Αναγνώρισα τον τάφο του εύκολα. Ήταν ο μόνο που δεν φύτρωνε τίποτα. Ούτε πάνω του ούτε γύρω του. Οι χωριανοί με ακολούθησαν μέχρι την είσοδο του κοιμητηρίου. Οι θρήνοι και τα κλάματα που ακούγονταν κάθε βράδυ αποθάρρυναν τους καλούς χωρικούς από το να πλησιάσουν περισσότερο. Κάποιοι από αυτούς ορκίζονται ότι φώναζε εμένα. Παράξενο. Ποτέ δε με συμπαθούσε όσο ζούσε. Για την ακρίβεια δεν ήθελε να με βλέπει. Τι τον έπιασε τώρα που πέθανε και με αναζητά; Λοιπόν, φαίνεται πως οι άνθρωποι αλλάζουν και αφού έχουν πεθάνει...Έκατσα σε ένα βράχο δίπλα από τον τάφο. Τον παρατηρούσα. Ήταν αφύσικα γκρίζος. Μόνο έτσι μπορώ να τον περιγράψω. Για μια μικρή ακτίνα γύρω του το γκρίζο επικρατούσε. Δε φύτρωνε τίποτα. Δεν κινούταν τίποτα. Ούτε μυρμήγκι. Κάθισα λοιπόν και περίμενα. Και περίμενα. Και περίμενα. Το μεσημέρι το διαδέχτηκε το απόγευμα και το απόγευμα η νύχτα. Βέβαια. Πάντα νύχτα βγαίνουν τα φαντάσματα. Άναψα ένα φανάρι που είχα μαζί μου. Ηλεκτρικό. Με μπαταρίες. Μη φανταστείτε τίποτα αρχαίο. Είμαστε στο 2026 στο κάτω κάτω...Μετά από ατελείωτες και βαρετές ώρες αναμονής, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, κάτι ακούστηκε. Ένας θρήνος να έρχεται από μέσα από το χώμα. Ανατρίχιασα είναι η αλήθεια. Πράγματι, αυτός ήταν. Αναγνώρισα τη φωνή του. "Εσύ είσαι γερο-στριμμένε;" ρώτησα. "Ήρθες! Ήρθες! Δόξα τω Θεώ! Ήρθες! Διάβασέ μου παραμύθια Παραμυθά! Πες μου τις ιστορίες σου!" ακούστηκε η φωνή του μέσα από τη γη. "Νόμιζα ότι μισούσες τις ιστορίες μου. Πως τα παραμύθια είναι για ανόητα παιδιά. Καλά δε θυμάμαι;", ειρωνεύτηκα. "Κορόιδεψέ με όσο θέλεις. Δικαίωμα σου...αλλά για όνομα του Θεού, πες μου τις ιστορίες σου! Όσοι πιστεύουν στα παραμύθια πηγαίνουν είτε στον Παράδεισο είτε στην Κόλαση. Εμείς όμως που δε πιστεύουμε στα παραμύθια...Αλίμονο! Δεν υπάρχει χώρος για εμάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο! Μένουμε σε μια αφόρητη γκρίζα έρημο. Τίποτα δε κινείται και τίποτα δεν αλλάζει εκεί. Στερούμαστε ακόμα και την παρηγοριά των βασανιστηρίων της Κόλασης!" Φώναξε. Σπουδαία παρηγοριά ζητάνε κι αυτοί. Από την άλλη, το μαρτύριο της πλήξης πρέπει να είναι φοβερό. Αυτοί που δεν πιστεύουν στα παραμύθια αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τις σπουδαιότερες ομορφιές που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος. Αυτός ή ο άλλος. Τον λυπήθηκα τον παλιόγερο. Ξεκίνησα να διαβάζω τις ιστορίες μου. Διάβαζα μέχρι το πρωί. Κι αυτός άκουγε με ευχαρίστηση. Ρωτούσε λεπτομέρειες σε κάθε ιστορία, είχε απορίες σαν ένα μικρό παιδί. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ησύχασε. Δεν ακουγόταν πια η φωνή του. Έτριψα τα κουρασμένα μάτια μου. Κοίταξα τον τάφο του. Ήταν ακόμα γκρίζος. Χαμένη η προσπάθεια...μα όχι! Τι είναι αυτό; Γέλασα δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Στο κέντρο του τάφου, ανάμεσα στο χώμα και τα βοτσαλάκια, ένα μικρό χορταράκι είχε μόλις φυτρώσει...

.png)




