Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορίες που μου τις έχουν διηγηθεί. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Ούτε καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Από μικρός είχα ένα πρόβλημα. Δεν είχα κανένα μα κανένα ταλέντο. Δε ζωγράφιζα καλά, δεν έπαιζα μουσική, δεν χόρευα, δεν ήμουν τόσο καλός στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό -αν και πεισματάρης- δεν έγραφα ωραία, δε μιλούσα με πειθώ. Δεν ήμουν ο πιο δυνατός ούτε και ο πιο γρήγορος. Δεν ήμουν ο πιο έξυπνος ούτε και ο πιο δραστήριος. Σε ένα ήμουν μόνο καλός. Στο περπάτημα. Όταν περπατούσα δεν έκανα απλώς μια σειρά από συνεχόμενα βήματα. Περπατώντας άνοιγαν μπροστά μου πύλες που οδηγούσαν σε μυριάδες κόσμους. Παράθυρα που μου έδειχνα χιλιάδες ιστορίες. Δίπλα μου περπατούσαν χαρακτήρες παράξενοι, πλάσματα της φαντασίας. Ο άνεμος εκθρόνιζε τη λογική που έχει αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό και έδινε στο παράλογο τη θέση της. Όσο περπατούσα ο ήλιος διηγούταν παραμύθια και η σελήνη με τα αστέρια αφηγούνταν παράξενες ιστορίες. Τα πουλιά τραγουδούσαν με ανθρώπινες φωνές και τα σκυλιά και οι γάτες πετούσαν με την άνεση ενός κοτσυφιού. Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί. Δεν θα μπορούσα να τις γράψω με κάποιο υποφερτό τρόπο. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Δε θα μπορούσα να τις μεταφέρω από εκείνους τους κόσμους που έχουν συμβεί. Δεν είναι καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Δε θα μπορούσα να τις αφηγηθώ με τρόπο που να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ιστορίες που τις έχω περπατήσει. Μόνο σε αυτό ήμουν πάντα καλός. Στο να περπατάω τις ιστορίες μου.






