Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Αυτή που περπατά ανάμεσα στα άστρα

 


Κατέβηκε από τα αστέρια όπως κατεβαίνουμε εγώ κι εσείς μια απλή σκάλα. Κάθε της κίνηση ανέδυε μια δύναμη που όμοιά της ίσως να μην υπήρχε σε όλο το σύμπαν. Μια απλή της χειρονομία μπορούσε να οδηγήσει πλήθη ολόκληρα στην παράνοια. Ένας ψίθυρός της μπορούσε να αλλάξει την τροχιά ενός πλανήτη. Ένα τίναγμα των μαλλιών της μπορούσε να σβήσει το φως ενός μακρινού ήλιου. Η μορφή της ήταν εκείνη μια πολύ όμορφης γυναίκας. Μα δεν ήταν η πραγματική της. Απλά αυτή είχε επιλέξει για να κινηθεί ανάμεσά μας. Κοιτούσα τον έναστρο ουρανό την ώρα που κατέφτασε. Πάντα μου άρεσε να κοιτάζω τα αστέρια. Μου δινόταν η αίσθηση ότι θα μπορούσα να ανέβω εκεί πάνω και να περπατήσω ανάμεσά τους. Δεν περίμενα όμως να δω ένα πλάσμα που πράγματι το έκανε αυτό. Λένε ιστορίες πανάρχαιες που έχουν φτάσει ως της μέρες μας πως κάποτε με έναν αναστεναγμό της, διέλυσε ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα. Τρομακτικά τα πλάσματα που κρύβονται στην απεραντοσύνη του σύμπαντος! Στάθηκε μπροστά μου χαμογελώντας. Ένα χαμόγελο μαγευτικό που έκρυβε όμως όλη τη παγωνιά του διαστήματος. "Να θεωρείς τυχερό τον εαυτό σου που με είδες και θα ζήσεις για να διηγηθείς αυτή τη συνάντηση" μου είπε ψυχρά. Σκέφτηκα κάμποσες αστείες ατάκες για να απαντήσω αλλά προτίμησα τη σιωπή. Κάποιες φορές είναι η καλύτερη απάντηση. Και σώζει από περαιτέρω δυσάρεστες συνέπειες. "Ήρθα να περπατήσω ανάμεσα στους ανθρώπους, να πάρω μια γεύση από τη ζωή σας", συνέχισε. Δεν έμεινα σιωπηλός αυτή τη φορά. "Η μορφή σου μπορεί να είναι ανθρώπινη μα οι δυνάμεις σου σε κάνουν κάτι άλλο. Φοβάμαι πως δε θα καταλάβεις την τραγωδία και την ομορφιά της ανθρώπινης ζωής έτσι. Και σαν παρατηρητή, μάλλον θα σε απογοητεύσουμε". Με κοίταξε με βλέμμα πιο πολύ σκεπτικό παρά απορημένο. "Ας είναι. Ακόμα κι αν δεν καταλάβω θα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα από την πλήξη του σύμπαντος" απάντησε. "Μόνη σου είσαι εκεί πάνω; Δεν υπάρχουν άλλα πλάσματα σαν κι εσένα;" ρώτησα με την περιέργεια να παίρνει τον έλεγχο των λόγων μου. "Ζητάς να μάθεις πράγματα που δεν πρέπει θνητέ. Ας μείνουν τα παραμύθια σου λιγότερα. Ο πλανήτης σου, σου προσφέρει αρκετή έμπνευση άλλωστε" μου είπε και χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τι να σήμαινε άραγε αυτό που είπε; Υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτή; Και τότε γιατί η πλήξη; Και πώς σπάει η πλήξη ενός τέτοιου πλάσματος; Ερωτήσεις που θα μείνουν χωρίς απάντηση. Ένα είναι σίγουρο. Εκείνη τη νύχτα περπάτησε ανάμεσά μας ένα πλάσμα που κάποιοι θα παρομοίαζαν με θεότητα...

