Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Η κλήση

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξα με μισό μάτι. Τι να θέλουν τέτοια ώρα; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, το τηλέφωνο είχε χτυπήσει και το πρωί, και λίγο πριν το μεσημέρι και μετά προς το απόγευμα χωρίς να το σηκώσω. Οπότε ήταν κάπως λογικό να χτυπά και τώρα. Αποφάσισα να το αγνοήσω και πάλι. Έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το ποτήρι μου με νερό όταν ήρθε ο σκύλος μου κρατώντας το τηλέφωνο στα δόντια του. Αποφάσισα να το σηκώσω το αναθεματισμένο, αφού τόσο πολύ επέμενε που έβαλε τον σκύλο μου να το φέρει σε μένα, αλλά τα σάλια του συμπαθούς τετράποδου το βραχυκύκλωσαν μάλλον, με κάποιον τρόπο, και έκλεισε. Χαμογέλασα και ήπια το νερό μου. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγη βραδινή δροσιά. Με το που άνοιξα όμως, δεκάδες κινητά τηλέφωνα που είχαν κουρνιάσει στα καλώδια του ρεύματος, απέναντι από το παράθυρό μου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα. Εκείνη την ώρα το δικό μου κινητό, που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, άνοιξε ξανά, άρχισε να χτυπάει και πετώντας βγήκε από το παράθυρο. Πήγε και έκατσε μαζί με τα άλλα κινητά, χτυπούσε μαζί τους για κάμποση ώρα και μετά ξαναμπήκε στο σπίτι από το ίδιο παράθυρο. Έκτοτε είναι ήσυχο στο κομοδίνο. Αυτή ήταν η ιστορία. Δεν έχει άλλο. 

Uriah Heep - The Wizard

 


Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Το τέλος του κόσμου

 


Εκείνο το απόγευμα όλοι βγήκαν στους δρόμους. Δεν ξέρω ποιος την είπε πρώτος αλλά η είδηση κυκλοφόρησε παντού: Έρχεται ένας τεράστιος μετεωρίτης, ο οποίος θα συγκρουστεί με τον πλανήτη μας και θα φέρει το τέλος του κόσμου. Μέσα στον πανικό την είδα. Όμορφη όπως πάντα και ελαφρώς στον κόσμο της. Ο οποίος, λογικά, θα τελείωνε μαζί με τον κόσμο των υπόλοιπων. Αδιάφορη για το πλήθος των αλλοφρόνων που έτρεχε γύρω της σπάζοντας βιτρίνες, κλέβοντας ή λέγοντας προσευχές και αποχαιρετισμούς.  Της φώναξα και τη ρώτησα τι κάνει ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Μου είπε ότι έψαχνε χάπια για τη ναυτία. Είχε σκοπό να ανέβει πάνω στον μετεωρίτη και να ταξιδέψει μαζί του. Με ό,τι θα απέμενε μετά τη σύγκρουση με τη Γη δηλαδή. Μπήκε σε ένα φαρμακείο και μετά από λίγο βγήκε και αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το περίπτερο. Μου είπε πως ήταν έτοιμη. Της ευχήθηκα καλό ταξίδι και πήγα να βρω κάτι να φάω. Δε βρήκα κάτι αλλά ούτε και ο μετεωρίτης έπεσε ποτέ στη Γη. Αλλά ήταν μια ενδιαφέρουσα ημέρα το δίχως άλλο. 

Yes - It Can Happen

 


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Ιρλανδία

 


Κάποτε μια φίλη μου, μου είπε ότι ήθελε να είναι Ιρλανδία. Προσπάθησα να την πείσω πως δεν μπορεί να γίνει Ιρλανδία πριν αν γίνει νησί. Και είναι πολύ δύσκολο για μια κοπέλα να γίνει νησί. Αυτή όμως επέμενε και θύμωσε μαζί μου. Τελικά σηκώθηκε και έφυγε, αποφασισμένη να γίνει Ιρλανδία. Καιρό μετά έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τα νησιά της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Καθώς έβλεπα αυτούς τους περίεργους και όμορφους βράχους στο μέσω της θάλασσας κάτι γνώριμο διέκρινα! Ανάμεσά τους την είδα να πλέει στη θάλασσα! Είχε γίνει νησί! Μόλις κατάλαβε ότι την βλέπω, γύρισε προς στην κάμερα το κεφάλι της και μου φώναξε χαμογελαστή: "Στο είπα!"... Μα πώς στην ευχή ήξερε ότι τη βλέπω εκείνη τη στιγμή; Μήπως κι εγώ, είχα γίνει θάλασσα;

