Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Το χορταράκι

 


Αναγνώρισα τον τάφο του εύκολα. Ήταν ο μόνο που δεν φύτρωνε τίποτα. Ούτε πάνω του ούτε γύρω του. Οι χωριανοί με ακολούθησαν μέχρι την είσοδο του κοιμητηρίου. Οι θρήνοι και τα κλάματα που ακούγονταν κάθε βράδυ αποθάρρυναν τους καλούς χωρικούς από το να πλησιάσουν περισσότερο. Κάποιοι από αυτούς ορκίζονται ότι φώναζε εμένα. Παράξενο. Ποτέ δε με συμπαθούσε όσο ζούσε. Για την ακρίβεια δεν ήθελε να με βλέπει. Τι τον έπιασε τώρα που πέθανε και με αναζητά; Λοιπόν, φαίνεται πως οι άνθρωποι αλλάζουν και αφού έχουν πεθάνει...Έκατσα σε ένα βράχο δίπλα από τον τάφο. Τον παρατηρούσα. Ήταν αφύσικα γκρίζος. Μόνο έτσι μπορώ να τον περιγράψω. Για μια μικρή ακτίνα γύρω του το γκρίζο επικρατούσε. Δε φύτρωνε τίποτα. Δεν κινούταν τίποτα. Ούτε μυρμήγκι. Κάθισα λοιπόν και περίμενα. Και περίμενα. Και περίμενα. Το μεσημέρι το διαδέχτηκε το απόγευμα και το απόγευμα η νύχτα. Βέβαια. Πάντα νύχτα βγαίνουν τα φαντάσματα. Άναψα ένα φανάρι που είχα μαζί μου. Ηλεκτρικό. Με μπαταρίες. Μη φανταστείτε τίποτα αρχαίο. Είμαστε στο 2026 στο κάτω κάτω...Μετά από ατελείωτες και βαρετές ώρες αναμονής, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, κάτι ακούστηκε. Ένας θρήνος να έρχεται από μέσα από το χώμα. Ανατρίχιασα είναι η αλήθεια. Πράγματι, αυτός ήταν. Αναγνώρισα τη φωνή του. "Εσύ είσαι γερο-στριμμένε;" ρώτησα. "Ήρθες! Ήρθες! Δόξα τω Θεώ! Ήρθες! Διάβασέ μου παραμύθια Παραμυθά! Πες μου τις ιστορίες σου!" ακούστηκε η φωνή του μέσα από τη γη. "Νόμιζα ότι μισούσες τις ιστορίες μου. Πως τα παραμύθια είναι για ανόητα παιδιά. Καλά δε θυμάμαι;", ειρωνεύτηκα. "Κορόιδεψέ με όσο θέλεις. Δικαίωμα σου...αλλά για όνομα του Θεού, πες μου τις ιστορίες σου! Όσοι πιστεύουν στα παραμύθια πηγαίνουν είτε στον Παράδεισο είτε στην Κόλαση. Εμείς όμως που δε πιστεύουμε στα παραμύθια...Αλίμονο! Δεν υπάρχει χώρος για εμάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο! Μένουμε σε μια αφόρητη γκρίζα έρημο. Τίποτα δε κινείται και τίποτα δεν αλλάζει εκεί. Στερούμαστε ακόμα και την παρηγοριά των βασανιστηρίων της Κόλασης!" Φώναξε. Σπουδαία παρηγοριά ζητάνε κι αυτοί. Από την άλλη, το μαρτύριο της πλήξης πρέπει να είναι φοβερό. Αυτοί που δεν πιστεύουν στα παραμύθια αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τις σπουδαιότερες ομορφιές που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος. Αυτός ή ο άλλος. Τον λυπήθηκα τον παλιόγερο. Ξεκίνησα να διαβάζω τις ιστορίες μου. Διάβαζα μέχρι το πρωί. Κι αυτός άκουγε με ευχαρίστηση. Ρωτούσε λεπτομέρειες σε κάθε ιστορία, είχε απορίες σαν ένα μικρό παιδί. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ησύχασε. Δεν ακουγόταν πια η φωνή του. Έτριψα τα κουρασμένα μάτια μου. Κοίταξα τον τάφο του. Ήταν ακόμα γκρίζος. Χαμένη η προσπάθεια...μα όχι! Τι είναι αυτό; Γέλασα δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Στο κέντρο του τάφου, ανάμεσα στο χώμα και τα βοτσαλάκια, ένα μικρό χορταράκι είχε μόλις φυτρώσει...

Avantasia - Black Wings

 


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Η πείνα

 




To σκοτάδι απλωνόταν. Έχανε τον έλεγχο νύχτα με τη νύχτα. Ήξερε πως κάτι άλλο ξυπνούσε. Μεταμορφωνόταν. Ή μήπως επέστρεφε στην πραγματική του μορφή; Εκείνη που ήξερε για χρόνια να κρύβει καλά. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως αυτός άλλαζε. Πρωτόγονος; Κτηνώδης; Δαιμονικός; Απλά ανθρώπινος; Διαφορετικοί άνθρωποι δίνουν διαφορετικές ερμηνείες. Ένα ήταν σίγουρο. Η πείνα μεγάλωνε, θέριευε, κυριαρχούσε. Κι εκείνη; Εκείνη τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σίγουρη πως τον ήξερε. Σίγουρη πως θα μπορούσε να τον σώσει. Να τον χορτάσει. Να του δώσει εκείνο το φως που αναζητούσε. Και πράγματι προσπάθησε. Την είδα να τον αγκαλιάζει. Να τον θρέφει με το φως της. Να προσπαθεί να θεραπεύσει το κενό του. Ώσπου χάθηκε μέσα του. Έγινε ένα με το σκοτάδι του. Σαν την πέτρα που ρίχνει κανείς σε πηγάδι τόσο βαθύ που μάταια περιμένει τον ήχο της να ακούσει σαν αυτή φτάσει στον πάτο. Κανείς δεν την ξανάδε. Έτσι λένε εκείνοι που κοιτάζουν επιφανειακά και μόνο. Γιατί αυτή συνέχισε να κυκλοφορεί. Μα ήταν πια αλλαγμένη. Σκοτεινή. Αγνώριστή. Αλλά ακόμα μαζί μας. Κι ας μην τη γνώριζε κανείς. Κι αυτός; Το σκοτάδι χάρηκε τη θυσία που του προσφέρθηκε. Αποτραβήχτηκε ικανοποιημένο. Μα το θηρίο σαν σπάσει τις αλυσίδες του και τραφεί, σίγουρα θα ξαναγυρίσει. Βλέπετε, όλα τα παραμύθια με τη Πεντάμορφη και το Τέρας δεν τελειώνουν χαρούμενα ή στενάχωρα. Κάποια συνεχίζουν. Και κάνουν αυτούς που τα διηγούνται μα και όσους τα ακούνε να ανατριχιάζουν...

Tarja - Frisson Noir

 


Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Το τέλος

 


Η κούρασή του αυτή τη φορά δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Αισθανόταν να τον πλακώνει. Το σώμα του είχε βαρύνει τόσο που αισθανόταν πως δε μπορεί να το κουβαλά πια. Ο ύπνος που ένιωθε να θέλει να τον τυλίξει είχε κάτι το διαφορετικό εκείνη τη βραδιά. Φαινόταν πως θα είναι μόνιμος. Ξάπλωσε σε ένα μέρος που του φάνηκε αναπαυτικό. Κοίταξε το σώμα του. Γεμάτο παλιές πληγές και τραύματα που δεν είχαν επουλωθεί πλήρως μα είχαν αφήσει ουλές. Το κεφάλι του πια με το ζόρι κρατιόταν όρθιο. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Πόσο όμορφο του φαινόταν το φεγγάρι. Σίγουρα, αν κάτι θα του έλειπε από τη ζωή που σύντομα θα αποχαιρετούσε είναι η θέα του φεγγαριού...Ξάπλωσε, μα δεν έκλεισε τα μάτια του. Μπροστά του είδε τις αμέτρητες μάχες που είχε δώσει. Τους φίλους που εδώ και καιρό είχαν εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο. Συνειδητοποίησε ότι είχε μείνει πια μόνος. Ακόμα κι εκείνη, η αγαπημένη του είχε φύγει. Ο πόνος του έγινε μούδιασμα και το μούδιασμα...απάθεια. Τα μάτια του έκλειναν. Ήξερε πως δε θα τα ανοίξει ξανά. Η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο αργά. Άφησε μια τελευταία φλογισμένη πνοή και μετά...όλα τελείωσαν. Νεκρική σιγή. Έτσι πέθανε ο τελευταίος δράκος. Κι εγώ ήμουν εκεί, να καταγράφω τούτη την ιστορία. Μάρτυρας ενός κόσμου που χάθηκε. Για πάντα; Δεν το ξέρω. Αυτό μένει να φανεί στο μέλλον...

The Sins of thy Beloved - Silent Pain

 


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Νύχτα

 


Την συνάντησα αναπάντεχα. Περπατούσα χωρίς κάποιον προορισμό, γυρεύοντας κάποια ιστορία να διηγηθώ όταν οι δρόμοι μας συναντήθηκαν. Με χαιρέτησε εγκάρδια και μου χαμογέλασε ζεστά. Εγώ μάλλον μάλλον αμήχανα. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελα να δω. Πολλές από τις ιστορίες που διηγούμαι είναι δικές της με κάποιον τρόπο. Το κακό είναι ότι το ήξερε. Και ζήτησε το μερτικό της. "Γράψε κάτι και για μένα" είπε καθώς απομακρυνόταν. Δε μπορώ να αρνηθώ. Κάποτε την θεωρούσαν θεά. Τη θυμάμαι να κρατά τη σελήνη στο ένα χέρι και το πέπλο του νυχτερινού ουρανού στο άλλο. Θυμάμαι πιστοί να έρχονται μπροστά στα πόδια της και να την προσκυνούν. Να της αφήνουν δώρα. Κι εκείνη, άλλοτε καταδεκτική τα δέχονταν και άλλοτε απόμακρη τα απέρριπτε. Πετούσε επάνω στα φτερά του ύπνου και επισκέπτονταν τους εκλεκτούς της στα όνειρά τους όπου και τους χάριζε την εύνοιά της. Την άλλη μέρα τα μάτια τους θολά και ανίκανα να εστιάσουν, αποτελούσαν το σημάδι της επίσκεψής της. Κάποιοι, οι πιο ευνοημένοι, δέχονταν συχνότερες επισκέψεις μέχρι που ο μακάριος θάνατος τους έβρισκε στον ύπνο τους. Σιγά σιγά, εξαιτίας της αύξησης των απωλειών, άρχισαν να τη φοβούνται. Μετά να την τρέμουν και στο τέλος να τη μισούν. Ακόμα κρατούσε τη σελήνη και τον νυχτερινό ουρανό, μα τα νύχια στα χέρια της ήταν πια γαμψά. Τα δόντια της έμοιαζαν με του τσακαλιού και τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Με τον καιρό κλήθηκαν άνθρωποι που ήξεραν να εξορκίζουν τέτοια πλάσματα. Η αγάπη μειώθηκε, ο φόβος θέριεψε, οι εξορκισμοί την έδιωξαν...Ξεχάστηκε...Μόνο λίγοι θυμόμαστε πια της μέρες της δόξας της. Μόνο εγώ ξέρω τη φύση της τη πραγματική. Γιατί αυτός που γράφει ιστορίες έχει το προνόμιο και να γνωρίζει...

Virgin Steele - Strawgirl

 


Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Ο Πορφυρός Βασιλιάς

 


