Κρύο και σκοτάδι
στάχτη και σήψη
ο κόσμος μου.
Πες μου
μια ζεστή κουβέντα,
άσε
ένα δάκρυ να κυλήσει
για τούτο το τέρας
που μέσα μου κοιμάται.
Μα μη μου μιλάς
για του έρωτα τη φλόγα.
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Κρύο και σκοτάδι
στάχτη και σήψη
ο κόσμος μου.
Πες μου
μια ζεστή κουβέντα,
άσε
ένα δάκρυ να κυλήσει
για τούτο το τέρας
που μέσα μου κοιμάται.
Μα μη μου μιλάς
για του έρωτα τη φλόγα.
Θα επιστρέψουν τα μαύρα χελιδόνια
στο μπαλκόνι σου τις φωλιές τους να κρεμάσουν,
και πάλι με τα φτερά τους στα τζάμια
παίζοντας θα σε καλέσουν.
Όμως εκείνα που αναχαίτισαν την πτήση τους
την ομορφιά σου και την ευτυχία μου για να θωρήσουν,
εκείνα που έμαθαν τα ονόματά μας...
εκείνα... δεν θα γυρίσουν!
Θα επιστρέψουν τα φουντωτά αγιοκλήματα
του κήπου σου τους τοίχους να σκαρφαλώσουν,
και πάλι το βράδυ, ακόμα πιο ωραία,
τα άνθη τους θα ανοίξουν.
Όμως εκείνες οι δροσοσταλίδες, που τις βλέπαμε
να τρέμουν και να πέφτουν σαν δάκρυα της ημέρας...
εκείνες... δεν θα γυρίσουν!
Θα επιστρέψουν του έρωτα στα αυτιά σου
τα φλογερά τα λόγια να ηχήσουν,
η καρδιά σου από τον βαθύ της ύπνο
ίσως και να ξυπνήσει.
Όμως βουβός, απορροφημένος και γονατιστός,
όπως προσκυνά κανείς τον Θεό μπροστά στο θυσιαστήριο,
όπως εγώ σε αγάπησα... μην αυταπατάσαι,
έτσι δεν θα σε αγαπήσουν!
Στα όνειρά σου τραγουδώ
στίχους μαύρους, θλιμμένους
δεν είναι τραγούδια έρωτα
μπαλάντες είν' θανάτου
Και το πρωί όταν ξυπνάς
τα δάκρυα σκουπίζεις,
τον ιδρώτα από το στήθος σου
που στάζει μουσκεμένο
Την αγκαλιά μου αν ζητάς
γυρεύεις χίλια μαχαίρια
τα νύχια μου, κοφτερά
θα σκίσουν την ψυχή σου.
Ορκίστηκα πως δεν θα ερωτευτώ,
τον λόγο μου θα κρατήσω, το δήλωσα πιστά.
Μα θες την αλήθεια, ακριβή μου;
Σου το ομολογώ... ήδη τρέμει η ψυχή μου!
https://ruverses.com/konstantin-batyushkov/i-swore-i-d-never-fall-in-love/
Στα όνειρα τι πρόσχωμα
να υπάρξει;
Είμαι εκεί
σε κάθε ανάσα σου
ενώ κοιμάσαι
Το ξημέρωμα σαν έρθει
με διώχνει μακριά
Μα ο ύπνος θα 'ρθει ξανά
κι εγώ θα κλέψω πάλι
λίγες ανάσες σου
https://www.poetryfoundation.org/poems/43797/address-to-the-devil
Ω Πρίγκιπα, αρχηγέ δυνάμεων θρονιασμένων,
που οδήγησες σε πόλεμο τα τάγματα των αγγέλων!
(Μίλτον, Χαμένος Παράδεισος)
Ω εσύ! Όποιο όνομα κι αν σου ταιριάζει—
Γέρο-Κέρατα, Σατανά, Νικ ή Κλούτε!
