Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα κείμενά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα κείμενά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Το κυνηγητό




Καθώς περπατούσα χθες, ένας άνθρωπος ήρθε και έπεσε πάνω μου τρέχοντας. Πέσαμε και οι δύο κάτω. Ίσα που πρόλαβα να τον δω καθώς σηκώθηκε βιαστικά, μου ζήτησε συγγνώμη και συνέχισε να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση. Από το λίγο που πρόλαβα να δω, κάτι δεν πήγαινε καλά. Φορούσε ένα κοστούμι, η γραβάτα ήταν λίγο λυμένη αλλά ήταν βρώμικος. Γεμάτος χώματα! Και το χρώμα του, δε μου φάνηκε και πολύ σόι. Κάπως χλωμός. Τέλος πάντων...μόλις σηκώθηκα και έκανα δυο τρία βήματα τρεις τύποι ήρθαν τρέχοντας και σταμάτησαν μπροστά μου. Ευτυχώς χωρίς να πέσουν πάνω μου αυτοί. Οι δύο κρατούσαν φτυάρια, φορούσαν ρούχα εργασίας και ήταν αλαφιασμένοι. Ο τρίτος, καταϊδρωμένος, φορούσε κοστούμι μαύρο.  "Μήπως είδες έναν πεθαμένο να τρέχει;" ρώτησε ο ένας από αυτούς. "Βγήκε από τον τάφο του σήμερα και δε θέλει να ξαναμπεί με τίποτα!"..."Ναι", απάντησα. "Πήγε από εκεί" και έδειξα προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που είχε πάρει ο πεθαμένος. Οι νεκροθάφτες και ο εργολάβος κηδειών με ευχαρίστησαν βιαστικά και έτρεξαν προς τα εκεί που τους έδειξα. Τι στην ευχή; Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία, έτσι δεν είναι;

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

To φαγητό

 


Όλη του η ζωή ήταν η μαγειρική. Μάλλον όχι. Όχι η μαγειρική. Το φαγητό! Λάτρευε να ετοιμάζει φαγητό, να προσφέρει φαγητό, να μιλάει για φαγητό. Να τρώει το φαγητό. Και έτρωγε πολύ φαγητό. Πάρα πολύ φαγητό! Υπερβολικά πολύ φαγητό. Μέχρι που αρρώστησε από το τόσο φαγητό και τελικά έσκασε από το φαγητό. Κυριολεκτικά. Αντί για τρεις μέρες αφαγίας που του συνέστησαν οι γιατροί, προτίμησε τρεις μέρες γαστρονομικής κραιπάλης και...Λοιπόν, τουλάχιστον παρέμεινε κοντά στο αντικείμενο. Το σώμα του έγινε φαγητό για χιλιάδες έντομα και μικροοργανισμούς...

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Ο ελέφαντας στη παραλία

 


Περπατούσα στη παραλία εκείνο το ζεστό απόγευμα όταν είδα πολύ κόσμο συγκεντρωμένο σε ένα σημείο. Σχεδόν όλο το χωριό είχε μαζευτεί εκεί. Καθώς πλησίασα είδα πως όλοι τους κοιτούσαν προς τη θάλασσα. Έστρεψε το βλέμμα μου και τι να δω! Ένας ελέφαντας μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του και έβγαινε στη παραλία. Πήγε εκεί που είχε αφήσει τη πετσέτα του, την πήρε και σκουπίστηκε. Τότε, αντιλαμβανόμενος πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι τον κοιτούσαν(είχα ήδη πάει μπροστά μπροστά) με κοίταξε και με ρώτησε ενοχλημένος: "Τι κοιτάνε όλοι αυτοί; Δεν έχουν ξαναδεί ελέφαντα να κάνει μπάνιο στη θάλασσα;". Ένιωσα λίγο αμήχανος. Μετά από μια παύση δευτερολέπτων του απάντησα: "Δε φοράς μαγιό αδελφέ. Η παραλία των γυμνιστών είναι από την άλλη μεριά του κόλπου". Ο ελέφαντας κοκκίνησε ελαφρώς, ζήτησε συγγνώμη για το λάθος του, φόρεσε βιαστικά τη βερμούδα του και έφυγε με γρήγορο βήμα κάπως ντροπιασμένος. 

