Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Παραμύθια

 


Κάποτε, υπήρχε κάποιος που όταν ήταν νέος συνάντησε μια κοπέλα. Του φάνηκε τόσο όμορφη. Κάποια στιγμή χάθηκαν με τη κοπέλα και από τότε γυρίζει με ένα βιβλίο παραμυθιών μαζί του, γυρεύοντάς την. Τον συνάντησα ένα μεσημέρι και τον κέρασα καφέ. " Την είδες;" με ρώτησε. Έγνεψα αρνητικά. " Βέβαια όχι. Αν την είχες δει, θα έψαχνες κι εσύ με ένα βιβλίο παραμυθιών να τη βρεις. Μόνο εκεί, σε αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χωρέσει η ομορφιά της. Κρίμα για σένα..." είπε, κι έφυγε χοροπηδώντας. Μόλις απομακρύνθηκε, έβγαλα από την τσάντα μου ένα βιβλίο παραμυθιών και άρχισα να ψάχνω μια όμορφη κοπέλα που είχα συναντήσει κάποτε. Όλοι δεν έχουμε ένα τέτοιο;

Gamma Ray - Free Time

 


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Γλάροι

 


Ένας τύπος έστειλε μήνυμα σε μια κοπέλα. Εκείνη απέφυγε να το απαντήσει. Εκείνος περίμενε κάποια απάντηση έστω τις επόμενες μέρες. Δεν ήρθε ποτέ. Πέταξε μαζί με τους γλάρους που κάθε πρωί πετάνε πάνω από τις θάλασσες και τα νησιά. Κάποιοι λένε πως ακόμα περιμένει εκείνη την απάντηση. Κάποιοι άλλοι λένε πως ήρθε, δεν του άρεσε και την αγνόησε. Κάποιοι ορκίζονται πως κι εκείνος πέταξε με τους γλάρους. Κι εγώ τον είδα να πετάει ένα πρωινό προς το πέλαγος. Κι έτσι αποφάσισα να γράψω την ιστορία του.

Yngwie Malmsteen - I' m my own enemy

 


Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Η ΜΑΝΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ



https://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_paraloges_next.html#11

 [Το άγριον άσμα περί του μυσαροϋ εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ' εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.

Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ' ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).]


Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάη λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι' ο Κωσταντής 'ς το δάσκαλο να πάη,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρη.

Βρίσκει την πόρτα νανοιχτή, την πόρτα νανοιγμένη,

βρίσκει τη μάννα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι.

"Ας είναι ας είναι, μάννα μου, κι' α δε σ' ομολογήσω,

κι' α δεν το πω τ'αφέντη μου, ν' αδικοθανατίσω.

-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πης, και τι θα μολογήσης;

-Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω."

Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυα,

και 'ς το κελλάρι τό μπασε και σαν τ' αρνί το σφάζει,

σα μακελλάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

'Σ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ναίμα στάζει,

και 'ς το τηγάνι τό βαλε για να το τηγανίση.


Και να σου κι' ο Ανδρόνικος 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τάρματά του,

φέρνει ταλάφια ζωντανά, ταγρίμια μερωμένα,

φέρνει κ' ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντη παιχνίδι.

Κοντοκρατεϊ το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

"Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;

-Τον έλουσα, τον άλλαξα, και 'ς το σκολειό τον πήγα."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του και 'ς το σκολειό πηγαίνει.

"Δάσκαλε, πού ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;

-Δυο μέραις έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;

- 'Σ της πεθεράς μου το στειλα, κι' όπου κι' αν είναι θά ρθη."

- Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς της μάννας του πηγαίνει.

- "Μάννα μου, που είναι ό Κωσταντης και που είναι το παιδί μου;

-Έχω δυο μέραις να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι' α δεν το ιδώ ως το βραδύ θενά παραλοήσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Σκύλα, και πού είν' ο Κωσταντης, ο μικροκωσταντϊνος;

-Κάπου παγνίδι νεύρηκε και θελά παιγνιδίζη.

-Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύρτο της καρδιάς μου."


Το συκωτάκι τού βαλε 'ς ένα ασημένιο πιάτο.

Πρώτη μπουκιά νοπού βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

"Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι' Οβριός άπέταξέ με,

κι' αν είσαι κι' ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με."

Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κυττάει,

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κ' έκόντεψε να πέση.

Μα ναντρεϊώθη κ' έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και 'ς το λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι,

λιανά λιανά την έκοψε, 'ς τον ήλιο την απλώνει,

κι' από τον ήλιο 'ς το σακκί, κι' απ'το σακκί 'ς το μύλο.

Κι' ο μύλος εξεράλεθε κ' η φτερωτή ετραγούδα.

"Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε ταλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για νά ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,

για νά ρχουνται κ' οι όμορφαις να παίρνουν κοκκινάδι."


Marillion - Blind Curve: Vocal Under a Bloodlight / Passing Strangers / Mylo / Perimeter Walk / Threshold...

 


Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Η κλήση

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξα με μισό μάτι. Τι να θέλουν τέτοια ώρα; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, το τηλέφωνο είχε χτυπήσει και το πρωί, και λίγο πριν το μεσημέρι και μετά προς το απόγευμα χωρίς να το σηκώσω. Οπότε ήταν κάπως λογικό να χτυπά και τώρα. Αποφάσισα να το αγνοήσω και πάλι. Έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το ποτήρι μου με νερό όταν ήρθε ο σκύλος μου κρατώντας το τηλέφωνο στα δόντια του. Αποφάσισα να το σηκώσω το αναθεματισμένο, αφού τόσο πολύ επέμενε που έβαλε τον σκύλο μου να το φέρει σε μένα, αλλά τα σάλια του συμπαθούς τετράποδου το βραχυκύκλωσαν μάλλον, με κάποιον τρόπο, και έκλεισε. Χαμογέλασα και ήπια το νερό μου. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγη βραδινή δροσιά. Με το που άνοιξα όμως, δεκάδες κινητά τηλέφωνα που είχαν κουρνιάσει στα καλώδια του ρεύματος, απέναντι από το παράθυρό μου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα. Εκείνη την ώρα το δικό μου κινητό, που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, άνοιξε ξανά, άρχισε να χτυπάει και πετώντας βγήκε από το παράθυρο. Πήγε και έκατσε μαζί με τα άλλα κινητά, χτυπούσε μαζί τους για κάμποση ώρα και μετά ξαναμπήκε στο σπίτι από το ίδιο παράθυρο. Έκτοτε είναι ήσυχο στο κομοδίνο. Αυτή ήταν η ιστορία. Δεν έχει άλλο. 

Uriah Heep - The Wizard

 


Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Το τέλος του κόσμου

 


Εκείνο το απόγευμα όλοι βγήκαν στους δρόμους. Δεν ξέρω ποιος την είπε πρώτος αλλά η είδηση κυκλοφόρησε παντού: Έρχεται ένας τεράστιος μετεωρίτης, ο οποίος θα συγκρουστεί με τον πλανήτη μας και θα φέρει το τέλος του κόσμου. Μέσα στον πανικό την είδα. Όμορφη όπως πάντα και ελαφρώς στον κόσμο της. Ο οποίος, λογικά, θα τελείωνε μαζί με τον κόσμο των υπόλοιπων. Αδιάφορη για το πλήθος των αλλοφρόνων που έτρεχε γύρω της σπάζοντας βιτρίνες, κλέβοντας ή λέγοντας προσευχές και αποχαιρετισμούς.  Της φώναξα και τη ρώτησα τι κάνει ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Μου είπε ότι έψαχνε χάπια για τη ναυτία. Είχε σκοπό να ανέβει πάνω στον μετεωρίτη και να ταξιδέψει μαζί του. Με ό,τι θα απέμενε μετά τη σύγκρουση με τη Γη δηλαδή. Μπήκε σε ένα φαρμακείο και μετά από λίγο βγήκε και αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το περίπτερο. Μου είπε πως ήταν έτοιμη. Της ευχήθηκα καλό ταξίδι και πήγα να βρω κάτι να φάω. Δε βρήκα κάτι αλλά ούτε και ο μετεωρίτης έπεσε ποτέ στη Γη. Αλλά ήταν μια ενδιαφέρουσα ημέρα το δίχως άλλο. 

Yes - It Can Happen

 


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Ιρλανδία

 


Κάποτε μια φίλη μου, μου είπε ότι ήθελε να είναι Ιρλανδία. Προσπάθησα να την πείσω πως δεν μπορεί να γίνει Ιρλανδία πριν αν γίνει νησί. Και είναι πολύ δύσκολο για μια κοπέλα να γίνει νησί. Αυτή όμως επέμενε και θύμωσε μαζί μου. Τελικά σηκώθηκε και έφυγε, αποφασισμένη να γίνει Ιρλανδία. Καιρό μετά έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τα νησιά της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Καθώς έβλεπα αυτούς τους περίεργους και όμορφους βράχους στο μέσω της θάλασσας κάτι γνώριμο διέκρινα! Ανάμεσά τους την είδα να πλέει στη θάλασσα! Είχε γίνει νησί! Μόλις κατάλαβε ότι την βλέπω, γύρισε προς στην κάμερα το κεφάλι της και μου φώναξε χαμογελαστή: "Στο είπα!"... Μα πώς στην ευχή ήξερε ότι τη βλέπω εκείνη τη στιγμή; Μήπως κι εγώ, είχα γίνει θάλασσα;

Αβεσαλώμ και Ετέρη - Ένας Γεωργιανός μύθος

 


https://detskie-skazki.com/en/georgian-fairy-tales/abesalom-and-eteri.html

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα —ή ίσως και να υπήρχε— ζούσαν μαζί ένας φτωχός άντρας και η γυναίκα του. Τα γηρατειά πλησίαζαν, όμως παιδιά δεν είχαν. Θα είχαν μείνει άτεκνοι, αλλά η γυναίκα ικέτευσε τον άντρα της:

«Πήγαινε στη μάντισσα, να μας πει το ριζικό μας. Ίσως πει κάτι, ίσως μας συμβουλεύσει ή μας δώσει κάποιο γιατρικό».

Ο άντρας πήγε. Η μάντισσα του είπε το ριζικό, του έδωσε τρία μήλα και είπε:

«Αν η γυναίκα σου ζητήσει φαγητό, δώσε της δύο μήλα. Αν ζητήσει νερό, δώσε της το τρίτο, και θα αποκτήσετε παιδί».

Ο χωρικός έκανε ό,τι του ειπώθηκε. Η γυναίκα του γέννησε μια κόρη.

Την ονόμασαν Ετέρη.


Με κάθε μέρα που περνούσε, η Ετέρη γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ήταν τόσο θελκτική, τόσο λαμπερή, που ακόμα και ο ήλιος που ανέτειλε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της.


Όμως η συμφορά τούς χτύπησε την πόρτα: η μητέρα της Ετέρης πέθανε, και ο πατέρας της έφερε στο σπίτι μια δεύτερη γυναίκα για να γίνει η κυρά του σπιτιού. Έπειτα πέθανε και ο πατέρας της, αφήνοντας την Ετέρη ορφανή κάτω από την κηδεμονία της κακιάς μητριάς. Η μητριά βασάνιζε το φτωχό κορίτσι, χωρίς να της δίνει καθόλου ησυχία.

Έστειλε την Ετέρη να βοσκήσει την αγελάδα, της έδωσε ένα αδράχτι, μια τούφα βαμβάκι και μια κόρα ψωμί, λέγοντας:

«Κοίταξε αυτό το ψωμί να σου κρατήσει μέχρι το βράδυ».


Μια μέρα, μετά από ένα μακρύ ημερολόγιο βασάνων, η Ετέρη, κουρασμένη και πεινασμένη, ανέβηκε το βράδυ σε ένα δέντρο, χώθηκε στα κλαδιά του και αποκοιμήθηκε.


Σε εκείνο το δάσος κυνηγούσε ο γιος του βασιλιά όλου του κόσμου, ο Αβεσσαλώμ. Είδε την Ετέρη πάνω στο δέντρο. Η ομορφιά της τον συγκλόνισε και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Ο Αβεσσαλώμ φώναξε στην Ετέρη:


«Έλα σε μένα, Ετέρη,

Γίνε δική μου.

Μαγεμένος από την ομορφιά σου —

θα σε κάνω γυναίκα μου».


«Όχι», απάντησε η Ετέρη, «τι σόι γυναίκα είμαι εγώ για σένα;


Εσύ είσαι σπουδαίος, κραταιός και δοξασμένος,

αιώνια τιμημένος από τους προγόνους σου.

Για μένα ούτε ο ήλιος δεν λάμπει,

ζω σαν ορφανή σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν είμαι παρά ένα παιχνίδι,

δεν είμαι ταίρι για έναν πρίγκιπα.

Θα με αφήσεις σύντομα,

και η ζωή μου θα γίνει κατάρα».


Ο Αβεσσαλώμ ορκίστηκε ότι δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, δεν θα την πρόδιδε ποτέ:


«Ο Θεός στέλνει φως από τον ουρανό ψηλά.

Εδώ κάτω, ο Αβεσσαλώμ στέκει.

Αν σε προδώσω,

ας με ξεχάσει ο Θεός,

ας πέσει η πανοπλία μου από πάνω μου,

ας στερέψουν τα νερά στην έρημο,

ακόμα κι αν ήταν απέραντα σαν θάλασσα.

Ας χαθεί το φαγητό μου σε ένα ταξίδι επτά χρόνων».


Η Ετέρη πίστεψε στους όρκους του Αβεσσαλώμ και δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Ως σημάδι της πίστης του, ο Αβεσσαλώμ της έδωσε ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή και την πήρε στο παλάτι του.


Ο Αβεσσαλώμ είχε έναν σύμβουλο που τον έλεγαν Μούρμαν. Ο Αβεσσαλώμ τον έστειλε με χαρμόσυνα νέα στην αδελφή του, τη Μαρέχ:

«Φέρνω στο σπίτι γυναίκα, τη χρυσομάλλα Ετέρη. Ετοίμασε τα γαμήλια ενδύματα».


Έφεραν την Ετέρη στο παλάτι και την έντυσαν με βασιλική φορεσιά. Ο Αβεσσαλώμ έγραψε γράμματα σε όλα τα βασίλεια, καλώντας τους πάντες στον γάμο του. Έστειλε τον Μούρμαν να παραδώσει τα γράμματα. Καθώς ο Μούρμαν ταξίδευε, κυριεύτηκε κι αυτός από έρωτα για την Ετέρη. Ονειρευόταν:

«Πού είναι ο άνθρωπος που θα φυτέψει το μίσος στην καρδιά του Αβεσσαλώμ για την Ετέρη, ώστε να μου τη δώσει;»

Καθώς ίππευε, τον συνάντησε ο διάβολος:

«Πού πας, Μούρμαν, και τι σκέφτεσαι τόσο βαθιά;»

Ο Μούρμαν του τα είπε όλα.

«Γιατί να πας μακριά;» είπε ο διάβολος. « Θα σου δώσω ένα φίλτρο που θα κάνει τον Αβεσσαλώμ να ξεαγαπήσει την Ετέρη και να σού τη δώσει. Μόνο υποσχέσου μου την ψυχή σου ως αντάλλαγμα».

«Αχ, δεν θα λυπόμουν ούτε την ψυχή μου αν η Ετέρη γινόταν δική μου», είπε ο Μούρμαν.

«Τότε γράψε στο χαρτί ότι δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου, και η Ετέρη θα γίνει δική σου».

