Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Βουτιά!

 


Υπάρχουν άραγε βρικόλακες στο διάστημα; Και αν υπάρχουν με τι τρέφονται; Δύσκολο να βρεις γυμνούς λαιμούς να δαγκώσεις εκεί πάνω. Εκτός κι αν τα δόντια τους είναι τέτοια που να μπορούν να τρυπήσουν τις στολές των αστροναυτών. Και αν υπάρχουν που να μένουν; Σίγουρα στις μαύρες τρύπες. Εκεί δεν υπάρχει ίχνος φωτός και θα μπορούν όλη την ώρα να κινούνται και να θρέφονται από οποιαδήποτε μορφή ζωής πέφτει εκεί μέσα χωρίς να ανησυχούν για το φως του ήλιου. 

Τους σκοτώνει το φως του δικού μας ήλιου μόνο ή του κάθε ήλιου που υπάρχει στο σύμπαν; Ποιος να το ξέρει κι αυτό; Και μπορούν να φύγουν από τις μαύρες τρύπες όποτε θέλουν και να επισκέπτονται άλλους πλανήτες; Να τους αρέσει το αίμα των εξωγήινων; Μήπως κι αυτοί εξωγήινοι δεν είναι; Οπότε, γιατί όχι;

Κάποια στιγμή οι παραπάνω σκέψεις με κούρασαν. Άφησα το καλάμι ψαρέματος που είχα μαζί μου, σηκώθηκα από την άκρη του μισοφέγγαρου που είχα καθίσει για να ψαρέψω, έβγαλα τις παντόφλες μου και βούτηξα στη  σεληνιακή θάλασσα που τόσο ήρεμη και θελκτική περίμενε να με αγκαλιάσει στα έναστρα νερά της. Αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν έπιασα τόσην ώρα...

Rainbow - Eyes of the World

 


Τρίτη 26 Μαΐου 2026

O τσιγγάνος και ο διάβολος - Ένα ρωσικό παραμύθι

 




https://fairytalez.com/the-devil-and-gipsy/

Ένας γέρος τσιγγάνος πήγε να πιάσει δουλειά ως υπηρέτης σε έναν διάβολο. Ο διάβολος του είπε: «Θα σου δίνω ό,τι επιθυμείς, αρκεί να μου φέρνεις τακτικά καυσόξυλα και νερό, και να ανάβεις φωτιά κάτω από το καζάνι». «Εντάξει!» είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος του έδωσε έναν κουβά και του είπε: «Πήγαινε εκεί πέρα στο πηγάδι και βγάλε λίγο νερό».


Ο τσιγγάνος μας έφυγε, έβαλε νερό στον κουβά και τον τράβηξε πάνω με έναν γάντζο. Επειδή όμως ήταν γέρος, δεν μπορούσε να τον σηκώσει έξω και αναγκάστηκε να χύσει το νερό, για να μην χάσει τον κουβά μέσα στο πηγάδι. Αλλά με τι θα γύριζε τώρα πίσω; Έτσι λοιπόν, ο τσιγγάνος μας έβγαλε μερικούς πασσάλους από έναν φράχτη και άρχισε να σκάβει γύρω-γύρω από το πηγάδι, σαν να ήθελε να το ξεριζώσει.


Ο διάβολος περίμενε και περίμενε, και αφού ο τσιγγάνος δεν φαινόταν πουθενά, φυσικά δεν φαινόταν ούτε το νερό. Μετά από λίγο, πήγε ο ίδιος να συναντήσει τον τσιγγάνο και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ρώτησε: «Μα γιατί αργείς τόσο; Γιατί δεν έχεις φέρει ακόμα το νερό;» «Ε, και τι; Θέλω να σκάψω και να βγάλω ολόκληρο το πηγάδι και να το φέρω σε σένα!» «Μα θα έχανες άδικα χρόνο αν σκοπεύες να κάνεις κάτι τέτοιο· τότε δεν θα έφερνες τον κουβά στην ώρα του, και δεν πρέπει να λιγοστέψουν τα καυσόξυλα». Και έτσι, ο διάβολος έβγαλε το νερό και το κουβάλησε ο ίδιος. «Ε! Αν το ήξερα, θα το είχα φέρει εδώ και ώρα», είπε ο τσιγγάνος.


Μια φορά ο διάβολος τον έστειλε στο δάσος για καυσόξυλα. Ο τσιγγάνος ξεκίνησε, αλλά τον έπιασε βροχή στο δάσος και έγινε μούσκεμα. Ο γέρος κρύωσε και δεν μπορούσε να σκύψει για να μαζέψει τα ξύλα. Τι να έκανε; Πήρε λοιπόν και άρχισε να ξεφλουδίζει φλούδες από τα δέντρα (λινάρι/φλοιό). Μάζεψε μερικούς σωρούς, γύρισε όλο το δάσος και έδεσε το ένα δέντρο με το άλλο με τις λωρίδες του φλοιού.


Ο διάβολος περίμενε, περίμενε, και είχε χάσει το μυαλό του με τον τσιγγάνο. Πήγε ο ίδιος, και όταν είδε τι γινόταν, του είπε: «Τι κάνεις εκεί, αργόσχολε;» «Τι κάνω; Θέλω να σου φέρω ξύλα. Δένω ολόκληρο το δάσος σε ένα μάτσο, για να μην κάνω άσκοπη δουλειά». Ο διάβολος κατάλαβε ότι τα έβρισκε σκούρα με τον τσιγγάνο, σήκωσε ο ίδιος τα καυσόξυλα και γύρισε σπίτι.


Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του στο σπίτι, ο διάβολος πήγε σε έναν γηραιότερο διάβολο για να ζητήσει τη συμβουλή του: «Έχω προσλάβει έναν τσιγγάνο, αλλά έχει γίνει σκέτος μπελάς. Εμείς θεωρούμαστε αρκετά έξυπνοι», λέει, «αλλά αυτός είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο έξυπνος από εμάς. Εκτός αν τον σκοτώσω...» «Ωραία, όταν ξαπλώσει να κοιμηθεί, σκότωσέ τον, για να μην μας σέρνει άλλο από τη μύτη».


Ήρθε η ώρα να πάνε για ύπνο. Ξάπλωσαν, αλλά ο τσιγγάνος προφανώς κατάλαβε κάτι, γιατί έβαλε τη γούνα του πάνω στον πάγκο όπου κοιμόταν συνήθως, και ο ίδιος χώθηκε σε μια γωνιά κάτω από τον πάγκο. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, ο διάβολος, νομίζοντας ότι ο τσιγγάνος κοιμόταν πια βαθιά, πήρε ένα σιδερένιο ρόπαλο και άρχισε να χτυπάει τη γούνα μέχρι που ο ήχος αντήχησε παντού. Μετά ξάπλωσε να κοιμηθεί, σκεφτόμενος: «Οχό! Τώρα πάει ο τσιγγάνος, τελείωσε!»


Όμως ο τσιγγάνος μούγκρισε: «Ωχ!» και έκανε έναν θόρυβο στη γωνία. «Τι έπαθες;» ρώτησε ο διάβολος. «Ωχ, με τσίμπησε ένας ψύλλος».


Ο διάβολος πήγε ξανά στον γηραιότερο για συμβουλή: «Μα πώς να τον σκοτώσω;» είπε. «Όταν τον κοπάνησα με το ρόπαλο, έκανε απλώς έναν θόρυβο και είπε: "Με τσίμπησε ένας ψύλλος"». «Τότε πλήρωσέ τον τώρα», είπε ο γηραιότερος διάβολος, «δώσ' του όσα θέλει και στείλ' τον στο καλό».


Ο τσιγγάνος διάλεξε μια σακούλα με δουκάτα και έφυγε. Μετά όμως ο διάβολος λυπήθηκε τα χρήματα και συμβουλεύτηκε ξανά τον γηραιότερο. «Πρόφτασε τον τσιγγάνο και πες του ότι όποιος κλοτσήσει καλύτερα μια πέτρα, έτσι ώστε ο ήχος να ακουστεί τρία μίλια μακριά, θα κρατήσει τα λεφτά».


Ο διάβολος τον πρόφτασε: «Στάσου, τσιγγάνε! Έχω κάτι να σου πω». «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όχι, στάσου, ας ρίξουμε μια κλοτσιά· όποιος κλοτσήσει πιο δυνατά μια πέτρα, δικά του τα λεφτά». «Εμπρός λοιπόν, κλότσα εσύ», είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος κλότσησε μια-δυο φορές, τόσο δυνατά που βούιξαν τα αυτιά τους. Στο μεταξύ όμως, ο τσιγγάνος έριξε λίγο νερό πάνω στην πέτρα: «Ε! Τι είναι αυτό, ανόητε;» είπε ο διάβολος. «Όταν εγώ κλοτσάω μια στεγνή πέτρα, πετάγεται νερό». «Αχ! Όταν κλοτσάει αυτός, τρέμε! Πετάχτηκε νερό από την πέτρα», σκέφτηκε ο διάβολος.


Ο διάβολος πήγε ξανά για συμβουλή. Ο γηραιότερος είπε: «Όποιος πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, ας κρατήσει τα λεφτά».


Ο τσιγγάνος είχε ήδη προχωρήσει μερικά μίλια στον δρόμο του. Κοίταξε πίσω· ο διάβολος ήταν πίσω του: «Στάσου! Περίμενε, τσιγγάνε!» «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όποιος από τους δύο μας πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, δικά του τα λεφτά». «Λοιπόν, ας το πετάξουμε τώρα. Έχω δύο αδέλφια εκεί πάνω στον ουρανό, και οι δύο είναι σιδεράδες, και θα τους βολέψει μια χαρά είτε για σφυρί είτε για τσιμπίδα».


Ο διάβολος το πέταξε με τόση δύναμη που σφύριξε στον αέρα και σχεδόν χάθηκε από τα μάτια τους. Ο τσιγγάνος το έπιασε από την άκρη, με το ζόρι το σήκωσε και φώναξε: «Απλώστε τα χέρια σας εκεί πάνω, αδέλφια — έι!» Αλλά ο διάβολος τον άρπαξε από το χέρι: «Αχ, στάσου! Μην το πετάξεις· θα είναι κρίμα να το χάσουμε».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε ξανά: «Πρόφτασέ τον ακόμα μια φορά και πες του: "Όποιος τρέξει πιο γρήγορα μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, ας πάρει τα λεφτά"».


Ο διάβολος τον πρόφτασε. Ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Δεν πρόκειται να ξαναπροσπαθήσω να σε ανταγωνιστώ, γιατί δεν αξίζει τον κόπο· έχω όμως έναν μικρό γιο, τον Λαγό, που είναι μόλις τριών ημερών. Αν τον προσπεράσεις, τότε θα αναμετρηθείς και με μένα». Ο τσιγγάνος εντόπισε έναν λαγό μέσα σε ένα ελατοδάσος: «Νάτος! Ο μικρός Λαγός! Εμπρός λοιπόν, Λαγέ! Πιάσ' τον!»


Όταν ο λαγός ξεκίνησε, άρχισε να τρέχει με πηδήματα δώθε-κείθε, και πίσω του σηκωνόταν μόνο ένα σύννεφο σκόνης. «Μπα!» είπε ο διάβολος, «δεν τρέχει ίσια». «Στην οικογένειά μου κανένας δεν έτρεξε ποτέ ίσια. Τρέχει όπως του αρέσει».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε να παλέψουν. Ο πιο δυνατός θα έπαιρνε τα λεφτά.


«Ε!» είπε ο τσιγγάνος, «άκου τους όρους για να παλέψω μαζί σου: Έχω έναν πατέρα, είναι τόσο γέρος που τα τελευταία επτά χρόνια του πηγαίνω φαγητό σε μια σπηλιά. Αν τον ρίξεις κάτω, τότε θα παλέψεις και με μένα». Όμως ο τσιγγάνος ήξερε ότι εκεί ζούσε μια αρκούδα και οδήγησε τον διάβολο στη σπηλιά της. «Πήγαινε», του είπε, «εκεί μέσα· ξύπνησέ τον και πάλεψε μαζί του».


Ο διάβολος μπήκε μέσα και είπε: «Σήκω επάνω, σπανέ/μακρυγένη! Ας παλέψουμε». Αλίμονο! Όταν η αρκούδα άρχισε να τον σφίγγει στην αγκαλιά της και να τον γρατζουνάει με τα νύχια της, τον σάπισε στο ξύλο, τον πέταξε έξω και τον έριξε κάτω στο πάτωμα της σπηλιάς.


Ο γηραιότερος διάβολος συμβούλευσε ότι όποιος σφυρίξει καλύτερα, έτσι ώστε να ακουστεί σε απόσταση τριών μιλίων, θα έπρεπε να πάρει τα λεφτά.


Ο διάβολος σφύριξε τόσο δυνατά που ο τόπος αντήχησε και βούιξε ξανά. Αλλά ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Όταν σφυρίξω εγώ, θα τυφλωθείς και θα κουφαθείς· δέσε τα μάτια και τα αυτιά σου». Εκείνος το έκανε. Ο τσιγγάνος πήρε μια σφήνα (ξύλινη σφύρα) για το σκίσιμο των κορμών και τον κοπάνησε μια και δυο στα αυτιά.


«Ωχ, σταμάτα! Ωχ! Μην σφυρίζεις, γιατί θα με σκοτώσεις! Να σου βγει σε κακό η κακή σου τύχη με τα λεφτά σου! Πήγαινε όπου θέλεις, αρκεί να μην ξανακούσει κανείς για σένα!»


Αυτά και τέλος.

Iron Maiden - Powerslave

 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τράπουλα

 


"Και τι να γίνεται άραγε με εκείνους τους έρωτες; Εκείνους που ποτέ δεν αποκάλυψαν την ύπαρξή τους; Που έμειναν καλά κρυμμένοι στις καρδιές των ανθρώπων και μόνο σε κάποιο όνειρο βρήκαν διέξοδο; Πόσο θα άλλαζε η ζωή αν είχαν φανερωθεί; Και οι ίδιοι; Θα επιζούσαν; Θα συμβιβάζονταν; Θα φθείρονταν μέχρι εξαφανίσεως;" 

Αυτές τις σκέψεις έκανα όταν με επισκέφθηκε αργά το βράδυ ένα ξωτικό. Μόλις είχε φτάσει από την Ιρλανδία όπως με ενημέρωσε. Το καλωσόρισα και του έβαλα λίγο από το ιρλανδικό ουίσκι που πάντα φυλάω στο σπίτι για τέτοιες περιπτώσεις. 

Άναψε τη πίπα του, κοίταξε το γραπτό μου που αποτύπωνα τις παραπάνω σκέψεις, γέλασε και ήπιε μια γερή γουλιά. Μετά μίλησε με την τραχιά φωνή του και την βαριά ιρλανδική προφορά του(ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά αφού δε γνωρίζω κέλτικα αλλά ούτε και το ξωτικό τα μιλούσε) : "Άσ' τα αυτά. Βάλε ένα ποτηράκι και για σένα και φέρε την τράπουλα. Έχω μπόλικο χρυσάφι να ποντάρω". 

Πράγματι, έβαλα και σε μένα ουίσκι, έφερα την τράπουλα και ξεκινήσαμε το παιχνίδι. Κάποιος κέρδισε και κάποιος έχασε αλλά δεν έχει σημασία ποιος. Ήταν άλλωστε μια όμορφη βραδιά με κάμποσα "βρώμικα" ανέκδοτα...

Gary Moore - Over the Hills and Far Away

 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η ανάμνηση

 


Χάζευα στον υπολογιστή μου όταν ένιωσα μια φαγούρα στο δεξί μου ρουθούνι. Το έξυσα ελαφρά (από την εξωτερική πλευρά, δεν είμαι κανένας ανάγωγος) αλλά μάταια. Η φαγούρα δυνάμωσε. Και όχι μόνο δυνάμωσε αλλά μετατράπηκε σε κάτι ακόμα χειρότερο. Ένιωθα πως κάτι περπατούσε μέσα στη μύτη μου! Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε, ξεπρόβαλε από το ρουθούνι μου μια ανάμνησή μου! Με μια χαρούμενη κίνηση, πήδηξε και προσγειώθηκε στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έκανα να τη πιάσω μα αυτή βούτηξε κάτω στο πάτωμα και άρχισε να τρέχει γύρω γύρω, γελώντας. Με ένα άτσαλο μπλονζόν επιχείρησα να την αρπάξω. Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μου ήταν εντελώς γελοίο αφού το κεφάλι μου καρφώθηκε στον βραχίονα μιας εκ των πολυθρονών που υπήρχαν στο σαλόνι. Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί ποτέ δεν έγινα τερματοφύλακας...Μετά από αρκετά λεπτά κυνηγιού, εν μέσω αναποδογυρισμένων καρεκλών, ξεστρωμένων χαλιών και μετακινημένων επίπλων -όλα αυτά αποτέλεσμα της ατσαλοσύνης αλλά και της επιμονής μου να πιάσω την κατεργάρα ανάμνηση - κατάφερα να τη στριμώξω σε μια γωνία. Γρήγορα εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία, την άρπαξα, την έφερα κοντά στη μύτη μου και τη ρούφηξα από το αριστερό μου ρουθούνι, ώστε να μπερδευτεί και να μη μπορέσει να ξαναβγεί. Μετά πήγα να φτιάξω έναν καφέ να πιω και στο σημείο αυτό η ιστορία τελειώνει. 

Vision Divine - Andromeda

 


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Φωτιά

 


Στάθηκε απέναντί μου ενώ γύρω μας οι φλόγες φούντωναν. "Την αγαπώ!" μου είπε με σταθερή και κάπως δυνατή φωνή ενώ τα μάτια του έλαμπαν από ένα μίγμα πάθους και οργής. Τον κοίταξα κατάματα. Μετά κοίταξα τις φλόγες γύρω μας. "Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι φλόγες τούτες θα κατασπαράξουν τη ζωή και των δυο σας;", τον ρώτησα. "Ναι!", μου φώναξε. "Αυτό δεν είναι όμως της αγάπης η φωτιά, είναι μία λαίλαπα μίσους", του είπα. "Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος είναι!" ξαναφώναξε οργισμένος. Μεταμορφώθηκε σε φίδι και προσπάθησε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις φλόγες. Δεν μπορούσα να τον αφήσω. Άπλωσα τα χέρια μου κι εκείνα έγιναν φτερούγες. Σαν το γεράκι πέταξα πάνω από τις φλόγες και προσγειώθηκα μπροστά του, κόβοντάς του τον δρόμο. Πήραμε και οι δύο την αρχική μας μορφή. Οι φλόγες μας ξανακύκλωσαν. "Βλέπεις τις φλόγες; Μας κυκλώνουν γιατί σε ακολουθούν όπου κι αν πηγαίνεις. Αυτές οι φλόγες θα καταστρέψουν τις ζωές πολλών ανθρώπων αν συνεχίσεις" του είπα, μήπως και αλλάξει γνώμη. "Ας είναι" ξανάπε και συνέχισε να περπατά. Έκανα στην άκρη. Οι φλόγες τον ακολούθησαν. Άρχισε να ψιχαλίζει. Οι σταγόνες όμως ήταν αλμυρές. Σαν δάκρυα. Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε μα δεν ήταν μπουμπουνητό. Ήταν λυγμός. Ένα μοιρολόι για ζωές που κάηκαν στην ίδια τους την επιθυμία. 

Edge of Paradise - Tidal Wave

 


Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Κροκόδειλος

 


Συναντηθήκαμε πρόσφατα μετά από καιρό. Καθίσαμε σε μια καφετέρια. Το έφερε η κουβέντα και της είπα πως είναι ακόμα πολύ όμορφη όπως παλιά. Δε με πίστεψε. Συνέχισε να λέει πως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Τότε πέρασα το χέρι μου μπροστά από το πρόσωπό μου και αυτό μετατράπηκε σε καθρέφτη. "Ορίστε, δε και μόνη σου!" της είπα. Κοίταξε και τα μάγουλά της κοκκίνησαν. Το βλέμμα της χαμήλωσε κι ένα χαμόγελο εμφανίστηκε αχνό στα χείλη της. Μια πεταλούδα προσγειώθηκε στα μαλλιά της κι έγινε κορδέλα. Της πήγαινε πολύ. Μπροστά στα μάτια μου μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Ξάφνου μια σταγόνα νερού έπεσε στο πρόσωπό μου και ο καθρέφτης εξαφανίστηκε. Άρχισε να βρέχει. Με πλησίασε ένας υπάλληλος του ενυδρείου και ακούμπησε το χέρι του επάνω μου. "Ώρα να πηγαίνουμε", μου είπε. Πλήρωσα τους καφέδες, χαμογέλασα με τρόπο που τα δόντι μου να μη φανούν απειλητικά, κούνησα την κροκοδειλίσια ουρά μου και τον ακολούθησα στο βυτίο που είχε παρκάρει λίγο πιο κάτω. Βούτηξα στο νερό, έβαλε μπρος στη μηχανή και φύγαμε. Η φίλη μου με αποχαιρετούσε καθώς απομακρυνόμασταν...

Halestorm - Darkness Always Wins

 


Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Τίποτα

 


Κάθισα στον υπολογιστή μήπως και εμπνευστώ από κάτι  για να γράψω μια φοβερή ιστορία. Μάταια όμως. Τίποτα δε συνέβαινε που να ξυπνήσει την έμπνευση μέσα μου. Ξάφνου, την προσοχή μου τράβηξε μια γειτόνισσα που αντιπαθώ και περνούσε εκείνη την ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο σε σημείο που την έβλεπα από τη μπαλκονόπορτα. Είχε βρέξει λίγο και το πεζοδρόμιο ήταν γλιστερό. Κοίταζα περιμένοντας χαιρέκακα να γλιστρήσει αλλά τίποτα δεν έγινε. Πέρασε κανονικά. Συνέχισα απογοητευμένος να κοιτάζω. Μια αδέσποτη γάτα εμφανίστηκε στο πεζοδρόμια. Με κοίταξε περιπαικτικά και ευθύς τηλεμεταφέρθηκε  στο μπαλκόνι μου. Στάθηκε κοντά στο κάγκελο, μου έβγαλε τη γλώσσα της και μετά χάθηκε ξανά. Τράβηξα τη κουρτίνα και γύρισα ξανά στον υπολογιστή. Μα να μη συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό που να μου φέρει λίγη έμπνευση!!!

Evanescence – Who Will You Follow

 


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Θυμωμένος γλάρος

 


Στριμμένος γλάρος το πρωί

μου έκλεψε τους στίχους

και τώρα τι να γραφτεί

για χρώματα και ήχους;

-

Ήπια κι εγώ θαλασσινό

νερό για να μεθύσω

λουσμένος σ' ασημόσκονη

τα μάτια μου να κλείσω

-

Μα τόση συννεφιά λαμπρή

τυφλώνει τα σμαράγδια

με άμμο πλασμένα κόκκινη

και δανεισμένα χάδια

-

Να, εσύ ξεγλίστρησες

κι ο ύπνος με απαρνιέται

κάπου ο γλάρος με θυμό 

τώρα με καταριέται