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Τραγωδία(μία παράλογη ιστορία)

 


Δε χρειάστηκε να περάσει πολλή ώρα μέχρι να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αυτό το πρωί. Ο καιρός ήταν καθαρά φθινοπωρινός και δεν πρόδιδε το πρόβλημα. Οι δρόμοι, όπως πάντα, ήταν γεμάτοι πιγκουίνους που πήγαιναν στις δουλειές τους ή για τα ψώνια τους. Όμως οι φώκιες...οι φώκιες σαν να είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε πουθενά ούτε μία για δείγμα. Ούτε στον φούρνο, ούτε στο γυμναστήριο... πουθενά... μόνο οι πιγκουίνοι υπήρχαν, οι οποίοι συνέχιζαν την καθημερινότητά τους σαν να μην έτρεχε τίποτα. Θεέ μου... ξύπνησα σε έναν κόσμο που στις πόλεις βλέπεις μόνο πιγκουίνους και οι φώκιες έχουν εξαφανιστεί! Τι τραγωδία!

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Επικήδειος

 


Το ουίσκι στο ποτήρι μου υγρό κεχριμπάρι. Μια πίστα χορού για να χορεύει η νεράιδα που κάθε μπουκάλι μέσα του κρύβει. Κάθε γουλιά, μου ξυπνά και μια ανάμνηση από το παρελθόν. Κάθε λίγο που πίνω βλέπω κι ένα όραμα μελλοντικό. Κηδεύω τα όνειρά μου που έμειναν όνειρα και με στόμφο απαγγέλω τον επικήδειό τους. Η νεράιδα γελά σαν μικρό παιδί και μου κλείνει το μάτι. Είσαι δίπλα μου μα είσαι από το χθες ή έρχεσαι από το αύριο; Και το τώρα; Τι γίνεται σήμερα, μου λες; Ακούω το τραίνο να σφυρίζει κι εσύ είσαι μέσα. Δε θα σε ξαναδώ. Δε θα ξανασυναντηθούμε. Όχι όπως τότε. Όχι όπως τώρα. Όχι όπως αύριο. Ο ξωτικός χορός τελειώνει με το ουίσκι. Άδειασε το μπουκάλι. Έμεινε κενό. Κι εσύ έφυγες. Θα ήθελα να σου γράψω ένα ποίημα μα δε ξέρω πως να το κάνω. Πετάω το μπουκάλι και πηγαίνω για ύπνο. Κλείνω το φως, όπως έκλεισε κι εκείνο το κεφάλαιο. Θυμάσαι; Ούτε κι εγώ. Αντίο. 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Δίκαιο ή κρίμα;

 


Είχε καθίσει στο θρόνο του και δεν σηκωνόταν ποτέ. Λέγανε πως τον έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Τόσο σημαντικός ήταν για αυτόν. Δε σηκωνόταν για κανέναν λόγο. Πάνω εκεί τον μετέφεραν, εκεί έτρωγε, εκεί κοιμόταν. Κι όταν μια αράχνη - ένα είδος σπάνιο που κανείς δεν είχε ξαναδεί- άρχισε να υφαίνει τον ιστό της και να τον τυλίγει μαζί με το θρόνο ούτε και τότε ξεκούνησε. Μα κάποια στιγμή θέλησε να ελευθερωθεί και φώναξε στους στρατιώτες του να κόψουν τον ιστό. Μάταια όμως. Τα μαχαίρια, τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους αλλά και όποιο άλλο εργαλείο χρησιμοποιούσαν, δεν μπορούσαν να κόψουν τον ιστό. Λένε όσοι ήταν μάρτυρες του περιστατικού και όσων ακολούθησαν πως το νήμα ήταν σκληρότερο κι από ατσάλι. Η αράχνη άρχισε να τον δαγκώνει και να τον δηλητηριάζει. Να τη σκοτώσει κανείς δε μπορούσε αφού δεν περνούσαν οι λάμες από το δίχτυ της. Τελικά το δηλητήριο έκανε τη δουλειά του και η αράχνη έφυγε χωρίς κανείς να τη πάρει χαμπάρι κάποια στιγμή. Εκείνος έμεινε ένα κουφάρι δεμένο πάνω σε θρόνο πολύτιμο. Κρίμα, θα έλεγαν κάποιοι. Κάποιοι άλλοι θα έλεγαν, δίκαιο. Εγώ λέω απλά την ιστορία.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Μέσα στο όνειρό σου



