Εξαφανίστηκε μια νύχτα. Όλα του τα πλούτη έμειναν πίσω. Και έμειναν στην οικία του μέχρι που εκείνη γκρεμίστηκε. Και παρέμειναν στα ερείπια μέχρι που το χώμα τα έθαψε βαθιά μέσα στη γη. Κανείς δε τόλμησε να απλώσει χέρι και να πάρει έστω και το μικρότερο από τα πολύτιμα αντικείμενα που είχε αποθηκεύσει τόσα χρόνια. Πώς έγινε τόσο πλούσιος κανείς δεν ήξερε με σιγουριά να πει. όλοι ήξεραν πως ήταν τυμβωρύχος. Για το λόγο αυτόν, όλοι τον απέφευγαν. Δεν ήθελαν και πολλές παρτίδες μαζί του. Ακόμα κι όταν μια μέρα, εντελώς ξαφνικά και μυστηριωδώς, άρχισε να ξοδεύει χρήματα πολλά και να αγοράζει πολύτιμα αντικείμενα, η καχυποψία δεν υποχώρησε. Ίσα ίσα. Με τον καιρό μάλιστα, όταν άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της σκοτεινιάς, οι άνθρωποι τον απέκοψαν τελείως. Πρώτα η γυναίκα του άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα τρέλας, μέχρι που ένα ξημέρωμα τη βρήκαν κρεμασμένη στο δέντρο έξω από το σπίτι τους. Τα παιδιά του έχασαν το χρώμα τους, έγιναν κατάχλομα και τελικά πέθαναν και τα τρία. Ο ίδιος ακουγόταν να φωνάζει μέσα στα μεσάνυχτα και να προφέρει ονόματα ακαταλαβίστικα και ακατανόητα. Κάποιοι είπαν πως ήταν ονόματα που δεν θα έπρεπε ποτέ χείλη ανθρώπου να τα προφέρουν. Ώσπου κάποια βραδιά οι φωνές έπαψαν. Το σπίτι έμεινε άδειο και οι θησαυροί του ανέγγιχτοι. Πώς έγινε πλούσιος εκείνος ο τυμβωρύχος κανείς δε ξέρει. Μόνο κάποιος από το χωριό, ένας τύπος αλαφροϊσκιωτος και ονειροπαρμένος είπε πως τον είδε ένα βράδυ, αργά πολύ, να κουβαλά κάτι ανθρώπινα κόκκαλα ολόχρυσα. Αλλά ποιος πιστεύει τα λόγια ενός τρελού, ε;
Τα δύο προηγούμενα μέρη: https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_11.html
https://poihsh-palh.blogspot.com/2026/08/blog-post_14.html







.png)