Καθόταν ήσυχος σε μια γωνιά σε ένα μικρό cafe.  Κανείς δεν ήξερε ποιος είναι, ποια δύναμη κρύβεται μέσα σε τούτη τη μορφή, την φαινομενικά απλή και καθημερινή. Έπινε έναν εσπρέσο και έτρωγε ένα κρουασάν. Πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Μου έγνεψε να καθίσω. Αρχίσαμε να συζητάμε. Για τη ζωή του την τωρινή αλλά και για την πρότερη. Τα μάτια του συχνά πυκνά πετούσαν σπίθες φωτιάς καθώς μιλούσε για το παρελθόν. Καθώς χειρονομούσε, κάποιος που είχε μια σχετική εμπειρία μπορούσε να καταλάβει πως μια και μόνο από τις χειρονομίες του, αν εκτελούνταν με διαφορετικό τρόπο, θα μπορούσε να καταστρέψει ένα μέρος του κόσμο σε λίγα δευτερόλεπτα. Ή θα μπορούσε να ξυπνήσει στρατιές πλασμάτων τερατωδών που με χαρά θα ξεχύνονταν επάνω στα θύματά τους. Όμως εκείνες οι μέρες έχουν περάσει. Τα μυστικά του τα έχει σφραγίσει και δεν έχει σκοπό να τα μοιραστεί. Η βασιλεία του έφτασε στο τέλος της με τη μορφή εκείνη. Μόνο ένα κόκκινο ύφασμα έχει μείνει να θυμίζει την τρομακτική του δύναμη και τη φοβερή του εξουσία. Όλη την ώρα που διηγούταν ιστορίες από τις μεγάλες δόξες του αλλά και από τη σημερινή του καθημερινότητα έβλεπα την μελαγχολία να κυριαρχεί στις εκφράσεις του. Ο άλλοτε πανίσχυρος Πορφυρός Βασιλιάς σήμερα να ζει σαν ένα ήσυχος συνταξιούχος. Έχω διηγηθεί πολλές παράξενες ή και παράλογες  ιστορίες. Αυτή όμως, αμφιβάλλω αν θα την πιστέψει κανείς. 

Sonata Arctica - Fullmoon

 


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο Προσκυνητής

 


Όλοι ήξεραν τον Προσκυνητή σε κείνα τα μέρη. Όλη μέρα περπατούσε και τη νύχτα προσευχόταν. Κανείς δεν τον είδε ποτέ να κοιμάται. Έτρωγε ελάχιστα και με λίγο νερό ξεδιψούσε. Κι αυτά όμως τα έκανε ενώ περπατούσε. Ανέβαινε βουνά από μονοπάτια δύσκολα, περνούσε μέσα από ποτάμια με νερά ορμητικά και διέσχιζε κάμπους κάτω από της εξαντλητική ζέστη και τον καυτό ήλιο. Δε χρειαζόταν τα όνειρα πια και οι γνώσεις του κόσμου του ήταν περιττές. Ακολουθούσε τον δρόμο του πάντα με σιγουριά. Ποτέ δεν καθυστέρησε σε κάποιο σταυροδρόμι για να επιλέξει ποιον δρόμο θα πάρει. Πάντα ήξερε. Κάποτε περπάτησα μαζί του. Ο δρόμος μας έτυχε να είναι κοινός. Διαπίστωσα ότι όσα έλεγαν για εκείνον ήταν αληθινά. Διαπίστωσα και κάτι ακόμα. Πως δεν ονειρευόταν. Δε χρειαζόταν πια τα όνειρα. Ούτε και ιστορίες άκουγε πια. Δεν διψούσε για τέτοιες η ψυχή του. Παράξενο πράγμα. Γνώρισα από τότε πολλούς ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που μου είπαν ιστορίες γι' αυτόν και που μου διηγήθηκαν πως τον είχαν δει στα όνειρά τους να περιδιαβαίνει. Να ήξερε άραγε πως αυτός, που δεν έβλεπε όνειρα ούτε άκουγε ιστορίες, παρ' όλα αυτά εμφανιζόταν στα όνειρα και τις ιστορίες των άλλων; Τον ρώτησα μα δεν πήρα απάντηση. Ούτε κάποιο χαμόγελο ή κάποια άλλη έκφραση στο πρόσωπό του μπόρεσα να διακρίνω. Απλά συνέχισε να περπατά με το ίδιο βηματισμό για να φτάσει στο επόμενο προσκύνημα που τον περίμενε...

