Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Το τέρας!

 


Η γριά κουτσομπόλα έσκυψε από το μπαλκόνι της για να ακούσει και να δει καλύτερα τον καυγά που είχαν στήσει δυο γειτόνισσες κάτω από το σπίτι της. Όσο αυτές τσακώνονταν αυτή έσκυβε περισσότερο, μέχρι που το βάρος της την παρέσυρε και έπεσε από το μπαλκόνι. Για καλή της τύχη έπεσε πάνω στις γειτόνισσές της (για κακή τους τύχη)! Τρεις κυράδες γίναν μία, έξι ποδάρια, χέρια άλλα τόσα και τρία κεφάλια το πλάσμα που γεννήθηκε. Όμως είχε μάλλον και κάμποσα πλευρά σπασμένα και γι' αυτό βογκούσε! Κάποιοι περαστικοί που είδαν το θέαμα τούτο το πέρασαν για τέρας εξωγήινο και κάλεσαν πυροσβεστική, αστυνομία και στρατό! Το τέρας το μαζέψανε και επιστήμονες το μελέτησαν ενδελεχώς. Γράφτηκαν πολλά από δημοσιογράφους και αναλυτές και ο κόσμος με αγωνία ζητούσε κι άλλα να μάθει. Μα συμπέρασμα ασφαλές δε στάθηκε δυνατόν να βγει. Όπως όλα τα πράγματα όμως, λίγες μέρες μετά, το ενδιαφέρον λιγόστεψε και μετά από κάμποσο καιρό έσβησε τελείως. Το πλάσμα πετάχτηκε στα αζήτητα κι έπειτα σε κάποιο χωράφι. Οι τρεις γειτόνισσες κατάφεραν να ξεμπλέξουν η μία από την άλλη και πήρανε το δρόμο για τα σπίτια τους. Έτσι τελειώνει η ιστορία αυτή. Όχι με ένα κρότο αλλά με μια πορδή. Εις το επανιδείν!

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ο βάτραχος

 


Κάθισα δίπλα στη λιμνούλα. Κοιτούσα αφηρημένα τα νερά της. Ατάραχα, κρυστάλλινα, υπνωτιστικά. Τα δέντρα πίσω μου τραγουδούσαν έναν απαλό τραγούδι συντονισμένα με το απογευματινό αεράκι. Οι σκιές απλώνονταν στο χώρο σιγά σιγά προαναγγέλλοντας τον ερχομό της νύχτας. Ξάφνου, ένας μικρός βάτραχος κολύμπησε ως την όχθη που βρισκόμουν και βγήκε έξω από το νερό. Με κοίταξε καλά καλά. Τον κοίταξα κι εγώ. Γέλασα. "Δεν πιστεύω να περιμένεις να σε φιλήσω;" του είπα με μια γερή δόση ειρωνείας. Συνέχισε να με κοιτά. Ένας πίδακας νερού βγήκε από το στόμα του και μου έβρεξε όλη τη μούρη! Ήταν η σειρά του μικρού αμφίβιου να γελάσει. Με έναν πήδο βούτηξε στα νερά της λίμνης. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξεπρόβαλλε το κεφάλι του στην επιφάνεια. Άφησε κάτι ανάμεσα σε κόασμα και γέλιο και χάθηκε ξανά μέσα στα νερά. Σκούπισα το πρόσωπό μου με το μανίκι μου και σηκώθηκα να φύγω βρίζοντας. Η φύση είναι ωραία, ε;

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Νυκτωδία

 


Το σκοτάδι του Φθινοπώρου έρχεται γρηγορότερα και απλώνεται ταχύτερα. Οι σκιές είναι δυνατότερες πια και πνίγουν τις γωνιές των δρόμων. Τα πλάσματα της νύχτας χαμογελούν. Άλλα με χαιρεκακία και άλλα με παιχνιδιάρικη διάθεση. Ξέρουν ότι πλησιάζει ο καιρός που θα ελευθερωθούν ξανά στον κόσμο. Το νυχτοπούλι που τώρα πετά πάνω από τα σπίτια τους μεταφέρει αυτά τα χαρμόσυνα νέα. Κι αυτά υποδέχονται με ενθουσιασμό τα μαντάντα. Ο ήχος του νυχτερινού αέρα, αλλάζει κι αυτός. Μεταφέρει το μυστικό πνεύμα που ξυπνά σιγά σιγά. Παίζει τη μουσική του ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων αλλά και στις ανθρώπινες κατασκευές. Κάθομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και αφουγκράζομαι. Κάτι σκοτεινό έρχεται. Κάτι ίσως ανησυχητικό. Μα ταυτόχρονα και οικείο. Τα πνεύματα σιγοτραγουδούν. Ξέρουν πως η εποχή τους είναι κοντά. Περιμένουν να δυναμώσουν τις στρεβλές τους μελωδίες. Περιμένουν το σκοτάδι να δυναμώσει...

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Πολεμιστής

 


Κάθισε να πάρει μια ανάσα. Αν και πολεμούσε για πολλή ώρα δεν ένιωθε καθόλου κουρασμένος. Κάθισε περισσότερο για να σπάσει τη μονοτονία των συνεχόμενων μαχών. Έπιασε ξανά το σπαθί του και σηκώθηκε. Γύρισε και κοίταξε τον σωρό με τα κρανία που βρισκόταν δίπλα του. Ανήκαν σε παλιούς εχθρούς του που πλήρωσαν την επιλογή τους να του επιτεθούν. Κοίταξε με μια κάποια θλίψη. Έστρεψε το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άλλος ένας επίδοξος εκτελεστής του ερχόταν να τον αντιμετωπίσει. Χαμογέλασε πικρά. Σε λίγο άλλο ένα κρανίο θα προστίθετο στο σωρό πίσω του...

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ονειροβάτης



Μέσα σε ένα δάσος ονείρων και φαντασίας βρέθηκε να περπατά ξυπόλυτη. Το πρωί ξύπνησε σε έναν κόσμο λογικής μα τα πόδια της πονούσαν. Σηκώθηκε παρ' όλα αυτά και πήγε στο παράθυρό της. Τράβηξε τις κουρτίνες της και κοίταξε έξω. Τα χρώματα της φάνηκαν θαμπά. Αφουγκράστηκε τους ήχους της πόλης. Τόση κακοφωνία πώς θα την άντεχε; Γύρισε στο κρεβάτι της και ξάπλωσε ξανά. Σε λίγο αποκοιμήθηκε ελπίζοντας να φτάσει ξανά σε εκείνον τον ονειρικό κόσμο. Σε κάποια μακρινή διάσταση, ακούστηκε ο Μορφέας να γελά. Είχε βρει ακόμη μία ακόλουθο.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ιστορίες...

 


Εκείνο το πρωινό, δεν θα είχε πάει έξι η ώρα, βρέθηκα σε μέρη γνώριμα. Οι άνεμοι που συνήθως καβαλάω για να με μεταφέρουν μου έπαιξαν ένα παιχνίδι καθώς φαίνεται. Η πηγή με το καθαρό νερό της μόλις με είδε άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι από πολύ παλιά. Πολύ πριν ανθρώπινο πόδι πατήσει στα μέρη τούτα. Τα πλατάνια άρχισαν να λένε ιστορίες για πλάσματα και πνεύματα που το ανθρώπινο μυαλό ούτε να εξηγήσει μπορεί ούτε και να φανταστεί. Παρακάτω, δέντρα ψηλά και θάμνοι πυκνοί, δημιουργούσαν ένα απροσπέλαστο καταπράσινο χαλί που σκέπαζε όλη την πλαγιά ως κάτω στο γεφύρι του ποταμού. Είχαν πιάσει μια συζήτηση απόκρυφη, που λίγα ανθρώπινα αυτιά θα μπορούσαν να αντέξουν να ακούσουν χωρίς να οδηγηθούν στην παραφροσύνη τους ακροατές. Ξαφνικά ένα φίδι σύρθηκε ανάμεσα στα χόρτα και ήρθε μέχρι το ρυάκι που δημιουργούσε το νερό της πηγής. Ήπιε λίγο, με κοίταξε, ανασήκωσε το κεφάλι του και άφησε το φολιδωτό δέρμα του να πέσει. Αποκαλύφθηκε ένα πλούσιο φτέρωμα, με εκτυφλωτικά λαμπερά χρώματα. "Δες την παλιά μου δόξα" είπε και πέταξε μακριά. Ένα πνεύμα σαν φτιαγμένο από φως και φωτιά εμφανίστηκε τότε. Μου έδωσε να καταλάβω πως το μέρος αυτό δεν ήταν για μένα και πως κακώς είχα βρεθεί εκεί. Σηκώθηκα, έβρεξα το πρόσωπό μου με το τραγουδιστό νερό της πηγής και ξεκίνησα να φύγω. Περιμένοντας τον επόμενο άνεμο να με πάρει μακριά, γύρισα και κοίταξα ξανά εκείνο το μέρος. Παράξενο. Άκουσα ιστορίες άλλων χρόνων και τόπων, τέτοιων που θα έκαναν κάθε άνθρωπο να τρελαθεί, εγώ όμως σκεφτόμουν μια δικιά μου ιστορία, πολύ πιο πρόσφατη και πολύ πιο πεζή από όλες εκείνες. Παράξενα που λειτουργεί του ανθρώπου το μυαλό. Επιτέλους φύσηξε κι εγώ αναχώρησα...

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Χωρίς ήρωες

 


Το τέρας εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο δάσος που περιέβαλε το χωριό. Κάποιοι είπαν πως έμοιαζε με μεγάλο λύκο και κάποιοι με αρκούδα που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί. Άλλοι πάλι, επέμεναν πως είχε δέρμα ερπετού και έμοιαζε με κροκόδειλο. Για τον λόγο της εμφάνισής του, πάλι δεν συμφωνούσαν. Ίσως ήταν τιμωρία θεϊκή ίσως ανθρώπινη κατάρα. Ίσως πάλι κάποιο της φύσης λάθος ή παιχνίδι άσχημο της τύχης. Ο γέροντας του χωριού συμβούλεψε να το αφήσουν ήσυχο και να αποφεύγουν το δάσος, εκεί που το τέρας είχε εμφανιστεί. Τον είπαν δειλό και τον απομόνωσαν. Οι νέοι του χωριού οργάνωσαν μια ομάδα για να το κυνηγήσουν. Το βράδι έγινε γλέντι προς τιμή των των γενναίων και το επόμενο πρωί έφυγαν να σκοτώσουν το θηρίο. Μα δεν έχω κατορθώματα να σας διηγηθώ και πράξεις θαυμαστές. Δε γύρισε πίσω ούτε ένας. Το χωριό βυθίστηκε στο πένθος και με τον καιρό ερήμωσε. Μόνος εκείνος ο γέροντας έμεινε πίσω. Δεν άντεχαν να τον βλέπουν κι έτσι δεν τον πήραν μαζί τους. Η ιστορία τελειώνει έτσι, άδοξα και θλιβερά. Όπως πολλές από τις ιστορίες που ακούμε καθημερινά.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Το τραγούδι των παιδιών του ωκεανού

 


