του T. CROFTON CROKER.
Λέγεται από εκείνους που υποτίθεται πως γνωρίζουν τέτοια πράγματα, ότι οι «Καλοί Άνθρωποι», δηλαδή οι νεράιδες, είναι κάποιοι από τους αγγέλους που εκδιώχθηκαν από τον ουρανό. Αυτοί έπεσαν στη γη και στάθηκαν στα πόδια τους, ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοί τους, που ήταν πιο βεβαρημένοι από την αμαρτία, βυθίστηκαν ακόμη πιο κάτω, σε έναν χειρότερο τόπο.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ένα χαρούμενο πλήθος από νεράιδες χόρευε και σκαρφιζόταν κάθε λογής τρελές σκανταλιές ένα λαμπρό φθινοπωρινό βράδυ, προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Η γιορτή τους γινόταν όχι μακριά από το Ίντσεγκίλα, στα δυτικά της κομητείας του Κορκ. Ήταν ένα φτωχό χωριό, παρόλο που διέθετε στρατώνα. Τα μεγάλα βουνά και οι άγονες πέτρες που το περιτριγύριζαν ήταν αρκετά για να σκορπίσουν τη φτώχεια σε οποιοδήποτε μέρος. Οι νεράιδες όμως δεν ανησυχούσαν για τέτοια πράγματα, αφού μπορούσαν να αποκτήσουν ό,τι επιθυμούσαν μόνο με μια ευχή. Το μόνο που τις απασχολούσε ήταν να βρίσκουν απόμερες γωνιές, μέρη όπου κανείς δεν θα ερχόταν να χαλάσει τα παιχνίδια τους.
Πάνω σε ένα καταπράσινο κομμάτι χλόης δίπλα στο ποτάμι, οι μικροσκοπικές υπάρξεις χόρευαν κυκλικά με ξεγνοιασιά. Τα κόκκινα σκουφάκια τους πηγαινοέρχονταν στο φως του φεγγαριού καθώς πηδούσαν, κι όμως τα πηδήματά τους ήταν τόσο ανάλαφρα ώστε οι σταγόνες της δροσιάς που έτρεμαν κάτω από τα πόδια τους δεν μετακινούνταν καθόλου. Γύριζαν ασταμάτητα, στριφογύριζαν, έσκυβαν, αναπηδούσαν και εκτελούσαν κάθε λογής χορευτικές φιγούρες, ώσπου μία από αυτές φώναξε:
«Σταματήστε, σταματήστε το χτύπημα των ποδιών!
Τελειώνει η διασκέδασή μας.
Από τη μυρωδιά καταλαβαίνω
πως ένας παπάς έρχεται προς τα εδώ!»
Αμέσως όλες οι νεράιδες το έβαλαν στα πόδια. Κρύφτηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα των λουλουδιών, ώστε τα κόκκινα σκουφάκια τους να μοιάζουν με κατακόκκινα άνθη. Άλλες τρύπωσαν πίσω από πέτρες και βάτα, άλλες κάτω από την όχθη του ποταμού, και άλλες σε τρύπες και χαραμάδες κάθε είδους.
Η νεράιδα δεν είχε κάνει λάθος. Από τον δρόμο που φαινόταν από το ποτάμι ερχόταν ο πατήρ Χόριγκαν καβάλα στο πόνι του. Σκεφτόταν ότι είχε αργήσει πολύ και πως θα τερμάτιζε το ταξίδι του στην πρώτη καλύβα που θα συναντούσε.
Έτσι σταμάτησε στο σπίτι του Ντέρμοντ Λίρι, σήκωσε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε λέγοντας:
— Η ευλογία μου σε όλους τους παρόντες.
Δεν χρειάζεται να πούμε πως ο πατήρ Χόριγκαν ήταν καλοδεχούμενος όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν ήταν πιο ευσεβής ούτε πιο αγαπητός στην περιοχή. Ο Ντέρμοντ όμως στενοχωριόταν, γιατί δεν είχε τίποτε να προσφέρει στον ιερέα για βραδινό πέρα από τις πατάτες που η γυναίκα του —την οποία αποκαλούσε «η γριά», παρότι δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσι πέντε— έβραζε στο τσουκάλι πάνω στη φωτιά.
Του ήρθε τότε στον νου το δίχτυ που είχε ρίξει στο ποτάμι. Είχε περάσει λίγη ώρα μόνο, άρα οι πιθανότητες να είχε πιάσει ψάρι ήταν μικρές. Ωστόσο σκέφτηκε:
«Δεν χάνω τίποτε να πάω να δω. Και ίσως, αφού το χρειάζομαι για το δείπνο του παπά, να με περιμένει ήδη εκεί ένα ψάρι.»
