Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Νύχτα

 


Την συνάντησα αναπάντεχα. Περπατούσα χωρίς κάποιον προορισμό, γυρεύοντας κάποια ιστορία να διηγηθώ όταν οι δρόμοι μας συναντήθηκαν. Με χαιρέτησε εγκάρδια και μου χαμογέλασε ζεστά. Εγώ μάλλον μάλλον αμήχανα. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελα να δω. Πολλές από τις ιστορίες που διηγούμαι είναι δικές της με κάποιον τρόπο. Το κακό είναι ότι το ήξερε. Και ζήτησε το μερτικό της. "Γράψε κάτι και για μένα" είπε καθώς απομακρυνόταν. Δε μπορώ να αρνηθώ. Κάποτε την θεωρούσαν θεά. Τη θυμάμαι να κρατά τη σελήνη στο ένα χέρι και το πέπλο του νυχτερινού ουρανού στο άλλο. Θυμάμαι πιστοί να έρχονται μπροστά στα πόδια της και να την προσκυνούν. Να της αφήνουν δώρα. Κι εκείνη, άλλοτε καταδεκτική τα δέχονταν και άλλοτε απόμακρη τα απέρριπτε. Πετούσε επάνω στα φτερά του ύπνου και επισκέπτονταν τους εκλεκτούς της στα όνειρά τους όπου και τους χάριζε την εύνοιά της. Την άλλη μέρα τα μάτια τους θολά και ανίκανα να εστιάσουν, αποτελούσαν το σημάδι της επίσκεψής της. Κάποιοι, οι πιο ευνοημένοι, δέχονταν συχνότερες επισκέψεις μέχρι που ο μακάριος θάνατος τους έβρισκε στον ύπνο τους. Σιγά σιγά, εξαιτίας της αύξησης των απωλειών, άρχισαν να τη φοβούνται. Μετά να την τρέμουν και στο τέλος να τη μισούν. Ακόμα κρατούσε τη σελήνη και τον νυχτερινό ουρανό, μα τα νύχια στα χέρια της ήταν πια γαμψά. Τα δόντια της έμοιαζαν με του τσακαλιού και τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Με τον καιρό κλήθηκαν άνθρωποι που ήξεραν να εξορκίζουν τέτοια πλάσματα. Η αγάπη μειώθηκε, ο φόβος θέριεψε, οι εξορκισμοί την έδιωξαν...Ξεχάστηκε...Μόνο λίγοι θυμόμαστε πια της μέρες της δόξας της. Μόνο εγώ ξέρω τη φύση της τη πραγματική. Γιατί αυτός που γράφει ιστορίες έχει το προνόμιο και να γνωρίζει...

Virgin Steele - Strawgirl

 


Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Ο Πορφυρός Βασιλιάς

 


Καθόταν ήσυχος σε μια γωνιά σε ένα μικρό cafe.  Κανείς δεν ήξερε ποιος είναι, ποια δύναμη κρύβεται μέσα σε τούτη τη μορφή, την φαινομενικά απλή και καθημερινή. Έπινε έναν εσπρέσο και έτρωγε ένα κρουασάν. Πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Μου έγνεψε να καθίσω. Αρχίσαμε να συζητάμε. Για τη ζωή του την τωρινή αλλά και για την πρότερη. Τα μάτια του συχνά πυκνά πετούσαν σπίθες φωτιάς καθώς μιλούσε για το παρελθόν. Καθώς χειρονομούσε, κάποιος που είχε μια σχετική εμπειρία μπορούσε να καταλάβει πως μια και μόνο από τις χειρονομίες του, αν εκτελούνταν με διαφορετικό τρόπο, θα μπορούσε να καταστρέψει ένα μέρος του κόσμο σε λίγα δευτερόλεπτα. Ή θα μπορούσε να ξυπνήσει στρατιές πλασμάτων τερατωδών που με χαρά θα ξεχύνονταν επάνω στα θύματά τους. Όμως εκείνες οι μέρες έχουν περάσει. Τα μυστικά του τα έχει σφραγίσει και δεν έχει σκοπό να τα μοιραστεί. Η βασιλεία του έφτασε στο τέλος της με τη μορφή εκείνη. Μόνο ένα κόκκινο ύφασμα έχει μείνει να θυμίζει την τρομακτική του δύναμη και τη φοβερή του εξουσία. Όλη την ώρα που διηγούταν ιστορίες από τις μεγάλες δόξες του αλλά και από τη σημερινή του καθημερινότητα έβλεπα την μελαγχολία να κυριαρχεί στις εκφράσεις του. Ο άλλοτε πανίσχυρος Πορφυρός Βασιλιάς σήμερα να ζει σαν ένα ήσυχος συνταξιούχος. Έχω διηγηθεί πολλές παράξενες ή και παράλογες  ιστορίες. Αυτή όμως, αμφιβάλλω αν θα την πιστέψει κανείς. 

Sonata Arctica - Fullmoon

 


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο Προσκυνητής

 


Όλοι ήξεραν τον Προσκυνητή σε κείνα τα μέρη. Όλη μέρα περπατούσε και τη νύχτα προσευχόταν. Κανείς δεν τον είδε ποτέ να κοιμάται. Έτρωγε ελάχιστα και με λίγο νερό ξεδιψούσε. Κι αυτά όμως τα έκανε ενώ περπατούσε. Ανέβαινε βουνά από μονοπάτια δύσκολα, περνούσε μέσα από ποτάμια με νερά ορμητικά και διέσχιζε κάμπους κάτω από της εξαντλητική ζέστη και τον καυτό ήλιο. Δε χρειαζόταν τα όνειρα πια και οι γνώσεις του κόσμου του ήταν περιττές. Ακολουθούσε τον δρόμο του πάντα με σιγουριά. Ποτέ δεν καθυστέρησε σε κάποιο σταυροδρόμι για να επιλέξει ποιον δρόμο θα πάρει. Πάντα ήξερε. Κάποτε περπάτησα μαζί του. Ο δρόμος μας έτυχε να είναι κοινός. Διαπίστωσα ότι όσα έλεγαν για εκείνον ήταν αληθινά. Διαπίστωσα και κάτι ακόμα. Πως δεν ονειρευόταν. Δε χρειαζόταν πια τα όνειρα. Ούτε και ιστορίες άκουγε πια. Δεν διψούσε για τέτοιες η ψυχή του. Παράξενο πράγμα. Γνώρισα από τότε πολλούς ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που μου είπαν ιστορίες γι' αυτόν και που μου διηγήθηκαν πως τον είχαν δει στα όνειρά τους να περιδιαβαίνει. Να ήξερε άραγε πως αυτός, που δεν έβλεπε όνειρα ούτε άκουγε ιστορίες, παρ' όλα αυτά εμφανιζόταν στα όνειρα και τις ιστορίες των άλλων; Τον ρώτησα μα δεν πήρα απάντηση. Ούτε κάποιο χαμόγελο ή κάποια άλλη έκφραση στο πρόσωπό του μπόρεσα να διακρίνω. Απλά συνέχισε να περπατά με το ίδιο βηματισμό για να φτάσει στο επόμενο προσκύνημα που τον περίμενε...

Bruce Dickinson - Arc of Space

 


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Η φωτιά

 


Τον βρήκα να κάθεται βαθιά μέσα σε μια σπηλιά. Έφτανε σχεδόν στην καρδιά εκείνου του βουνού. Μόνος σύντροφός του, το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε. Η φωτιά. Ήταν φίλος, εραστής και φύλακάς της. Το όνομά του είχε ξεχαστεί από αιώνες αμέτρητους. Οι άνθρωποι του έδιναν κατά καιρούς διάφορα ονόματα ανάλογα με τη δική τους ικανότητα αντίληψης και κατανόησης. Κανένα από αυτά όμως δεν ήταν το δικό του. Τώρα πια, οι ελάχιστοι που αναφέρονταν σε αυτόν τον έλεγαν Φύλακα της Φωτιάς. Το όνομα αυτό έδειχνε πόσο είχε φτωχύνει η γνώση και η φαντασία τους. Τούτα τα δύο, αν και τα ονομάζουμε ξεχωριστά εντούτοις είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Αυτή η ιστορία έχει να κάνει με τον Φύλακα. Φορούσε μόνο ένα παντελόνι κι αυτό σχισμένο. Δε φορούσε μπλούζα ή πουκάμισο. Η ζέστη της φωτιάς έκανε ένα τέτοιο ρούχο περιττό.  Οι πληγές του ήταν ακόμα ορατές. Ποιος ξέρει πόσες τιμωρίες πέρασε επειδή μοίρασε το μυστικό της φωτιάς. "Μετάνιωσες;" τον ρώτησα. "Θα έπρεπε να τη ξέρεις την απάντηση", μου είπε. "Μετανιώνεις  για τις ιστορίες που διηγείσαι; Τα μυστικά που κρύβουν, δεν είναι μικρότερα από εκείνα της φωτιάς. Ούτε λιγότερο επικίνδυνα". "Ίσως, εσύ όμως..." ξεκίνησα να λέω πριν με διακόψει. "Εγώ όμως τιμωρήθηκα. Τι να κάνεις. Έτσι είναι η ζωή. Ίσως κι εσύ τιμωρηθείς κάποτε" είπε γελώντας. Η φωτιά μπροστά του δυνάμωσε και σαν να κινήθηκε στον ήχο του γέλιου του. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της. Τα γένια και τα μαλλιά του σαν να έγιναν κι εκείνα φωτιά. Έμεινα στη σπηλιά κάμποσες ώρες. Μου διηγήθηκε ιστορίες άγνωστες, άλλες από τα βάθη των αιώνων και άλλες από την εβδομάδα που μας πέρασε. Πριν φύγω ρώτησα: "Δε φοβάσαι μήπως η φωτιά καταστρέψει τον κόσμο"; Με κοίταξε για λίγη ώρα σιωπηλός. Στο τέλος απάντησε: "Η φωτιά δεν καταστρέφει. Καθαρίζει και αναγεννά". " Αφήνει και νεκρούς χερσότοπους" είπα και ετοιμάστηκα να φύγω. "Κομμάτι της διαδικασίας" μου απάντησε καθώς με αποχαιρετούσε. Αυτοί οι πολύ αρχαίοι τύποι πάντα θέλουν να φαίνονται αινιγματικοί. Τουλάχιστον συνέλλεξα  αρκετές ιστορίες για να διηγηθώ στο μέλλον. 

Manowar - Blood of the Kings

 


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ο σκύλος

 


Λένε πως μεταμορφώθηκε σε σκύλο. Άλλοι λένε πως μάγισσα τον καταράστηκε και άλλοι πως από έρωτα έγινε σκύλος για να βρίσκει την οσμή της αγαπημένης του. Και άλλοι πως πάντα σκύλος ήτανε, ακόμα κι όταν περπατούσε σε δύο πόδια και δεν είχε γούνα στο σώμα του. Μα η ιστορία του είναι διαφορετική. Φτωχός ήταν από μικρός και ζούσε με αποφάγια. Οι άνθρωποι άλλοτε του φέρονταν καλά και άλλοτε τον κλωτσούσαν. Με τον καιρό και αφού όλοι τον λόγιζαν σκύλο, άρχισε να αποκτά τις συνήθειες του ζώου. Με τον καιρό και τη μορφή του. Τούτη η ιστορία δεν είναι μια ιστορίας μαύρης μαγείας. Ούτε η ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα που άφησε βαθύ σημάδι. Τούτη είναι μια ιστορία παραλογισμού. Εκείνου που σκληραίνει των ανθρώπων τις καρδιές και δημιουργεί πλάσματα αλλόκοτα...

VOIVOD – The Unknown Knows (Symphonique) (VISUALIZER)

 


Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Περπατώντας

 




 Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορίες που μου τις έχουν διηγηθεί. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Ούτε καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Από μικρός είχα ένα πρόβλημα. Δεν είχα κανένα μα κανένα ταλέντο. Δε ζωγράφιζα καλά, δεν έπαιζα μουσική, δεν χόρευα, δεν ήμουν τόσο καλός στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό -αν και πεισματάρης- δεν έγραφα ωραία, δε μιλούσα με πειθώ. Δεν ήμουν ο πιο δυνατός ούτε και ο πιο γρήγορος. Δεν ήμουν ο πιο έξυπνος ούτε και ο πιο δραστήριος. Σε ένα ήμουν μόνο καλός. Στο περπάτημα. Όταν περπατούσα δεν έκανα απλώς μια σειρά από συνεχόμενα βήματα. Περπατώντας άνοιγαν μπροστά μου πύλες που οδηγούσαν σε μυριάδες κόσμους. Παράθυρα που μου έδειχνα χιλιάδες ιστορίες. Δίπλα μου περπατούσαν χαρακτήρες παράξενοι, πλάσματα της φαντασίας. Ο άνεμος εκθρόνιζε τη λογική που έχει αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό  και έδινε στο παράλογο τη θέση της. Όσο περπατούσα ο ήλιος διηγούταν παραμύθια και η σελήνη με τα αστέρια αφηγούνταν παράξενες ιστορίες. Τα πουλιά τραγουδούσαν με ανθρώπινες φωνές και τα σκυλιά και οι γάτες πετούσαν με την άνεση ενός κοτσυφιού. Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί. Δεν θα μπορούσα να τις γράψω με κάποιο υποφερτό τρόπο. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Δε θα μπορούσα να τις μεταφέρω από εκείνους τους κόσμους που έχουν συμβεί. Δεν είναι καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Δε θα μπορούσα να τις αφηγηθώ με τρόπο που να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ιστορίες που τις έχω περπατήσει. Μόνο σε αυτό ήμουν πάντα καλός. Στο να περπατάω τις ιστορίες μου. 

