Γύρισε πεινασμένη στο σπίτι. Έβρασε μακαρόνια κι έφτιαξε μια σάλτσα με κιμά. Αφού τα άφησε να κρυώσουν λίγο σέρβιρε το πιάτο. Πρώτα τα μακαρόνια, από πάνω τον κιμά και στο τέλος έτριψε τυρί. Πήρε το πηρούνι και το τοποθέτησε στα δεξιά του πιάτου. Έβαλε αναψυκτικό στο ποτήρι της και κάθισε να φάει. Κοιτώντας, όμως, το πιάτο της, είδε πως ο κιμάς είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε παντού. Κάτω από το τραπέζι, στο ντουλάπι με τα όσπρια και τις κονσέρβες, στο ψυγείο, στο σαλόνι κάτω και πίσω από τον καναπέ, στο κρεβάτι κάτω από τα στρώματα(εκεί τον είχε βρει την τελευταία φορά που το είχε σκάσει), στο μπάνιο, στη μικρή αποθήκη του σπιτιού, παντού. Μάταια όμως. Δεν τον βρήκε πουθενά. Βγήκε στο μπαλκόνι της και κοίταξε ψηλά. Χελιδόνια σχημάτιζαν περίεργα σχήματα πετώντας. Πιο πέρα ένα κοράκι κάπνιζε το πούρο του απολαμβάνοντας τον μεσημεριάτικο αέρα. Μια γάτα, κάτω στον δρόμο, έβριζε ένα ταξί που δε σταμάτησε όταν του έκανε σήμα. Μπήκε ξανά μέσα και κάθισε στο τραπέζι. Αποφάσισε να φάει τα μακαρόνια της μόνο με τυρί. Αλλά και αυτό είχε εξαφανιστεί. Όπως και τα μακαρόνια. Τώρα θα έπρεπε να μαγειρέψει κάτι άλλο.








