Ποιητικά Παλαίσματα
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026
Το κυνηγητό
Σάτιρα ΙΙΙ - John Donne
Η καλοσυνάτη λύπη μου πνίγει τη χολή· η γενναία περιφρόνηση απαγορεύει
εκείνα τα δάκρυα να κυλήσουν, που φουσκώνουν τα βλέφαρά μου·
δεν πρέπει ούτε να γελάσω ούτε να κλάψω για τις αμαρτίες και να είμαι σοφός·
μπορεί άραγε η επίκριση να θεραπεύσει αυτές τις παλιές αρρώστιες;
Δεν είναι η κυρά μας, η ωραία Θρησκεία,
τόσο άξια της αφοσίωσης όλων των ψυχών μας
όσο ήταν κάποτε η αρετή στην πρώτη, τυφλωμένη εποχή;
Δεν είναι οι χαρές του ουρανού εξίσου ικανές να καταπραΰνουν
τις λαγνείες, όσο ήταν τότε η επίγεια τιμή; Αλίμονο,
όπως τις υπηρετούμε με τα μέσα που διαθέτουμε, έτσι θα μας ξεπεράσουν
στο τέλος; Και θα συναντήσει το πνεύμα του πατέρα σου
στον ουρανό τυφλούς φιλοσόφους, των οποίων η αξία
της αυστηρής ζωής μπορεί να θεωρηθεί πίστη, και θα ακούσει
εσένα, που εκείνος σου δίδαξε τόσο εύκολους και κοντινούς δρόμους
να ακολουθείς, καταδικασμένο; Ω, αν τολμάς, να φοβάσαι αυτό·
αυτός ο φόβος είναι μεγάλο θάρρος και υψηλή ανδρεία.
Τολμάς να βοηθάς τους στασιαστές Ολλανδούς, και τολμάς να παραδίνεις
τον εαυτό σου σε ξύλινους τάφους, τα πλοία, λεία
στην οργή των αρχηγών, στις θύελλες, στα βλήματα, στην πείνα;
Τολμάς να καταδύεσαι στις θάλασσες και στα μπουντρούμια της γης;
Έχεις το θαρραλέο πυρ για να λιώσεις τον πάγο
των εξερευνήσεων του παγωμένου Βορρά; Και, τρεις φορές
πιο κρύος κι από τις σαλαμάνδρες, σαν τα θεϊκά
παιδιά μέσα στο καμίνι, μπορείς να υπομείνεις
τις φωτιές της Ισπανίας και του Ισημερινού,
που για τα σώματά μας είναι σαν αποστακτήρια;
Μπορείς να τις αντέξεις για το κέρδος; Και πρέπει κάθε άνθρωπος
που δεν φωνάζει «Θεά» προς την κυρά σου, να σύρει
ή να φάει τα δηλητηριώδη λόγια σου;
Θάρρος από άχυρο!
Άθλιε δειλέ, θέλεις να φαίνεσαι θαρραλέος και
να παραδίνεσαι έτσι στους εχθρούς σου και στον δικό Του εχθρό,
Εκείνου που σε έταξε ως φρουρό
στη φρουρά του κόσμου Του,
και, για απαγορευμένους πολέμους, να εγκαταλείπεις
το πεδίο που σου ανατέθηκε;
Γνώρισε τους εχθρούς σου: τον βρωμερό διάβολο, τον οποίο
προσπαθείς να ευχαριστήσεις, που από μίσος, όχι από αγάπη, θα ήθελε
να σου παραχωρήσει ολόκληρο το βασίλειό του· και, όπως
όλα τα μέρη του κόσμου μαραίνονται και παρέρχονται,
έτσι και ο ίδιος ο κόσμος, ο άλλος αγαπημένος σου εχθρός,
βρίσκεται στη γερασμένη παρακμή του· κι εσύ, αγαπώντας αυτόν,
αγαπάς μια μαραμένη και φθαρμένη πόρνη· και τέλος,
τη σάρκα —που είναι η ίδια ο θάνατος— και τις χαρές
που μπορεί να γευτεί η σάρκα, αυτές αγαπάς,
ενώ την όμορφη, καλή ψυχή σου, η οποία
δίνει στη σάρκα αυτή τη δύναμη να γεύεται τη χαρά,
αυτήν τη μισείς.
