Ένα άγγιγμα,
δυο λόγια.
Μισό χαμόγελο
κι έπειτα...
σιωπή
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Αναστενάζεις καθώς το χαροπούλι
τον θανατερό του ύμνο αναπέμπει
και κρυφά το καταριέσαι
προσπαθώντας τον θάνατο να ξορκίσεις
Μα κι εκείνο θαρρείς πως θέλει
τέτοιους πένθιμους ψαλμούς να ψέλνει;
Μήπως δε θα του ήταν ευχάριστο
για τη ζωή και την άνοιξη να τραγουδά
όπως τα κοτσύφια και οι καρδερίνες;
Ποιος , τότε, θα σου θύμιζε εκείνη την αλήθεια
που σε βασανίζει;
Ότι ο θάνατος τελικά
έρχεται για όλους.
Λίγο πριν ξεψυχήσει
τι όμορφο που μοιάζει
το άτυχο σπουργίτι
Μεγαλόπρεπα
τον θάνατο υποδέχεται
στο απλό του σπιτικό
Κι αυτή του η ευθραυστότητα
γενναιότητα θυμίζει
παλιών πολεμιστών
Άπλωσα το χέρι μου
μα συνάντησε το κενό
Φώναξα τ' όνομά σου
για να μου απαντήσει η σιωπή
Το άρωμα σου έψαξα να μυρίσω
μάταια όμως.
Τύλιξα το ρούχο πάνω μου
να πάψω να κρυώνω
αλλά η υγρασία
τρύπησε τα κόκκαλά μου
Έπαψα πια να προσπαθώ...
αφέθηκα στην Πρόνοια
Ίσως κάποτε
ξαναβρεθούμε...
Σκύψε Νυχτιά παρήγορη, περίχυσέ την μύρα,
στο κάτασπρο κλινάρι της ιερά παρθενικό
και γίνου μεσ’ στον ύπνο της η παραστάτις μοίρα
κ’ εμπόδισέ της τόνειρο, το ανύποπτο κακό.
Να γίνης τόσο ανάλαφρη, καθώς μητέρας χάδι
πάνω στην άγρυπνη καρδιά κι’ αυτή να κοιμηθη,
μήπως και το μεθυστικό ξανασιμώση βράδι
και νοιώση το άνθος του παλιού καημού να ξανανθή.
Νάναι γυμνή και ταπεινή στη μητρική αγκαλιά σου
κι’ όταν μέσα στα μύρα σου λησμονηθή βαθιά,
τότε το θρήνο σου άφησε και λύσε τα μαλλιά σου,
σημείο πως αξιώθηκε να μην ακούει πια.