Τον βρήκα να κάθεται βαθιά μέσα σε μια σπηλιά. Έφτανε σχεδόν στην καρδιά εκείνου του βουνού. Μόνος σύντροφός του, το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε. Η φωτιά. Ήταν φίλος, εραστής και φύλακάς της. Το όνομά του είχε ξεχαστεί από αιώνες αμέτρητους. Οι άνθρωποι του έδιναν κατά καιρούς διάφορα ονόματα ανάλογα με τη δική τους ικανότητα αντίληψης και κατανόησης. Κανένα από αυτά όμως δεν ήταν το δικό του. Τώρα πια, οι ελάχιστοι που αναφέρονταν σε αυτόν τον έλεγαν Φύλακα της Φωτιάς. Το όνομα αυτό έδειχνε πόσο είχε φτωχύνει η γνώση και η φαντασία τους. Τούτα τα δύο, αν και τα ονομάζουμε ξεχωριστά εντούτοις είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Αυτή η ιστορία έχει να κάνει με τον Φύλακα. Φορούσε μόνο ένα παντελόνι κι αυτό σχισμένο. Δε φορούσε μπλούζα ή πουκάμισο. Η ζέστη της φωτιάς έκανε ένα τέτοιο ρούχο περιττό. Οι πληγές του ήταν ακόμα ορατές. Ποιος ξέρει πόσες τιμωρίες πέρασε επειδή μοίρασε το μυστικό της φωτιάς. "Μετάνιωσες;" τον ρώτησα. "Θα έπρεπε να τη ξέρεις την απάντηση", μου είπε. "Μετανιώνεις για τις ιστορίες που διηγείσαι; Τα μυστικά που κρύβουν, δεν είναι μικρότερα από εκείνα της φωτιάς. Ούτε λιγότερο επικίνδυνα". "Ίσως, εσύ όμως..." ξεκίνησα να λέω πριν με διακόψει. "Εγώ όμως τιμωρήθηκα. Τι να κάνεις. Έτσι είναι η ζωή. Ίσως κι εσύ τιμωρηθείς κάποτε" είπε γελώντας. Η φωτιά μπροστά του δυνάμωσε και σαν να κινήθηκε στον ήχο του γέλιου του. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της. Τα γένια και τα μαλλιά του σαν να έγιναν κι εκείνα φωτιά. Έμεινα στη σπηλιά κάμποσες ώρες. Μου διηγήθηκε ιστορίες άγνωστες, άλλες από τα βάθη των αιώνων και άλλες από την εβδομάδα που μας πέρασε. Πριν φύγω ρώτησα: "Δε φοβάσαι μήπως η φωτιά καταστρέψει τον κόσμο"; Με κοίταξε για λίγη ώρα σιωπηλός. Στο τέλος απάντησε: "Η φωτιά δεν καταστρέφει. Καθαρίζει και αναγεννά". " Αφήνει και νεκρούς χερσότοπους" είπα και ετοιμάστηκα να φύγω. "Κομμάτι της διαδικασίας" μου απάντησε καθώς με αποχαιρετούσε. Αυτοί οι πολύ αρχαίοι τύποι πάντα θέλουν να φαίνονται αινιγματικοί. Τουλάχιστον συνέλλεξα αρκετές ιστορίες για να διηγηθώ στο μέλλον.