Ο Μούρμαν υπέγραψε το χαρτί και το έδωσε στον διάβολο.


Ο διάβολος πήρε το χαρτί και είπε:

«Μόλις ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρευτούν, πάρε μια χούφτα κεχρί και ρίξ' το αθόρυβα πάνω στην Ετέρη. Μάθε τούτο: σκουλήκια θα την καλύψουν, και όσο κι αν την καθαρίζουν, δεν θα τα καταφέρουν, μέχρι να την αγγίξει το δικό σου χέρι».

Ο διάβολος επέστρεψε στο λημέρι του, και ο Μούρμαν, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, πήγε σπίτι του. Ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρεύτηκαν, και καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, ο Μούρμαν έριξε μια χούφτα κεχρί πάνω στην Ετέρη.

Αμέσως, σκουλήκια κάλυψαν την Ετέρη. Προσπάθησαν να την καθαρίσουν, αλλά τα σκουλήκια μόνο πληθαίνανε. Ο Αβεσσαλώμ, βασανισμένος, οδήγησε την Ετέρη έξω και δήλωσε μπροστά σε όλο τον λαό:


«Τη Δευτέρα ενωθήκαμε,

την Τρίτη η ώρα του αποχωρισμού έφτασε.

Ας χαρούν τώρα και ας τραγουδήσουν

όσοι ζήλεψαν την ευτυχία μας.

Φεύγω αμέσως για κυνήγι.

Ποιος θα πάρει την Ετέρη από μένα;»


Το όνειρο του Μούρμαν έγινε πραγματικότητα. Γονάτισε μπροστά στον Αβεσσαλώμ και παρακάλεσε:


«Βασιλιά, είμαι πιστός σε σένα μέχρι θανάτου,

δώσε σε μένα τη φτωχή Ετέρη!»


Ο Αβεσσαλώμ έδωσε την Ετέρη στον Μούρμαν. Μόλις το χέρι του Μούρμαν άγγιξε την Ετέρη, εκείνη θεραπεύτηκε, και όλα τα σκουλήκια εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο Μούρμαν την πήρε, και έγινε γυναίκα του.


Ο Αβεσσαλώμ αρρώστησε αφού έχασε την Ετέρη. Ο έρωτας γι' αυτήν έκαιγε μέσα του, βασανίζοντάς τον.

Μην μπορώντας να το αντέξει, ο Αβεσσαλώμ στράφηκε στον Μούρμαν με μια παράκληση:


«Πες μου, για χάρη του ήλιου,

πώς είναι η Ετέρη μου;»


Ο Μούρμαν απάντησε:


«Θέλεις να μάθεις, βασιλιά ισάξιε των ουρανών,

πώς ζει η Ετέρη μου;

Έχω χτίσει ένα κρυστάλλινο κάστρο,

οι πύργοι του φτάνουν στους ουρανούς.

Εκεί ζει η Ετέρη μου,

πιο όμορφη από θαυμαστούς κύκνους.

Εννέα στοργικές συνυφάδες

την προσέχουν όλες με αγάπη,

και η πεθερά της πλέκει

τα χρυσά της μαλλιά.

Εννέα κουνιάδοι στέκονται στην πύλη,

το βλέμμα τους σπινθηρίζει σαν διαμάντι,

και στη στέγη του κάστρου, ο πεθερός της

περήφανα φρουρεί το κάστρο».


Όταν ο Αβεσσαλώμ το άκουσε αυτό, ο έρωτάς του για την Ετέρη θέριεψε ακόμη περισσότερο. Αρρώστησε βαριά. Αποφασισμένος να απομακρύνει τον Μούρμαν και να διεκδικήσει πίσω την Ετέρη, τον κάλεσε και τον διέταξε:

«Πήγαινε και φέρε μου το νερό της αθανασίας. Ίσως με θεραπεύσει».

