Πότε ξεκίνησε τις προσπάθειες να φτιάξει χρυσάφι κανείς δε ξέρει. Κανένας δε θυμάται. Κλείστηκε στο εργαστήριο κάποτε, αφού μάζεψε όλα τα βιβλία του κόσμου που αφορούσαν το θέμα, και στρώθηκε στη δουλειά. Γενιές και γενιές πέρασαν που έβλεπαν το φως της φωτιάς να λάμπει μέσα στο εργαστήριό του και τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Αυτός όμως ήταν άφαντος. Δεν έβγαινε ποτέ έξω και δεν απαντούσε αν κάποιος χτυπούσε τη πόρτα. Μπορούσε όμως κάποιος, αν έδινε προσοχή, να τον ακούσει να εργάζεται πυρετωδώς εκεί μέσα. Κάθε μέρα, προς το μεσημέρι, οι προμήθειες αφήνονταν έξω από τη πόρτα του. Κάποια στιγμή το βράδυ αργά πρέπει να τις έβαζε μέσα, αφού την άλλη μέρα το πρωί είχαν εξαφανιστεί. Κάποια μέρα ακούστηκαν φωνές θριάμβου και επιτυχίας από το εργαστήριο. Μα και πάλι, κανείς δε βγήκε έξω. Η φωτιά έσβησε, ο καπνός χάθηκε, οι ήχοι έπαψαν. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια απόλυτης ησυχίας. Ο φόβος νικούσε την περιέργεια και κανείς δε πλησίαζε το εργαστήριο. Ώσπου μια μέρα, ο πιο γενναίος του χωριού, έσπασε τη πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκεί μέσα μετά από πρόκληση των χωριανών. Και τότε είδαν την επιτυχία! Στη πολυθρόνα του καθόταν ο αλχημιστής ακίνητος. Η σάρκα του είχε λιώσει από καιρό. Τα κόκκαλά του όμως είχαν μείνει άθικτα. Και ήταν πια από ατόφιο χρυσάφι!




.png)