Bruce Dickinson - Arc of Space

 


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Η φωτιά

 


Τον βρήκα να κάθεται βαθιά μέσα σε μια σπηλιά. Έφτανε σχεδόν στην καρδιά εκείνου του βουνού. Μόνος σύντροφός του, το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε. Η φωτιά. Ήταν φίλος, εραστής και φύλακάς της. Το όνομά του είχε ξεχαστεί από αιώνες αμέτρητους. Οι άνθρωποι του έδιναν κατά καιρούς διάφορα ονόματα ανάλογα με τη δική τους ικανότητα αντίληψης και κατανόησης. Κανένα από αυτά όμως δεν ήταν το δικό του. Τώρα πια, οι ελάχιστοι που αναφέρονταν σε αυτόν τον έλεγαν Φύλακα της Φωτιάς. Το όνομα αυτό έδειχνε πόσο είχε φτωχύνει η γνώση και η φαντασία τους. Τούτα τα δύο, αν και τα ονομάζουμε ξεχωριστά εντούτοις είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Αυτή η ιστορία έχει να κάνει με τον Φύλακα. Φορούσε μόνο ένα παντελόνι κι αυτό σχισμένο. Δε φορούσε μπλούζα ή πουκάμισο. Η ζέστη της φωτιάς έκανε ένα τέτοιο ρούχο περιττό.  Οι πληγές του ήταν ακόμα ορατές. Ποιος ξέρει πόσες τιμωρίες πέρασε επειδή μοίρασε το μυστικό της φωτιάς. "Μετάνιωσες;" τον ρώτησα. "Θα έπρεπε να τη ξέρεις την απάντηση", μου είπε. "Μετανιώνεις  για τις ιστορίες που διηγείσαι; Τα μυστικά που κρύβουν, δεν είναι μικρότερα από εκείνα της φωτιάς. Ούτε λιγότερο επικίνδυνα". "Ίσως, εσύ όμως..." ξεκίνησα να λέω πριν με διακόψει. "Εγώ όμως τιμωρήθηκα. Τι να κάνεις. Έτσι είναι η ζωή. Ίσως κι εσύ τιμωρηθείς κάποτε" είπε γελώντας. Η φωτιά μπροστά του δυνάμωσε και σαν να κινήθηκε στον ήχο του γέλιου του. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της. Τα γένια και τα μαλλιά του σαν να έγιναν κι εκείνα φωτιά. Έμεινα στη σπηλιά κάμποσες ώρες. Μου διηγήθηκε ιστορίες άγνωστες, άλλες από τα βάθη των αιώνων και άλλες από την εβδομάδα που μας πέρασε. Πριν φύγω ρώτησα: "Δε φοβάσαι μήπως η φωτιά καταστρέψει τον κόσμο"; Με κοίταξε για λίγη ώρα σιωπηλός. Στο τέλος απάντησε: "Η φωτιά δεν καταστρέφει. Καθαρίζει και αναγεννά". " Αφήνει και νεκρούς χερσότοπους" είπα και ετοιμάστηκα να φύγω. "Κομμάτι της διαδικασίας" μου απάντησε καθώς με αποχαιρετούσε. Αυτοί οι πολύ αρχαίοι τύποι πάντα θέλουν να φαίνονται αινιγματικοί. Τουλάχιστον συνέλλεξα  αρκετές ιστορίες για να διηγηθώ στο μέλλον. 

Manowar - Blood of the Kings

 


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ο σκύλος

 


Λένε πως μεταμορφώθηκε σε σκύλο. Άλλοι λένε πως μάγισσα τον καταράστηκε και άλλοι πως από έρωτα έγινε σκύλος για να βρίσκει την οσμή της αγαπημένης του. Και άλλοι πως πάντα σκύλος ήτανε, ακόμα κι όταν περπατούσε σε δύο πόδια και δεν είχε γούνα στο σώμα του. Μα η ιστορία του είναι διαφορετική. Φτωχός ήταν από μικρός και ζούσε με αποφάγια. Οι άνθρωποι άλλοτε του φέρονταν καλά και άλλοτε τον κλωτσούσαν. Με τον καιρό και αφού όλοι τον λόγιζαν σκύλο, άρχισε να αποκτά τις συνήθειες του ζώου. Με τον καιρό και τη μορφή του. Τούτη η ιστορία δεν είναι μια ιστορίας μαύρης μαγείας. Ούτε η ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα που άφησε βαθύ σημάδι. Τούτη είναι μια ιστορία παραλογισμού. Εκείνου που σκληραίνει των ανθρώπων τις καρδιές και δημιουργεί πλάσματα αλλόκοτα...