Starcastle - Lady of the Lake

 


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Το djinn

 


Στην Αθήνα πια κυκλοφορούν πολλοί άνθρωποι αραβικής καταγωγής. Άλλοι είναι μετανάστες και άλλοι τουρίστες. Οι περισσότεροι περνάνε απαρατήρητοι. Ειδικά όταν το μάτι σου δεν είναι συνηθισμένο να διακρίνει ανάμεσα στο λεπτό κενό μεταξύ φωτός και σκιάς. Στην περιοχή που μεγάλωσα είχαμε πάντα αραβικό στοιχείο. Από τον πόλεμο του Λιβάνου ακόμα και μετά από τους πρώτους βομβαρδισμούς στο Ιράκ. Έτσι μπόρεσα να καταλάβω εκείνον τον περίεργο τύπο. Φαινόταν σαν ένας απλός Άραβας. Αν πρόσεχες όμως, έβλεπες κάτι παράξενο στις κινήσεις του. Κάτι ανεπαίσθητα μη ανθρώπινο. Κάτι εντελώς αλλόκοσμο. Κάτι εκτός της ανθρώπινης φύσης. Άρχισα να τον παρατηρώ πιο προσεκτικά. Τότε αντιλήφθηκα και κάτι ακόμα. Πως σε κάθε του βήμα άφηνε πίσω του ελάχιστους κόκκους άμμου. Κάθε μέρα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να τον περιμένω. Είχα κάτσει σε ένα πεζούλι και προσποιούμουν ότι διαβάζω ένα βιβλίο. Καθώς πέρασε μπροστά μου κοντοστάθηκε και μου είπε: "δεν προσποιείσαι και τόσο καλά". "Ούτε κι εσύ" του απάντησα. Έκατσε δίπλα μου. "Ξέρεις τι είμαι και τι μπορώ να κάνω;" ρώτησε. "Ένα πνεύμα της φωτιάς, εξόριστο σε τόπο μακρινό, που ούτε τρόμο προκαλεί ούτε καν το ενδιαφέρον των περισσότερων, αγαπητό μου djinn" του αποκρίθηκα. "Οι ελάχιστοι που θα σε καταλάβαιναν θα σε ρωτούσαν που είναι το λυχνάρι σου". "Δεν κατοικώ πια εκεί..." είπε με ένα θλιμμένο τόνο. "Μεταναστεύουν και τα πνεύματα λοιπόν; Και χάνουν τη δύναμή τους;" ρώτησα ξανά. Κοίταξε τον ουρανό κάπως σκεπτικός..."Όπως και οι άνθρωποι φίλε μου. Όπως και οι άνθρωποι..." Σηκώθηκε με χαιρέτησε ευγενικά και έκανε να φύγει. "Και τι περιμένεις να βρεις εδώ;" τον ρώτησα. Γύρισε και με κοίταξε και έμεινε σιωπηλός. Μετά από λίγο άνοιξε το στόμα του: "Ίσως μια νέα πατρίδα, ίσως τους παλιούς ανθρώπους του τόπου μου. Ό,τι και οι άνθρωποι, δηλαδή". Έφυγε με το συνηθισμένο βηματισμό του, αφήνοντα λίγη άμμο σε κάθε βήμα του. 

The Gathering - Eleanor

 


Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ο τυμβωρύχος

 


