https://www.poetryfoundation.org/poems/43797/address-to-the-devil
Ω Πρίγκιπα, αρχηγέ δυνάμεων θρονιασμένων,
που οδήγησες σε πόλεμο τα τάγματα των αγγέλων!
(Μίλτον, Χαμένος Παράδεισος)
Ω εσύ! Όποιο όνομα κι αν σου ταιριάζει—
Γέρο-Κέρατα, Σατανά, Νικ ή Κλούτε!
Που σ’ εκείνη τη σπηλιά, τη μαύρη και καπνισμένη,
κλεισμένος μες στα τάρταρα,
πιτσιλάς το θειάφι απ’ το καζάνι
για να ζεματάς τους δόλιους τους κολασμένους!
Άκου με, Γέρο-Δήμιε, για λίγο,
κι άσε τους κακομοίρηδες τους νεκρούς στην ησυχία τους·
είμαι σίγουρος πως λίγη χαρά μπορεί να δώσει,
ακόμα και σε έναν διάβολο,
να δέρνει και να καίει σκυλιά σαν κι εμένα,
και να μας ακούει να τσιρίζουμε!
Μεγάλη η δύναμή σου και μεγάλη η φήμη σου·
ξακουστό και γνωστό παντού το όνομά σου·
κι αν εκείνο το φλεγόμενο βάραθρο είναι το σπίτι σου,
ταξιδεύεις μακριά·
και μα την πίστη μου! δεν είσαι ούτε αργός ούτε κουτσός,
ούτε ντροπαλός ούτε φοβισμένος.
Πότε τριγυρνάς σαν λιοντάρι που βρυχάται,
ψάχνοντας λεία σε τρύπες και γωνιές·
πότε πετάς πάνω στην άγρια καταιγίδα,
ξεθεμελιώνοντας τις εκκλησιές·
πότε τρυπώνεις μες στα ανθρώπινα στήθη,
κι εκεί κρύβεσαι αόρατος.
Έχω ακούσει τη σεβάσμια γιαγιά μου να λέει,
πως σ’ αρέσει να γυρνάς σε μοναχικές λαγκαδιές·
ή εκεί που γκρίζα, ερειπωμένα κάστρα
γνέφουν στο φεγγάρι,
τρομάζεις τον νυχτερινό οδοιπόρο
με το απόκοσμο μουρμουρητό σου.
Όταν το λυκόφως καλούσε τη γιαγιά μου
να πει τις προσευχές της, γυναίκα αγνή και πράα!
Συχνά πίσω απ’ τον τοίχο σ’ άκουγε να βουίζεις,
με μια απόκοσμη βοή·
ή να ’ρχεσαι μέσα απ’ τις φυλλωσιές,
με έναν βαρύ στεναγμό.
Μια νύχτα ζοφερή, ανεμώδη, χειμωνιάτικη,
που τα αστέρια έπεφταν με λοξό φως,
μαζί σου εγώ ο ίδιος τρόμαξα,
εκεί πέρα στη λίμνη·
σαν μια δέσμη καλάμια στεκόσουν μπροστά μου,
με ένα κυματιστό θρόισμα.
Το ραβδί στη χούφτα μου άρχισε να τρέμει,
κάθε τρίχα μου σηκώθηκε σαν πάσσαλος,
όταν με ένα απόκοσμο, βραχνό «Κουάκ, κουάκ»,
μέσα από τις πηγές,
πέταξες μακριά σαν αγριόπαπια,
με φτερά που σφύριζαν.
[...]
Και τώρα, Γέρο-Κλούτε, ξέρω τι σκέφτεσαι,
πως ένας ποιητάκος που γλεντά και πίνει,
κάποια άτυχη ώρα θα σταλεί τρέχοντας
στο μαύρο σου το λάκκο·
μα πίστεψέ με! θα στρίψει στη γωνία ξεγλιστρώντας,
και θα σε γελάσει ακόμα μια φορά.
Μα στο επανιδείν, Γέρο-Νικ!
Ω, ας το σκεφτόσουν κι ας άλλαζες!
Ίσως —δεν ξέρω—
να είχες ακόμα μια ελπίδα:
Με πιάνει θλίψη όταν σκέφτομαι εκείνο το άντρο,
ακόμα και για χάρη σου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου