Όπλο στον ώμο έβαλε
λεβέντης, αντρειωμένος!
Δεν βρήκε μάχη τελικά
ξάπλωσε συναχωμένος
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
https://www.poetryfoundation.org/poems/57773/song-of-the-departed
Γεμάτο αρμονίες είναι το πέταγμα των πουλιών. Τα πράσινα δάση
έχουν κλείσει γύρω από τις πιο ήσυχες καλύβες το βράδυ·
τα κρυστάλλινα λιβάδια του ελαφιού.
Το σκοτάδι καταπραΰνει το κελάρυσμα του ρυακιού, τις υγρές σκιές
Και τα λουλούδια του καλοκαιριού, που ηχούν όμορφα στον άνεμο.
Ήδη το μέτωπο του στοχαστικού ανθρώπου είναι σούρουπο.
Και μια μικρή λάμπα, η καλοσύνη, τρεμοπαίζει στην καρδιά του,
Και η ειρήνη του δείπνου· γιατί το ψωμί και το κρασί είναι ευλογημένα
Από τα χέρια του Θεού, και μέσα από νυχτερινά μάτια ο αδελφός
Σε κοιτάζει σιωπηλά, για να αναπαυθεί από ακανθώδεις περιπλανήσεις.
Ω, η κατοικία μέσα στο ψυχικά φορτισμένο γαλάζιο της νύχτας.
Με αγάπη η σιωπή στην κάμαρα αγκαλιάζει τις σκιές των γερόντων,
Τα πορφυρά μαρτύρια, τους θρήνους μιας μεγάλης γενιάς,
Που μεταφέρεται με ευλάβεια σε ένα μοναχικό εγγόνι.
Γιατί μέσα από μαύρα λεπτά τρέλας, όλο και πιο ακτινοβόλος,
Ο υπομονετικός ξυπνά στο πετρωμένο κατώφλι,
Και αγκαλιάζεται θερμά από το δροσερό γαλάζιο και τη λαμπρή δύση του φθινοπώρου,
Το σιωπηλό σπίτι και τους θρύλους του δάσους,
Το μέτρο και τον νόμο και τα φεγγαρόλουστα μονοπάτια των κεκοιμημένων.
https://www.poetryfoundation.org/poems/50391/dead-love-56d22d7cc6201
Νεκρός ο έρωτας, απ’ την προδοσία σφαγμένος, κείτεται άκαμπτος,
άσπρος σαν περιστέρι που ο θάνατος απότομα χτύπησε·
κανείς απ’ όσους προσπερνούν δεν στέκεται να προσέξει
τον νεκρό έρωτα.
Η καρδιά του, που λαχταρούσε, πάσχιζε και χτυπούσε
όπως ο κορυδαλλός που παλεύει να φτάσει την αυγή,
είναι πια κρύα, όπως όλη η παλιά του χαρά.
Οι νεκροί, αναστημένοι απ’ το χώμα, ίσως αφουγκραστούν
όταν η σάλπιγγα ηχήσει από ψηλά·
όμως δεν θα ανασύρει μέσα απ’ το σκοτάδι
τον νεκρό έρωτα.
Μεγαλοπρεπώς
το σκουλήκι
κινείται μες στο χώμα
γυρεύοντας τροφή θαμμένη.
Μην το υποτιμάς
στο τέλος τα υπολείμματά μας
αυτό θα αλέσει.
Στάσου, Χριστιανέ διαβάτη!—Στάσου, παιδί του Θεού,
και διάβασε με καρδιά απαλή. Κάτω από τούτο το χώμα
ένας ποιητής κείται, ή εκείνο που κάποτε φαινόταν να είναι αυτός.
Ω, ύψωσε μια σκέψη προσευχής για τον S. T. C.;
ώστε εκείνος που τόσα χρόνια, με κόπο της αναπνοής,
βρήκε τον θάνατο μέσα στη ζωή, εδώ να βρει ζωή μέσα στον θάνατο!
Έλεος αντί επαίνου—να συγχωρεθεί αντί για δόξα
ζήτησε, και ήλπισε, διά του Χριστού. Κάνε κι εσύ το ίδιο!
Το νερό καταλαβαίνει
Τον πολιτισμό καλά·
Μου βρέχει το πόδι, μα όμορφα,
Μου παγώνει τη ζωή, μα έξυπνα,
Δεν χάνει την ψυχραιμία του,
Δεν ραγίζει η καρδιά του:
Σαν χρησιμοποιηθεί σωστά, στολίζει τη χαρά,
Την κοσμεί, τη διπλασιάζει·
Σαν χρησιμοποιηθεί κακά, θα καταστρέψει,
Σε τέλειο χρόνο και μέτρο
Με ένα πρόσωπο χρυσής ηδονής
Κομψά θα καταστρέψει.
Σήκωσα τον σταυρό μου
και είδα
πως κουβαλούσα εσένα.
Κάθε σου αγκαλιά
κι ένα καρφί
Τα φιλιά σου έπλεξαν
το αγκάθινο στεφάνι
που μου φόρεσες
χαμογελώντας.