Εξαφανίστηκε μια νύχτα. Όλα του τα πλούτη έμειναν πίσω. Και έμειναν στην οικία του μέχρι που εκείνη γκρεμίστηκε. Και παρέμειναν στα ερείπια μέχρι που το χώμα τα έθαψε βαθιά μέσα στη γη. Κανείς δε τόλμησε να απλώσει χέρι και να πάρει έστω και το μικρότερο από τα πολύτιμα αντικείμενα που είχε αποθηκεύσει τόσα χρόνια. Πώς έγινε τόσο πλούσιος κανείς δεν ήξερε με σιγουριά να πει. όλοι ήξεραν πως ήταν τυμβωρύχος. Για το λόγο αυτόν, όλοι τον απέφευγαν. Δεν ήθελαν και πολλές παρτίδες μαζί του. Ακόμα κι όταν μια μέρα, εντελώς ξαφνικά και μυστηριωδώς, άρχισε να ξοδεύει χρήματα πολλά και να αγοράζει πολύτιμα αντικείμενα, η καχυποψία δεν υποχώρησε. Ίσα ίσα. Με τον καιρό μάλιστα, όταν άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της σκοτεινιάς, οι άνθρωποι τον απέκοψαν τελείως. Πρώτα η γυναίκα του άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα τρέλας, μέχρι που ένα ξημέρωμα τη βρήκαν κρεμασμένη στο δέντρο έξω από το σπίτι τους. Τα παιδιά του έχασαν το χρώμα τους, έγιναν κατάχλομα και τελικά πέθαναν και τα τρία. Ο ίδιος ακουγόταν να φωνάζει μέσα στα μεσάνυχτα και να προφέρει ονόματα ακαταλαβίστικα και ακατανόητα. Κάποιοι είπαν πως ήταν ονόματα που δεν θα έπρεπε ποτέ χείλη ανθρώπου να τα προφέρουν. Ώσπου κάποια βραδιά οι φωνές έπαψαν. Το σπίτι έμεινε άδειο και οι θησαυροί του ανέγγιχτοι. Πώς έγινε πλούσιος εκείνος ο τυμβωρύχος κανείς δε ξέρει. Μόνο κάποιος από το χωριό, ένας τύπος αλαφροϊσκιωτος και ονειροπαρμένος είπε πως τον είδε ένα βράδυ, αργά πολύ, να κουβαλά κάτι ανθρώπινα κόκκαλα ολόχρυσα. Αλλά ποιος πιστεύει τα λόγια ενός τρελού, ε;


Τα δύο προηγούμενα μέρη: https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_11.html

https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_14.html


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ένα απόγευμα στο μπαλκόνι

 




Το θυμάμαι σαν χτες. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Ο ήλιος έδυε και είχε ήδη πάρει το κοκκινωπό του χρώμα. Καθώς την έλουζαν οι αδύναμες πια ηλιακές ακτίνες δε μπορούσα παρά να θαυμάσω την αψεγάδιαστη ομορφιά της που ήταν ολοφάνερο πως πήγαζε από κάποια εσωτερική λάμψη. Συζητούσαμε για ένα σωρό αδιάφορα θέματα, παρ' όλα αυτά η συζήτησή μας διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον της. Κάποια στιγμή δυο χελιδόνια πέταξαν μπροστά μας και κινήθηκαν στο κενό ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια που στέκονταν απέναντί μας. Τότε ήταν που κύλησαν ανάμεσα στις κουβέντες μας κάμποσοι σπόροι φακής. Τους κοιτούσαμε, στην αρχή αμήχανα να χοροπηδούν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις μας. Ήταν τόσο διασκεδαστικά τα πηδηματάκια τους που τελικά καταλήξαμε να γελάμε και οι δύο. Ο ήλιος κόντευε να δύσει πια. Εκείνη σηκώθηκε, άνοιξε τα φτερά της σαν της καρδερίνας και πέταξε προς τη κατεύθυνση που είχαν πετάξει λίγο πριν τα χελιδόνια. Εγώ άφησα την ουρά μου να να ξετυλιχτεί και αφού τα χέρια μου και τα πόδια μου έγιναν σαν εκείνα του σαμιαμιδιού, κατέβηκα τον τοίχο της πολυκατοικίας ακολουθώντας μερικούς από εκείνους τους αστείους σπόρους φακής. Κι έτσι, η ιστορία αυτή τελειώνει με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δυο δρόμους που οδηγούσαν αλλού. 

At Vance - Heaven

 


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Πώς έγιναν χρυσά τα οστά του αλχημιστή

 


