Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα α-νοησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα α-νοησίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Ηττημένος

 


Το πεζοδρόμιο ήταν γλιστερό. Είχε κρατήσει όλη τη νυχτερινή υγρασία αφού ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμα αρκετά ψηλά. Περπατούσα κρατώντας τον καφέ μου στο ένα χέρι και έχοντας το άλλο στη τσέπη. Συγκρατούσα το γέλιο μου βλέποντας τους άλλους να γλιστρούν. Πόσο αστείες μου φαίνονταν οι γραβάτες που τινάζονταν ξαφνικά και οι έτοιμοι να απογειωθούν χαρτοφύλακες. Προχώρησα λίγη ώρα. Όταν έστριψα σε μια γωνία την είδα.

Με την απόχη της κυνηγούσε χίμαιρες και με αφάνταστη γενναιότητα εφορμούσε εναντίον των ανεμόμυλων. Δε γλιστρούσε στο υγρό πεζοδρόμιο, ίσα ίσα θαρρούσε κανείς πως χόρευε με ευκολία πάνω στην υγρασία του δαπέδου. Τα μάτια της έλαμπαν από ευτυχία και το χαμόγελό της μπορούσε να αφοπλίσει και τον πιο ανελέητο ιππότη. Τα μαλλιά της μαύρα σαν τα φτερά του κορακιού, ανέμιζαν σαν πολεμικό λάβαρο πριν από μεγάλη μεσαιωνική μάχη. 

Συνέχισε να τρέχει δεξιά και αριστερά, πάνω και κάτω προσπαθώντας να κατατροπώσει τους εχθρούς της. Οι περαστικοί έβλεπαν μια αλαφροΐσκιωτη γυναίκα μια που δεν τους ήταν δυνατό να δουν πέρα από το πέπλο της ρουτίνας τους. Πώς να διακρίνουν μια νεράιδα πολεμίστρια σαν κι αυτή; Πώς να καταλάβουν αυτοί που κυνηγούν αριθμούς όλη μέρα αυτή που χαρούμενη ορμά εναντίον των εχθρών της σε κόσμους ονειρικούς;

Πέταξα τον καφέ στον κάδο των σκουπιδιών κι έμεινα να τη χαζεύω. Συνέχισε τον πολεμικό χορό της για λίγη ώρα μέχρι που κυνηγώντας κάποιο αερικό, έπεσε κατά λάθος πάνω μου και βρέθηκε πεσμένη στο πεζοδρόμιο. Χαμογέλασα και της άπλωσα το χέρι. Τη σήκωσα, ήταν πολύ ελαφριά όπως όλες οι νεράιδες άλλωστε, και με κοίταξε στα μάτια. Το χαμόγελό της έδωσε τη θέση του σε ένα μορφασμό απορίας. "Κι εσύ κάποτε περπατούσες σε όνειρα! Κι εσύ τους πολεμούσες κι εσύ τους κυνηγούσες!" μου είπε. "Τι σου συνέβη;"

Πήρα με δυσκολία το βλέμμα μου από τα μάτια της. Με πονούσε ο τρόπος που με κοιτούσε. "Έχασα, αδερφή μου" της απάντησα. "Με νίκησαν και η απόχη μου έσπασε. Έκλεισα τις πύλες μια για πάντα και δεν ξαναβρέθηκα σε εκείνα τα μέρη". Εκείνη δάκρυσε, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και απομακρύνθηκε χοροπηδώντας. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα είχε βρει τη προηγούμενη διάθεσή της. Είχε κιόλας επιδοθεί στο αγαπημένο της κυνήγι και τις ατελείωτες μάχες της. 

Εγώ έβαλα τα χέρια στις τσέπες και συνέχισα το δρόμο μου. Δε μπορούσα να την ακολουθήσω πια. Και η δική μου ζωή είχε γεμίσει αριθμούς, συμβιβασμούς και ήττες. Τουλάχιστον το πεζοδρόμιο δε γλιστρούσε πια...


