Τη συνάντησε όταν και οι δύο ήταν σε μικρή ηλικία. Μου έχει πει την ιστορία χιλιάδες φορές. Εκείνη φορούσε κάτι πολύ χοντρά γυαλιά που θα μπορούσαν να χρησιμέψουν άνετα σαν πάτοι μπουκαλιών στα οποία θα έβαζες μέσα κάποιο οξύ. Είχε ακόμα σιδεράκια στα δόντια, τέτοια που την έκαναν να μοιάζει περισσότερο με ρομποτάκι παρά με άνθρωπο. Τα μαλλιά της ήταν σχετικά κοντά και το σώμα της λεπτό. Πετούσε το ένα της αυτί το οποίο συνήθως το κάλυπτε ρίχνοντας τα μαλλιά της πάνω του. Του φάνηκε το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου. Ξεκίνησε ένας έρωτας που κράτησε χρόνια. Προσπάθησε να της γράψει ποιήματα, να τη μαγέψει με κάθε τρόπο, μα απέτυχε οικτρά. Κάθε φορά προσπαθούσε και περισσότερο και κάθε φορά αποτύγχανε μεγαλοπρεπώς. Άκουγα την ιστορία του, όχι επειδή με ενδιέφερε αλλά επειδή κερνούσε τα ποτά που πίναμε όσο μου μιλούσε. Συνέχισε εξιστορώντας μου διάφορα επεισόδια από τις προσπάθειές του, την αλλαγή στην εμφάνισή της και κάτι άλλες ασυναρτησίες για τις οποίες ευθυνόταν μάλλον το ποτό. Κάποια στιγμή και αφού είχε τελειώσει τη διήγησή του, έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του, έβγαλε ένα τεράστιο σφυρί και με αυτό κοπάνησε το κεφάλι του! "Τώρα νιώθω κάπως καλύτερα", μου είπε. "Ευχαριστώ που με άκουσες". Πλήρωσε τον λογαριασμό, με χαιρέτησε και έφυγε από το μπαρ. Δε θα συνηθίσω ποτέ τα ρημάδια τα καρτούν και τις παλαβομάρες τους...