Αναζήτησε την αληθινή θρησκεία. Μα πού; Ο Μύρρειος,
νομίζοντας πως εκείνη έχει ξεσπιτωθεί εδώ και έχει φύγει από κοντά μας,
την αναζητά στη Ρώμη· εκεί, επειδή γνωρίζει
πως βρισκόταν εκεί πριν από χίλια χρόνια,
αγαπά τόσο πολύ τα κουρέλια της, όσο εμείς εδώ υπακούμε
στο επίσημο ένδυμα όπου κάθισε χθες ο πρίγκιπας.
Ο Κραντς δεν θα υποταχθεί σε τέτοιους γενναίους έρωτες,
αλλά αγαπά μόνο εκείνη που στη Γενεύη αποκαλείται
Θρησκεία: απλή, λιτή, σκυθρωπή, νέα,
περιφρονητική, μα όχι όμορφη· όπως ανάμεσα
σε λάγνα γούστα υπάρχει κάποιος που θεωρεί
καμιά γυναίκα υγιή παρά μόνο τις χοντροκομμένες χωριατοπούλες.
Ο Γκράιος μένει ακόμη εδώ, στο σπίτι του, και επειδή
κάποιοι ιεροκήρυκες, άθλιοι φιλόδοξοι προαγωγοί, και νόμοι,
που αλλάζουν διαρκώς σαν τις μόδες, του λένε να πιστεύει
πως εκείνη που κατοικεί μαζί μας είναι η μόνη τέλεια,
αγκαλιάζει εκείνη που οι νονοί του
θα του προσφέρουν, όντας τρυφεροί μαζί του, όπως οι ανήλικοι
παίρνουν τις συζύγους που τους προσφέρουν οι κηδεμόνες τους
ή πληρώνουν το αντίτιμό τους.
Ο αμέριμνος Φρύγιος αποστρέφεται όλες, επειδή
δεν μπορούν όλες να είναι καλές· όπως κάποιος που,
επειδή γνωρίζει μερικές γυναίκες πόρνες, δεν τολμά να παντρευτεί καμία.
Ο Γράκχος τις αγαπά όλες σαν μία και νομίζει πως,
όπως οι γυναίκες σε διαφορετικές χώρες κυκλοφορούν
με διαφορετικές φορεσιές, αλλά παραμένουν ένα και το ίδιο είδος,
έτσι είναι και η Θρησκεία· και αυτή η τύφλωση
γεννιέται από το υπερβολικό φως· όμως εσύ,
αμετακίνητος, πρέπει αναγκαστικά να επιλέξεις μία,
και, αναγκασμένος, να δεχτείς μία — και τη σωστή·
ρώτησε τον πατέρα σου ποια είναι,
κι ας ρωτήσει εκείνος τον δικό του· γιατί, μολονότι η αλήθεια και το ψεύδος
είναι σχεδόν δίδυμα, η αλήθεια είναι λίγο μεγαλύτερη·
να είσαι δραστήριος στην αναζήτησή της· πίστεψέ με,
εκείνος που αναζητά το καλύτερο δεν ανήκει ούτε στους μηδενικούς
ούτε στους χειρότερους.
Το να λατρεύεις ή να περιφρονείς μια εικόνα, ή να διακηρύσσεις
πίστη, μπορεί όλα να είναι κακά· αμφέβαλλε με σοφία·
το να στέκεσαι σε έναν παράξενο δρόμο και να ερευνάς σωστά
δεν σημαίνει πως πλανιέσαι· το να κοιμάσαι ή να τρέχεις προς τη λάθος κατεύθυνση, σημαίνει.
Πάνω σε έναν τεράστιο λόφο,
τραχύ και απότομο, στέκει η Αλήθεια, κι εκείνος που θέλει
να τη φτάσει πρέπει να πηγαίνει γύρω γύρω
και γύρω, και να κατακτά ό,τι αντιστέκεται
στην απότομη κλίση του λόφου.