Ονειρεύτηκα πως βρέθηκα στο όνειρό σου. Άκουγα τι σκεφτόσουν και έβλεπα όσα ονειρευόσουν. Ποιο μονοπάτι με έστειλε εκεί και πώς άνοιξε η θύρα δε γνωρίζω. Μα γνωρίζω πως εκείνη την ώρα ήμασταν ένα και το αυτό. Ονειρευόσουν εμένα. Πριν με δημιουργήσεις και πριν δημιουργηθώ. Με έντυσες με τη νύχτα σου και με όπλισες με την ημέρα σου. Τον ήλιο σου μου κρέμασες σαν φυλαχτό και το φεγγάρι σου μου πέρασες δαχτυλίδι. Τραγούδησες το τραγούδι μου και με φίλησες με το φιλί μου. Ξύπνησα και κοίταξα γύρω μου. Ήμουν άραγε ακόμα στο όνειρό σου ή μήπως ξύπνησα στο δικό μου;

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Το σπουργίτι είπε:

 


Ένα σπουργίτι κάθισε στο κάγκελο του μπαλκονιού μου. "Ξέρεις", μου είπε, "οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εντελώς τυφλοί. Θαρρούν πως μόνο όσα βλέπουν και αγγίζουν και υπάρχουν πραγματικά. Μα η ακοή τους τους προειδοποιεί συχνά. Ακούνε αυτά που δε φαίνονται και δεν αγγίζουν. Βιάζονται όμως να απορρίψουν ό,τι ακούνε ως παραίσθηση ή ως κάποιου είδους παιχνίδι της ακοής τους. Κι έτσι χάνουν την ευκαιρία να δουν πέρα από τα όρια που έθεσαν στον κόσμο οι ίδιοι. Ο κόσμος όμως έχει τα δικά του όρια. Και ο ορατός και ο αόρατος. Κι όλοι τούτοι οι εθελουσίως τυφλοί περπατούν σαν ζωντανοί νεκροί ανάμεσα στα απερίγραπτα και ακατανόητα που τους περιβάλλουν. Για αυτό δε μπόρεσαν οι άνθρωποι ποτέ τους να πετάξουν, παρά μόνο με αυτά τα θορυβώδη τέρατα που έφτιαξαν, ώστε τους ήχους που θα άκουγαν εκεί ψηλά να εμποδίσουν". Αυτά είπε το σπουργίτι, πήρε ένα ψίχουλο από το τσουρέκι που έτρωγα για πρωινό και πέταξε μαζί με τα άλλα σπουργίτια τιτιβίζοντας χαρούμενο. Δεν προσπάθησα να αφουγκραστώ μήπως και ακούσω τίποτα από αυτά που περιέγραψε. Όχι για να μην απογοητευτώ αν δεν ακούσω τίποτα αλλά για να μη τρομάξω στη περίπτωση εκείνη που κάτι φτάσει στα αυτιά μου. 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Οι ιστορίες των πουλιών

 


Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό. Η βροχερή ημέρα στέλνει απλόχερα τη δροσιά της μέσα στο δωμάτιο. Οι σταγόνες της βροχής σχηματίζουν μια μελωδία υπνωτιστική. Η ψιχάλα δεν εμποδίζει τα περιστέρια και τις δεκαοχτούρες που πετούν για να έρθουν στην ταράτσα από πάνω μου και να τραφούν από το φαγητό που τους έχω αφήσει εκεί. Μαζί τους, έρχονται να συμμετάσχουν και κάμποσα σπουργίτια και άλλα μικρά πτηνά. Αφήνω τον ήχο της βροχής να υποχωρήσει στο βάθος και φέρνω στο προσκήνιο τα τιτιβίσματα και τα κρωξίματα των πουλιών. Σύντομα συνειδητοποιώ πως οι φωνές τους ούτε τυχαίες είναι ούτε συνθέτουν κάποια μελωδία. Όχι, δεν παράγουν μουσική. Διηγούνται ιστορίες. Ιστορίες που έζησαν, είδαν ή έμαθαν στα πολλά - είτε μακρινά είτε κοντινά- ταξίδια τους. Οι πτήσεις τους δεν έχουν σκοπό μόνο τη συλλογή τροφής αλλά και τη συλλογή μύθων, θρύλων και άλλων διηγήσεων. Ακούω προσεκτικά και καταγράφω όσα αξιοθαύμαστα εξιστορούν. Ιστορίες που μόνο τα πουλιά γνωρίζουν και διηγούνται. Αν το πρωί που πίνετε τον καφέ σας, ακούσετε τα πουλιά να κελαηδούν, να τιτιβίζουν ή να κρώζουν, δώστε τους σημασία. Δεν είναι απλά ήχοι και μελωδίες. Είναι κάτι πολύ παραπάνω...

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ο θάνατος των φύλλων

 


Καθώς περπατούσα, ένα φύλλο έπεσε από το κλαδί του δέντρου του. Προσγειώθηκε στα πόδια μου και μπροστά στα μάτια μου, ξεψύχησε. Κοίταξα το δέντρο. Πολλά ακόμα ετοιμοθάνατα φύλλα περίμεναν το τέλος τους. Δεν υπήρχε θρήνος, δεν υπήρχε θλίψη. Δεν ακούγονταν μοιρολόγια ούτε κι αποχαιρετισμοί. Μόνο σιωπηλή προσμονή υπήρχε. Ήξεραν ότι είχαν φτάσει στο τέλος της πορείας τους. Ένα αεράκι που φύσηξε απαλά, επίσπευσε τη διαδικασία του θανάτου για κάποια από αυτά. Κοίταξα ξανά στο δέντρο. Είδα έναν άγγελο να στέκεται στον αέρα και  να χαμογελά. Έτριψα τα μάτια μου, νομίζοντας πως είχα κάποια παραίσθηση. Όταν τα άνοιξα πάλι, δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο τα κίτρινα φύλλα του δέντρου που περίμεναν την πτώση τους. Συνέχισα το δρόμο μου και βυθίστηκα στις σκέψεις της καθημερινότητας. Σύντομα είχα ξεχάσει τα φύλλα που έπεφταν. 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2026

Όραμα

 


Πήρα μια βαθιά ανάσα. Ο φθινοπωρινός αέρας ήταν αρωματισμένος με θάνατο και χάος. Έκλεισα τα μάτια κι άφησα να με κατακλύσουν οράματα του χαμού. Ο θρήνος των αδίκως φονευμένων μπλέχτηκε με το τραγούδι ενός αηδονιού βυθισμένου στη μελαγχολία. Το φεγγάρι καλύπτεται με σάβανο νεκρικό. Κάπου μακριά ένας σκύλος αλυχτά. Μαζί του ακούγεται ο Κάιν να ζητά συγχώρεση για το κακό που έφερε στους ανθρώπους. Ανοίγω τα μάτια μου. Όλα είναι ήσυχα. Όλα σιωπηλά. Μόνο, ένα δυο σπίτια πιο πέρα ένα παιδάκι κλαίει, ζητώντας λίγη σοκολάτα ακόμα. Κοιτώ τον έρημο δρόμο. Τα φώτα από τις κολώνες μάχονται με τις σκιές κι ένα αμάξι που μόλις έστριψε δίνει τη λύση στη μονομαχία αυτή. Κλείνω ξανά τα μάτια μου. Τίποτα. Σκοτάδι. Ετοιμάζομαι για ύπνο.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Επισκέπτες

 


Λένε πως υπάρχει ένας κόσμος σαν τον δικό μας, που έχει όμως στον ουρανό του δύο ήλιους και επτά φεγγάρια. Λένε, ακόμη, πως τα αστέρια του είναι κατακόκκινα, φτιαγμένα από το αίμα αρχαίων θεοτήτων. Οι κάτοικοι του κόσμου εκείνου, δε μοιάζουν με μας καθόλου. Οι μορφές τους είναι μεταβαλλόμενες και οι σκέψεις και τα όνειρά τους αποκτούν υπόσταση πραγματική. Έχουν προοδεύσει σε γνώσεις μα τα αισθήματά τους είναι από αιώνες αμέτρητους παγωμένα. Κρυφοκοιτούν τον δικό μας κόσμο και τον επισκέπτονται πότε πότε για δικούς τους, άγνωστους λόγους. Αν τύχει και συναντηθείτε με έναν τέτοιο επισκέπτη, προσπαθήστε να μη του τραβήξετε την προσοχή. Η περιέργειά του σε συνδυασμό με την ψυχρότητα της λογικής του, μπορεί να τον οδηγήσουν να κάνει πειράματα απερίγραπτα εις βάρος σας. Τούτη την ιστορία μου τη διηγήθηκαν τρελοί και ερημίτες και την απέρριψαν σοφοί και μορφωμένοι. Εσείς θα αποφασίσετε αν την πιστέψετε ή όχι...