Υπάρχει εκείνο το τραγούδι που λέει για τα παιδιά του Ωκεανού. Που ήρθαν ένα βράδυ σκοτεινό καθώς τα κύματα χτυπούσαν με δύναμη τα βράχια της ακτής. Κι εκείνοι βγήκαν από το νερό και στάθηκαν στα δυο τους πόδια. Και προχωρήσαν στη στεριά, σαν άλλου κόσμου πειρατές, ώσπου ένα μέρος να βρουν να χτίσουν τα σπιτικά τους. Και βρήκαν το μέρος που φτιάξανε τον οικισμό τους και βρήκανε και γυναίκες από της στεριάς το είδος. Κάνανε μ' αυτές παιδιά και χτίσανε τις γενιές τους. Και κάποτε, ύστερα από χρόνια πολλά, πάρα πολλά, στη θάλασσα γυρίσαν. Κι αφήσανε τα παιδιά τους, που τους έμοιαζαν λιγάκι με κληρονομιά μεγάλη. Χρυσάφι και λίθους ακριβούς κι άλλα μεγάλα πλούτη. Και μια μεγάλη εκκλησιά να βρίσκουν τον θεό τους. Λένε πως εκείνος λέπια έχει στο κορμί και οι άγιοι πλοκάμια. Αμφίβιες είναι οι αγίες τους, κάβουρες οι προφήτες. Και τ' άγαλμα του μεγάλου τους θεού, τον άνθρωπο πως σκιάζει. Όποτε η πανσέληνος καθρεφτίζεται στα αλμυρά νερά, τους ύμνους τους λένε όλοι μαζί στη γλώσσα τη δικιά τους. Και είναι παιδιά αρσενικά μαζί τους και κορίτσια, που κρατούν γενιές ολόκληρες και μοιάζουνε ψαρίσια. Ζούνε εύκολα στη στεριά, τη θάλασσα κι ας λαχταράνε, και τρεις φορές το χρόνο τους έχουν δει, στα κύματα να βουτάνε. Και λένε κάποιοι που κατάφεραν, να δουν το γυρισμό τους, να 'ρχονται γεμάτοι θησαυρούς από τον κόσμο τον δικό τους. Μα πρόσεξε επισκέπτη τολμηρέ κι εσύ περαστικέ, μη και σε δουν να παραφυλάς και σε κυνηγήσουν. Γιατί θα σε πιάσουν σίγουρα, έχουν χαθεί τόσοι, και θα καταλήξεις μια σπονδή στον υδάτινο θεό τους...Τούτο ήταν το τραγούδι μου, απόψε που σας είπα. Αν πράγματι σας άρεσε, αφήστε μου μια δεκάρα.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Στην παραλία

 


Η παραλία ήταν γεμάτη από το πρωί εκείνη τη μέρα. Είχε όλα τα ενοχλητικά φαινόμενα που ονομάζουμε καλοκαιρινή διασκέδαση. Δυνατή μουσική από το μπαρ, παιδιά να φωνάζουν, ρακέτες και μπάλες σε πλήρη δραστηριότητα, κατοικίδια σκυλιά που τα είχαν κουβαλήσει οι ιδιοκτήτες τους ως εκεί. Φυσικά πλανόδιοι πωλητές είχαν πιάσει δουλειά από το πρωί όπως και ο ναυαγοσώστης ο οποίος έκανε τη βάρδιά του. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά μέχρι που έπαψαν να είναι. Το πρώτο ανησυχητικό στοιχείο ήταν η σιωπή. Κόντευε απόγευμα όταν η μουσική σταμάτησε. Όπως και οι υπόλοιποι ήχοι. Μονομιάς. Σαν να κλείστηκε κάποιος διακόπτης. Νεκρική σιγή. Ούτε γλάροι δεν ακούγονταν πουθενά. Συνήθως τέτοια ώρα έκαναν κάμποση φασαρία. Κάποιοι προσπάθησαν να φτάσουν ως εκεί για να δουν τι είχε συμβεί. Είδαν τους ανθρώπους ακίνητους, σιωπηλούς, αποσβολωμένους να κοιτούν προς τη θάλασσα. Τα σκυλιά τους κουλουριασμένα και μάλλον φοβισμένα να κλαψουρίζουν προς την ίδια κατεύθυνση. Εκεί υπήρχε μια περίεργη ομίχλη που καθώς αποτραβιόταν στα βαθιά έμοιαζε να "κατοικείται" από αστραπές. Όταν κατέφτασαν τα περιπολικά και τα ασθενοφόρα, οι λουόμενοι είχαν αρχίσει σιγά σιγά να συνέρχονται και η φύση να επανέρχεται στο κανονικό της. Στις καταθέσεις τους έδωσαν πολλές και διαφορετικές απαντήσεις. Άλλοι είπαν ότι είδαν ένα μεγάλο ιστιοφόρο, άλλοι ένα σκάφος το οποίο αναδύθηκε από τα νερά και εξαφανίστηκε στον ουρανό. Μερικοί υποστήριζαν ότι κάποιο πλάσμα σαν τεράστιος καρχαρίας κολυμπούσε κοντά στην ακτή ενώ υπήρχαν και κάποιοι που  ορκίζονταν ότι είδαν πλοκάμια. Υπήρξαν και καταθέσεις για ανθρωπόμορφα πλάσματα που έρχονταν από τα βάθη της θάλασσας. Οι αρχές ξεκίνησαν έρευνα για πιθανή διαρροή κάποιου χημικού στην περιοχή, όπως ήταν λογικό. Δε μάθαμε τίποτα για την έρευνα αυτή. Κάποτε, περνώντας από εκείνο το μέρος, ρώτησα μια παράξενη τύπισσα, η οποία μένει σε κάτι σαν καλύβα κοντά στη θάλασσα και φτιάχνει κοσμήματα από κοχύλια, αν ήξερε κάτι παραπάνω για εκείνο το περιστατικό. Αν είχε δει κάτι. Με κοίταξε και χαμογέλασε. Μου έδωσε ένα κρεμαστό από κοχύλια. "Ο Ναυτίλος" μου είπε και γέλασε δυνατά. Φεύγοντας μου φώναξε: "Μη ψάχνεις παραμύθια στη θάλασσα Παραμυθά! Μείνε στη στεριά. Η θάλασσα είναι απρόβλεπτη!". Φόρεσα το κρεμαστό και πήγα στο μπαρ. Μια μπύρα ήταν ό,τι έπρεπε με τόση ζέστη! Όλα αυτά έγιναν σε μια παραλία, όχι και πολύ μακριά από εκείνη που πιθανόν βρεθήκατε ή βρίσκεστε τώρα, που διαβάζετε την ιστορία μου...

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Αυτή που περπατά ανάμεσα στα άστρα

 


Κατέβηκε από τα αστέρια όπως κατεβαίνουμε εγώ κι εσείς μια απλή σκάλα. Κάθε της κίνηση ανέδυε μια δύναμη που όμοιά της ίσως να μην υπήρχε σε όλο το σύμπαν. Μια απλή της χειρονομία μπορούσε να οδηγήσει πλήθη ολόκληρα στην παράνοια. Ένας ψίθυρός της μπορούσε να αλλάξει την τροχιά ενός πλανήτη. Ένα τίναγμα των μαλλιών της μπορούσε να σβήσει το φως ενός μακρινού ήλιου. Η μορφή της ήταν εκείνη μια πολύ όμορφης γυναίκας. Μα δεν ήταν η πραγματική της. Απλά αυτή είχε επιλέξει για να κινηθεί ανάμεσά μας. Κοιτούσα τον έναστρο ουρανό την ώρα που κατέφτασε. Πάντα μου άρεσε να κοιτάζω τα αστέρια. Μου δινόταν η αίσθηση ότι θα μπορούσα να ανέβω εκεί πάνω και να περπατήσω ανάμεσά τους. Δεν περίμενα όμως να δω ένα πλάσμα που πράγματι το έκανε αυτό. Λένε ιστορίες πανάρχαιες που έχουν φτάσει ως της μέρες μας πως κάποτε με έναν αναστεναγμό της, διέλυσε ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα. Τρομακτικά τα πλάσματα που κρύβονται στην απεραντοσύνη του σύμπαντος! Στάθηκε μπροστά μου χαμογελώντας. Ένα χαμόγελο μαγευτικό που έκρυβε όμως όλη τη παγωνιά του διαστήματος. "Να θεωρείς τυχερό τον εαυτό σου που με είδες και θα ζήσεις για να διηγηθείς αυτή τη συνάντηση" μου είπε ψυχρά. Σκέφτηκα κάμποσες αστείες ατάκες για να απαντήσω αλλά προτίμησα τη σιωπή. Κάποιες φορές είναι η καλύτερη απάντηση. Και σώζει από περαιτέρω δυσάρεστες συνέπειες. "Ήρθα να περπατήσω ανάμεσα στους ανθρώπους, να πάρω μια γεύση από τη ζωή σας", συνέχισε. Δεν έμεινα σιωπηλός αυτή τη φορά. "Η μορφή σου μπορεί να είναι ανθρώπινη μα οι δυνάμεις σου σε κάνουν κάτι άλλο. Φοβάμαι πως δε θα καταλάβεις την τραγωδία και την ομορφιά της ανθρώπινης ζωής έτσι. Και σαν παρατηρητή, μάλλον θα σε απογοητεύσουμε". Με κοίταξε με βλέμμα πιο πολύ σκεπτικό παρά απορημένο. "Ας είναι. Ακόμα κι αν δεν καταλάβω θα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα από την πλήξη του σύμπαντος" απάντησε. "Μόνη σου είσαι εκεί πάνω; Δεν υπάρχουν άλλα πλάσματα σαν κι εσένα;" ρώτησα με την περιέργεια να παίρνει τον έλεγχο των λόγων μου. "Ζητάς να μάθεις πράγματα που δεν πρέπει θνητέ. Ας μείνουν τα παραμύθια σου λιγότερα. Ο πλανήτης σου, σου προσφέρει αρκετή έμπνευση άλλωστε" μου είπε και χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τι να σήμαινε άραγε αυτό που είπε; Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτή; Και τότε γιατί η πλήξη; Και πώς σπάει η πλήξη ενός τέτοιου πλάσματος; Ερωτήσεις που θα μείνουν χωρίς απάντηση. Ένα είναι σίγουρο. Εκείνη τη νύχτα περπάτησε ανάμεσά μας ένα πλάσμα που κάποιοι θα παρομοίαζαν με θεότητα...

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Το djinn

 


Στην Αθήνα πια κυκλοφορούν πολλοί άνθρωποι αραβικής καταγωγής. Άλλοι είναι μετανάστες και άλλοι τουρίστες. Οι περισσότεροι περνάνε απαρατήρητοι. Ειδικά όταν το μάτι σου δεν είναι συνηθισμένο να διακρίνει ανάμεσα στο λεπτό κενό μεταξύ φωτός και σκιάς. Στην περιοχή που μεγάλωσα είχαμε πάντα αραβικό στοιχείο. Από τον πόλεμο του Λιβάνου ακόμα και μετά από τους πρώτους βομβαρδισμούς στο Ιράκ. Έτσι μπόρεσα να καταλάβω εκείνον τον περίεργο τύπο. Φαινόταν σαν ένας απλός Άραβας. Αν πρόσεχες όμως, έβλεπες κάτι παράξενο στις κινήσεις του. Κάτι ανεπαίσθητα μη ανθρώπινο. Κάτι εντελώς αλλόκοσμο. Κάτι εκτός της ανθρώπινης φύσης. Άρχισα να τον παρατηρώ πιο προσεκτικά. Τότε αντιλήφθηκα και κάτι ακόμα. Πως σε κάθε του βήμα άφηνε πίσω του ελάχιστους κόκκους άμμου. Κάθε μέρα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να τον περιμένω. Είχα κάτσει σε ένα πεζούλι και προσποιούμουν ότι διαβάζω ένα βιβλίο. Καθώς πέρασε μπροστά μου κοντοστάθηκε και μου είπε: "δεν προσποιείσαι και τόσο καλά". "Ούτε κι εσύ" του απάντησα. Έκατσε δίπλα μου. "Ξέρεις τι είμαι και τι μπορώ να κάνω;" ρώτησε. "Ένα πνεύμα της φωτιάς, εξόριστο σε τόπο μακρινό, που ούτε τρόμο προκαλεί ούτε καν το ενδιαφέρον των περισσότερων, αγαπητό μου djinn" του αποκρίθηκα. "Οι ελάχιστοι που θα σε καταλάβαιναν θα σε ρωτούσαν που είναι το λυχνάρι σου". "Δεν κατοικώ πια εκεί..." είπε με ένα θλιμμένο τόνο. "Μεταναστεύουν και τα πνεύματα λοιπόν; Και χάνουν τη δύναμή τους;" ρώτησα ξανά. Κοίταξε τον ουρανό κάπως σκεπτικός..."Όπως και οι άνθρωποι φίλε μου. Όπως και οι άνθρωποι..." Σηκώθηκε με χαιρέτησε ευγενικά και έκανε να φύγει. "Και τι περιμένεις να βρεις εδώ;" τον ρώτησα. Γύρισε και με κοίταξε και έμεινε σιωπηλός. Μετά από λίγο άνοιξε το στόμα του: "Ίσως μια νέα πατρίδα, ίσως τους παλιούς ανθρώπους του τόπου μου. Ό,τι και οι άνθρωποι, δηλαδή". Έφυγε με το συνηθισμένο βηματισμό του, αφήνοντα λίγη άμμο σε κάθε βήμα του. 

