετησίως με θέμα την ιστορία του.


Ο μικρός ξύλινος ατίθασος πιτσιρίκος πέρασε μέσα στην Ιταλική κουλτούρα και διαδόθηκε σε πολλές χώρες του σύγχρονο κόσμου. Παραλληλισμένος ακόμα και με Ομηρικό ήρωα που ζει τη δική του Οδύσσεια, αγγίζει ακόμη τις παιδικές καρδιές μέσα από τις πρωτότυπες και ζωντανές περιπέτειες του.

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Ο αυλός

 


https://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/2012/10/16/%CE%BF-%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BD/

Το έτος 1284 ένας μυστηριώδης άντρας εμφανίστηκε στο Χάμελιν. Φορούσε ένα πολύχρωμο πανωφόρι με έντονα, φωτεινά χρώματα και ισχυριζόταν ότι είναι σε θέση να παγιδεύει ποντίκια. Έτσι, υποσχέθηκε ότι για ένα συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να ξεκάνει όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους της πόλης. Οι πόλιτες συμφώνησαν και δέχτηκαν να πληρώσουν το ποσό. Τότε ο γητευτής των ποντικών έβγαλε μια μικρή φλογέρα από την τσέπη του κι άρχισε να παίζει. Τα ποντίκια και οι αρουραίοι άρχισαν αμέσως να βγαίνουν από τα σπίτια και μαζεύτηκαν γύρω του. Όταν κατάλαβε ότι τα είχε γητέψει όλα, κατευθύνθηκε προς τον ποταμό Βέσερ, σήκωσε τα πατζάκια του παντελονιού του και προχώρησε στο νερό. Τα ζώα τον ακολούθησαν και πνίγηκαν.

Τώρα που οι πολίτες είχαν λυτρωθεί από τη μάστιγα που τους ταλάνιζε, μετάνιωσαν που είχαν υποσχεθεί τόσα πολλά λεφτά σε αντάλλαγμα και χρησιμοποιώντας ένα σωρό δικαιολογίες αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Τελικά ο Αυλητής αποχώρησε, πικραμένος και θυμωμένος. Επέστρεψε στις 26 Ιουνίου, την ημέρα των Αγίων Ιωάννη και Παύλου, νωρίς το πρωί κατά τις 7 (αν και άλλοι επιμένουν πως ήταν μεσημέρι), ντυμένος αυτή τη φορά με κυνηγετικά ρούχα και βλέμμα που τρόμαζε – στο κεφάλι του φορούσε ένα παράξενο κόκκινο καπέλο. Φυσούσε στη φλογέρα του καθώς περπατούσε τους δρόμους, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν τα ποντίκια και οι αρουραίοι που βγήκαν από τα σπίτια να τον ακολουθήσουν, αλλά τα παιδιά: ένας μεγάλος αριθμός αγοριών και κοριτσιών από τα τέσσερα και πάνω. Ανάμεσά τους ξεχώριζε και η μεγαλύτερη κόρη του δημάρχου. Το πλήθος των παιδιών τον ακολούθησε κι αυτός τα οδήγησε σε ένα βουνό, όπου εξαφανίστηκαν όλοι μαζί.

Όλα αυτά τα είδε μια παραμάνα, η οποία κουβαλώντας ένα παιδί στην αγκαλιά της, τους ακολούθησε από απόσταση και μετά επέστρεψε γρήγορα, φροντίζοντας να μεταφέρει τα νέα στην πόλη. Οι ανήσυχοι γονείς έτρεχαν όλοι προς τις διαφορετικές πύλες της πόλης αναζητώντας τα παιδιά τους. Οι μητέρες φώναζαν κι έκλαιγαν με λυγμούς. Μέσα σε μία ώρα στάλθηκαν μαντατοφόροι προς κάθε κατεύθυνση να ρωτήσουν αν είχε δει κανείς τα παιδιά  – έστω ένα από αυτά – αλλά δίχως αποτέλεσμα.

Συνολικά εξαφανίστηκαν 130 παιδιά. Λέγεται πως δύο από αυτά ξέμειναν πίσω κι επέστρεψαν. Το ένα ήταν τυφλό και το άλλο κωφάλαλο. Το τυφλό παιδί δεν ήταν σε θέση να δείξει συγκεκριμένο τόπο, αλλά μπορούσε να εξηγήσει πως ακολούθησαν τον Αυλητή. Το κωφάλαλο παιδί ήταν σε θέση να δείξει τον τόπο, αλλά δεν είχε ακούσει το παραμικρό. Ένα μικρό αγόρι που φορούσε πουκάμισο με κοντά μανίκια, επέστρεψε για να πάρει το πανωφόρι του κι έτσι γλίτωσε την τραγωδία, διότι σαν επέστρεψε οι άλλοι είχαν ήδη εξαφανιστεί μέσα σε μια σπηλιά στο λόφο. Αν ρωτήσετε που βρίσκεται αυτή η σπηλιά, ακόμη και σήμερα, θα σας τη δείξουν.

Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα και πιθανότατα ακόμα και σήμερα, ο δρόμος που διάβηκαν τα παιδιά για να περάσουν την πύλη της πόλης ονομάζεται Σιωπηλός Δρόμος, διότι σ’ αυτόν δεν επιτρέπονται ούτε ο χορός, ούτε η μουσική. Πράγματι, κάθε φορά που μια γαμήλια πομπή διασχίζει το συγκεκριμένο δρόμο, καθώς κατευθύνεται προς την εκκλησία, οι μουσικοί σταματούν να παίζουν. Το βουνό κοντά στο Χάμελιν όπου εξαφανίστηκαν στα παιδιά ονομάζεται Πόπενμπεργκ. Εκεί έχουν στηθεί δύο πέτρινα μνημεία σε σχήμα σταυρού, ένα από την αριστερή πλευρά και ένα από τη δεξιά. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τα παιδιά οδηγήθηκαν μέσα από μια σπηλιά στην Τρανσυλβανία.

Οι κάτοικοι του Χάμελιν κατέγραψαν το γεγονός στα αρχεία της πόλης, όπως και κάθε σχετική εξαγγελία έκτοτε για την εξαφάνιση των παιδιών.

Σύμφωνα με τον Seyfried, στο αρχείο αναφέρεται η 22η ως μέρα εξαφάνισης και όχι η 26η Ιουνίου.

Στο δημαρχείο χαράχτηκαν οι παρακάτω γραμμές:

Το έτος 1284 μετά τη γέννηση του Χριστού
Οδηγήθηκαν μακρυά από το Χάμελιν
Εκατόν τριάντα παιδιά, γεννημένα στον τόπο αυτό
Αποπλανημένα από έναν αυλητή στα έγκατα του βουνούΚαι στη νέα πύλη γράψαμε: Centum ter denos cum magus ab urbe puellos
duxerat ante annos CCLXXII condita porta fuit.

[Η πύλη αυτή χτίστηκε 272 χρόνια αφότου ο μάγος παρέσυρε μακρυά τα 130 παιδιά της πόλης.]

Κατά το έτος 1572, ο τότε δήμαρχος ζήτησε να απεικονιστεί η ιστορία στα παράθυρα της εκκλησίας. Η συνοδευτική επιγραφή δεν διαβάζεται πια. Επιπλέον, προς ανάμνηση του γεγονότος εκδόθηκε ένα νόμισμα.

Πηγή: http://www.pitt.edu/~dash/hameln.html#grimm245

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Η κόρη των Κυθήρων

https://www.eleniharou.gr/melinda-i-kori-ton-kythiron/

Ένα πολύ γοητευτικό παραμύθι λέει ότι κάποτε τα Κύθηρα ήταν ενωμένα με την απέναντι στεριά της Λακωνικής και σε μια φοβερή γεωλογική αναστάτωση αποκοπήκανε και έγιναν νησί. Με την αποκοπή αυτή αποχωρίστηκαν και δύο αγαπημένες οικογένειες. Η οικογένεια που έμεινε στη Λακωνία είχε ένα πανέμορφο αγόρι. Η οικογένεια που βρέθηκε πάνω στα Κύθηρα είχε ένα πανέμορφο κοριτσάκι που το φώναζαν Μελίνδα. Με θλίψη οι δύο οικογένειες έβλεπαν τη θάλασσα που τους χώριζε.