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Ο σκώρος

 


Καθόμουν στο μπαλκόνι μου και απολάμβανα τη δροσερή βραδιά πίνοντας τεκίλα. Είχα γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και είχα κλείσει τα μάτια μου. Ένιωσα κάτι να ακουμπάει τη μύτη μου. Ανοίγοντας τα μάτια μου είδα μια πεταλούδα της νύχτας. "Έι σκώρε, δε φεύγεις από εκεί πριν σε κοπανήσω;" γκρίνιαξα. Αυτή πετάρισε χαρούμενα και ξανακάθισε στη μύτη μου χασκογελώντας. Σηκώθηκα και κούνησα τα χέρια μου σαν μαριονέτα που τις μπλέχτηκαν τα νήματα. Αυτή πέταξε πάνω από το κεφάλι μου χαχανίζοντας και έπειτα προσγειώθηκε στο χείλος του ποτηριού μου. Άπλωσε την προβοσκίδα της και ρούφηξε κάμποση τεκίλα. Έκανα να τη διώξω, αυτή πέταξε και τελικά έριξα το ποτήρι. Καθώς πετούσε μακριά μου φώναξε "αντίος αμίγκο" και χάθηκε στο σκοτάδι. Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Να μου φώναζε "άστα λα βίστα" με φωνή Σβαρτζενέιγκερ...

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Το τέρας!

 


Η γριά κουτσομπόλα έσκυψε από το μπαλκόνι της για να ακούσει και να δει καλύτερα τον καυγά που είχαν στήσει δυο γειτόνισσες κάτω από το σπίτι της. Όσο αυτές τσακώνονταν αυτή έσκυβε περισσότερο, μέχρι που το βάρος της την παρέσυρε και έπεσε από το μπαλκόνι. Για καλή της τύχη έπεσε πάνω στις γειτόνισσές της (για κακή τους τύχη)! Τρεις κυράδες γίναν μία, έξι ποδάρια, χέρια άλλα τόσα και τρία κεφάλια το πλάσμα που γεννήθηκε. Όμως είχε μάλλον και κάμποσα πλευρά σπασμένα και γι' αυτό βογκούσε! Κάποιοι περαστικοί που είδαν το θέαμα τούτο το πέρασαν για τέρας εξωγήινο και κάλεσαν πυροσβεστική, αστυνομία και στρατό! Το τέρας το μαζέψανε και επιστήμονες το μελέτησαν ενδελεχώς. Γράφτηκαν πολλά από δημοσιογράφους και αναλυτές και ο κόσμος με αγωνία ζητούσε κι άλλα να μάθει. Μα συμπέρασμα ασφαλές δε στάθηκε δυνατόν να βγει. Όπως όλα τα πράγματα όμως, λίγες μέρες μετά, το ενδιαφέρον λιγόστεψε και μετά από κάμποσο καιρό έσβησε τελείως. Το πλάσμα πετάχτηκε στα αζήτητα κι έπειτα σε κάποιο χωράφι. Οι τρεις γειτόνισσες κατάφεραν να ξεμπλέξουν η μία από την άλλη και πήρανε το δρόμο για τα σπίτια τους. Έτσι τελειώνει η ιστορία αυτή. Όχι με ένα κρότο αλλά με μια πορδή. Εις το επανιδείν!

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ο βάτραχος

 