Αβεσαλώμ και Ετέρη - Ένας Γεωργιανός μύθος

 


https://detskie-skazki.com/en/georgian-fairy-tales/abesalom-and-eteri.html

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα —ή ίσως και να υπήρχε— ζούσαν μαζί ένας φτωχός άντρας και η γυναίκα του. Τα γηρατειά πλησίαζαν, όμως παιδιά δεν είχαν. Θα είχαν μείνει άτεκνοι, αλλά η γυναίκα ικέτευσε τον άντρα της:

«Πήγαινε στη μάντισσα, να μας πει το ριζικό μας. Ίσως πει κάτι, ίσως μας συμβουλεύσει ή μας δώσει κάποιο γιατρικό».

Ο άντρας πήγε. Η μάντισσα του είπε το ριζικό, του έδωσε τρία μήλα και είπε:

«Αν η γυναίκα σου ζητήσει φαγητό, δώσε της δύο μήλα. Αν ζητήσει νερό, δώσε της το τρίτο, και θα αποκτήσετε παιδί».

Ο χωρικός έκανε ό,τι του ειπώθηκε. Η γυναίκα του γέννησε μια κόρη.

Την ονόμασαν Ετέρη.


Με κάθε μέρα που περνούσε, η Ετέρη γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ήταν τόσο θελκτική, τόσο λαμπερή, που ακόμα και ο ήλιος που ανέτειλε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της.


Όμως η συμφορά τούς χτύπησε την πόρτα: η μητέρα της Ετέρης πέθανε, και ο πατέρας της έφερε στο σπίτι μια δεύτερη γυναίκα για να γίνει η κυρά του σπιτιού. Έπειτα πέθανε και ο πατέρας της, αφήνοντας την Ετέρη ορφανή κάτω από την κηδεμονία της κακιάς μητριάς. Η μητριά βασάνιζε το φτωχό κορίτσι, χωρίς να της δίνει καθόλου ησυχία.

Έστειλε την Ετέρη να βοσκήσει την αγελάδα, της έδωσε ένα αδράχτι, μια τούφα βαμβάκι και μια κόρα ψωμί, λέγοντας:

«Κοίταξε αυτό το ψωμί να σου κρατήσει μέχρι το βράδυ».


Μια μέρα, μετά από ένα μακρύ ημερολόγιο βασάνων, η Ετέρη, κουρασμένη και πεινασμένη, ανέβηκε το βράδυ σε ένα δέντρο, χώθηκε στα κλαδιά του και αποκοιμήθηκε.


Σε εκείνο το δάσος κυνηγούσε ο γιος του βασιλιά όλου του κόσμου, ο Αβεσσαλώμ. Είδε την Ετέρη πάνω στο δέντρο. Η ομορφιά της τον συγκλόνισε και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Ο Αβεσσαλώμ φώναξε στην Ετέρη:


«Έλα σε μένα, Ετέρη,

Γίνε δική μου.

Μαγεμένος από την ομορφιά σου —

θα σε κάνω γυναίκα μου».


«Όχι», απάντησε η Ετέρη, «τι σόι γυναίκα είμαι εγώ για σένα;


Εσύ είσαι σπουδαίος, κραταιός και δοξασμένος,

αιώνια τιμημένος από τους προγόνους σου.

Για μένα ούτε ο ήλιος δεν λάμπει,

ζω σαν ορφανή σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν είμαι παρά ένα παιχνίδι,

δεν είμαι ταίρι για έναν πρίγκιπα.

Θα με αφήσεις σύντομα,

και η ζωή μου θα γίνει κατάρα».


Ο Αβεσσαλώμ ορκίστηκε ότι δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, δεν θα την πρόδιδε ποτέ:


«Ο Θεός στέλνει φως από τον ουρανό ψηλά.

Εδώ κάτω, ο Αβεσσαλώμ στέκει.

Αν σε προδώσω,

ας με ξεχάσει ο Θεός,

ας πέσει η πανοπλία μου από πάνω μου,

ας στερέψουν τα νερά στην έρημο,

ακόμα κι αν ήταν απέραντα σαν θάλασσα.

Ας χαθεί το φαγητό μου σε ένα ταξίδι επτά χρόνων».


Η Ετέρη πίστεψε στους όρκους του Αβεσσαλώμ και δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Ως σημάδι της πίστης του, ο Αβεσσαλώμ της έδωσε ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή και την πήρε στο παλάτι του.


Ο Αβεσσαλώμ είχε έναν σύμβουλο που τον έλεγαν Μούρμαν. Ο Αβεσσαλώμ τον έστειλε με χαρμόσυνα νέα στην αδελφή του, τη Μαρέχ:

«Φέρνω στο σπίτι γυναίκα, τη χρυσομάλλα Ετέρη. Ετοίμασε τα γαμήλια ενδύματα».


Έφεραν την Ετέρη στο παλάτι και την έντυσαν με βασιλική φορεσιά. Ο Αβεσσαλώμ έγραψε γράμματα σε όλα τα βασίλεια, καλώντας τους πάντες στον γάμο του. Έστειλε τον Μούρμαν να παραδώσει τα γράμματα. Καθώς ο Μούρμαν ταξίδευε, κυριεύτηκε κι αυτός από έρωτα για την Ετέρη. Ονειρευόταν:

«Πού είναι ο άνθρωπος που θα φυτέψει το μίσος στην καρδιά του Αβεσσαλώμ για την Ετέρη, ώστε να μου τη δώσει;»

Καθώς ίππευε, τον συνάντησε ο διάβολος:

«Πού πας, Μούρμαν, και τι σκέφτεσαι τόσο βαθιά;»

Ο Μούρμαν του τα είπε όλα.

«Γιατί να πας μακριά;» είπε ο διάβολος. « Θα σου δώσω ένα φίλτρο που θα κάνει τον Αβεσσαλώμ να ξεαγαπήσει την Ετέρη και να σού τη δώσει. Μόνο υποσχέσου μου την ψυχή σου ως αντάλλαγμα».

«Αχ, δεν θα λυπόμουν ούτε την ψυχή μου αν η Ετέρη γινόταν δική μου», είπε ο Μούρμαν.

«Τότε γράψε στο χαρτί ότι δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου, και η Ετέρη θα γίνει δική σου».

Ο Μούρμαν υπέγραψε το χαρτί και το έδωσε στον διάβολο.


Ο διάβολος πήρε το χαρτί και είπε:

«Μόλις ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρευτούν, πάρε μια χούφτα κεχρί και ρίξ' το αθόρυβα πάνω στην Ετέρη. Μάθε τούτο: σκουλήκια θα την καλύψουν, και όσο κι αν την καθαρίζουν, δεν θα τα καταφέρουν, μέχρι να την αγγίξει το δικό σου χέρι».

Ο διάβολος επέστρεψε στο λημέρι του, και ο Μούρμαν, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, πήγε σπίτι του. Ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρεύτηκαν, και καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, ο Μούρμαν έριξε μια χούφτα κεχρί πάνω στην Ετέρη.

Αμέσως, σκουλήκια κάλυψαν την Ετέρη. Προσπάθησαν να την καθαρίσουν, αλλά τα σκουλήκια μόνο πληθαίνανε. Ο Αβεσσαλώμ, βασανισμένος, οδήγησε την Ετέρη έξω και δήλωσε μπροστά σε όλο τον λαό:


«Τη Δευτέρα ενωθήκαμε,

την Τρίτη η ώρα του αποχωρισμού έφτασε.

Ας χαρούν τώρα και ας τραγουδήσουν

όσοι ζήλεψαν την ευτυχία μας.

Φεύγω αμέσως για κυνήγι.

Ποιος θα πάρει την Ετέρη από μένα;»


Το όνειρο του Μούρμαν έγινε πραγματικότητα. Γονάτισε μπροστά στον Αβεσσαλώμ και παρακάλεσε:


«Βασιλιά, είμαι πιστός σε σένα μέχρι θανάτου,

δώσε σε μένα τη φτωχή Ετέρη!»


Ο Αβεσσαλώμ έδωσε την Ετέρη στον Μούρμαν. Μόλις το χέρι του Μούρμαν άγγιξε την Ετέρη, εκείνη θεραπεύτηκε, και όλα τα σκουλήκια εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο Μούρμαν την πήρε, και έγινε γυναίκα του.


Ο Αβεσσαλώμ αρρώστησε αφού έχασε την Ετέρη. Ο έρωτας γι' αυτήν έκαιγε μέσα του, βασανίζοντάς τον.