Που σ’ εκείνη τη σπηλιά, τη μαύρη και καπνισμένη,
κλεισμένος μες στα τάρταρα,
πιτσιλάς το θειάφι απ’ το καζάνι
για να ζεματάς τους δόλιους τους κολασμένους!
Άκου με, Γέρο-Δήμιε, για λίγο,
κι άσε τους κακομοίρηδες τους νεκρούς στην ησυχία τους·
είμαι σίγουρος πως λίγη χαρά μπορεί να δώσει,
ακόμα και σε έναν διάβολο,
να δέρνει και να καίει σκυλιά σαν κι εμένα,
και να μας ακούει να τσιρίζουμε!
Μεγάλη η δύναμή σου και μεγάλη η φήμη σου·
ξακουστό και γνωστό παντού το όνομά σου·
κι αν εκείνο το φλεγόμενο βάραθρο είναι το σπίτι σου,
ταξιδεύεις μακριά·
και μα την πίστη μου! δεν είσαι ούτε αργός ούτε κουτσός,
ούτε ντροπαλός ούτε φοβισμένος.
Πότε τριγυρνάς σαν λιοντάρι που βρυχάται,
ψάχνοντας λεία σε τρύπες και γωνιές·
πότε πετάς πάνω στην άγρια καταιγίδα,
ξεθεμελιώνοντας τις εκκλησιές·
πότε τρυπώνεις μες στα ανθρώπινα στήθη,
κι εκεί κρύβεσαι αόρατος.
Έχω ακούσει τη σεβάσμια γιαγιά μου να λέει,
πως σ’ αρέσει να γυρνάς σε μοναχικές λαγκαδιές·
ή εκεί που γκρίζα, ερειπωμένα κάστρα
γνέφουν στο φεγγάρι,
τρομάζεις τον νυχτερινό οδοιπόρο
με το απόκοσμο μουρμουρητό σου.
Όταν το λυκόφως καλούσε τη γιαγιά μου
να πει τις προσευχές της, γυναίκα αγνή και πράα!
Συχνά πίσω απ’ τον τοίχο σ’ άκουγε να βουίζεις,
με μια απόκοσμη βοή·
ή να ’ρχεσαι μέσα απ’ τις φυλλωσιές,
με έναν βαρύ στεναγμό.
Μια νύχτα ζοφερή, ανεμώδη, χειμωνιάτικη,
που τα αστέρια έπεφταν με λοξό φως,
μαζί σου εγώ ο ίδιος τρόμαξα,
εκεί πέρα στη λίμνη·
σαν μια δέσμη καλάμια στεκόσουν μπροστά μου,
με ένα κυματιστό θρόισμα.
Το ραβδί στη χούφτα μου άρχισε να τρέμει,
κάθε τρίχα μου σηκώθηκε σαν πάσσαλος,
όταν με ένα απόκοσμο, βραχνό «Κουάκ, κουάκ»,
μέσα από τις πηγές,
πέταξες μακριά σαν αγριόπαπια,
με φτερά που σφύριζαν.
[...]
Και τώρα, Γέρο-Κλούτε, ξέρω τι σκέφτεσαι,
πως ένας ποιητάκος που γλεντά και πίνει,
κάποια άτυχη ώρα θα σταλεί τρέχοντας
στο μαύρο σου το λάκκο·
μα πίστεψέ με! θα στρίψει στη γωνία ξεγλιστρώντας,
και θα σε γελάσει ακόμα μια φορά.
Μα στο επανιδείν, Γέρο-Νικ!
Ω, ας το σκεφτόσουν κι ας άλλαζες!
Ίσως —δεν ξέρω—
να είχες ακόμα μια ελπίδα:
Με πιάνει θλίψη όταν σκέφτομαι εκείνο το άντρο,
ακόμα και για χάρη σου!