Σιγά σιγά οι διηγήσεις της οικογένειας που ζούσε στην ξηρά, φούντωσαν τον έρωτα του αγοριού για την κόρη των Κυθήρων, ώστε έβαλε σκοπό, να βρει τρόπο να διαπλεύσει το στενό, για να πάει να την συναντήσει. Ο νεαρός έκανε ένα αυτοσχέδιο πλεούμενο, με το οποίο κατόρθωσε να φτάσει στη γη των Κυθήρων με συντροφιά τις νύμφες της θάλασσας που χόρευαν και τραγουδούσαν γύρω του. Όταν πάτησε στα Κύθηρα, αφού περιπλανήθηκε μέσα σε δάση από μυρτιές, κλήματα, γιασεμιά, οπωροφόρα δέντρα και τρεχούμενα νερά, βρήκε την κόρη των ονείρων του, τη Μελίνδα και την παντρεύτηκε. Έτσι ο νεαρός έγινε ο πρώτος ναύτης και η κινητήριος δύναμις που γέννησε τη ναυτική τέχνη ήταν ο έρωτας για τη Μελίνδα, την πανέμορφη κόρη των Κυθήρων…


Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Το σπουργίτι και ο σκύλος

The dog and the sparrow - Grimm

http://www.literaturepage.com/read/grimms-fairy-tales-29.html


Των Αδελφών Γκριμ

Ένα τσοπανόσκυλο είχε ένα αφεντικό που δεν το πρόσεχε καθόλου , αλλά συχνά το άφηνε να λιμοκτονεί. Τελικά δεν άντεξε άλλο κι έτσι σηκώθηκε κι έφυγε πολύ θλιμμένος . Στο δρόμο συναντήθηκε με ένα σπουργίτι που του είπε: «Γιατί είσαι τόσο λυπημένος, φίλε μου;» «Γιατί,» είπε ο σκύλος, «είμαι πολύ πεινασμένος και δεν έχω τίποτα να φάω». «Αν αυτό είναι όλο», απάντησε το σπουργίτι, «έλα μαζί μου στην επόμενη πόλη και σύντομα θα σου βρω πολλά φαγητά». 