Κι όμως, αγωνίσου έτσι ώστε, πριν έρθουν τα γηρατειά,
το λυκόφως του θανάτου,
να αναπαυθεί η ψυχή σου· γιατί εκείνη τη νύχτα κανείς δεν μπορεί να εργαστεί.
Το να θέλεις σημαίνει αναβολή· γι’ αυτό πράξε τώρα·
τα δύσκολα έργα —τους πόνους του σώματος—,
η δύσκολη γνώση επίσης —τις προσπάθειες του νου—,
τα φτάνεις· και τα μυστήρια
είναι σαν τον ήλιο: θαμπώνουν τα μάτια,
κι όμως είναι φανερά σε όλα τα μάτια.
Κράτησε την αλήθεια που βρήκες· οι άνθρωποι δεν βρίσκονται
σε τόσο άθλια κατάσταση ώστε ο Θεός να έχει, με το χέρι Του,
υπογράψει λευκές εξουσιοδοτήσεις στους βασιλιάδες
να σκοτώνουν όποιον μισούν·
ούτε είναι εκείνοι αντιπρόσωποι του Θεού, αλλά δήμιοι της μοίρας.
Ανόητε και άθλιε, θα αφήσεις την ψυχή σου να δεθεί
με τους ανθρώπινους νόμους, με τους οποίους δεν θα κριθεί
την έσχατη ημέρα; Ω, σε τι θα σε ωφελήσει τότε
να πεις πως ένας Φίλιππος ή ένας Γρηγόριος,
ένας Ερρίκος ή ένας Μαρτίνος, σε δίδαξε αυτό;
Δεν είναι αυτή η δικαιολογία εξίσου ισχυρή
και για τα αντίθετα; Δεν μπορούν και οι δύο πλευρές να πουν το ίδιο;
Για να υπακούς σωστά στην εξουσία, γνώριζε τα όριά της·
πέρα από αυτά, η φύση και το όνομά της αλλάζουν·
τότε, το να είσαι ταπεινός απέναντί της είναι ειδωλολατρία.
Όπως είναι τα ρεύματα, έτσι είναι και η εξουσία·
τα ευλογημένα λουλούδια που κατοικούν
στην ήρεμη πηγή του άγριου ρεύματος ανθίζουν και ευδοκιμούν·
όμως, όταν αφήσουν τις ρίζες τους
και παραδοθούν στη τυραννική ορμή του ρεύματος,
αλίμονο, παρασύρονται μέσα από μύλους,
βράχια και δάση, και στο τέλος, σχεδόν
καταναλωμένα από την πορεία, χάνονται στη θάλασσα.
Έτσι χάνονται οι ψυχές που προτιμούν
την άδικη εξουσία των ανθρώπων, η οποία διεκδικεί
την εξουσία του Θεού, αντί να εμπιστευθούν τον ίδιο τον Θεό.
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026
To φαγητό
Όλη του η ζωή ήταν η μαγειρική. Μάλλον όχι. Όχι η μαγειρική. Το φαγητό! Λάτρευε να ετοιμάζει φαγητό, να προσφέρει φαγητό, να μιλάει για φαγητό. Να τρώει το φαγητό. Και έτρωγε πολύ φαγητό. Πάρα πολύ φαγητό! Υπερβολικά πολύ φαγητό. Μέχρι που αρρώστησε από το τόσο φαγητό και τελικά έσκασε από το φαγητό. Κυριολεκτικά. Αντί για τρεις μέρες αφαγίας που του συνέστησαν οι γιατροί, προτίμησε τρεις μέρες γαστρονομικής κραιπάλης και...Λοιπόν, τουλάχιστον παρέμεινε κοντά στο αντικείμενο. Το σώμα του έγινε φαγητό για χιλιάδες έντομα και μικροοργανισμούς...
