Λίγο πριν ξεψυχήσει
τι όμορφο που μοιάζει
το άτυχο σπουργίτι
Μεγαλόπρεπα
τον θάνατο υποδέχεται
στο απλό του σπιτικό
Κι αυτή του η ευθραυστότητα
γενναιότητα θυμίζει
παλιών πολεμιστών
Κάνοντας τη τρέλα ποίηση
Λίγο πριν ξεψυχήσει
τι όμορφο που μοιάζει
το άτυχο σπουργίτι
Μεγαλόπρεπα
τον θάνατο υποδέχεται
στο απλό του σπιτικό
Κι αυτή του η ευθραυστότητα
γενναιότητα θυμίζει
παλιών πολεμιστών
Άπλωσα το χέρι μου
μα συνάντησε το κενό
Φώναξα τ' όνομά σου
για να μου απαντήσει η σιωπή
Το άρωμα σου έψαξα να μυρίσω
μάταια όμως.
Τύλιξα το ρούχο πάνω μου
να πάψω να κρυώνω
αλλά η υγρασία
τρύπησε τα κόκκαλά μου
Έπαψα πια να προσπαθώ...
αφέθηκα στην Πρόνοια
Ίσως κάποτε
ξαναβρεθούμε...
Σκύψε Νυχτιά παρήγορη, περίχυσέ την μύρα,
στο κάτασπρο κλινάρι της ιερά παρθενικό
και γίνου μεσ’ στον ύπνο της η παραστάτις μοίρα
κ’ εμπόδισέ της τόνειρο, το ανύποπτο κακό.
Να γίνης τόσο ανάλαφρη, καθώς μητέρας χάδι
πάνω στην άγρυπνη καρδιά κι’ αυτή να κοιμηθη,
μήπως και το μεθυστικό ξανασιμώση βράδι
και νοιώση το άνθος του παλιού καημού να ξανανθή.
Νάναι γυμνή και ταπεινή στη μητρική αγκαλιά σου
κι’ όταν μέσα στα μύρα σου λησμονηθή βαθιά,
τότε το θρήνο σου άφησε και λύσε τα μαλλιά σου,
σημείο πως αξιώθηκε να μην ακούει πια.
Σε λιβάδια οστών
μ' έφεραν τα βήματά μου,
σπαρμένα πτώματα
στη σήψη αφημένα.
Πτωματοφάγα όρνεα
και αγρίμια
με όρεξη ακόρεστη
γιορτάζουν την παρακμή.
Και να! Μπροστά μου ορθώνεται
κίονας κορινθιακός
με επιγραφή λαμπρή:
"Πολιτισμός".
Μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα, ὤ Θεέ μου, ἄφησες ὅλες μου τίς αἰσθήσεις ν’ ἀπλώσουν καί ν’ ἀγγίσουν τόν κόσμον τοῦτο, στά πόδια Σου.
Ὅπως ἕνα σύννεφο τοῦ φθινοπώρου κρέμεται χαμηλά μέ τό φορτίο του τῆς βροχῆς, ἔτσι ἄφησε καί τό πνεῦμα μου, ὅλο, νά σκύψει χαμηλά στήν πόρτα Σου, μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ἄφησε ὅλα τά τραγούδια μου νά μαζώξουν ὅλες τίς διάφορες μελωδίες τους σέ μιά μοναδική συμφωνία καί νά κυλήσουν σ’ ἕναν Ὠκεανό Σιωπῆς, μ’ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ὅπως ἕνα μπουλούκι νοσταλγῶν γερανῶν, πού πετοῦν νύχτα καί μέρα, γιά νά γυρίσουν πίσω στίς βουνίσιες φωλιές τους, ἔτσι ἄφησε καί τή ζωή μου ὅλη ν’ ἀρχίσει τό ταξίδι της γιά τό αἰώνιό της σπίτι, μέ ἕνα χαιρετισμό τελευταῖο σέ Σένα.
Ταγκόρ - Λυρικά Αφιερώματα - εκδ. Ηριδανός
Κι αν κοιτάζω στον καθρέφτη
χωρίς ίχνος μετανοίας
τρέμω, σαν το βλέμμα μου
στον ουρανό υψώσω.
Την ομορφιά του άνθους
που αργά μαραίνεται
ποιος άγγελος ν' αντέξει;
Σέρνομαι κάτω από του Θεού
τη βλοσυρή ματιά,
φέροντας την ένδοξη σήψη
την σπουδαία παρακμή!
Πότε εκείνη η οργή Του
-σαν κατακλυσμός -
πάνω μου θε να ξεσπάσει;
Του ενός η φλόγα σε φωτίζει,
Κι άλλος το πένθος του δωρίζει, Φύση!
Κι ό,τι στον ένα λέει: Ταφή!
Λέει στον άλλο: Δόξα και Ζωή!
Άγνωστε Ερμή οπού με παραστέκεις
Και πάντα δέος θα με πληροίς,
Του Μίδα εικόνα μ' έχεις κάνει,
Τον πιο θλιμμένο αλχημιστή·
Χάρη σ' εσέ σίδερο κάνω το χρυσό
Κόλαση τον παράδεισο·
Στο σάβανο των νεφελών
Βρίσκω κουφάρι λατρευτό,
Και στις ακτές του ουρανίου άγους
Οικοδομώ μεγάλες σαρκοφάγους.
Τα Άνθη του Κακού, εκδ. Κουκούτσι
Υγρός ο άνεμος και ομίχλη
τα ρούχα μου μουσκεύουν.
Η ανάσα μου
ουίσκι και τεκίλα.
Παραπατώ...δε πέφτω.
Μάταια σε γυρεύω...
Μόνο του αλκοόλ
η πικρή γεύση.
Ένα αδέσποτο σκυλί
-σαν δικό μου αίμα,
σαν συγγενής στενός-
γρυλίζει
λίγα μέτρα από μένα.
Τα αδέρφια ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά
σε τούτο το μέρος...
Πλανιέμαι σε κάθε μισθωμένο δρόμο,
εκεί που ο μισθωμένος Τάμεσης κυλά.
Και διακρίνω σε κάθε πρόσωπο που ανταμώνω,
σημάδια αδυναμίας, σημάδια συμφοράς.
Σε κάθε κραυγή κάθε Ανθρώπου,
σε κάθε βρέφους την κραυγή του τρόμου,
σε κάθε φωνή, σε κάθε απαγόρευση,
ακούω τις χειροπέδες που σφυρηλάτησε ο νους.
Πώς η κραυγή του Καπνοδοχοκαθαριστή
την κάθε εκκλησία που μαυρίζει συγκλονίζει,
και ο αναστεναγμός του δύσμοιρου Στρατιώτη
τρέχει σαν αίμα στα τείχη του Παλατιού.
Μα πιο πολύ μες στους δρόμους του μεσονυχτίου ακούω
πώς η κατάρα της νεαρής Πόρνης
στεγνώνει το δάκρυ του νεογέννητου Βρέφους
και μολύνει με αρρώστιες τη νεκροφόρα του Γάμου.