https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/poems/49323/the-new-noah
1
Ταξιδεύουμε πάνω στην Κιβωτό, μέσα στη λάσπη και τη βροχή,
τα κουπιά μας είναι οι υποσχέσεις του Θεού.
Εμείς ζούμε — και η υπόλοιπη Ανθρωπότητα πεθαίνει.
Ταξιδεύουμε πάνω στα κύματα, δένοντας
τις ζωές μας στα σχοινιά των πτωμάτων που γεμίζουν τους ουρανούς.
Όμως ανάμεσα στον Ουρανό κι εμάς υπάρχει ένα άνοιγμα,
μια θυρίδα για μια δέηση.
«Γιατί, Κύριε, έσωσες εμάς μονάχα
απ’ όλους τους ανθρώπους και τα πλάσματα;
Και πού μας ρίχνεις τώρα;
Στην άλλη σου Γη, στην Πρώτη μας Εστία;
Μέσα στα φύλλα του Θανάτου, μέσα στον άνεμο της Ζωής;
Σε εμάς, στις αρτηρίες μας, κυλάει ένας φόβος για τον Ήλιο.
Απελπιζόμαστε από το Φως,
Απελπιζόμαστε, Κύριε, για ένα αύριο
στο οποίο θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη Ζωή από την αρχή.
Είθε να μην ήμασταν εκείνο το σποράκι της Πλάσης,
της Γης και των γενεών της,
Είθε να είχαμε παραμείνει απλός Πηλός ή Αναμμένο Κάρβουνο,
ή κάτι ενδιάμεσο,
τότε δεν θα χρειαζόταν να δούμε
αυτόν τον Κόσμο, τον Κύριό του και την Κόλασή του, για δεύτερη φορά».
2
Αν ο χρόνος ξεκινούσε από την αρχή,
κι αν τα νερά καταπόντιζαν το πρόσωπο της ζωής,
κι αν η γη σφαδάζε, κι εκείνος ο θεός
έτρεχε σε μένα παρακαλώντας: «Νώε, σώσε τους ζωντανούς!»
δεν θα ασχολούμουν με το αίτημά του.
Θα ταξίδευα πάνω στην κιβωτό μου, αφαιρώντας
πηλό και βότσαλα από τα μάτια των νεκρών.
Θα άνοιγα τα βάθη της ύπαρξής τους στον κατακλυσμό,
και θα ψιθύριζα στις φλέβες τους
πως επιστρέψαμε από την ερημιά,
πως βγήκαμε από τη σπηλιά,
πως αλλάξαμε τον ουρανό των χρόνων,
πως πλέουμε δίχως να υποκύπτουμε στους φόβους μας —
πως δεν εισακούμε τον λόγο εκείνου του θεού.
Το ραντεβού μας είναι με τον θάνατο.
Οι ακτές μας είναι μια οικεία και ευχάριστη απελπισία,
μια παγωμένη θάλασσα από σιδερένιο νερό που διασχίζουμε
μέχρι τα έσχατα άκρα της, απτόητοι,
αδιάφοροι για εκείνον τον θεό και τον λόγο του,
λαχταρώντας έναν διαφορετικό, έναν νέο, κύριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου