Κάθισα δίπλα στη λιμνούλα. Κοιτούσα αφηρημένα τα νερά της. Ατάραχα, κρυστάλλινα, υπνωτιστικά. Τα δέντρα πίσω μου τραγουδούσαν έναν απαλό τραγούδι συντονισμένα με το απογευματινό αεράκι. Οι σκιές απλώνονταν στο χώρο σιγά σιγά προαναγγέλλοντας τον ερχομό της νύχτας. Ξάφνου, ένας μικρός βάτραχος κολύμπησε ως την όχθη που βρισκόμουν και βγήκε έξω από το νερό. Με κοίταξε καλά καλά. Τον κοίταξα κι εγώ. Γέλασα. "Δεν πιστεύω να περιμένεις να σε φιλήσω;" του είπα με μια γερή δόση ειρωνείας. Συνέχισε να με κοιτά. Ένας πίδακας νερού βγήκε από το στόμα του και μου έβρεξε όλη τη μούρη! Ήταν η σειρά του μικρού αμφίβιου να γελάσει. Με έναν πήδο βούτηξε στα νερά της λίμνης. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ξεπρόβαλλε το κεφάλι του στην επιφάνεια. Άφησε κάτι ανάμεσα σε κόασμα και γέλιο και χάθηκε ξανά μέσα στα νερά. Σκούπισα το πρόσωπό μου με το μανίκι μου και σηκώθηκα να φύγω βρίζοντας. Η φύση είναι ωραία, ε;