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026
Ο ελέφαντας στη παραλία
Περπατούσα στη παραλία εκείνο το ζεστό απόγευμα όταν είδα πολύ κόσμο συγκεντρωμένο σε ένα σημείο. Σχεδόν όλο το χωριό είχε μαζευτεί εκεί. Καθώς πλησίασα είδα πως όλοι τους κοιτούσαν προς τη θάλασσα. Έστρεψε το βλέμμα μου και τι να δω! Ένας ελέφαντας μόλις είχε τελειώσει το μπάνιο του και έβγαινε στη παραλία. Πήγε εκεί που είχε αφήσει τη πετσέτα του, την πήρε και σκουπίστηκε. Τότε, αντιλαμβανόμενος πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι τον κοιτούσαν(είχα ήδη πάει μπροστά μπροστά) με κοίταξε και με ρώτησε ενοχλημένος: "Τι κοιτάνε όλοι αυτοί; Δεν έχουν ξαναδεί ελέφαντα να κάνει μπάνιο στη θάλασσα;". Ένιωσα λίγο αμήχανος. Μετά από μια παύση δευτερολέπτων του απάντησα: "Δε φοράς μαγιό αδελφέ. Η παραλία των γυμνιστών είναι από την άλλη μεριά του κόλπου". Ο ελέφαντας κοκκίνησε ελαφρώς, ζήτησε συγγνώμη για το λάθος του, φόρεσε βιαστικά τη βερμούδα του και έφυγε με γρήγορο βήμα κάπως ντροπιασμένος.
Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
Τραγωδία(μία παράλογη ιστορία)
Δε χρειάστηκε να περάσει πολλή ώρα μέχρι να καταλάβω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αυτό το πρωί. Ο καιρός ήταν καθαρά φθινοπωρινός και δεν πρόδιδε το πρόβλημα. Οι δρόμοι, όπως πάντα, ήταν γεμάτοι πιγκουίνους που πήγαιναν στις δουλειές τους ή για τα ψώνια τους. Όμως οι φώκιες...οι φώκιες σαν να είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε πουθενά ούτε μία για δείγμα. Ούτε στον φούρνο, ούτε στο γυμναστήριο... πουθενά... μόνο οι πιγκουίνοι υπήρχαν, οι οποίοι συνέχιζαν την καθημερινότητά τους σαν να μην έτρεχε τίποτα. Θεέ μου... ξύπνησα σε έναν κόσμο που στις πόλεις βλέπεις μόνο πιγκουίνους και οι φώκιες έχουν εξαφανιστεί! Τι τραγωδία!
Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026
Επικήδειος
Το ουίσκι στο ποτήρι μου υγρό κεχριμπάρι. Μια πίστα χορού για να χορεύει η νεράιδα που κάθε μπουκάλι μέσα του κρύβει. Κάθε γουλιά, μου ξυπνά και μια ανάμνηση από το παρελθόν. Κάθε λίγο που πίνω βλέπω κι ένα όραμα μελλοντικό. Κηδεύω τα όνειρά μου που έμειναν όνειρα και με στόμφο απαγγέλω τον επικήδειό τους. Η νεράιδα γελά σαν μικρό παιδί και μου κλείνει το μάτι. Είσαι δίπλα μου μα είσαι από το χθες ή έρχεσαι από το αύριο; Και το τώρα; Τι γίνεται σήμερα, μου λες; Ακούω το τραίνο να σφυρίζει κι εσύ είσαι μέσα. Δε θα σε ξαναδώ. Δε θα ξανασυναντηθούμε. Όχι όπως τότε. Όχι όπως τώρα. Όχι όπως αύριο. Ο ξωτικός χορός τελειώνει με το ουίσκι. Άδειασε το μπουκάλι. Έμεινε κενό. Κι εσύ έφυγες. Θα ήθελα να σου γράψω ένα ποίημα μα δε ξέρω πως να το κάνω. Πετάω το μπουκάλι και πηγαίνω για ύπνο. Κλείνω το φως, όπως έκλεισε κι εκείνο το κεφάλαιο. Θυμάσαι; Ούτε κι εγώ. Αντίο.
Το Μεγαλείο του Θεού
https://gerardmanleyhopkins.com/poem/gods-grandeur/
Ο κόσμος είναι φορτισμένος με το μεγαλείο του Θεού.