Μην μπορώντας να το αντέξει, ο Αβεσσαλώμ στράφηκε στον Μούρμαν με μια παράκληση:


«Πες μου, για χάρη του ήλιου,

πώς είναι η Ετέρη μου;»


Ο Μούρμαν απάντησε:


«Θέλεις να μάθεις, βασιλιά ισάξιε των ουρανών,

πώς ζει η Ετέρη μου;

Έχω χτίσει ένα κρυστάλλινο κάστρο,

οι πύργοι του φτάνουν στους ουρανούς.

Εκεί ζει η Ετέρη μου,

πιο όμορφη από θαυμαστούς κύκνους.

Εννέα στοργικές συνυφάδες

την προσέχουν όλες με αγάπη,

και η πεθερά της πλέκει

τα χρυσά της μαλλιά.

Εννέα κουνιάδοι στέκονται στην πύλη,

το βλέμμα τους σπινθηρίζει σαν διαμάντι,

και στη στέγη του κάστρου, ο πεθερός της

περήφανα φρουρεί το κάστρο».


Όταν ο Αβεσσαλώμ το άκουσε αυτό, ο έρωτάς του για την Ετέρη θέριεψε ακόμη περισσότερο. Αρρώστησε βαριά. Αποφασισμένος να απομακρύνει τον Μούρμαν και να διεκδικήσει πίσω την Ετέρη, τον κάλεσε και τον διέταξε:

«Πήγαινε και φέρε μου το νερό της αθανασίας. Ίσως με θεραπεύσει».

Ο Μούρμαν σκέφτηκε: «Το κακό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου». Ζήτησε διορία εννέα ημερών και έφυγε. Πήγε στην Ετέρη:


«Άφησέ με να ξεκουραστώ σήμερα

πάνω στο εκτυφλωτικό σου στήθος.

Αύριο με στέλνουν στο Αλγκέτι —

ένα μακρύ ταξίδι βρίσκεται μπροστά μου.

Πέτρες θα φράξουν το μονοπάτι μου,

ακόμα και τα λιοντάρια φοβούνται αυτόν τον δρόμο.

Μόνο βάσανα με περιμένουν,

ο κόπος μου θα πάει χαμένος —

στις εννέα θεραπευτικές πηγές

πρέπει να ξεκινήσω την αυγή

για να φέρω το ζωογόνο νερό».


Η Ετέρη είπε:


«Θα βγάλω τα μετάξια και τα σατέν μου,

θα καλυφθώ με ένα σάλι,

θα πάρω μια στάμνα μαζί μου,

και θα φέρω νερό από το ποτάμι.

Δεν θα μπω σε κανένα σπίτι γείτονα,

ούτε στο σπίτι του αδελφού σου.

Αν μπω, θα βγω σαν αδελφή.

Πίστεψε τον λόγο μου».


Ο Μούρμαν πέρασε τη νύχτα με την Ετέρη.


«Είθε αυτή η νύχτα να είναι μακρά,

είθε η αυγή να μην κοκκινίσει.

Αύριο το χάδι των αγαπημένων χειλιών

δεν θα ζεσταίνει πια την καρδιά μου».


Το πρωί, ο Μούρμαν ζήτησε από την αδελφή και τη μητέρα του:

«Να την προσέχετε, να την καλομαθαίνετε, ώστε ούτε αεράκι ούτε αχτίδα ήλιου να μην την αγγίζει».

Όμως ο Αβεσσαλώμ γινόταν όλο και χειρότερα. Πέθαινε, και δεν υπήρχε γιατρικό γι' αυτόν... Η αδελφή του, η Μαρέχ, βγήκε έξω κλαίγοντας και παρακαλώντας:

«Ο αδελφός μου πεθαίνει. Αν μπορεί κάποιος να βοηθήσει, βρείτε έναν τρόπο να τον σώσετε».

Της είπαν:

«Ίσως είναι ο έρωτάς του για την Ετέρη που τον σκοτώνει. Φέρε του το φτερό ενός κορακιού, καλοψημένο ψωμί, κόκκινο κρασί και το φτερό ενός περιστεριού — και θα δεις».


Η Μαρέχ τα έφερε όλα και τα απέθεσε στο κρεβάτι, δίπλα στον αδελφό της. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε, πήρε το φτερό του περιστεριού και είπε:

«Όσο λευκό κι αν είσαι, φτερό του περιστεριού, η Ετέρη είναι ακόμα πιο λευκή». Πήρε το ψωμί και είπε: «Όσο καλό κι αν είσαι, η Ετέρη είναι ακόμα καλύτερη». Πήρε το κόκκινο κρασί και είπε: «Όσο κόκκινο κι αν είσαι, κρασί, τα μάγουλα της Ετέρης είναι πιο λαμπερά από σένα». Πήρε το φτερό του κορακιού και είπε: «Όσο μαύρο κι αν είσαι, φτερό του κορακιού, τα μάτια και τα φρύδια της Ετέρης είναι ακόμα πιο μαύρα».

