Ξερά φύλλα παραμέρισα
απ'του ποιητή τον τάφο.
Μα ήταν τόσο ταιριαστά
καθώς σκέπαζαν το όνομά του
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Αναστενάζεις καθώς το χαροπούλι
τον θανατερό του ύμνο αναπέμπει
και κρυφά το καταριέσαι
προσπαθώντας τον θάνατο να ξορκίσεις
Μα κι εκείνο θαρρείς πως θέλει
τέτοιους πένθιμους ψαλμούς να ψέλνει;
Μήπως δε θα του ήταν ευχάριστο
για τη ζωή και την άνοιξη να τραγουδά
όπως τα κοτσύφια και οι καρδερίνες;
Ποιος , τότε, θα σου θύμιζε εκείνη την αλήθεια
που σε βασανίζει;
Ότι ο θάνατος τελικά
έρχεται για όλους.
Λίγο πριν ξεψυχήσει
τι όμορφο που μοιάζει
το άτυχο σπουργίτι
Μεγαλόπρεπα
τον θάνατο υποδέχεται
στο απλό του σπιτικό
Κι αυτή του η ευθραυστότητα
γενναιότητα θυμίζει
παλιών πολεμιστών
Άπλωσα το χέρι μου
μα συνάντησε το κενό
Φώναξα τ' όνομά σου
για να μου απαντήσει η σιωπή
Το άρωμα σου έψαξα να μυρίσω
μάταια όμως.
Τύλιξα το ρούχο πάνω μου
να πάψω να κρυώνω
αλλά η υγρασία
τρύπησε τα κόκκαλά μου
Έπαψα πια να προσπαθώ...
αφέθηκα στην Πρόνοια
Ίσως κάποτε
ξαναβρεθούμε...