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ο τυμβωρύχος

 


Εξαφανίστηκε μια νύχτα. Όλα του τα πλούτη έμειναν πίσω. Και έμειναν στην οικία του μέχρι που εκείνη γκρεμίστηκε. Και παρέμειναν στα ερείπια μέχρι που το χώμα τα έθαψε βαθιά μέσα στη γη. Κανείς δε τόλμησε να απλώσει χέρι και να πάρει έστω και το μικρότερο από τα πολύτιμα αντικείμενα που είχε αποθηκεύσει τόσα χρόνια. Πώς έγινε τόσο πλούσιος κανείς δεν ήξερε με σιγουριά να πει. όλοι ήξεραν πως ήταν τυμβωρύχος. Για το λόγο αυτόν, όλοι τον απέφευγαν. Δεν ήθελαν και πολλές παρτίδες μαζί του. Ακόμα κι όταν μια μέρα, εντελώς ξαφνικά και μυστηριωδώς, άρχισε να ξοδεύει χρήματα πολλά και να αγοράζει πολύτιμα αντικείμενα, η καχυποψία δεν υποχώρησε. Ίσα ίσα. Με τον καιρό μάλιστα, όταν άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της σκοτεινιάς, οι άνθρωποι τον απέκοψαν τελείως. Πρώτα η γυναίκα του άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα τρέλας, μέχρι που ένα ξημέρωμα τη βρήκαν κρεμασμένη στο δέντρο έξω από το σπίτι τους. Τα παιδιά του έχασαν το χρώμα τους, έγιναν κατάχλομα και τελικά πέθαναν και τα τρία. Ο ίδιος ακουγόταν να φωνάζει μέσα στα μεσάνυχτα και να προφέρει ονόματα ακαταλαβίστικα και ακατανόητα. Κάποιοι είπαν πως ήταν ονόματα που δεν θα έπρεπε ποτέ χείλη ανθρώπου να τα προφέρουν. Ώσπου κάποια βραδιά οι φωνές έπαψαν. Το σπίτι έμεινε άδειο και οι θησαυροί του ανέγγιχτοι. Πώς έγινε πλούσιος εκείνος ο τυμβωρύχος κανείς δε ξέρει. Μόνο κάποιος από το χωριό, ένας τύπος αλαφροϊσκιωτος και ονειροπαρμένος είπε πως τον είδε ένα βράδυ, αργά πολύ, να κουβαλά κάτι ανθρώπινα κόκκαλα ολόχρυσα. Αλλά ποιος πιστεύει τα λόγια ενός τρελού, ε;


Τα δύο προηγούμενα μέρη: https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_11.html

https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_14.html


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ένα απόγευμα στο μπαλκόνι

 




Το θυμάμαι σαν χτες. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Ο ήλιος έδυε και είχε ήδη πάρει το κοκκινωπό του χρώμα. Καθώς την έλουζαν οι αδύναμες πια ηλιακές ακτίνες δε μπορούσα παρά να θαυμάσω την αψεγάδιαστη ομορφιά της που ήταν ολοφάνερο πως πήγαζε από κάποια εσωτερική λάμψη. Συζητούσαμε για ένα σωρό αδιάφορα θέματα, παρ' όλα αυτά η συζήτησή μας διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον της. Κάποια στιγμή δυο χελιδόνια πέταξαν μπροστά μας και κινήθηκαν στο κενό ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια που στέκονταν απέναντί μας. Τότε ήταν που κύλησαν ανάμεσα στις κουβέντες μας κάμποσοι σπόροι φακής. Τους κοιτούσαμε, στην αρχή αμήχανα να χοροπηδούν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις μας. Ήταν τόσο διασκεδαστικά τα πηδηματάκια τους που τελικά καταλήξαμε να γελάμε και οι δύο. Ο ήλιος κόντευε να δύσει πια. Εκείνη σηκώθηκε, άνοιξε τα φτερά της σαν της καρδερίνας και πέταξε προς τη κατεύθυνση που είχαν πετάξει λίγο πριν τα χελιδόνια. Εγώ άφησα την ουρά μου να να ξετυλιχτεί και αφού τα χέρια μου και τα πόδια μου έγιναν σαν εκείνα του σαμιαμιδιού, κατέβηκα τον τοίχο της πολυκατοικίας ακολουθώντας μερικούς από εκείνους τους αστείους σπόρους φακής. Κι έτσι, η ιστορία αυτή τελειώνει με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δυο δρόμους που οδηγούσαν αλλού. 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Πώς έγιναν χρυσά τα οστά του αλχημιστή

