Ένα αηδόνι
κελαηδά,
την κάθοδό μου
στον Άδη
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Αναστενάζεις καθώς το χαροπούλι
τον θανατερό του ύμνο αναπέμπει
και κρυφά το καταριέσαι
προσπαθώντας τον θάνατο να ξορκίσεις
Μα κι εκείνο θαρρείς πως θέλει
τέτοιους πένθιμους ψαλμούς να ψέλνει;
Μήπως δε θα του ήταν ευχάριστο
για τη ζωή και την άνοιξη να τραγουδά
όπως τα κοτσύφια και οι καρδερίνες;
Ποιος , τότε, θα σου θύμιζε εκείνη την αλήθεια
που σε βασανίζει;
Ότι ο θάνατος τελικά
έρχεται για όλους.
Λίγο πριν ξεψυχήσει
τι όμορφο που μοιάζει
το άτυχο σπουργίτι
Μεγαλόπρεπα
τον θάνατο υποδέχεται
στο απλό του σπιτικό
Κι αυτή του η ευθραυστότητα
γενναιότητα θυμίζει
παλιών πολεμιστών
Άπλωσα το χέρι μου
μα συνάντησε το κενό
Φώναξα τ' όνομά σου
για να μου απαντήσει η σιωπή
Το άρωμα σου έψαξα να μυρίσω
μάταια όμως.
Τύλιξα το ρούχο πάνω μου
να πάψω να κρυώνω
αλλά η υγρασία
τρύπησε τα κόκκαλά μου
Έπαψα πια να προσπαθώ...
αφέθηκα στην Πρόνοια
Ίσως κάποτε
ξαναβρεθούμε...
Σκύψε Νυχτιά παρήγορη, περίχυσέ την μύρα,
στο κάτασπρο κλινάρι της ιερά παρθενικό
και γίνου μεσ’ στον ύπνο της η παραστάτις μοίρα
κ’ εμπόδισέ της τόνειρο, το ανύποπτο κακό.
Να γίνης τόσο ανάλαφρη, καθώς μητέρας χάδι
πάνω στην άγρυπνη καρδιά κι’ αυτή να κοιμηθη,
μήπως και το μεθυστικό ξανασιμώση βράδι
και νοιώση το άνθος του παλιού καημού να ξανανθή.
Νάναι γυμνή και ταπεινή στη μητρική αγκαλιά σου
κι’ όταν μέσα στα μύρα σου λησμονηθή βαθιά,
τότε το θρήνο σου άφησε και λύσε τα μαλλιά σου,
σημείο πως αξιώθηκε να μην ακούει πια.
Σε λιβάδια οστών
μ' έφεραν τα βήματά μου,
σπαρμένα πτώματα
στη σήψη αφημένα.
Πτωματοφάγα όρνεα
και αγρίμια
με όρεξη ακόρεστη
γιορτάζουν την παρακμή.
Και να! Μπροστά μου ορθώνεται
κίονας κορινθιακός
με επιγραφή λαμπρή:
"Πολιτισμός".
Μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα, ὤ Θεέ μου, ἄφησες ὅλες μου τίς αἰσθήσεις ν’ ἀπλώσουν καί ν’ ἀγγίσουν τόν κόσμον τοῦτο, στά πόδια Σου.
Ὅπως ἕνα σύννεφο τοῦ φθινοπώρου κρέμεται χαμηλά μέ τό φορτίο του τῆς βροχῆς, ἔτσι ἄφησε καί τό πνεῦμα μου, ὅλο, νά σκύψει χαμηλά στήν πόρτα Σου, μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ἄφησε ὅλα τά τραγούδια μου νά μαζώξουν ὅλες τίς διάφορες μελωδίες τους σέ μιά μοναδική συμφωνία καί νά κυλήσουν σ’ ἕναν Ὠκεανό Σιωπῆς, μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ὅπως ἕνα μπουλούκι νοσταλγῶν γερανῶν, πού πετοῦν νύχτα καί μέρα, γιά νά γυρίσουν πίσω στίς βουνίσιες φωλιές τους, ἔτσι ἄφησε καί τή ζωή μου ὅλη ν’ ἀρχίσει τό ταξίδι της γιά τό αἰώνιό της σπίτι, μέ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ταγκόρ - Λυρικά Αφιερώματα - εκδ. Ηριδανός
Κι αν κοιτάζω στον καθρέφτη
χωρίς ίχνος μετανοίας
τρέμω, σαν το βλέμμα μου
στον ουρανό υψώσω.
Την ομορφιά του άνθους
που αργά μαραίνεται
ποιος άγγελος ν' αντέξει;
Σέρνομαι κάτω από του Θεού
τη βλοσυρή ματιά,
φέροντας την ένδοξη σήψη
την σπουδαία παρακμή!
Πότε εκείνη η οργή Του
-σαν κατακλυσμός -
πάνω μου θε να ξεσπάσει;
Του ενός η φλόγα σε φωτίζει,
Κι άλλος το πένθος του δωρίζει, Φύση!
Κι ό,τι στον ένα λέει: Ταφή!
Λέει στον άλλο: Δόξα και Ζωή!
Άγνωστε Ερμή οπού με παραστέκεις
Και πάντα δέος θα με πληροίς,
Του Μίδα εικόνα μ' έχεις κάνει,
Τον πιο θλιμμένο αλχημιστή·
Χάρη σ' εσέ σίδερο κάνω το χρυσό
Κόλαση τον παράδεισο·
Στο σάβανο των νεφελών
Βρίσκω κουφάρι λατρευτό,
Και στις ακτές του ουρανίου άγους
Οικοδομώ μεγάλες σαρκοφάγους.
Τα Άνθη του Κακού, εκδ. Κουκούτσι