Άμλετ

 


Δε ξέρω πώς βρέθηκα σ' εκείνο το παρκάκι. Χρόνια είχα να περπατήσω εκείνους τους δρόμους. Πολλά. Δε μου άρεσε πια η περιοχή έτσι όπως είχε γίνει. Οπότε ιδέα δεν έχω γιατί βρέθηκα εκεί. Ίσως να φταίει κάποια εσωτερική παρόρμηση να θυμηθώ τα παλιά. Τα καλά και τα άσχημα. Αυτά τα τελευταία ήταν πιο πολλά έτσι κι αλλιώς. 

Φυσούσε εκείνη τη μέρα. Ο αέρας ήταν ψυχρός και ξηρός. Ευτυχώς. Δε φτάνει που βρέθηκα ξανά σ' εκείνα τα μέρη, με όλες τις παλιές αναμνήσεις να ζωντανεύουν, τουλάχιστον να μην έχω και την υγρασία να με ενοχλεί. 

Περπάτησα βυθισμένος στις σκέψεις μου για λίγη ώρα. Όχι τίποτα φοβερές σκέψεις, μάλλον πράγματα άνευ σημασίας πια. Συνέχισα μέχρι που έφτασα στο παγκάκι. Ναι, στο παγκάκι. Δεν ήταν ένα απλό παγκάκι, είχε μια κάποια σημασία κάποτε. Ήθελα να κάτσω αλλά προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια το βρήκα πιασμένο. 

Ένας αναμαλλιασμένος, γενειοφόρος τύπος, με φθαρμένα, βρώμικα ρούχα είχε κάτσει στο παγκάκι όπως κάθεται ένας βασιλιάς στο θρόνο του. Με το δεξί του χέρι κρατούσε ένα μήλο στο ύψος των ματιών του και του μιλούσε. Ένας Άμλετ των φρούτων και των λαχανικών, σκέφτηκα και χαμογέλασα με μια κάποια πικρία. Ακόμα κι αυτός, ο πρίγκηπας που μιλά σε ένα μήλο αντί στο κρανίο του νεκρού γελωτοποιού του, είναι πιο ευτυχισμένος από μένα. Έτσι μου φάνηκε, τουλάχιστον.

Τον πλησίασα και, παρά την άσχημη μυρωδιά που αναδυόταν από την απλυσιά του, κάθισα δίπλα του. Δε μου έδωσε καμία σημασία. Συνέχισε τον περίεργο μονόλογο-διάλογο με το μήλο του. Αφού πέρασα κάποια λεπτά ακούγοντας τον μοναδικό συνδυασμό ασυναρτησιών και φιλοσοφίας που εξαπέλυε προς το άτυχο φρούτο, σηκώθηκα να φύγω. Κοντοστάθηκα και γύρισα προς τον άστεγο. Με κοίταξε κι αυτός. "Ξέρεις ότι μιλάς σε ένα μήλο, έτσι;" του είπα. Αυτός ξέσπασε σε γέλια. "Δε μιλάω στο μήλο", μου απάντησε με μια βραχνή φωνή, "Μόνο ένας τρελός θα μιλούσε  σε ένα μήλο. Εγώ μιλάω στα σκουλήκια που το τρώνε από μέσα". Και συνέχισε να γελά.

Του χαμογέλασα κι έφυγα. Κι όμως, αυτός ο ρακένδυτος Άμλετ είχε δίκιο. Μόνο ένας τρελός θα μιλούσε σε ένα μήλο. Στα σκουλήκια όμως; Ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα έπιανε κουβέντα μαζί τους. Να πάρει, ακόμα δε μπορώ να καταλάβω πως βρέθηκα σε εκείνη τη κωλοπεριοχή ξανά...

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

The shell - Το τσόφλι

 



Can't make an omelet

without breaking eggs they say

so I broke an egg

to make a snack

I set the frying pan on fire

and burnt my dinner

The egg won't become a chicken

and I'm left with the shell to eat


Δε φτιάχνεις ομελέτα

χωρίς αυγά να σπάσεις λένε

κι έτσι έσπασα ένα αυγό

να φτιάξω κάτι πρόχειρο να φάω

Έβαλα στο τηγάνι όμως φωτιά

κι έκαψα το βραδινό μου

Το αυγό κότα δε θα γίνει

κι εμένα μου 'μεινε να φάω ένα τσόφλι

Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Το ακόνιτο, επίσης λυκοκτόνο και ακονίτης

 


Πίστευε πως ήταν λύκος. Στην πανσέληνο έτρεχε μαγεμένος αλυχτώντας, παραμόνευε σαν αρπακτικό σε δρόμους, στενά και μονοπάτια, περιδιάβαινε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά, έτρεχε στους αστικούς δρόμους με την ίδια άνεση που σκαρφάλωνε και στα βουνά. Πολλοί τον είδαν να φορά μια λυκοκεφαλή κι ένα λυκοτόμαρο όταν εξορμούσε, άλλοι επέμεναν πως δε φορούσε ρούχα λύκου αλλά γινόταν ο ίδιος λύκος. 

Όπως και να είχε (ποιος μπορεί να βγάλει ασφαλές συμπέρασμα όταν το κρασί της αλήθειας αναμιγνύεται με το νερό της φαντασίας;) κανείς δεν τον πλησίαζε όταν είχε πανσέληνο. Τον άφηναν να τρέξει, να ουρλιάξει, να κυνηγήσει κρατώντας μια απόσταση. Έτσι κι αλλιώς σαν λύκος τους ήταν ακίνδυνος. Κανείς τους δεν είχε πια πρόβατα ή κατσίκια και ελάφια δεν υπήρχαν εκεί που κυνηγούσε. Μα και να υπήρχαν, εδώ που τα λέμε, πάλι δε θα τα πείραζε. Τα θηράματά του δεν είχαν ούτε οπλές, ούτε πόδια, ούτε σάρκα, ούτε τίποτα υλικό επάνω τους. Όχι, αυτός βρισκόταν συνεχώς στο κατόπι άυλων ιδεών και ονείρων. Ακολουθώντας τα χνάρια τους χανόταν σε δάση αόρατα που κατοικούσαν πλάσματα που τα ονόματά τους είχαν από καιρό χαθεί. Μόνο ομίχλη είχε μείνει να θυμίζει τη παρουσία τους στους ανθρώπους. Μα αυτός μπορούσε να τα δει, να τα μυρίσει, να τα κυνηγήσει και καμιά φορά να τα αρπάξει. 

Τότε ο λύκος έπεφτε για ύπνο. Κοιμόταν για εβδομάδες ολόκληρες μέχρι την επόμενη πανσέληνο. Μέχρι να τον ξυπνήσει ξανά το ασημένιο φως του φεγγαριού. Τότε οι πόλεις, τα χωριά, τα δάση τα πυκνά, γίνονταν ξανά το βασίλειό του και αυτός σαν Ρήγας περήφανος περνούσε μπροστά από τους ανθρώπους σαν αν ήταν υπήκοοί του και ξεκινούσε τη βασιλική γιορτή του κυνηγιού.


Μέχρι που χάθηκε. Μέχρι τη νύχτα που όρμηξε με το πάθος του κυνηγού σε άγνωστα λιβάδια και μακρινά οροπέδια για να μην επιστρέψει ποτέ ξανά. Είπαν πως χάθηκε. Είπαν πως παγιδεύτηκε από αυτά που κυνηγούσε. Είπαν ακόμα πως τον σκότωσαν άνθρωποι που τον ζήλευαν γιατί εκείνοι δε μπορούσαν να γίνουν λύκοι και δεν του συγχώρησαν ποτέ τη λυκανθρωπία του. Είπαν πολλά μα κανείς δεν μπορούσε τίποτα να αποδείξει. Το μόνο που ξέραμε ήταν πως χάθηκε τη βραδιά που έτρεξε μέσα σε εκείνες τις γνώριμες γι' αυτόν ομίχλες, στα ίχνη θηραμάτων που μόνος τους κυνηγός υπήρξε για πολύ καιρό.


Κάποτε, μετά από καιρό πολύ, συνάντησα έναν τροβαδούρο που τραγουδούσε το άσμα ενός λύκου που χάθηκε για πάντα. Για έναν λυκάνθρωπο που χάθηκε στα ίδια του τα βάθη. Γιατί εκεί είχε από καιρό φυτρώσει ένα μικρό άνθος λυκοκτόνου. Μια νύχτα με πανσέληνο κυνηγώντας σε δάση που δεν ανθίσαν, σε πόλεις που δεν κτιστήκαν, σε χωριά που καπνός τζακιού δε φίλησε τον αέρα τους, έφτασε σε ένα σταυροδρόμι. Αφού κοντοστάθηκε πήρε το δρόμο που δεν είχε ποτέ του ακολουθήσει ξανά. Μπήκε στον ίδιο του τον εαυτό. Ανακάλυψε μυριάδες μονοπάτια, καινούριους λόφους, νεόδμητες πόλεις με σκοτεινά σοκάκια. Στο κέντρο του λαβύρινθου που σχημάτιζαν όλα μαζί, βρισκόταν το ανθισμένο ακόνιτο. Ποια δύναμη τον ώθησε να το κόψει και να το φάει το τραγούδι δεν έλεγε. Έλεγε μόνο πως το χαμό του θρήνησαν των ονείρων οι φωνές και οι χοροί των ιδεών. Και πως το φεγγάρι έκλαψε και αρνήθηκε τρεις φορές να γεμίσει και η πανσέληνος δεν ήρθε.


Κανείς τον λυκάνθρωπο δεν είδε από τότε. Κανείς δεν ήξερε τι του συνέβη. Μόνο εκείνος ο βάρδος, εκείνος ο τροβαδούρους που με τη κουκούλα του έκρυβε την κεφαλή του λύκου και που τα νύχια του έκοβαν της λύρας τις χορδές.


*Το ακόνιτο, επίσης λυκοκτόνο και ακονίτης, είναι γένος με πάνω από 250 είδη αγγειόσπερμων που ανήκουν στην οικογένεια Ρανουγκουλίδες. Αυτά τα ποώδη αιωνόβια φυτά είναι κυρίως ιθαγενή στα ορεινά τμήματα του Βόρειου Ημισφαιρίου και αναπτύσσονται στο έδαφος των ορεινών βοσκοτόπων που συγκρατεί την υγρασία αλλά είναι καλά στραγγιζόμενο. Τα περισσότερα είδη είναι άκρως δηλητηριώδη και πρέπει να αντιμετωπίζονται πολύ προσεκτικά.

Η ελληνική ονομασία ακόνιτο (ἀκόνιτον), πιθανόν προέρχεται από τη λέξη ἄκων, που σημαίνει ακόντιο, των οποίων ακοντίων τα άκρα ήταν δηλητηριασμένα με την ουσία ή από ακόνες, εξαιτίας του βραχώδους εδάφους στο οποίο πιστεύεται ότι αναπτυσσόταν το φυτό. Η ελληνική ονομασία λυκοκτόνο θεωρείται ότι υποδηλώνει τη χρήση του χυμού του για το δηλητηριασμό των ακοντίων για το σκότωμα λύκων.

Από τη βικιπαίδεια.


Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Το φτερούγισμα των δακρύων

 


Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της κυνηγούσε λουλούδια. Μα κι εγώ, έτσι τη θυμόμουν πάντα. Να κυνηγά λουλούδια και αυτά να τις ξεφεύγουν. Τα άτιμα είναι τόσο γρήγορα πλάσματα. Οι σαύρες που τις είχε εκπαιδεύσει για να παγιδεύουν τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα και παπαρούνες έκαναν καλή δουλειά. Στρίμωχναν μετά από ανελέητο κυνηγητό τα πολύχρωμα φυτά. Μα όποτε τα πλησίαζε και ήταν έτοιμη να τα πιάσει πάντα κάτι συνέβαινε. Ένας στιγμιαίος δισταγμός, μια φευγαλέα απόσπαση της προσοχής, μια σπάνια σύμπτωση. Όλο κάτι συνέβαινε και τα άνθη κατόρθωναν να ξεφύγουν και να χαθούν γελώντας τρανταχτά μέσα στις πολύχρωμες ομίχλες του χρόνου και του τόπου. 

Την έβλεπα μετά από κάθε αποτυχία της να κλαίει, μάζευα ένα ένα τα δάκρυά της, τα παρηγορούσα και τα άφηνα ελεύθερα να πετάξουν με τις πεταλούδες, τις μέλισσες και τους κλέφτες ώστε να βρουν κάποια στιγμή το δρόμο της επιστροφής στην ανώνυμη και άγνωστη πατρίδα τους.