Έψαξε να βρει τα υλικά με μεγάλη προσοχή. Όπως είχε κάνει χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Διάβασε τα αρχαία χειρόγραφα με τις οδηγίες με τη δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθησε κάθε βήμα με ακρίβεια. Έφτιαξε το μίγμα. Ενώ ετοιμαζόταν να το δοκιμάσει πάνω σε ένα κομμάτι μόλυβδο, κάτι άκουσε από την άλλη πλευρά του εργαστηρίου. Του φάνηκε απίστευτο και ακατανόητο αλλά ήταν ο ήχος ενός φλάουτου! Η μελωδία που έπαιζε έγινε πιο έντονη, πιο δυνατή. Δεν ακολουθούσε καμία γνωστή κλίμακα. Ήταν ένα τραγούδι που έμοιαζε να γράφτηκε σε κάποιον άλλον κόσμο! Και τότε άρχισαν να ακούγονται και στίχοι. Ακατάληπτοι, με φθόγγους που ανθρώπινο αυτί δεν είχε ξανακούσει. Ούτε και το δικό του κι ας είχε βρει μουσικά κομμάτια γραμμένα σε χρόνια πριν την καταπόντιση της Ατλαντίδας. Άρχισαν να ματώνουν τα αυτιά του. Μα δεν πονούσε. Κοίταξε προς το μέρος που ερχόταν ο ήχος. Εκεί είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια παράδοξη μορφή ντυμένη με κίτρινο μανδύα. Ένα γέλιο γεννήθηκε μέσα του. Πηγαίο, αστείρευτο, έρρεε πραγματικά. Δεν το έλεγχε. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ένιωσε να τον κυριεύει. Κατάλαβε πως αυτό ήταν εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα. Μα γιατί τώρα; Γiατί έτσι; Η τελευταία σκέψη του ήταν να ψάξει τα χειρόγραφά του. Μα δεν πρόλαβε. Δεν μπόρεσε. Έπιασε τη φιάλη με το μίγμα που είχε παρασκευάσει και γελώντας ήπιε το περιεχόμενο. Μετά κάθισε στην καρέκλα του. Το γέλιο άρχισε να κοπάζει και η μουσική να χάνεται. Ύστερα από κάμποση ώρα σταμάτησαν όλα...Χρόνια μετά βρήκαν τα κόκκαλά του. Μόνο αυτά είχαν μείνει. Και ήταν ολόχρυσα...Για καιρό έμειναν άθικτα ώσπου κάποιος τυμβωρύχος τα έκλεψε. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....

Narnia - Jerusalem

 


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Χρυσάφι

 


Πότε ξεκίνησε τις προσπάθειες να φτιάξει χρυσάφι κανείς δε ξέρει. Κανένας δε θυμάται. Κλείστηκε στο εργαστήριο κάποτε, αφού μάζεψε όλα τα βιβλία του κόσμου που αφορούσαν το θέμα, και στρώθηκε στη δουλειά. Γενιές και γενιές πέρασαν που έβλεπαν το φως της φωτιάς να λάμπει μέσα στο εργαστήριό του και τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Αυτός όμως ήταν άφαντος. Δεν έβγαινε ποτέ έξω και δεν απαντούσε αν κάποιος χτυπούσε τη πόρτα. Μπορούσε όμως κάποιος, αν έδινε προσοχή, να τον ακούσει να εργάζεται πυρετωδώς εκεί μέσα. Κάθε μέρα, προς το μεσημέρι, οι προμήθειες αφήνονταν έξω από τη πόρτα του. Κάποια στιγμή το βράδυ αργά πρέπει να τις έβαζε μέσα, αφού την άλλη μέρα το πρωί είχαν εξαφανιστεί. Κάποια μέρα ακούστηκαν φωνές θριάμβου και επιτυχίας από το εργαστήριο. Μα και πάλι, κανείς δε βγήκε έξω. Η φωτιά έσβησε, ο καπνός χάθηκε, οι ήχοι έπαψαν. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια απόλυτης ησυχίας. Ο φόβος νικούσε την περιέργεια και κανείς δε πλησίαζε το εργαστήριο. Ώσπου μια μέρα, ο πιο γενναίος του χωριού, έσπασε τη πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκεί μέσα μετά από πρόκληση των χωριανών. Και τότε είδαν την επιτυχία! Στη πολυθρόνα του καθόταν ο αλχημιστής ακίνητος. Η σάρκα του είχε λιώσει από καιρό. Τα κόκκαλά του όμως είχαν μείνει άθικτα. Και ήταν πια από ατόφιο χρυσάφι!

WASP - Shadow Man

 


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Χάθηκε...

