Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Περπατώντας

 




 Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορίες που μου τις έχουν διηγηθεί. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Ούτε καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Από μικρός είχα ένα πρόβλημα. Δεν είχα κανένα μα κανένα ταλέντο. Δε ζωγράφιζα καλά, δεν έπαιζα μουσική, δεν χόρευα, δεν ήμουν τόσο καλός στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό -αν και πεισματάρης- δεν έγραφα ωραία, δε μιλούσα με πειθώ. Δεν ήμουν ο πιο δυνατός ούτε και ο πιο γρήγορος. Δεν ήμουν ο πιο έξυπνος ούτε και ο πιο δραστήριος. Σε ένα ήμουν μόνο καλός. Στο περπάτημα. Όταν περπατούσα δεν έκανα απλώς μια σειρά από συνεχόμενα βήματα. Περπατώντας άνοιγαν μπροστά μου πύλες που οδηγούσαν σε μυριάδες κόσμους. Παράθυρα που μου έδειχνα χιλιάδες ιστορίες. Δίπλα μου περπατούσαν χαρακτήρες παράξενοι, πλάσματα της φαντασίας. Ο άνεμος εκθρόνιζε τη λογική που έχει αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό  και έδινε στο παράλογο τη θέση της. Όσο περπατούσα ο ήλιος διηγούταν παραμύθια και η σελήνη με τα αστέρια αφηγούνταν παράξενες ιστορίες. Τα πουλιά τραγουδούσαν με ανθρώπινες φωνές και τα σκυλιά και οι γάτες πετούσαν με την άνεση ενός κοτσυφιού. Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί. Δεν θα μπορούσα να τις γράψω με κάποιο υποφερτό τρόπο. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Δε θα μπορούσα να τις μεταφέρω από εκείνους τους κόσμους που έχουν συμβεί. Δεν είναι καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Δε θα μπορούσα να τις αφηγηθώ με τρόπο που να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ιστορίες που τις έχω περπατήσει. Μόνο σε αυτό ήμουν πάντα καλός. Στον να περπατάω τις ιστορίες μου. 

Yngwie Malmsteen - Save Our Love

 


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο τρελός του χωριού

 


Λένε για εκείνον τον τρελό, πως χάθηκε μέσα στο δάσος των σκιών. Πως αφέθηκε στα πλάσματα της νύχτας να τον οδηγήσουν στα ανίερα μονοπάτια τους. Πως πήγε στα μέρη εκείνα που κανένας καλός άνθρωπος και λογικός δεν πηγαίνει. Ανέβηκα σε έναν άνεμο που φυσούσε προς εκείνο το δάσος και τον άφησα να με οδηγήσει. Πράγματι το δάσος ήταν σκοτεινό αρκετά. Περπάτησα λίγη ώρα στο μονοπάτι που με πήγε ο άνεμος μέχρι που βγήκα σε ένα ξέφωτο. Εκεί τον βρήκα να κάθεται και να μιλά με πλάσματα αλλόκοτα. Γρύπες και μονόκερους, σφίγγες και κενταύρους μπόρεσα να ξεχωρίσω. Σαν με είδε, χαμογέλασε μάλλον ειρωνικά. "Ήρθες να γράψεις την ιστορία μου Παραμυθά; Να πεις για τον τρελό που τον κλέψαν οι σκιές και μιλά με πλάσματα παράξενα σε μέρη που άνθρωποι καλοί και λογικοί το πόδι δεν πατούν;", μου είπε με φωνή θλιμμένη. "Δεν με έκλεψε καμιά σκιά. Εκείνοι οι καλοί και λογικοί με έδιωξαν με την κακία τους και τη σκληρότητά τους. Και τούτα τα πλάσματα πολύ λιγότερο αλλόκοτα είναι από των "καλών" ανθρώπων τις συμπεριφορές. Το πόδι τους δεν το πατούν εδώ όχι επειδή το μέρος είναι διαβολικό. Δεν τολμούν αν έρθουν εδώ επειδή θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν τις θέσεις και τις ανέσεις τους. Αυτή είναι η αλήθεια" μου είπε "και όχι οι παλαβομάρες που ακούγονται στον κόσμο σας ως λογική". Άνοιξα τη τσάντα μου και έβγαλα το φλασκί με το ουίσκι. Πάντα κουβαλάω ένα τέτοιο μαζί μου. Για ώρα ανάγκης. "Να κεράσω;" ρώτησα και αμέσως μου έδειξε μια ξύλινη κούπα που είχε κοντά του. Έχυσα το νερό που είχε μέσα και έβαλα λίγο ποτό. Τσουγκρίσαμε και ήπιαμε από μια γουλιά σιωπηλοί. Τα πλάσματα εκείνου του δάσους μαζεύτηκαν γύρω μας και σχημάτισαν μια τεράστια παρέα. Έμεινα αρκετές ημέρες μαζί του και με τα πλάσματα εκείνα. Ήρθα να βρω μια ιστορία να σας διηγηθώ μα βρήκα κάτι καλύτερο. Τον άνθρωπο. Εκείνον που έψαχνε με το φανάρι του ο Διογένης. 