Όσο ο καιρός περνούσε, άρχιζε να ντρέπεται για τα δάκρυά της. Και κρυβόταν σε μικρές ανήλιαγες γωνιές του κόσμου ώστε να μπορέσει να τα αφήσει ελεύθερα μακριά από σεισμικά βλέμματα και πύρινα σχόλια. Έτσι μου γινόταν όλο και δυσκολότερο να τη βλέπω να απελευθερώνει δάκρυα και νότες, ναι κυλούσαν και νότες από τα βυσσινί μάτια της. Πονούσα που δεν κατάφερνα πια να τη δω. Με πονούσε η απουσία της γλυκιάς θλίψης της, της μελαγχολικής θριαμβευτικής της νυχτωδίας. 

Είχε περάσει ο καιρός και φαινόταν όλο και πιο σπάνια. Μα δε μπόρεσα να υπομείνω άλλο αυτόν τον πόνο. Της έστησα ενέδρα και αφού την εντόπισα δεν την έχασα από τα μάτια μου. Την ακολούθησα μέχρι που έφτασε σε μία από τις κρυψώνες της. Είδα τα δάκρυά της να πεταρίζουν από τα ανοίγματα και τις σχισμές. Με μερικά γρήγορα βήματα μπήκα μέσα. Δε φάνηκε να ξαφνιάζεται. Γύρισε με τη γνώριμη ηρεμία που αντιμετώπιζε κάθε τι παράξενο και δυσάρεστο που της συνέβαινε. Με κοίταξε και άνοιξε τα χέρια της. Ήταν γεμάτα από τα τόσα που είχε δώσει, μα εντελώς άδεια από αυτά που θα έπρεπε να είχε πάρει. Τότε κατάλαβα γιατί έκλαιγε. Δεν έκλαιγε για τα λουλούδια που τις ξέφευγαν αλλά για τις πάμπολλες δωρεές και τις ανύπαρκτες απολαβές της. Τόσο πλούτο δεν μπόρεσε ποτέ να τον αντέξει...


Περισσότερα α-νόητα διηγήματα εδώ: https://tragoudiglarou.blogspot.com/search/label/%CE%B1-%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82

Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

Η σκιά και το ρόδο

 


Το μόνο που είχε γνωρίσει ήταν το σκοτάδι. Γεννημένος από σκιές και μεγαλωμένος μέσα στις σκιές. Ποτέ του δεν είχε βγει στο φως. Ήξερε πως κάτι τέτοιο θα τον σκότωνε. Ακόμα θυμόταν εκείνη τη φορά που άπλωσε το χέρι του έξω από τον σκοτεινό του κόσμο. Θυμόταν πως είδε το χέρι του να εξαφανίζεται. Έκανε πολύ καιρό μέχρι να αποκατασταθεί το χέρι του. 

Οι άλλοι κάτοικοι των σκιών, οι πιο παλιοί και έμπειροι, τον είχαν προειδοποιήσει πως η ολική έκθεση στο φως του ήλιου θα τον εξολόθρευε πλήρως και διά παντός. Από τότε ήταν πολύ προσεκτικός. Απέφευγε τον ήλιο και ζούσε μέσα στην ασφάλεια των σκιών.

Μέχρι την ημέρα που είδε εκείνη. Την είδε να κοιτά ένα εύθραυστο κόκκινο λουλούδι και να δακρύζει. Πόσο όμορφο έδειχνε το πρόσωπό της λουσμένο στα αλμυρά δάκρυα που έρρεαν από τα μάτια της. Ποιο πλάσμα μπορούσε να είναι τόσο ευαίσθητο ώστε να δακρύζει μπροστά σε ένα λουλούδι; Και ποια δύναμη είχε καταφέρει ένα πλάσμα συνδυάζοντας τόσο έξοχα τη λεπτότητα με την ομορφιά; Από τότε τίποτα άλλο δεν απασχολούσε τις σκέψεις του. Μόνο αυτή. Πόσο ήθελε να της προσφέρει ένα τέτοιο λουλούδι.