Κατέβηκε λοιπόν στην όχθη και βρήκε στο δίχτυ έναν σολομό τόσο όμορφο όσο κανένας άλλος που είχε πηδήξει ποτέ στα νερά του ποταμού Λι. Όταν όμως πήγε να τον βγάλει, το δίχτυ τραβήχτηκε από τα χέρια του. Δεν κατάλαβε ούτε πώς ούτε από ποιον. Ο σολομός ξέφυγε και άρχισε να κολυμπά χαρούμενα με το ρεύμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ο Ντέρμοντ κοίταξε λυπημένος την ασημένια γραμμή που άφηνε το ψάρι στο φεγγαρόφωτο. Έπειτα χτύπησε το πόδι του στο χώμα και μουρμούρισε:
— Να σε βρει πικρή κακοτυχία μέρα και νύχτα, παλιόψαρο απατεώνα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μου ξέφυγες έτσι. Κι είμαι βέβαιος πως κάποιο κακό πνεύμα σε βοήθησε. Δεν ένιωσα το δίχτυ να τραβιέται λες και το τραβούσε ο ίδιος ο διάβολος;
— Αυτό δεν είναι αλήθεια, είπε μια μικρή νεράιδα που ξεπρόβαλε μπροστά του. Ήμασταν μόνο δεκαοχτώ που τραβούσαμε από την άλλη πλευρά.
Πίσω της ακολουθούσε ολόκληρο πλήθος από τις συντρόφισσές της.
— Μην ανησυχείς για το δείπνο του παπά, συνέχισε. Αν του κάνεις μία ερώτηση εκ μέρους μας, θα έχει μπροστά του το καλύτερο τραπέζι που είδε ποτέ άνθρωπος πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου.
— Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σας, απάντησε αποφασιστικά ο Ντέρμοντ. Σας ευχαριστώ για την προσφορά, αλλά ξέρω καλύτερα από το να πουλήσω τον εαυτό μου για ένα γεύμα. Και είμαι βέβαιος πως ο πατήρ Χόριγκαν νοιάζεται περισσότερο για την ψυχή μου απ' ό,τι για οτιδήποτε θα μπορούσατε να του προσφέρετε.
Η νεράιδα επέμεινε.
— Θα του κάνεις τουλάχιστον μία ευγενική ερώτηση για λογαριασμό μας;
Ο Ντέρμοντ το σκέφτηκε αρκετή ώρα. Δεν έβλεπε κακό στο να μεταφέρει απλώς μια ερώτηση.
— Καλά, αυτό μπορώ να το κάνω. Αλλά δεν θέλω τίποτε από το δείπνο σας. Να το θυμάστε.
— Τότε πήγαινε και ρώτησε τον παπά αν οι ψυχές μας θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση, όπως οι ψυχές των καλών χριστιανών. Και αν μας θέλεις το καλό, φέρε μας γρήγορα την απάντησή του.
Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στην καλύβα. Οι πατάτες ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι και η γυναίκα του έδινε στον πατέρα Χόριγκαν τη μεγαλύτερη απ' όλες, κατακόκκινη και αχνιστή.
Ύστερα από δισταγμό είπε:
— Με την άδειά σας, πάτερ, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;
— Ποια είναι αυτή; ρώτησε ο ιερέας.
— Συγχωρήστε το θάρρος μου, αλλά θα ήθελα να μάθω αν οι ψυχές των Καλών Ανθρώπων θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση.
Ο πατήρ Χόριγκαν τον κοίταξε αυστηρά.
— Ποιος σου είπε να με ρωτήσεις αυτό, Λίρι;
— Δεν θα πω ψέματα, πάτερ. Οι ίδιοι οι Καλοί Άνθρωποι με έστειλαν. Είναι χιλιάδες εκεί κάτω στην όχθη και περιμένουν την απάντηση.
— Τότε πήγαινε πίσω, είπε ο ιερέας, και πες τους να έρθουν οι ίδιοι να με ρωτήσουν. Με μεγάλη μου χαρά θα απαντήσω σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση έχουν.
Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στις νεράιδες, που μαζεύτηκαν γύρω του ανυπόμονα. Μόλις όμως άκουσαν πως έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά στον παπά, σκόρπισαν πανικόβλητες προς κάθε κατεύθυνση. Περνούσαν δίπλα του τόσο γρήγορα και τόσο πολλές, που ο καημένος ζαλίστηκε και έχασε τον προσανατολισμό του.
Όταν συνήλθε, αρκετή ώρα αργότερα, γύρισε στην καλύβα του. Έφαγε τις σκέτες πατάτες μαζί με τον πατέρα Χόριγκαν, ο οποίος δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό. Ο Ντέρμοντ όμως δεν μπορούσε να μην το θεωρεί μεγάλη αδικία: ο παπάς είχε λόγια αρκετά δυνατά ώστε να διαλύσουν τις νεράιδες σαν καπνό, κι όμως δεν είχε ούτε μια μπουκιά παραπάνω για το δείπνο του· ενώ ο εξαίσιος σολομός που είχε πιάσει στο δίχτυ του είχε χαθεί με τόσο παράξενο τρόπο.