Ten - The Grail

 


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η Μέδουσα

 


Της αρέσει πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό. Με ένα φόρεμα αέρινο και τα μαλλιά της ξέπλεκα να ανεμίζουν ακόμα κι αν άνεμος δε φυσά. Το χρώμα τους αλλάζει. Πότε μαύρα, πότε καστανά και πότε ξανθά. Γι' αυτό πολλοί νομίζουν πως τα μαλλιά της είναι φίδια ζωντανά σαν εκείνα της Μέδουσας. Όμως κάνουν λάθος. Κατά ένα τρόπο περίεργο, ποτέ κανένα αυτοκίνητο δεν έπεσε πάνω της. Κανένα όχημα δεν τη χτύπησε. Όσοι την είδαν έχουν να λένε για το ανέμελο, σχεδόν χορευτικό της βάδισμα και για τον τρόπο που ξαφνικά εξαφανίζεται, στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Το πρόσωπό της κανένας δεν το έχει δει, πράγμα που επαναφέρει τη σύγκριση με τη Μέδουσα αφού κυκλοφόρησε η φήμη πως όποιος δει το πρόσωπό της, πετρώνει ή πεθαίνει. Και πάλι λάθος κάνουν. Το πρόσωπο της είναι όμορφο και τα μάτια της φωτεινά. Μα κατοικεί μέσα τους μια μελαγχολική σκιά. Κάτι που χάθηκε; Κάτι που λείπει; Κάτι που δεν αποκτήθηκε ποτέ; Δεν ξέρω. Δεν μου είπε όλη της την ιστορία ποτέ. Μόνο ότι της αρέσει τόσο πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό...

Magnum - So let it rain

 


Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Το τραγούδι τῆς Ἀρετῆς

 




Μιά μάννα εἶχε ἐννιά τζη γιούς καί μιά τζη θυγατέρα,


στά σκοτεινά τήν ἔλουγε, στό φέγγος τή χτενίζει,


στό φεγγαράκι τ' ἀργυρό τήνε σουραδοπλέκει.


Ἡ γειτονιά δέν τό 'ξερε πώς εἶχε θυγατέρα.


Προξενητάδες ἤρθανε ἀπό τή Βαβυλώνα,


νά πάρουνε τήν Ἀρετή πολύ μακριά στά ξένα.


Οἱ ὀχτώ ἀδελφοί δέ θέλανε, ὁ Κωσταντῖνος θέλει:


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα,


νά 'χω κι' ἐγώ παρηγοριά στά ξένα πού γυρίζω.»


— «Ὄμορφος εἶσαι, Κωσταντῆ, μ' ἄσχημ' ἀπελοήθης,


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος ποιός πά' νά τήνε φέρη;»


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα.


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος, ἐγώ θά πά' τή φέρω.»


Καί δίδει την ἡ μάννα της τήν Ἀρετή στά ξένα.


Γυρίζει ὁ χρόνος βίσεχτος, οἱ ἐννιά ἀδελφοί πεθάνα


κι' ἔμεινε ἡ μάννα μοναχή σάν καλαμιά στόν κάμπο.


Σ' ὅλα τά μνήματ' ἔκλαιγε, σ' ὅλα μοιρολογᾶτο


καί τό μνημί τοῦ Κωσταντῆ ἀναθεμάτιζέ το:


— «Ἀνάθεμά σε Κωσταντῆ καί σύ καί τό καλό σου.»


Τό τόσο μυριανάθεμα ὁ Κωσταντής βαρέθη,


κάνει τό μνῆμα τ' ἄλογο καί τό λαζάρι σέλλα


καί τά κιβουροχάλικα σκάλες καί χαλινάρια,


παίζει βιτσιά τοῦ μαύρου του, στή Βαβυλώνα φτάνει.


Βρίσκει τήν κόρη στό χορό μέ τρεῖς παπαδοποῦλες.


— «Καλῶς τόνε τον Κωσταντῆ πού φέρνει τό μαντᾶτο.


Ἄν εἶναι θλίψη, νά θλιφτῶ κι' ἄν εἶ' χαρά, ν' ἀλλάξω


κι' ἄν εἶναι γιά τό γάμο σου, ὁλόχρυσα νά βάλω.»


— «Δέν εἶναι θλίψη νά θλιφτῆς μηδέ χαρά ν' ἀλλάξης


μηδέ καί γιά τό γάμο μου, ὁλόχρυσα νά βάλης·


ἡ μάννα σου σέ ζήτησε καί θέλει σε νά πάης.


Ἀπου τή χέρα τήν ἁρπᾶ, στό μαῦρο τήν καθίζει,


παίζει βιτσιά τ' ἀλόγου του, σάν τόν ἀέρα πάει...


Δεύτερη σελίδα:


Ἡ παρουσία καί ἡ μορφή τῶν βρικολάκων


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε ἀπού τόν Ἅι Γιώργη,


Γροικᾶ ἡ κόρη μιά φωνή παράξενη καί λέει:


— «Γιά δέ κοράσιο ὄμορφο τό σέρνει ἀποθαμένος.»


— «Γροικᾶς το, Κωσταντῖνο μου, τ' ἀηδόνι εἶντα λέει;»


— «Γροικῶ το, Ἀρετοῦσα μου, καί τό γνωρίζω κιόλας.»


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε στά μνήματα ἀπέξω:


— «Κατές τώρ', Ἀρετοῦσα μου, στό σπίτι μας νά πάης;»


— «Κατέχω, Κωσταντῖνο μου, στό σπίτι μας νά πάω,


μά γιάντα, ἀδερφάκι μου, μ' ἀφίνεις εἰς τό δρόμο;»


Ἡ κόρη δέν ἐπρόφταξε νά 'πή 'ναν ἄλλο λόγο


κι' ὁ Κωσταντῆς ἐχάθηκε στή μέση τῶ μνημάτω


Παίρνει τ' ἡ παραπόνεσι, στό σπίτι της καί πάει,


βρίσκει τσοί πόρτες σφαλιστές καί τά κλειδιά παρμένα


καί τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.


Φωνάζει τη μαννούλα της ὀγιά νά τῆς ἀνοίξη


— «Ἄν εἶσαι ἀέρας, πήγαινε, ἄν εἶσαι ὁ Χάρος, διάβα


κι' ἄν εἶσαι ὁ Πικροχάροντας δέν ἔχω μπλιό παιδάκια.»


— «Ἄνοιξε, μάννα μ' ἄνοιξε, μά γώ 'μ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα.»


— «Δεῖξε τόν ἀρραβῶνα σου ἀπό τήν κλειδωνιάστρα,


κι' ἄν εἶσ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα μου, εγώ θά σοῦ ἀνοίξω.»


Δείχνει τόν ἀρραβῶνα της κι' ἐτότες τῆς ἀνοίγει,


μά ὥστε νά καλογνωριστοῦν, ἀπόθανεν ἡ μάννα


κι' ἀπόμεινε ἡ γι' Ἀρετή ἔρημη καί παντρέρμη.


— «Θέ μου, καί κάμε με πολύ, πουλί καί λωλοπούλι,


γιά νά γυρίζω στά στενά καί κλαίω τ'ς ἀδερφούς μου.»


Κι' ὁ Θεός τήνε λυπήθηκε, σάν ἀστραπή τήν κάνει


Από το βιβλίο: Στέλιος Α. Μουζάκης, Ο Αφορισμός, οι Βρικόλακες και η αντιμετώπισή τους, εκδ. Ηρόδοτος

Visigoth - Traitor's Gate

 


Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Η ξεκούραση

 


Μετά από καιρό οι άνεμοι δεν με έστειλαν ούτε σε πόλη ούτε σε χωριό. Ούτε σε θάλασσα ούτε και σε κάποιο ψηλό βουνό. Με έστειλαν σε ένα όνειρο. Μα εκείνο δεν ήταν από τα συνηθισμένα όνειρα που γίνονται πράγματα παλαβά. Ούτε κι από τα άλλα που όλο έρωτες ανθίζουν. Αυτό εδώ ήταν γκρίζο και μονότονο. Κάποιοι αριθμοί έτρεχαν εδώ κι εκεί καμιά φορά αλλά κι αυτοί με τάξη και σειρά. Κωδικοί και καταστάσεις κυκλοφορούσαν με βήματα προσεκτικά και εγκρίσεις δίνονταν από γραφεία με αόρατους υπαλλήλους. Κοίταξα ολόγυρα να βρω τον ονειρευτή που έβλεπε τέτοια πράγματα στον ύπνο του. Τον βρήκα να κάθεται σκυφτός πάνω από ένα γραφείο, συμπληρώνοντας αιτήσεις. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο άσπρο με μπλε ρίγες κάθετες και γκρίζο παντελόνι με μουσταρδί ζώνη. Όταν έφτασα μπροστά του σήκωσε το κεφάλι του. "Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;" με ρώτησε σχεδόν αδιάφορα. "Ποιος στην ευχή είσαι; Τι είδους άνθρωπος βλέπει τέτοια όνειρα;" ρώτησα με τη σειρά μου. Χαμογέλασε πλατιά. Έβγαλε τα γυαλιά του - ξέχασα να αναφέρω πως φορούσε και γυαλιά- σκούπισε με ένα μαντήλι τον ιδρώτα από το μέτωπό του και μου είπε: "Και οι ακροβάτες κάπως πρέπει να χαλαρώνουμε...". Πολλά πράγματα περίεργα έχω δει στα ταξίδια μου. Τούτο όμως, ομολογώ με έκανε να φρίξω...

Hexenhaus - Prime Evil

 


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο ποιητής

 


Έπαιρνε πάντα την ποίηση πολύ σοβαρά. Έκανε σε όλους παρατηρήσεις για το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, τη γλώσσα, το ύφος και κάμποσα άλλα πράγματα. Κάθε πρωί, σηκωνόταν πολύ νωρίς, ντυνόταν και έβγαινε να κυνηγήσει γράμματα, λέξεις και ρίμες στο κοντινό δάσος. Γύριζε το μεσημεράκι, με όλα τα γραμματικά κόλπα που είχε πιάσει αγκιστρωμένα στη ζώνη του. Μόλις έφτανε σπίτι του, τα τοποθετούσε στο γραφείο του και έπειτα τα άπλωνε πάνω σε κόλλες χαρτιού, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον ρυθμό και το μέτρο. Έπειτα έτρωγε, κοιμόταν λίγο και το απόγευμα έστελνε τις παρατηρήσεις του σε άλλους επίδοξους -και...κακότεχνους κατά τον ίδιο- ποιητές. Κάποτε με ρώτησε με ποια τεχνοτροπία γράφω τις ιστορίες μου. Πως τοποθετώ τις λέξεις και πού τις βρίσκω. Ποια μέτρα μου αρέσουν. Είχα μαζί μου ένα ανθρακούχο αναψυκτικό. Το κούνησα δυνατά και το άνοιξα. Το αναψυκτικό πετάχτηκε προς όλες τις κατευθύνσεις. "Έτσι", του είπα. Κούνησε το κεφάλι του και έφυγε εμφανώς απογοητευμένος. Κι εγώ διαπίστωσα πως δεν είχα άλλο αναψυκτικό μαζί μου και διψούσα. Πρέπει να βρω καλύτερο τρόπο να απαντώ στις ερωτήσεις που μου κάνουν...