Yngwie Malmsteen - Save Our Love

 


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο τρελός του χωριού

 


Λένε για εκείνον τον τρελό, πως χάθηκε μέσα στο δάσος των σκιών. Πως αφέθηκε στα πλάσματα της νύχτας να τον οδηγήσουν στα ανίερα μονοπάτια τους. Πως πήγε στα μέρη εκείνα που κανένας καλός άνθρωπος και λογικός δεν πηγαίνει. Ανέβηκα σε έναν άνεμο που φυσούσε προς εκείνο το δάσος και τον άφησα να με οδηγήσει. Πράγματι το δάσος ήταν σκοτεινό αρκετά. Περπάτησα λίγη ώρα στο μονοπάτι που με πήγε ο άνεμος μέχρι που βγήκα σε ένα ξέφωτο. Εκεί τον βρήκα να κάθεται και να μιλά με πλάσματα αλλόκοτα. Γρύπες και μονόκερους, σφίγγες και κενταύρους μπόρεσα να ξεχωρίσω. Σαν με είδε, χαμογέλασε μάλλον ειρωνικά. "Ήρθες να γράψεις την ιστορία μου Παραμυθά; Να πεις για τον τρελό που τον κλέψαν οι σκιές και μιλά με πλάσματα παράξενα σε μέρη που άνθρωποι καλοί και λογικοί το πόδι δεν πατούν;", μου είπε με φωνή θλιμμένη. "Δεν με έκλεψε καμιά σκιά. Εκείνοι οι καλοί και λογικοί με έδιωξαν με την κακία τους και τη σκληρότητά τους. Και τούτα τα πλάσματα πολύ λιγότερο αλλόκοτα είναι από των "καλών" ανθρώπων τις συμπεριφορές. Το πόδι τους δεν το πατούν εδώ όχι επειδή το μέρος είναι διαβολικό. Δεν τολμούν αν έρθουν εδώ επειδή θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν τις θέσεις και τις ανέσεις τους. Αυτή είναι η αλήθεια" μου είπε "και όχι οι παλαβομάρες που ακούγονται στον κόσμο σας ως λογική". Άνοιξα τη τσάντα μου και έβγαλα το φλασκί με το ουίσκι. Πάντα κουβαλάω ένα τέτοιο μαζί μου. Για ώρα ανάγκης. "Να κεράσω;" ρώτησα και αμέσως μου έδειξε μια ξύλινη κούπα που είχε κοντά του. Έχυσα το νερό που είχε μέσα και έβαλα λίγο ποτό. Τσουγκρίσαμε και ήπιαμε από μια γουλιά σιωπηλοί. Τα πλάσματα εκείνου του δάσους μαζεύτηκαν γύρω μας και σχημάτισαν μια τεράστια παρέα. Έμεινα αρκετές ημέρες μαζί του και με τα πλάσματα εκείνα. Ήρθα να βρω μια ιστορία να σας διηγηθώ μα βρήκα κάτι καλύτερο. Τον άνθρωπο. Εκείνον που έψαχνε με το φανάρι του ο Διογένης. 

Ten - The Grail

 


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η Μέδουσα

 


Της αρέσει πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό. Με ένα φόρεμα αέρινο και τα μαλλιά της ξέπλεκα να ανεμίζουν ακόμα κι αν άνεμος δε φυσά. Το χρώμα τους αλλάζει. Πότε μαύρα, πότε καστανά και πότε ξανθά. Γι' αυτό πολλοί νομίζουν πως τα μαλλιά της είναι φίδια ζωντανά σαν εκείνα της Μέδουσας. Όμως κάνουν λάθος. Κατά ένα τρόπο περίεργο, ποτέ κανένα αυτοκίνητο δεν έπεσε πάνω της. Κανένα όχημα δεν τη χτύπησε. Όσοι την είδαν έχουν να λένε για το ανέμελο, σχεδόν χορευτικό της βάδισμα και για τον τρόπο που ξαφνικά εξαφανίζεται, στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Το πρόσωπό της κανένας δεν το έχει δει, πράγμα που επαναφέρει τη σύγκριση με τη Μέδουσα αφού κυκλοφόρησε η φήμη πως όποιος δει το πρόσωπό της, πετρώνει ή πεθαίνει. Και πάλι λάθος κάνουν. Το πρόσωπο της είναι όμορφο και τα μάτια της φωτεινά. Μα κατοικεί μέσα τους μια μελαγχολική σκιά. Κάτι που χάθηκε; Κάτι που λείπει; Κάτι που δεν αποκτήθηκε ποτέ; Δεν ξέρω. Δεν μου είπε όλη της την ιστορία ποτέ. Μόνο ότι της αρέσει τόσο πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό...