Έψαξε να βρει τα υλικά με μεγάλη προσοχή. Όπως είχε κάνει χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Διάβασε τα αρχαία χειρόγραφα με τις οδηγίες με τη δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθησε κάθε βήμα με ακρίβεια. Έφτιαξε το μίγμα. Ενώ ετοιμαζόταν να το δοκιμάσει πάνω σε ένα κομμάτι μόλυβδο, κάτι άκουσε από την άλλη πλευρά του εργαστηρίου. Του φάνηκε απίστευτο και ακατανόητο αλλά ήταν ο ήχος ενός φλάουτου! Η μελωδία που έπαιζε έγινε πιο έντονη, πιο δυνατή. Δεν ακολουθούσε καμία γνωστή κλίμακα. Ήταν ένα τραγούδι που έμοιαζε να γράφτηκε σε κάποιον άλλον κόσμο! Και τότε άρχισαν να ακούγονται και στίχοι. Ακατάληπτοι, με φθόγγους που ανθρώπινο αυτί δεν είχε ξανακούσει. Ούτε και το δικό του κι ας είχε βρει μουσικά κομμάτια γραμμένα σε χρόνια πριν την καταπόντιση της Ατλαντίδας. Άρχισαν να ματώνουν τα αυτιά του. Μα δεν πονούσε. Κοίταξε προς το μέρος που ερχόταν ο ήχος. Εκεί είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια παράδοξη μορφή ντυμένη με κίτρινο μανδύα. Ένα γέλιο γεννήθηκε μέσα του. Πηγαίο, αστείρευτο, έρρεε πραγματικά. Δεν το έλεγχε. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ένιωσε να τον κυριεύει. Κατάλαβε πως αυτό ήταν εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα. Μα γιατί τώρα; Γiατί έτσι; Η τελευταία σκέψη του ήταν να ψάξει τα χειρόγραφά του. Μα δεν πρόλαβε. Δεν μπόρεσε. Έπιασε τη φιάλη με το μίγμα που είχε παρασκευάσει και γελώντας ήπιε το περιεχόμενο. Μετά κάθισε στην καρέκλα του. Το γέλιο άρχισε να κοπάζει και η μουσική να χάνεται. Ύστερα από κάμποση ώρα σταμάτησαν όλα...Χρόνια μετά βρήκαν τα κόκκαλά του. Μόνο αυτά είχαν μείνει. Και ήταν ολόχρυσα...Για καιρό έμειναν άθικτα ώσπου κάποιος τυμβωρύχος τα έκλεψε. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....





.png)