Στον κόσμο των σκιών όμως δεν υπήρχε ούτε χώρος ούτε συνθήκες για να φυτρώσουν λουλούδια. Τα λουλούδια ήθελαν το φως του ήλιου για να μεγαλώσουν. Έτσι, όσο και αν έψαχνε δεν μπορούσε να βρει ένα λουλούδι στον κόσμο των σκιών για να της το δωρίσει.

Ένα βράδυ, λοιπόν, το πήρε απόφαση. Θα έκοβε το λουλούδι μόλις το σκοτάδι θα κάλυπτε το μέρος που φύτρωνε. Μετά θα της το άφηνε δίπλα της, στο κομοδίνο, την ώρα που κοιμόταν.

Η νύχτα προχωρούσε απλώνοντας τα φτερά της. Σιγά σιγά όλος ο κόσμος γινόταν ένας κόσμος σκοταδιού. Όχι όμως και το μέρος που φύτρωνε το κόκκινο λουλούδι. Ακριβώς από πάνω του μια ηλεκτρική λάμπα έριχνε αδιάκοπα το φως της. Τώρα, το φως της λάμπας δε μπορούσε να καταστρέψει τις σκιές όπως του ήλιου αλλά ήταν πολύ επίπονο και μπορούσε να εξαφανίσει για πολύ καιρό μέρη του σώματος των κατοίκων των σκιών που θα εκτιθονταν σε αυτό.

Μετά από αρκετές ώρες περισυλλογής και δισταγμού, το πήρε απόφαση. Άξιζε να πονέσει, άξιζε να χάσει για καιρό κάποιο κομμάτι του, αρκεί να ξαναέβλεπε το πανέμορφο πρόσωπό της λουσμένο σε δάκρυα χαράς και συγκίνησης.

Βγήκε στο φως της λάμπας και γρήγορα έκοψε το λουλούδι. Φριχτός πόνος τον διαπέρασε από άκρο σε άκρο. Το δεξί του χέρι εξαφανίστηκε και το λουλούδι έπεσε αλλά πριν φτάσει στο έδαφος το άρπαξε με το αριστερό και το τράβηξε στις σκιές. Λιποθύμησε από τον πόνο. Όταν ξύπνησε δεν ασχολήθηκε με τίποτα άλλο πέρα από το να της δώσει το λουλούδι. Ούτε το χαμένο χέρι, ούτε ο πόνος, ούτε η ώρα που είχε περάσει. Έτρεξε μέσα από τα σκοτάδια που είχαν αρχίσει να διαλύονται και βρέθηκε στο δωμάτιό της. 

Εκείνη κοιμόταν ακόμα. Το απαλό άγγιγμα του Μορφέα αναδείκνυε ακόμα περισσότερο την παραμυθένια ομορφιά της. Έμεινε να την θαυμάζει για κάμποση ώρα. Μετά άφησε το λουλούδι δίπλα της, στο κομοδίνο. Γύρισε να χωθεί στις σκιές. Όμως διαπίστωσε πως δεν ήταν εκεί. Η αυγή είχε έρθει και οι ακτίνες του ήλιου είχαν διαλύσει τα σκοτάδια γύρω του αποκόπτοντάς τον από τον δρόμο της επιστροφής.

Κατάλαβε ότι το τέλος είχε έρθει. Γύρισε να την κοιτάξει για μια τελευταία φορά. Ήταν τόσο όμορφη καθώς ξυπνούσε. Ανοίγοντας τα μάτια της αντίκρισε το κόκκινο λουλούδι στο κομοδίνο της. Της φάνηκε πως είδε φευγαλέα μια σκιά στη μέση του δωματίου. Κάποιο παιχνίδισμα του φωτός. Ξαναγύρισε στο λουλούδι. Ήταν τόσο όμορφο. Άρχισε να κλαίει. Όμως αυτή τη φορά δεν έκλαιγε μόνο από χαρά και συγκίνηση, συναισθήματα που της ξυπνούσε η θέα του λουλουδιού. Αυτή τη φορά έτρεχαν και δάκρυα λύπης από τα μάτια της. Δεν ήξερε το λόγο αλλά τα θεώρησε πολύτιμα.