 


Έψαξε να βρει τα υλικά με μεγάλη προσοχή. Όπως είχε κάνει χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Διάβασε τα αρχαία χειρόγραφα με τις οδηγίες με τη δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθησε κάθε βήμα με ακρίβεια. Έφτιαξε το μίγμα. Ενώ ετοιμαζόταν να το δοκιμάσει πάνω σε ένα κομμάτι μόλυβδο, κάτι άκουσε από την άλλη πλευρά του εργαστηρίου. Του φάνηκε απίστευτο και ακατανόητο αλλά ήταν ο ήχος ενός φλάουτου! Η μελωδία που έπαιζε έγινε πιο έντονη, πιο δυνατή. Δεν ακολουθούσε καμία γνωστή κλίμακα. Ήταν ένα τραγούδι που έμοιαζε να γράφτηκε σε κάποιον άλλον κόσμο! Και τότε άρχισαν να ακούγονται και στίχοι. Ακατάληπτοι, με φθόγγους που ανθρώπινο αυτί δεν είχε ξανακούσει. Ούτε και το δικό του κι ας είχε βρει μουσικά κομμάτια γραμμένα σε χρόνια πριν την καταπόντιση της Ατλαντίδας. Άρχισαν να ματώνουν τα αυτιά του. Μα δεν πονούσε. Κοίταξε προς το μέρος που ερχόταν ο ήχος. Εκεί είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια παράδοξη μορφή ντυμένη με κίτρινο μανδύα. Ένα γέλιο γεννήθηκε μέσα του. Πηγαίο, αστείρευτο, έρρεε πραγματικά. Δεν το έλεγχε. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ένιωσε να τον κυριεύει. Κατάλαβε πως αυτό ήταν εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα. Μα γιατί τώρα; Γiατί έτσι; Η τελευταία σκέψη του ήταν να ψάξει τα χειρόγραφά του. Μα δεν πρόλαβε. Δεν μπόρεσε. Έπιασε τη φιάλη με το μίγμα που είχε παρασκευάσει και γελώντας ήπιε το περιεχόμενο. Μετά κάθισε στην καρέκλα του. Το γέλιο άρχισε να κοπάζει και η μουσική να χάνεται. Ύστερα από κάμποση ώρα σταμάτησαν όλα...Χρόνια μετά βρήκαν τα κόκκαλά του. Μόνο αυτά είχαν μείνει. Και ήταν ολόχρυσα...Για καιρό έμειναν άθικτα ώσπου κάποιος τυμβωρύχος τα έκλεψε. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Χρυσάφι

 


Πότε ξεκίνησε τις προσπάθειες να φτιάξει χρυσάφι κανείς δε ξέρει. Κανένας δε θυμάται. Κλείστηκε στο εργαστήριο κάποτε, αφού μάζεψε όλα τα βιβλία του κόσμου που αφορούσαν το θέμα, και στρώθηκε στη δουλειά. Γενιές και γενιές πέρασαν που έβλεπαν το φως της φωτιάς να λάμπει μέσα στο εργαστήριό του και τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Αυτός όμως ήταν άφαντος. Δεν έβγαινε ποτέ έξω και δεν απαντούσε αν κάποιος χτυπούσε τη πόρτα. Μπορούσε όμως κάποιος, αν έδινε προσοχή, να τον ακούσει να εργάζεται πυρετωδώς εκεί μέσα. Κάθε μέρα, προς το μεσημέρι, οι προμήθειες αφήνονταν έξω από τη πόρτα του. Κάποια στιγμή το βράδυ αργά πρέπει να τις έβαζε μέσα, αφού την άλλη μέρα το πρωί είχαν εξαφανιστεί. Κάποια μέρα ακούστηκαν φωνές θριάμβου και επιτυχίας από το εργαστήριο. Μα και πάλι, κανείς δε βγήκε έξω. Η φωτιά έσβησε, ο καπνός χάθηκε, οι ήχοι έπαψαν. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια απόλυτης ησυχίας. Ο φόβος νικούσε την περιέργεια και κανείς δε πλησίαζε το εργαστήριο. Ώσπου μια μέρα, ο πιο γενναίος του χωριού, έσπασε τη πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκεί μέσα μετά από πρόκληση των χωριανών. Και τότε είδαν την επιτυχία! Στη πολυθρόνα του καθόταν ο αλχημιστής ακίνητος. Η σάρκα του είχε λιώσει από καιρό. Τα κόκκαλά του όμως είχαν μείνει άθικτα. Και ήταν πια από ατόφιο χρυσάφι!

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Χάθηκε...

 


Όλοι είπαν πως εξαφανίστηκε. Πως ήταν ένα αερικό, ένα φάντασμα και σαν τέτοιο χάθηκε. Ήταν ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό. Τα αστέρια έλαμπαν εκεί ψηλά μα δεν μπορούσαν να φωτίσουν τους δρόμους και τα σοκάκια. Ούτε και οι λάμπες έκαναν καλή δουλειά εκείνη την περίεργη νύχτα. Τότε ήταν που εξαφανίστηκε. Σαν να τον κατάπιε το σκοτάδι, είπαν. Μόνο ένας γέρος που καθόταν δίπλα σε μια φωτιά κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι του, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες. "Δε χάθηκε ξαφνικά. Ξεθώριασε σιγά σιγά. Προσπαθούσε, ένας Θεός ξέρει πόσο. Ήταν εδώ, έτρεχε εκεί, έκανε ό,τι μπορούσε. Κανένας μας όμως δε στάθηκε μια στιγμή να τον ακούσει. Να αισθανθεί τις σκέψεις του, να νιώσει τις λύπες του. Κανένας μας δε νοιάστηκε. Ούτε κι εγώ. Ούτε όταν πρόσεξα ότι άρχισε να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται ξαφνικά. Σιγά σιγά σβήνουν. Είτε επειδή εμείς τους θεωρούμε δεδομένους και τους ξεχνάμε είτε επειδή εκείνοι θέλουν να μας ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Έγινε αερικό και στοιχειό, δεν ήταν από την αρχή". Αυτά τα λόγια είπε ο γέρος κι έφυγε για το σπίτι του. Οι υπόλοιποι κουνήσαν τα κεφάλια τους. "Πάει αυτός, το 'χασε" είπαν και ο καθένας συνέχισε να ασχολείται με τα δικά του. Κι εγώ έβαλα τελεία στην ιστορία μου στα λόγια του γέρου και όχι των υπολοίπων.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Το ζωντανό φάντασμα