Ο Μούρμαν σκέφτηκε: «Το κακό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου». Ζήτησε διορία εννέα ημερών και έφυγε. Πήγε στην Ετέρη:


«Άφησέ με να ξεκουραστώ σήμερα

πάνω στο εκτυφλωτικό σου στήθος.

Αύριο με στέλνουν στο Αλγκέτι —

ένα μακρύ ταξίδι βρίσκεται μπροστά μου.

Πέτρες θα φράξουν το μονοπάτι μου,

ακόμα και τα λιοντάρια φοβούνται αυτόν τον δρόμο.

Μόνο βάσανα με περιμένουν,

ο κόπος μου θα πάει χαμένος —

στις εννέα θεραπευτικές πηγές

πρέπει να ξεκινήσω την αυγή

για να φέρω το ζωογόνο νερό».


Η Ετέρη είπε:


«Θα βγάλω τα μετάξια και τα σατέν μου,

θα καλυφθώ με ένα σάλι,

θα πάρω μια στάμνα μαζί μου,

και θα φέρω νερό από το ποτάμι.

Δεν θα μπω σε κανένα σπίτι γείτονα,

ούτε στο σπίτι του αδελφού σου.

Αν μπω, θα βγω σαν αδελφή.

Πίστεψε τον λόγο μου».


Ο Μούρμαν πέρασε τη νύχτα με την Ετέρη.


«Είθε αυτή η νύχτα να είναι μακρά,

είθε η αυγή να μην κοκκινίσει.

Αύριο το χάδι των αγαπημένων χειλιών

δεν θα ζεσταίνει πια την καρδιά μου».


Το πρωί, ο Μούρμαν ζήτησε από την αδελφή και τη μητέρα του:

«Να την προσέχετε, να την καλομαθαίνετε, ώστε ούτε αεράκι ούτε αχτίδα ήλιου να μην την αγγίζει».

Όμως ο Αβεσσαλώμ γινόταν όλο και χειρότερα. Πέθαινε, και δεν υπήρχε γιατρικό γι' αυτόν... Η αδελφή του, η Μαρέχ, βγήκε έξω κλαίγοντας και παρακαλώντας:

«Ο αδελφός μου πεθαίνει. Αν μπορεί κάποιος να βοηθήσει, βρείτε έναν τρόπο να τον σώσετε».

Της είπαν:

«Ίσως είναι ο έρωτάς του για την Ετέρη που τον σκοτώνει. Φέρε του το φτερό ενός κορακιού, καλοψημένο ψωμί, κόκκινο κρασί και το φτερό ενός περιστεριού — και θα δεις».


Η Μαρέχ τα έφερε όλα και τα απέθεσε στο κρεβάτι, δίπλα στον αδελφό της. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε, πήρε το φτερό του περιστεριού και είπε:

«Όσο λευκό κι αν είσαι, φτερό του περιστεριού, η Ετέρη είναι ακόμα πιο λευκή». Πήρε το ψωμί και είπε: «Όσο καλό κι αν είσαι, η Ετέρη είναι ακόμα καλύτερη». Πήρε το κόκκινο κρασί και είπε: «Όσο κόκκινο κι αν είσαι, κρασί, τα μάγουλα της Ετέρης είναι πιο λαμπερά από σένα». Πήρε το φτερό του κορακιού και είπε: «Όσο μαύρο κι αν είσαι, φτερό του κορακιού, τα μάτια και τα φρύδια της Ετέρης είναι ακόμα πιο μαύρα».

Έπειτα είπε στην αδελφή του:


«Σήκω γρήγορα, Μαρέχ, αστέρι μου,

και τρέξε στην Ετέρη.

Αν σε ρωτήσει για μένα,

πες της τα πάντα μέσα από την καρδιά σου».