Θα ξεσπάσει σε φλόγα, σαν λάμψη από φύλλο που το ταράζει ο άνεμος·
συγκεντρώνεται σε μεγαλείο, σαν το λάδι που αναβλύζει
όταν συνθλίβεται. Γιατί λοιπόν οι άνθρωποι τώρα δεν λογαριάζουν τη ράβδο Του;
Γενιές πάτησαν, πάτησαν, πάτησαν·
κι όλα είναι καμένα από το εμπόριο· θολωμένα, λερωμένα από τον μόχθο·
και φορούν το σημάδι του ανθρώπου και μοιράζονται τη μυρωδιά του ανθρώπου: η γη
είναι τώρα γυμνή, κι ούτε το πόδι μπορεί να την αισθανθεί, καθώς είναι παπουτσωμένο.
Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η φύση ποτέ δεν εξαντλείται·
βαθιά μέσα στα πράγματα ζει η πολυτιμότερη φρεσκάδα·
κι ακόμη κι όταν τα τελευταία φώτα έσβησαν στη μαύρη Δύση,
ω, το πρωί, στην καστανή άκρη της Ανατολής, αναβλύζει —
γιατί το Άγιο Πνεύμα πάνω από τον σκυμμένο
κόσμο κλίνει το στήθος Του θερμό και, αχ! τα φωτεινά Του φτερά.
Gerard Manley Hopkins
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026
Δίκαιο ή κρίμα;
Είχε καθίσει στο θρόνο του και δεν σηκωνόταν ποτέ. Λέγανε πως τον έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Τόσο σημαντικός ήταν για αυτόν. Δε σηκωνόταν για κανέναν λόγο. Πάνω εκεί τον μετέφεραν, εκεί έτρωγε, εκεί κοιμόταν. Κι όταν μια αράχνη - ένα είδος σπάνιο που κανείς δεν είχε ξαναδεί- άρχισε να υφαίνει τον ιστό της και να τον τυλίγει μαζί με το θρόνο ούτε και τότε ξεκούνησε. Μα κάποια στιγμή θέλησε να ελευθερωθεί και φώναξε στους στρατιώτες του να κόψουν τον ιστό. Μάταια όμως. Τα μαχαίρια, τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους αλλά και όποιο άλλο εργαλείο χρησιμοποιούσαν, δεν μπορούσαν να κόψουν τον ιστό. Λένε όσοι ήταν μάρτυρες του περιστατικού και όσων ακολούθησαν πως το νήμα ήταν σκληρότερο κι από ατσάλι. Η αράχνη άρχισε να τον δαγκώνει και να τον δηλητηριάζει. Να τη σκοτώσει κανείς δε μπορούσε αφού δεν περνούσαν οι λάμες από το δίχτυ της. Τελικά το δηλητήριο έκανε τη δουλειά του και η αράχνη έφυγε χωρίς κανείς να τη πάρει χαμπάρι κάποια στιγμή. Εκείνος έμεινε ένα κουφάρι δεμένο πάνω σε θρόνο πολύτιμο. Κρίμα, θα έλεγαν κάποιοι. Κάποιοι άλλοι θα έλεγαν, δίκαιο. Εγώ λέω απλά την ιστορία.
Ιστοί αράχνης
Είναι μια χώρα χωρίς νύχτα και μέρα
χωρίς ζέστη και κρύο, βροχή και αέρα
χωρίς λόφους, κοιλάδες· μια πεδιάδα
απλώνεται άπειρα μίλια μακριά.
Ένα λυκόφως γκρίζο στον πνιγηρό αιθέρα.
Ούτε φεγγάρια ούτε εποχές, πέρα
μακριά ούτε άμπωτη ούτε ποτάμια στα βουνά
ούτε βλάστηση ούτε ξέρα, ποτέ, πουθενά.
Ούτε κύμα στη θάλασσα ούτε αμμουδιά
ούτε φτεροκόπημα να ταράξει το νερό. Δεν
πάλλεται ζωή σ' όλη την άσπλαχνη γη,
σ' όλη την άσπλαχνη θάλασσα, ίχνος χρόνου μηδέν.
Κανένα σπίτι ασφαλές, κανένας οικείος τόπος,
καμιά ελπίδα, φόβος κανείς. Για πάντα.
Christina Rossetti - Οι εκδόσεις των φίλων