Αν μπορούσα να σηκώσω το σκοτεινιασμένο πέπλο
που κρύβει από μένα τη μελλοντική μου ζωή,
αν οι αγέννητοι αιώνες μπορούσαν αργά να πλεύσουν
μπροστά στα μάτια μου — κι αν μπορούσα να δω
κάθε μου πράξη ζωγραφισμένη εκεί,
ούτε ένα βλέμμα δεν θα τολμούσα να ρίξω.
Εκεί ίσως η φτώχεια και η θλίψη να στέκονταν,
κι η διαβρωτική παλάμη της σκοτεινής Απόγνωσης
θα μ’ έκανε να ζητήσω τον μοναχικό τάφο
για να κοιμηθώ στο ατέλειωτο σκοτάδι του.
Γι’ αυτό ας μην ρίξω ποτέ το βλέμμα μου
στο μυστηριώδες βιβλίο της αμετάβλητης Μοίρας.
https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/poems/49323/the-new-noah
1
Ταξιδεύουμε πάνω στην Κιβωτό, μέσα στη λάσπη και τη βροχή,
τα κουπιά μας είναι οι υποσχέσεις του Θεού.
Εμείς ζούμε — και η υπόλοιπη Ανθρωπότητα πεθαίνει.
Ταξιδεύουμε πάνω στα κύματα, δένοντας
τις ζωές μας στα σχοινιά των πτωμάτων που γεμίζουν τους ουρανούς.
Όμως ανάμεσα στον Ουρανό κι εμάς υπάρχει ένα άνοιγμα,
μια θυρίδα για μια δέηση.
«Γιατί, Κύριε, έσωσες εμάς μονάχα
απ’ όλους τους ανθρώπους και τα πλάσματα;
Και πού μας ρίχνεις τώρα;
Στην άλλη σου Γη, στην Πρώτη μας Εστία;
Μέσα στα φύλλα του Θανάτου, μέσα στον άνεμο της Ζωής;
Σε εμάς, στις αρτηρίες μας, κυλάει ένας φόβος για τον Ήλιο.
Απελπιζόμαστε από το Φως,
Απελπιζόμαστε, Κύριε, για ένα αύριο
στο οποίο θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη Ζωή από την αρχή.
Είθε να μην ήμασταν εκείνο το σποράκι της Πλάσης,
της Γης και των γενεών της,
Είθε να είχαμε παραμείνει απλός Πηλός ή Αναμμένο Κάρβουνο,
ή κάτι ενδιάμεσο,
τότε δεν θα χρειαζόταν να δούμε
αυτόν τον Κόσμο, τον Κύριό του και την Κόλασή του, για δεύτερη φορά».
2
Αν ο χρόνος ξεκινούσε από την αρχή,
κι αν τα νερά καταπόντιζαν το πρόσωπο της ζωής,
κι αν η γη σφαδάζε, κι εκείνος ο θεός
έτρεχε σε μένα παρακαλώντας: «Νώε, σώσε τους ζωντανούς!»
δεν θα ασχολούμουν με το αίτημά του.
Θα ταξίδευα πάνω στην κιβωτό μου, αφαιρώντας
πηλό και βότσαλα από τα μάτια των νεκρών.
Θα άνοιγα τα βάθη της ύπαρξής τους στον κατακλυσμό,
και θα ψιθύριζα στις φλέβες τους
πως επιστρέψαμε από την ερημιά,
πως βγήκαμε από τη σπηλιά,
πως αλλάξαμε τον ουρανό των χρόνων,
πως πλέουμε δίχως να υποκύπτουμε στους φόβους μας —
πως δεν εισακούμε τον λόγο εκείνου του θεού.
Το ραντεβού μας είναι με τον θάνατο.
Οι ακτές μας είναι μια οικεία και ευχάριστη απελπισία,
μια παγωμένη θάλασσα από σιδερένιο νερό που διασχίζουμε
μέχρι τα έσχατα άκρα της, απτόητοι,
αδιάφοροι για εκείνον τον θεό και τον λόγο του,
λαχταρώντας έναν διαφορετικό, έναν νέο, κύριο.