Εκείνο το πρωινό, δεν θα είχε πάει έξι η ώρα, βρέθηκα σε μέρη γνώριμα. Οι άνεμοι που συνήθως καβαλάω για να με μεταφέρουν μου έπαιξαν ένα παιχνίδι καθώς φαίνεται. Η πηγή με το καθαρό νερό της μόλις με είδε άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι από πολύ παλιά. Πολύ πριν ανθρώπινο πόδι πατήσει στα μέρη τούτα. Τα πλατάνια άρχισαν να λένε ιστορίες για πλάσματα και πνεύματα που το ανθρώπινο μυαλό ούτε να εξηγήσει μπορεί ούτε και να φανταστεί. Παρακάτω, δέντρα ψηλά και θάμνοι πυκνοί, δημιουργούσαν ένα απροσπέλαστο καταπράσινο χαλί που σκέπαζε όλη την πλαγιά ως κάτω στο γεφύρι του ποταμού. Είχαν πιάσει μια συζήτηση απόκρυφη, που λίγα ανθρώπινα αυτιά θα μπορούσαν να αντέξουν να ακούσουν χωρίς να οδηγηθούν στην παραφροσύνη τους ακροατές. Ξαφνικά ένα φίδι σύρθηκε ανάμεσα στα χόρτα και ήρθε μέχρι το ρυάκι που δημιουργούσε το νερό της πηγής. Ήπιε λίγο, με κοίταξε, ανασήκωσε το κεφάλι του και άφησε το φολιδωτό δέρμα του να πέσει. Αποκαλύφθηκε ένα πλούσιο φτέρωμα, με εκτυφλωτικά λαμπερά χρώματα. "Δες την παλιά μου δόξα" είπε και πέταξε μακριά. Ένα πνεύμα σαν φτιαγμένο από φως και φωτιά εμφανίστηκε τότε. Μου έδωσε να καταλάβω πως το μέρος αυτό δεν ήταν για μένα και πως κακώς είχα βρεθεί εκεί. Σηκώθηκα, έβρεξα το πρόσωπό μου με το τραγουδιστό νερό της πηγής και ξεκίνησα να φύγω. Περιμένοντας τον επόμενο άνεμο να με πάρει μακριά, γύρισα και κοίταξα ξανά εκείνο το μέρος. Παράξενο. Άκουσα ιστορίες άλλων χρόνων και τόπων, τέτοιων που θα έκαναν κάθε άνθρωπο να τρελαθεί, εγώ όμως σκεφτόμουν μια δικιά μου ιστορία, πολύ πιο πρόσφατη και πολύ πιο πεζή από όλες εκείνες. Παράξενα που λειτουργεί του ανθρώπου το μυαλό. Επιτέλους φύσηξε κι εγώ αναχώρησα...
