Το τέρας εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα στο δάσος που περιέβαλε το χωριό. Κάποιοι είπαν πως έμοιαζε με μεγάλο λύκο και κάποιοι με αρκούδα που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί. Άλλοι πάλι, επέμεναν πως είχε δέρμα ερπετού και έμοιαζε με κροκόδειλο. Για τον λόγο της εμφάνισής του, πάλι δεν συμφωνούσαν. Ίσως ήταν τιμωρία θεϊκή ίσως ανθρώπινη κατάρα. Ίσως πάλι κάποιο της φύσης λάθος ή παιχνίδι άσχημο της τύχης. Ο γέροντας του χωριού συμβούλεψε να το αφήσουν ήσυχο και να αποφεύγουν το δάσος, εκεί που το τέρας είχε εμφανιστεί. Τον είπαν δειλό και τον απομόνωσαν. Οι νέοι του χωριού οργάνωσαν μια ομάδα για να το κυνηγήσουν. Το βράδι έγινε γλέντι προς τιμή των των γενναίων και το επόμενο πρωί έφυγαν να σκοτώσουν το θηρίο. Μα δεν έχω κατορθώματα να σας διηγηθώ και πράξεις θαυμαστές. Δε γύρισε πίσω ούτε ένας. Το χωριό βυθίστηκε στο πένθος και με τον καιρό ερήμωσε. Μόνος εκείνος ο γέροντας έμεινε πίσω. Δεν άντεχαν να τον βλέπουν κι έτσι δεν τον πήραν μαζί τους. Η ιστορία τελειώνει έτσι, άδοξα και θλιβερά. Όπως πολλές από τις ιστορίες που ακούμε καθημερινά.