Hibria - The Anger Inside

 


Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Το σκοινί

 


Κυκλοφορούσε με ένα χοντρό σκοινί, δεμένο σε θηλιά στα χέρια του. Μουρμούραγε συνεχώς λέξεις που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Καθώς περνούσε κάποιοι τρόμαξαν και σταυροκοπήθηκαν, οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά και έκλεισαν πόρτες και παράθυρα. Οι μαγαζάτορες κατέβασαν τα ρολά τους και σταμάτησαν τις μουσικές. Μόνο δυο τρεις από τους πιο αυθάδεις του χωριού δε φοβήθηκαν. Γεροδεμένοι και χειροδύναμοι αλλά με λιγοστό μυαλό, βάλθηκαν να τον περιγελούν. Προσπάθησα να τους προειδοποιήσω μα δεν με άκουσαν. "Φύγε από δω Παραμυθά, που έχεις πιστέψει τις ιστορίες που φτιάχνεις" μου φώναξαν και συνέχισαν να τον κοροϊδεύουν. Αυτός κάποια στιγμή διέκοψε τη πορεία και το μουρμουρητό του και τους έδειξε με το δεξί του χέρι. Ο ένας από τους δύο του πέταξε μια πέτρα που τον πέτυχε στο κεφάλι και του το μάτωσε. Έτρεξα κοντά του και του έδωσα ένα κομμάτι ύφασμα, να το βάλει σαν επίδεσμο. "Μη τους δίνεις σημασία και μη κρατήσεις κακία" του ψιθύρισα. "Αργά πια γι' αυτό...Πολύ αργά", απάντησε και σηκώθηκε να φύγει προς το δάσος ενώ οι δυο παληκαράδες γελούσαν. Τον είδα να χάνεται στα δέντρα. Πήγα και ζήτησα στο καφενείο του χωριού -τώρα πια η ζωή επανερχόταν στα φυσιολογικά της- μέρος να περάσω το βράδυ για να γράψω το τέλος της ιστορίας μου το πρωί. Μου πρόσφερε ευγενικά ένα δωμάτιο ένας χωριανός. Την άλλη μέρα το πρωί, έγραψα το τέλος. Και οι δυο αχρείοι είχαν αυτοκτονήσει. Ο ένας με μαχαίρι και ο άλλος με το όπλο του το κυνηγετικό. Παράξενο. Κανείς τους δεν κρεμάστηκε...

Bathory - Gods of Thunder of Wind and of Rain

 


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η ταφή

 


Βρέθηκα σε ένα παλιό κοιμητήριο. Πλήθος κόσμου παρακολουθούσε την ταφή. Με θρήνους, με μοιρολόγια και λυγμούς. Σαν τελείωσε πλησίασα τον Νεκροθάφτη. "Τι κηδεία ήταν αυτή, που είχε τόσο κόσμο;", τον ρώτησα. Σαν με είδε με αναγνώρισε. "Εσύ δεν είσαι ο Παραμυθάς; Γράψε για τούτη τη κηδεία τότε. Μάθε πως οι άνθρωποι αυτοί κηδεύσανε την ελπίδα του τόπου τους. Γι' αυτό έκλαιγαν τόσο πολύ". Έμεινα σιωπηλός για λίγο, αναλογιζόμενος τα λόγια του Νεκροθάφτη. Μετά είπα: "Την ελπίδα; Δεν ξέρω...Συνήθως γράφω για έρωτες που πέθαναν, για φιλίες που χάθηκαν, για σχέσεις που δεν γεννήθηκαν ποτέ...Για τον θάνατο της ελπίδας όμως; Δύσκολο θέμα...Μα αυτή δεν πεθαίνει τελευταία; Τότε πώς υπήρχαν τόσοι άνθρωποι στη κηδεία της;" Ο Νεκροθάφτης γέλασε δυνατά και τα ανακατωμένα γένια του κινήθηκαν σαν να ήταν ζωντανά. "Κι αυτοί νεκροί είναι. Απλά δεν τους έχω θάψει ακόμα. Πού να τους προλάβω όλους;" μου είπε με το συνηθισμένο κυνικό του ύφος. Κοίταξα ξανά τους ανθρώπους που απομακρύνονταν. Δεν μου φάνηκαν νεκροί καθόλου. Αλλά ο θάνατος δεν είναι δική μου ειδικότητα. Είναι τομέας του Νεκροθάφτη. Αυτός ξέρει καλύτερα το θέμα. Εμένα η ειδικότητά μου είναι να διηγούμαι ιστορίες...