 


Όλοι είπαν πως εξαφανίστηκε. Πως ήταν ένα αερικό, ένα φάντασμα και σαν τέτοιο χάθηκε. Ήταν ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό. Τα αστέρια έλαμπαν εκεί ψηλά μα δεν μπορούσαν να φωτίσουν τους δρόμους και τα σοκάκια. Ούτε και οι λάμπες έκαναν καλή δουλειά εκείνη την περίεργη νύχτα. Τότε ήταν που εξαφανίστηκε. Σαν να τον κατάπιε το σκοτάδι, είπαν. Μόνο ένας γέρος που καθόταν δίπλα σε μια φωτιά κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι του, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες. "Δε χάθηκε ξαφνικά. Ξεθώριασε σιγά σιγά. Προσπαθούσε, ένας Θεός ξέρει πόσο. Ήταν εδώ, έτρεχε εκεί, έκανε ό,τι μπορούσε. Κανένας μας όμως δε στάθηκε μια στιγμή να τον ακούσει. Να αισθανθεί τις σκέψεις του, να νιώσει τις λύπες του. Κανένας μας δε νοιάστηκε. Ούτε κι εγώ. Ούτε όταν πρόσεξα ότι άρχισε να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται ξαφνικά. Σιγά σιγά σβήνουν. Είτε επειδή εμείς τους θεωρούμε δεδομένους και τους ξεχνάμε είτε επειδή εκείνοι θέλουν να μας ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Έγινε αερικό και στοιχειό, δεν ήταν από την αρχή". Αυτά τα λόγια είπε ο γέρος κι έφυγε για το σπίτι του. Οι υπόλοιποι κουνήσαν τα κεφάλια τους. "Πάει αυτός, το 'χασε" είπαν και ο καθένας συνέχισε να ασχολείται με τα δικά του. Κι εγώ έβαλα τελεία στην ιστορία μου στα λόγια του γέρου και όχι των υπολοίπων.

Candlemass - A Sorcerer's Pledge

 


Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Το ζωντανό φάντασμα

 


Βρέθηκα τυχαία σε εκείνη την ορεινή περιοχή. Όπως τυχαία βρίσκομαι οπουδήποτε πηγαίνω. Στο χωριό υπήρχε μια περίεργη και ενδιαφέρουσα ιστορία. Η οποία διαπίστωσα πως ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Τα βράδια έβγαινε ένα φάντασμα. Μα δεν ήταν φάντασμα νεκρού αλλά ζωντανού. Το φάντασμα ενός νέου που αγάπησε πολύ μια κοπέλα. Ήταν όμως ένας από εκείνους τους έρωτες που δε βρίσκουν ανταπόκριση. Και μένουν μισοί. Τόσο πολύ ήταν ερωτευμένος ο νέος που ένα μέρος της ψυχής του, έγινε φάντασμα και στοίχειωσε εκείνα τα μέρη. Εκεί που τη συνάντησε πρώτη φορά, εκεί που την έβλεπε καθημερινά. Πράγματι, το φάντασμα το είδα να περιπλανιέται σιωπηλό. Να σκύβει και να αγγίζει το έδαφος που εκείνη είχε πατήσει, όπως μου είπε. Και μια βραδιά είδα και τον νεαρό, μεγάλο και σε προχωρημένη ηλικία πια, να περπατά δίπλα στο φάντασμά του και να συζητούν. Πλησίασα κι εγώ και συστήθηκα. Μου επέτρεψαν να καταγράψω την ιστορία τους και να την πω σε όσους είχαν ενδιαφέρον να την ακούσουν. Ρώτησα αν ξαναείδαν τη κοπέλα ξανά. Χαμήλωσαν και οι δυο το βλέμμα τους θλιμμένοι. Απάντησαν καταφατικά και άφησαν από έναν αναστεναγμό. Πρόσφερα λίγη από τη τεκίλα που είχα φροντίσει να προμηθευτώ όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του ζωντανού φαντάσματος. Η νύχτα τελικά χρειάστηκε όλη τη ποσότητα...Αυτές οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με αλκοόλ...

Dream Theater - Take The Time [OFFICIAL VIDEO]