Κάθισα δίπλα στη λιμνούλα. Κοιτούσα αφηρημένα τα νερά της. Ατάραχα, κρυστάλλινα, υπνωτιστικά. Τα δέντρα πίσω μου τραγουδούσαν έναν απαλό τραγούδι συντονισμένα με το απογευματινό αεράκι. Οι σκιές απλώνονταν στο χώρο σιγά σιγά προαναγγέλλοντας τον ερχομό της νύχτας. Ξάφνου, ένας μικρός βάτραχος κολύμπησε ως την όχθη που βρισκόμουν και βγήκε έξω από το νερό. Με κοίταξε καλά καλά. Τον κοίταξα κι εγώ. Γέλασα. "Δεν πιστεύω να περιμένεις να σε φιλήσω;" του είπα με μια γερή δόση ειρωνείας. Συνέχισε να με κοιτά. Ένας πίδακας νερού βγήκε από το στόμα του και μου έβρεξε όλη τη μούρη! Ήταν η σειρά του μικρού αμφίβιου να γελάσει. Με έναν πήδο βούτηξε στα νερά της λίμνης. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξεπρόβαλλε το κεφάλι του στην επιφάνεια. Άφησε κάτι ανάμεσα σε κόασμα και γέλιο και χάθηκε ξανά μέσα στα νερά. Σκούπισα το πρόσωπό μου με το μανίκι μου και σηκώθηκα να φύγω βρίζοντας. Η φύση είναι ωραία, ε;

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Νυκτωδία

 


Το σκοτάδι του Φθινοπώρου έρχεται γρηγορότερα και απλώνεται ταχύτερα. Οι σκιές είναι δυνατότερες πια και πνίγουν τις γωνιές των δρόμων. Τα πλάσματα της νύχτας χαμογελούν. Άλλα με χαιρεκακία και άλλα με παιχνιδιάρικη διάθεση. Ξέρουν ότι πλησιάζει ο καιρός που θα ελευθερωθούν ξανά στον κόσμο. Το νυχτοπούλι που τώρα πετά πάνω από τα σπίτια τους μεταφέρει αυτά τα χαρμόσυνα νέα. Κι αυτά υποδέχονται με ενθουσιασμό τα μαντάντα. Ο ήχος του νυχτερινού αέρα, αλλάζει κι αυτός. Μεταφέρει το μυστικό πνεύμα που ξυπνά σιγά σιγά. Παίζει τη μουσική του ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων αλλά και στις ανθρώπινες κατασκευές. Κάθομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και αφουγκράζομαι. Κάτι σκοτεινό έρχεται. Κάτι ίσως ανησυχητικό. Μα ταυτόχρονα και οικείο. Τα πνεύματα σιγοτραγουδούν. Ξέρουν πως η εποχή τους είναι κοντά. Περιμένουν να δυναμώσουν τις στρεβλές τους μελωδίες. Περιμένουν το σκοτάδι να δυναμώσει...

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Πολεμιστής

 


Κάθισε να πάρει μια ανάσα. Αν και πολεμούσε για πολλή ώρα δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένος. Κάθισε περισσότερο για να σπάσει τη μονοτονία των συνεχόμενων μαχών. Έπιασε ξανά το σπαθί του και σηκώθηκε. Γύρισε και κοίταξε τον σωρό με τα κρανία που βρισκόταν δίπλα του. Ανήκαν σε παλιούς εχθρούς του που πλήρωσαν την επιλογή τους να του επιτεθούν. Κοίταξε με μια κάποια θλίψη. Έστρεψε το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άλλος ένας επίδοξος εκτελεστής του ερχόταν να τον αντιμετωπίσει. Χαμογέλασε πικρά. Σε λίγο άλλο ένα κρανίο θα προστίθετο στο σωρό πίσω του...

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ονειροβάτης



Μέσα σε ένα δάσος ονείρων και φαντασίας βρέθηκε να περπατά ξυπόλυτη. Το πρωί ξύπνησε σε έναν κόσμο λογικής μα τα πόδια της πονούσαν. Σηκώθηκε παρ' όλα αυτά και πήγε στο παράθυρό της. Τράβηξε τις κουρτίνες της και κοίταξε έξω. Τα χρώματα της φάνηκαν θαμπά. Αφουγκράστηκε τους ήχους της πόλης. Τόση κακοφωνία πώς θα την άντεχε; Γύρισε στο κρεβάτι της και ξάπλωσε ξανά. Σε λίγο αποκοιμήθηκε ελπίζοντας να φτάσει ξανά σε εκείνον τον ονειρικό κόσμο. Σε κάποια μακρινή διάσταση, ακούστηκε ο Μορφέας να γελά. Είχε βρει ακόμη μία ακόλουθο.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ιστορίες...

 


Εκείνο το πρωινό, δεν θα είχε πάει έξι η ώρα, βρέθηκα σε μέρη γνώριμα. Οι άνεμοι που συνήθως καβαλάω για να με μεταφέρουν μου έπαιξαν ένα παιχνίδι καθώς φαίνεται. Η πηγή με το καθαρό νερό της μόλις με είδε άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι από πολύ παλιά. Πολύ πριν ανθρώπινο πόδι πατήσει στα μέρη τούτα. Τα πλατάνια άρχισαν να λένε ιστορίες για πλάσματα και πνεύματα που το ανθρώπινο μυαλό ούτε να εξηγήσει μπορεί ούτε και να φανταστεί. Παρακάτω, δέντρα ψηλά και θάμνοι πυκνοί, δημιουργούσαν ένα απροσπέλαστο καταπράσινο χαλί που σκέπαζε όλη την πλαγιά ως κάτω στο γεφύρι του ποταμού. Είχαν πιάσει μια συζήτηση απόκρυφη, που λίγα ανθρώπινα αυτιά θα μπορούσαν να αντέξουν να ακούσουν χωρίς να οδηγηθούν στην παραφροσύνη τους ακροατές. Ξαφνικά ένα φίδι σύρθηκε ανάμεσα στα χόρτα και ήρθε μέχρι το ρυάκι που δημιουργούσε το νερό της πηγής. Ήπιε λίγο, με κοίταξε, ανασήκωσε το κεφάλι του και άφησε το φολιδωτό δέρμα του να πέσει. Αποκαλύφθηκε ένα πλούσιο φτέρωμα, με εκτυφλωτικά λαμπερά χρώματα. "Δες την παλιά μου δόξα" είπε και πέταξε μακριά. Ένα πνεύμα σαν φτιαγμένο από φως και φωτιά εμφανίστηκε τότε. Μου έδωσε να καταλάβω πως το μέρος αυτό δεν ήταν για μένα και πως κακώς είχα βρεθεί εκεί. Σηκώθηκα, έβρεξα το πρόσωπό μου με το τραγουδιστό νερό της πηγής και ξεκίνησα να φύγω. Περιμένοντας τον επόμενο άνεμο να με πάρει μακριά, γύρισα και κοίταξα ξανά εκείνο το μέρος. Παράξενο. Άκουσα ιστορίες άλλων χρόνων και τόπων, τέτοιων που θα έκαναν κάθε άνθρωπο να τρελαθεί, εγώ όμως σκεφτόμουν μια δικιά μου ιστορία, πολύ πιο πρόσφατη και πολύ πιο πεζή από όλες εκείνες. Παράξενα που λειτουργεί του ανθρώπου το μυαλό. Επιτέλους φύσηξε κι εγώ αναχώρησα...

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Χωρίς ήρωες

 


Το τέρας εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο δάσος που περιέβαλε το χωριό. Κάποιοι είπαν πως έμοιαζε με μεγάλο λύκο και κάποιοι με αρκούδα που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί. Άλλοι πάλι, επέμεναν πως είχε δέρμα ερπετού και έμοιαζε με κροκόδειλο. Για τον λόγο της εμφάνισής του, πάλι δεν συμφωνούσαν. Ίσως ήταν τιμωρία θεϊκή ίσως ανθρώπινη κατάρα. Ίσως πάλι κάποιο της φύσης λάθος ή παιχνίδι άσχημο της τύχης. Ο γέροντας του χωριού συμβούλεψε να το αφήσουν ήσυχο και να αποφεύγουν το δάσος, εκεί που το τέρας είχε εμφανιστεί. Τον είπαν δειλό και τον απομόνωσαν. Οι νέοι του χωριού οργάνωσαν μια ομάδα για να το κυνηγήσουν. Το βράδι έγινε γλέντι προς τιμή των των γενναίων και το επόμενο πρωί έφυγαν να σκοτώσουν το θηρίο. Μα δεν έχω κατορθώματα να σας διηγηθώ και πράξεις θαυμαστές. Δε γύρισε πίσω ούτε ένας. Το χωριό βυθίστηκε στο πένθος και με τον καιρό ερήμωσε. Μόνος εκείνος ο γέροντας έμεινε πίσω. Δεν άντεχαν να τον βλέπουν κι έτσι δεν τον πήραν μαζί τους. Η ιστορία τελειώνει έτσι, άδοξα και θλιβερά. Όπως πολλές από τις ιστορίες που ακούμε καθημερινά.