Έτσι λοιπόν, πήγαν μαζί στην πόλη: και καθώς περνούσαν από ένα κρεοπωλείο, το σπουργίτι είπε στον σκύλο: "Στάσου εκεί για λίγο μέχρι να κόψω με το ράμφος μου ένα κομμάτι κρέατος". Έτσι, το σπουργίτι σκαρφάλωσε στο ράφι: και αφού πρώτα κοίταξε προσεκτικά για να δει αν κάποιος το παρακολουθούσε, ράμφισε και γρατζούνισε  μια μπριζόλα που βρισκόταν στην άκρη του ραφιού, μέχρι που έπεσε τελικά κάτω. Τότε ο σκύλος την άρπαξε και έτρεξε σε μια γωνιά, όπου σύντομα την έφαγε όλη. "Λοιπόν," είπε το σπουργίτι, "θα έχεις κι άλλο, αν θέλεις. Οπότε έλα μαζί μου στο επόμενο κατάστημα και θα σου βρω κι άλλη μπριζόλα. " Όταν το σκυλί την έφαγε κι αυτή, το σπουργίτι του είπε: «Λοιπόν, καλέ μου φίλε, έφαγες αρκετά τώρα;» «Έφαγα άφθονο κρέας», απάντησε, «αλλά θα ήθελα κι  ένα κομμάτι ψωμί να φάω». "Έλα μαζί μου τότε", είπε το σπουργίτι, "και σύντομα θα το έχεις και αυτό." Έτσι τον πήγε σε ένα αρτοποιείο και ράμφισε δύο φρατζόλες που βρίσκονταν στο παράθυρο, μέχρι να πέσουν κάτω και καθώς ο σκύλος εξακολουθούσε να θέλει κι άλλο, τον πήγε σε άλλο κατάστημα και του βρήκε λίγο ακόμα. Όταν το έφαγε, το σπουργίτι τον ρώτησε αν είχε χορτάσει τώρα. «Ναι», είπε. "και τώρα ας πάμε μια βόλτα μακριά από την πόλη". Έτσι, και οι δύο βγήκαν στον πάνω δρόμο. αλλά καθώς ο καιρός ήταν ζεστός, δεν είχαν πάει πολύ μακριά όταν ο σκύλος είπε, «είμαι πολύ κουρασμένος - θα ήθελα να πάρω έναν υπνάκο».
THE DOG AND THE SPARROW – taleworld
 «Πολύ καλά», απάντησε το σπουργίτι, «κοιμήσου και εν τω μεταξύ θα κουρνιάσω σε αυτόν τον θάμνο ». Έτσι ο σκύλος ξάπλωσε στον δρόμο και κοιμήθηκε. Ενώ κοιμόταν, ήρθε ένας καροτσέρης με μια καρότσα που την έσερναν τρία άλογα και ήταν φορτωμένη με δύο βαρέλια κρασιού. Το σπουργίτι, βλέποντας ότι ο καροτσέρης δεν άλλαζε δρόμο, αλλά συνέχιζε την πορεία του στην οποία βρισκόταν ο σκύλος, για να τον πατήσει, είπε: «Σταματήστε! σταματήστε! Κύριε καροτσέρη , ή θα σε βρουν τα χειρότερα. " Αλλά ο αμαξάς, γκρινιάζοντας είπε, «Τα χειρότερα θα με βρουν, πράγματι! τι μπορείς να μου κάνεις;" χτύπησε το μαστίγιο του και οδήγησε την άμαξά του πάνω στο φτωχό σκυλί, έτσι ώστε οι τροχοί το συνέθλιψαν. «Εσύ», φώναξε το σπουργίτι, «σκληρέ κακοποιέ, σκότωσες τον φίλο μου τον σκύλο. Τώρα άκου τι σου λέω. Αυτή η πράξη σου θα σου κοστίσει όλό σου το βιος ». «Κάνε το χειρότερό σου,καλοδεχούμενο», είπε ο αγροίκος, «τι κακό μπορείς να μου κάνεις;» και έφυγε. Αλλά το σπουργίτι όρμησε στην καρότσα και ράμφισε την τάπα  ενός από τα βαρέλια μέχρι που τη χαλάρωσε και όλο το κρασί χύθηκε , χωρίς ο καροτσέρης να το δει. Τελικά κοίταξε πίσω και είδε ότι το καρότσι έσταζε και το βαρέλι ήταν άδειο. «Τι άτυχος φουκαράς που είμαι!» είπε. " Όχι αρκετά φουκαράς  ακόμα. " είπε το σπουργίτι, καθώς πέταξε πάνω από το κεφάλι ενός από τα άλογα και το ράμφισε μέχρι να σηκωθεί στα δυο του πόδια και να κλωτσήσει. Όταν ο καροτσέρης το είδε αυτό, έβγαλε το τσεκούρι του και έκανε να χτυπήσει το σπουργίτι, θέλοντας να το σκοτώσει. Αλλά αυτό πέταξε μακριά, και το χτύπημα έπεσε πάνω στο κεφάλι του φτωχού αλόγου με τέτοια δύναμη, που έπεσε νεκρό. «Τι άτυχος φουκαράς που είμαι!» είπε. "Όχι αρκετά φουκαράς ακόμα!" είπε το σπουργίτι. Και καθώς ο καροτσέρης συνέχισε με τα άλλα δύο άλογα,όρμηξε ξανά στην καρότσα και άνοιξε το δοχείο του δεύτερου βαρελιού, έτσι ώστε όλο το κρασί να χυθεί. Όταν ο καροτσέρης το είδε αυτό, πάλι φώναξε: «Τι άτυχος φουκαράς που είμαι!» Αλλά το σπουργίτι απάντησε: «Όχι αρκετά φουκαράς ακόμα!" και πέταξε πάνω στο κεφάλι του δεύτερου αλόγου και το ράμφισε επίσης. Ο αμαξάς έτρεξε και χτύπησε ξανά με το τσεκούρι του αλλά μακριά πέταξε το σπουργίτι, και το χτύπημα έπεσε πάνω στο δεύτερο άλογο και το σκότωσε επί τόπου. «Τι άτυχος φουκαράς που είμαι!» είπε. "Όχι αρκετά φουκαράς ακόμα!" είπε το σπουργίτι και ανέβηκε στο τρίτο άλογο,και άρχισε να το ραμφίζει κι αυτό. Ο αμαξάς είχε τρελαθεί από το θυμό του και χωρίς να κοιτάξει γύρω του ή να κοιτάξει που βρισκόταν, χτύπησε πάλι στο σπουργίτι αλλά σκότωσε το τρίτο του άλογο όπως και τα άλλα δύο. 'Αλίμονο! Τι άτυχος φουκαράς που είμαι! " είπε. "Όχι αρκετά φουκαράς ακόμα !" απάντησε το σπουργίτι καθώς πέταξε μακριά. «τώρα θα σε βασανίσω και θα σε τιμωρήσω στο σπίτι σου». Ο αμαξάς αναγκάστηκε τελικά να αφήσει πίσω του την καρότσα του και να γυρίσει στο σπίτι γεμάτος από οργή και αγανάκτηση. "Αλίμονο!" είπε στη σύζυγό του, «τι κακή τύχη με έχει χτυπήσει ! - το κρασί μου χύθηκε  και τα τρία μου άλογα είναι νεκρά. "Αλίμονο! σύζυγε ", του απάντησε αυτή "και ένα κακό πτηνό ήρθε  στο σπίτι και έφερε μαζί του όλα τα πουλιά του κόσμου, είμαι βέβαιη, και έπεσαν πάνω στο καλαμπόκι μας στο σοφίτα και το τρώνε όλο! Έτρεξε ο σύζυγος επάνω και είδε χιλιάδες πουλιά που κάθονταν στο πάτωμα να τρώνε το καλαμπόκι του, με το σπουργίτι ανάμεσά τους. «Τι άτυχος φουκαράς  που είμαι!» φώναξε ο αμαξάς επειδή είδε ότι το καλαμπόκι είχε σχεδόν όλο εξαφανιστεί. "Όχι αρκετά φουκαράς ακόμα !" είπε το σπουργίτι. «Η σκληρότητα σου θα σου κοστίσει ακόμα και τη ζωή σου». και πέταξε μακριά .
Ο αμαξάς βλέποντας ότι είχε χάσει όλα όσα είχε, κατέβηκε στην κουζίνα του. Μα εξακολουθούσε να μην λυπάται για αυτό που είχε κάνει, αλλά καθόταν οργισμένος και κακόκεφος στη γωνία της καμινάδας. Αλλά το σπουργίτι κάθισε έξω από το παράθυρο και φώναξε «Αμαξά! η σκληρότητα σου θα σου κοστίσει τη ζωή σου! " 
The Dog And The Sparrow - By The Brothers Grimm
Με το που το άκουσε αυτό πήδηξε οργισμένος, άρπαξε το τσεκούρι του, και το έριξε στο σπουργίτι. Αλλά αστόχησε, και ίσα που έσπασε το παράθυρο. Το σπουργίτι πήδηξε μέσα τώρα, κάθισε πάνω στο κάθισμα του παραθύρου και φώναξε: "Αμαξά! θα σου κοστίσει τη ζωή σου! " Τότε αυτός,τυφλωμένος από την οργή του χτύπησε το κάθισμα με μια τέτοια δύναμη που το έκοψε στα δύο: και καθώς το σπουργίτι πέταγε από μέρος σε μέρος, ο καροτσέρης και η σύζυγός του ήταν τόσο οργισμένοι, που έσπασαν όλα τα έπιπλα τους , τα τζάμια, τις καρέκλες, τους καναπέδες, το τραπέζι και τέλος τους τοίχους, χωρίς να αγγίξουν το πουλί καθόλου. Τελικά, όμως, το έπιασαν: και η σύζυγος ρώτησε: «Να το σκοτώσω τώρα αμέσως; «Όχι», φώναξε αυτός, «θα είναι πολύ εύκολο: θα πεθάνει με πολύ πιο σκληρό θάνατο. Θα το φάω ». Αλλά το σπουργίτι άρχισε να φτερουγίζει, τέντωσε το λαιμό του και φώναξε: «Αμαξά! θα σου κοστίσει ακόμα και τη ζωή σου! " Μετά από αυτό δεν μπορούσε πλέον να περιμένει: έτσι έδωσε στη γυναίκα του το τσεκούρι και φώναξε: «Γυναίκα , χτύπα το πουλί και σκότωσέ το στο χέρι μου». Και η γυναίκα χτύπησε. Αλλά αστόχησε και χτύπησε το σύζυγό της στο κεφάλι και έπεσε νεκρός και το σπουργίτι πέταξε ήσυχα στη φωλιά του. 

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Το παραμύθι


https://mikekourouvanis.wordpress.com/%cf%84%ce%b9-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%b9/

Το παραμύθι είναι μια φανταστική λαϊκή διήγηση, ευχάριστη και ελκυστική, ιδιαίτερα στα παιδιά. Δεν αναφέρεται ποτέ σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά μεταφέρει αόριστα τον ακροατή στο παρελθόν με την τυπική εισαγωγή: «Μια φορά κι έναν καιρό…».

Τα παραμύθια αναφέρονται σ’ έναν κόσμο εξωπραγματικό και το περιεχόμενό τους είναι φανταστικό. Τ’ άψυχα ζωντανεύουν, πολλά ζώα παίρνουν ανθρώπινη μορφή και άλλα έχουν μαγικές ιδιότητες.

Δεν πρέπει όμως να μπερδεύουμε τα παραμύθια με τους μύθους. Οι μύθοι έχουν σκοπό να διδάξουν τον ακροατή, ενώ τα παραμύθια είναι καθαρά ψυχαγωγικά.

Συνήθως η αφήγηση του παραμυθιού ξεκινά με τη χαρούμενη εισαγωγή:

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δώσ’ της κλότσο να γυρίσει
παραμύθι ν΄ αρχινίσει.

Το τέλος των παραμυθιών είναι κι αυτό ευχάριστο. Οι ήρωες ανταμείβονται για τους κόπους τους και τις ταλαιπωρίες τους. «Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ή «ζούσαν και βασίλευαν και τον κόσμο φίλευαν».

Όταν οι παραμυθάδες ήθελαν να συντομεύσουν το παραμύθι τους, είτε γιατί κουράστηκαν, είτε γιατί νύσταξαν τα παιδιά, χρησιμοποιούσαν την έκφραση « και για να μην τα πολυλογούμε…», και συνέχιζαν παρακάτω.

Τα παραμύθια έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα. Οι άνθρωποι τότε έλεγαν διάφορες ιστορίες για ευχάριστα ή τρομακτικά πράγματα, προσπαθώντας να διασκεδάσουν και τους εαυτούς τους αλλά και τους άλλους. Λέγεται ότι το παραμύθι καλλιεργήθηκε περισσότερο στις Ινδίες. Μα και άλλοι λαοί, οι Έλληνες, οι Κινέζοι, οι Αιγύπτιοι, οι Σλάβοι, έχουν μεγάλη παράδοση στα παραμύθια