Η Μαρέχ πήγε στην Ετέρη. Όμως η Ετέρη γνώριζε ήδη για την ασθένεια του Αβεσσαλώμ. Ξέγελασε την πεθερά της, έφυγε από το σπίτι, μπήκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ, κάθισε κάτω από μια λεύκα και έκλαψε. Μέσα στα δάκρυά της, η Ετέρη αποκοιμήθηκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ. Η Μαρέχ έφτασε, είδε την Ετέρη να κοιμάται και της φώναξε:


«Σε έψαχνα από το πρωί μέχρι τη γεμάτη ομίχλη νύχτα,

κι όμως εσύ κοιμάσαι ήσυχα στον σκιερό κήπο.

Το χρυσό σου κούμπωμα έχει λυθεί,

το κρυστάλλινο, λευκό σου στήθος λάμπει,

και οι μαύρες σου μπούκλες είναι άτακτα σκορπισμένες,

σαν αφρός σε ένα κύμα που φουσκώνει».


Η Ετέρη δεν την άκουσε. Η Μαρέχ φώναξε ξανά:


«Ήρθα σε σένα, Ετέρη,

διώχνοντας τον γλυκό σου ύπνο.

Ξεπερνάς ακόμα και τα αστέρια

και το φεγγάρι με την ακτινοβόλα ομορφιά σου.

Η άνοιξη έχει ήδη φτάσει,

είθε τα ηλιοβασιλέματα να σβήσουν.

Σήκω, ακριβή μου Ετέρη,

θεράπευσε τον αδελφό μου γρήγορα.

Θα πάρω ένα φτυάρι στα χέρια μου

και θα καθαρίσω το μονοπάτι για σένα,

θα στρώσω θαυμαστό μάρμαρο

μέχρι το κατώφλι του παλατιού.

Θα σου χτίσω ένα κάστρο

από διαμάντια και τιρκουάζ,

θα ντύσω τις κάμαρες μέσα

με ξύλο έβενου.

Για να ανασαίνεις δροσιά,

λεύκες θα περιβάλλουν το κάστρο·

για να μην μαυρίσεις,

μετάξι θα καλύπτει τον θρόνο σου·

για να μην σκοντάψει το πόδι σου

σε πέτρα,

θα στρώσω την ευρύχωρη αυλή

με χρυσά χαλιά».


Η Ετέρη σηκώθηκε και είπε:

«Μόνο και μόνο για να θεραπεύσω τον αδελφό σου, πώς θα μπορούσα να μην πάω;»

Έφτασε. Ο Αβεσσαλώμ πέθαινε ήδη. Όμως, μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων της, σηκώθηκε και μίλησε:


«Ήρθες σε μένα, Ετέρη,

ας τραγουδήσουν οι θάλασσες και η στεριά.

Κοιτάζοντας μέσα στα άρρωστα μάτια μου,

εμφύσησες δύναμη στην ψυχή μου.

Ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου, βλέπω —

ένας μαγικός κήπος ανθίζει,

και η καρδιά μου φλέγεται από ευγνωμοσύνη

για σένα, Ετέρη.

Ήρθες, αλλά εγώ, Ετέρη,

ήδη αποχωρίζομαι τη γη.

Ο Θεός με καλεί στον ουρανό,

στην αιώνια, γαλήνια σιωπή».


Η Μαρέχ πλησίασε για να παρηγορήσει τον αδελφό της:


«Αδελφέ, αν μπορείς να δεις,

κοίτα — η Ετέρη ήρθε».


Ο Αβεσσαλώμ είπε:


«Ας έρθει πιο κοντά».


Η Ετέρη είπε:


«Είναι ήδη στην πόρτα.

Ο δρόμος της είναι εύκολο να μετρηθεί»,


και μπήκε μέσα. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε προς το μέρος της, την κοίταξε και πέθανε.

Η Ετέρη πλησίασε και γραπώθηκε πάνω στον Αβεσσαλώμ. Έπειτα στάθηκε όρθια, πήρε το μαχαίρι που της είχε δώσει και είπε:


«Το μαχαίρι του Αβεσσαλώμ

είναι στην τσέπη μου.

Το αποφάσισα εδώ και καιρό:

όταν έρθει η ώρα,

θα το τραβήξω,

τη λαβή προς τον φίλο μου,

την κόψη προς τον εαυτό μου.