 


Βρέθηκα τυχαία σε εκείνη την ορεινή περιοχή. Όπως τυχαία βρίσκομαι οπουδήποτε πηγαίνω. Στο χωριό υπήρχε μια περίεργη και ενδιαφέρουσα ιστορία. Η οποία διαπίστωσα πως ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Τα βράδια έβγαινε ένα φάντασμα. Μα δεν ήταν φάντασμα νεκρού αλλά ζωντανού. Το φάντασμα ενός νέου που αγάπησε πολύ μια κοπέλα. Ήταν όμως ένας από εκείνους τους έρωτες που δε βρίσκουν ανταπόκριση. Και μένουν μισοί. Τόσο πολύ ήταν ερωτευμένος ο νέος που ένα μέρος της ψυχής του, έγινε φάντασμα και στοίχειωσε εκείνα τα μέρη. Εκεί που τη συνάντησε πρώτη φορά, εκεί που την έβλεπε καθημερινά. Πράγματι, το φάντασμα το είδα να περιπλανιέται σιωπηλό. Να σκύβει και να αγγίζει το έδαφος που εκείνη είχε πατήσει, όπως μου είπε. Και μια βραδιά είδα και τον νεαρό, μεγάλο και σε προχωρημένη ηλικία πια, να περπατά δίπλα στο φάντασμά του και να συζητούν. Πλησίασα κι εγώ και συστήθηκα. Μου επέτρεψαν να καταγράψω την ιστορία τους και να την πω σε όσους είχαν ενδιαφέρον να την ακούσουν. Ρώτησα αν ξαναείδαν τη κοπέλα ξανά. Χαμήλωσαν και οι δυο το βλέμμα τους θλιμμένοι. Απάντησαν καταφατικά και άφησαν από έναν αναστεναγμό. Πρόσφερα λίγη από τη τεκίλα που είχα φροντίσει να προμηθευτώ όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του ζωντανού φαντάσματος. Η νύχτα τελικά χρειάστηκε όλη τη ποσότητα...Αυτές οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με αλκοόλ...

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Το χορταράκι

 


Αναγνώρισα τον τάφο του εύκολα. Ήταν ο μόνο που δεν φύτρωνε τίποτα. Ούτε πάνω του ούτε γύρω του. Οι χωριανοί με ακολούθησαν μέχρι την είσοδο του κοιμητηρίου. Οι θρήνοι και τα κλάματα που ακούγονταν κάθε βράδυ αποθάρρυναν τους καλούς χωρικούς από το να πλησιάσουν περισσότερο. Κάποιοι από αυτούς ορκίζονται ότι φώναζε εμένα. Παράξενο. Ποτέ δε με συμπαθούσε όσο ζούσε. Για την ακρίβεια δεν ήθελε να με βλέπει. Τι τον έπιασε τώρα που πέθανε και με αναζητά; Λοιπόν, φαίνεται πως οι άνθρωποι αλλάζουν και αφού έχουν πεθάνει...Έκατσα σε ένα βράχο δίπλα από τον τάφο. Τον παρατηρούσα. Ήταν αφύσικα γκρίζος. Μόνο έτσι μπορώ να τον περιγράψω. Για μια μικρή ακτίνα γύρω του το γκρίζο επικρατούσε. Δε φύτρωνε τίποτα. Δεν κινούταν τίποτα. Ούτε μυρμήγκι. Κάθισα λοιπόν και περίμενα. Και περίμενα. Και περίμενα. Το μεσημέρι το διαδέχτηκε το απόγευμα και το απόγευμα η νύχτα. Βέβαια. Πάντα νύχτα βγαίνουν τα φαντάσματα. Άναψα ένα φανάρι που είχα μαζί μου. Ηλεκτρικό. Με μπαταρίες. Μη φανταστείτε τίποτα αρχαίο. Είμαστε στο 2026 στο κάτω κάτω...Μετά από ατελείωτες και βαρετές ώρες αναμονής, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, κάτι ακούστηκε. Ένας θρήνος να έρχεται από μέσα από το χώμα. Ανατρίχιασα είναι η αλήθεια. Πράγματι, αυτός ήταν. Αναγνώρισα τη φωνή του. "Εσύ είσαι γερο-στριμμένε;" ρώτησα. "Ήρθες! Ήρθες! Δόξα τω Θεώ! Ήρθες! Διάβασέ μου παραμύθια Παραμυθά! Πες μου τις ιστορίες σου!" ακούστηκε η φωνή του μέσα από τη γη. "Νόμιζα ότι μισούσες τις ιστορίες μου. Πως τα παραμύθια είναι για ανόητα παιδιά. Καλά δε θυμάμαι;", ειρωνεύτηκα. "Κορόιδεψέ με όσο θέλεις. Δικαίωμα σου...αλλά για όνομα του Θεού, πες μου τις ιστορίες σου! Όσοι πιστεύουν στα παραμύθια πηγαίνουν είτε στον Παράδεισο είτε στην Κόλαση. Εμείς όμως που δε πιστεύουμε στα παραμύθια...Αλίμονο! Δεν υπάρχει χώρος για εμάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο! Μένουμε σε μια αφόρητη γκρίζα έρημο. Τίποτα δε κινείται και τίποτα δεν αλλάζει εκεί. Στερούμαστε ακόμα και την παρηγοριά των βασανιστηρίων της Κόλασης!" Φώναξε. Σπουδαία παρηγοριά ζητάνε κι αυτοί. Από την άλλη, το μαρτύριο της πλήξης πρέπει να είναι φοβερό. Αυτοί που δεν πιστεύουν στα παραμύθια αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τις σπουδαιότερες ομορφιές που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος. Αυτός ή ο άλλος. Τον λυπήθηκα τον παλιόγερο. Ξεκίνησα να διαβάζω τις ιστορίες μου. Διάβαζα μέχρι το πρωί. Κι αυτός άκουγε με ευχαρίστηση. Ρωτούσε λεπτομέρειες σε κάθε ιστορία, είχε απορίες σαν ένα μικρό παιδί. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ησύχασε. Δεν ακουγόταν πια η φωνή του. Έτριψα τα κουρασμένα μάτια μου. Κοίταξα τον τάφο του. Ήταν ακόμα γκρίζος. Χαμένη η προσπάθεια...μα όχι! Τι είναι αυτό; Γέλασα δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Στο κέντρο του τάφου, ανάμεσα στο χώμα και τα βοτσαλάκια, ένα μικρό χορταράκι είχε μόλις φυτρώσει...

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Η πείνα

 




To σκοτάδι απλωνόταν. Έχανε τον έλεγχο νύχτα με τη νύχτα. Ήξερε πως κάτι άλλο ξυπνούσε. Μεταμορφωνόταν. Ή μήπως επέστρεφε στην πραγματική του μορφή; Εκείνη που ήξερε για χρόνια να κρύβει καλά. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως αυτός άλλαζε. Πρωτόγονος; Κτηνώδης; Δαιμονικός; Απλά ανθρώπινος; Διαφορετικοί άνθρωποι δίνουν διαφορετικές ερμηνείες. Ένα ήταν σίγουρο. Η πείνα μεγάλωνε, θέριευε, κυριαρχούσε. Κι εκείνη; Εκείνη τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σίγουρη πως τον ήξερε. Σίγουρη πως θα μπορούσε να τον σώσει. Να τον χορτάσει. Να του δώσει εκείνο το φως που αναζητούσε. Και πράγματι προσπάθησε. Την είδα να τον αγκαλιάζει. Να τον θρέφει με το φως της. Να προσπαθεί να θεραπεύσει το κενό του. Ώσπου χάθηκε μέσα του. Έγινε ένα με το σκοτάδι του. Σαν την πέτρα που ρίχνει κανείς σε πηγάδι τόσο βαθύ που μάταια περιμένει τον ήχο της να ακούσει σαν αυτή φτάσει στον πάτο. Κανείς δεν την ξανάδε. Έτσι λένε εκείνοι που κοιτάζουν επιφανειακά και μόνο. Γιατί αυτή συνέχισε να κυκλοφορεί. Μα ήταν πια αλλαγμένη. Σκοτεινή. Αγνώριστή. Αλλά ακόμα μαζί μας. Κι ας μην τη γνώριζε κανείς. Κι αυτός; Το σκοτάδι χάρηκε τη θυσία που του προσφέρθηκε. Αποτραβήχτηκε ικανοποιημένο. Μα το θηρίο σαν σπάσει τις αλυσίδες του και τραφεί, σίγουρα θα ξαναγυρίσει. Βλέπετε, όλα τα παραμύθια με τη Πεντάμορφη και το Τέρας δεν τελειώνουν χαρούμενα ή στενάχωρα. Κάποια συνεχίζουν. Και κάνουν αυτούς που τα διηγούνται μα και όσους τα ακούνε να ανατριχιάζουν...

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Το τέλος

 


Η κούρασή του αυτή τη φορά δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Αισθανόταν να τον πλακώνει. Το σώμα του είχε βαρύνει τόσο που αισθανόταν πως δε μπορεί να το κουβαλά πια. Ο ύπνος που ένιωθε να θέλει να τον τυλίξει είχε κάτι το διαφορετικό εκείνη τη βραδιά. Φαινόταν πως θα είναι μόνιμος. Ξάπλωσε σε ένα μέρος που του φάνηκε αναπαυτικό. Κοίταξε το σώμα του. Γεμάτο παλιές πληγές και τραύματα που δεν είχαν επουλωθεί πλήρως μα είχαν αφήσει ουλές. Το κεφάλι του πια με το ζόρι κρατιόταν όρθιο. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Πόσο όμορφο του φαινόταν το φεγγάρι. Σίγουρα, αν κάτι θα του έλειπε από τη ζωή που σύντομα θα αποχαιρετούσε είναι η θέα του φεγγαριού...Ξάπλωσε, μα δεν έκλεισε τα μάτια του. Μπροστά του είδε τις αμέτρητες μάχες που είχε δώσει. Τους φίλους που εδώ και καιρό είχαν εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο. Συνειδητοποίησε ότι είχε μείνει πια μόνος. Ακόμα κι εκείνη, η αγαπημένη του είχε φύγει. Ο πόνος του έγινε μούδιασμα και το μούδιασμα...απάθεια. Τα μάτια του έκλειναν. Ήξερε πως δε θα τα ανοίξει ξανά. Η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο αργά. Άφησε μια τελευταία φλογισμένη πνοή και μετά...όλα τελείωσαν. Νεκρική σιγή. Έτσι πέθανε ο τελευταίος δράκος. Κι εγώ ήμουν εκεί, να καταγράφω τούτη την ιστορία. Μάρτυρας ενός κόσμου που χάθηκε. Για πάντα; Δεν το ξέρω. Αυτό μένει να φανεί στο μέλλον...