Θα πεθάνω ήσυχα,

θα πεθάνω μαζί σου,

σκεπτόμενη εσένα.

Ας μας θάψουν

στην άκρη του δρόμου

κάτω από έναν τύμβο,

σκεπασμένους με φύλλα

και θαμμένους με χώμα,

μαζί, εσένα κι εμένα.

Ας ανθίσει ένα τριαντάφυλλο

πάνω από τον τάφο μας,

ανασαίνοντας το δροσερό αγέρι.

Ας τιτιβίζουν τα πουλιά

και ας μεγαλώνουν τα μικρά τους

πάνω από τον απλό τύμβο.

Ας κυλάει μια πηγή

αιώνια από τον τύμβο,

και από πάνω της, ένα χρυσό κύπελλο

ας λάμπει φωτεινά με χαρά.

Ας πίνει κάθε ταξιδιώτης

από εκείνο το κύπελλο

ιαματικό νερό,

κι ας μας αποχαιρετά

εδώ, ανάμεσα στα χωράφια!»


Κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της και πέθανε.

Πράγματι, ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη τάφηκαν μαζί.


Αβεσσαλώμ και Ετέρη.

Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.


Ο Μούρμαν επέστρεψε, βρήκε τον τάφο του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης, τον έσκαψε και ξάπλωσε ανάμεσά τους.

Ένας αγκαθωτός θάμνος φύτρωσε στον τάφο του, ενώ τριαντάφυλλα και βιολέτες φύτρωσαν στους τάφους του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης. Το τριαντάφυλλο και η βιολέτα απλώνονται το ένα προς το άλλο, λαχταρώντας να αγκαλιαστούν, αλλά ο αγκαθωτός θάμνος στέκεται ανάμεσά τους, κρατώντας τα χωριστά. Και κάτω από τα πόδια του Μούρμαν, κουτάβια βγήκαν και ούρλιαζαν.


Καλό το παραμύθι — καλός κι ο παραμυθάς.

Καλό το κρασί — καλά να το πιεις.

Scorpions - Holiday


 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Βουτιά!

 


Υπάρχουν άραγε βρικόλακες στο διάστημα; Και αν υπάρχουν με τι τρέφονται; Δύσκολο να βρεις γυμνούς λαιμούς να δαγκώσεις εκεί πάνω. Εκτός κι αν τα δόντια τους είναι τέτοια που να μπορούν να τρυπήσουν τις στολές των αστροναυτών. Και αν υπάρχουν που να μένουν; Σίγουρα στις μαύρες τρύπες. Εκεί δεν υπάρχει ίχνος φωτός και θα μπορούν όλη την ώρα να κινούνται και να θρέφονται από οποιαδήποτε μορφή ζωής πέφτει εκεί μέσα χωρίς να ανησυχούν για το φως του ήλιου. 

Τους σκοτώνει το φως του δικού μας ήλιου μόνο ή του κάθε ήλιου που υπάρχει στο σύμπαν; Ποιος να το ξέρει κι αυτό; Και μπορούν να φύγουν από τις μαύρες τρύπες όποτε θέλουν και να επισκέπτονται άλλους πλανήτες; Να τους αρέσει το αίμα των εξωγήινων; Μήπως κι αυτοί εξωγήινοι δεν είναι; Οπότε, γιατί όχι;

Κάποια στιγμή οι παραπάνω σκέψεις με κούρασαν. Άφησα το καλάμι ψαρέματος που είχα μαζί μου, σηκώθηκα από την άκρη του μισοφέγγαρου που είχα καθίσει για να ψαρέψω, έβγαλα τις παντόφλες μου και βούτηξα στη  σεληνιακή θάλασσα που τόσο ήρεμη και θελκτική περίμενε να με αγκαλιάσει στα έναστρα νερά της. Αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν έπιασα τόσην ώρα...

Rainbow - Eyes of the World