Έπειτα είπε στην αδελφή του:


«Σήκω γρήγορα, Μαρέχ, αστέρι μου,

και τρέξε στην Ετέρη.

Αν σε ρωτήσει για μένα,

πες της τα πάντα μέσα από την καρδιά σου».


Η Μαρέχ πήγε στην Ετέρη. Όμως η Ετέρη γνώριζε ήδη για την ασθένεια του Αβεσσαλώμ. Ξέγελασε την πεθερά της, έφυγε από το σπίτι, μπήκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ, κάθισε κάτω από μια λεύκα και έκλαψε. Μέσα στα δάκρυά της, η Ετέρη αποκοιμήθηκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ. Η Μαρέχ έφτασε, είδε την Ετέρη να κοιμάται και της φώναξε:


«Σε έψαχνα από το πρωί μέχρι τη γεμάτη ομίχλη νύχτα,

κι όμως εσύ κοιμάσαι ήσυχα στον σκιερό κήπο.

Το χρυσό σου κούμπωμα έχει λυθεί,

το κρυστάλλινο, λευκό σου στήθος λάμπει,

και οι μαύρες σου μπούκλες είναι άτακτα σκορπισμένες,

σαν αφρός σε ένα κύμα που φουσκώνει».


Η Ετέρη δεν την άκουσε. Η Μαρέχ φώναξε ξανά:


«Ήρθα σε σένα, Ετέρη,

διώχνοντας τον γλυκό σου ύπνο.

Ξεπερνάς ακόμα και τα αστέρια

και το φεγγάρι με την ακτινοβόλα ομορφιά σου.

Η άνοιξη έχει ήδη φτάσει,

είθε τα ηλιοβασιλέματα να σβήσουν.

Σήκω, ακριβή μου Ετέρη,

θεράπευσε τον αδελφό μου γρήγορα.

Θα πάρω ένα φτυάρι στα χέρια μου

και θα καθαρίσω το μονοπάτι για σένα,

θα στρώσω θαυμαστό μάρμαρο

μέχρι το κατώφλι του παλατιού.

Θα σου χτίσω ένα κάστρο

από διαμάντια και τιρκουάζ,

θα ντύσω τις κάμαρες μέσα

με ξύλο έβενου.

Για να ανασαίνεις δροσιά,

λεύκες θα περιβάλλουν το κάστρο·

για να μην μαυρίσεις,

μετάξι θα καλύπτει τον θρόνο σου·

για να μην σκοντάψει το πόδι σου

σε πέτρα,

θα στρώσω την ευρύχωρη αυλή

με χρυσά χαλιά».


Η Ετέρη σηκώθηκε και είπε:

«Μόνο και μόνο για να θεραπεύσω τον αδελφό σου, πώς θα μπορούσα να μην πάω;»

Έφτασε. Ο Αβεσσαλώμ πέθαινε ήδη. Όμως, μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων της, σηκώθηκε και μίλησε:


«Ήρθες σε μένα, Ετέρη,

ας τραγουδήσουν οι θάλασσες και η στεριά.

Κοιτάζοντας μέσα στα άρρωστα μάτια μου,

εμφύσησες δύναμη στην ψυχή μου.

Ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου, βλέπω —

ένας μαγικός κήπος ανθίζει,

και η καρδιά μου φλέγεται από ευγνωμοσύνη

για σένα, Ετέρη.

Ήρθες, αλλά εγώ, Ετέρη,

ήδη αποχωρίζομαι τη γη.

Ο Θεός με καλεί στον ουρανό,

στην αιώνια, γαλήνια σιωπή».


Η Μαρέχ πλησίασε για να παρηγορήσει τον αδελφό της:


«Αδελφέ, αν μπορείς να δεις,

κοίτα — η Ετέρη ήρθε».


Ο Αβεσσαλώμ είπε:


«Ας έρθει πιο κοντά».


Η Ετέρη είπε:


«Είναι ήδη στην πόρτα.

Ο δρόμος της είναι εύκολο να μετρηθεί»,


και μπήκε μέσα. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε προς το μέρος της, την κοίταξε και πέθανε.

Η Ετέρη πλησίασε και γραπώθηκε πάνω στον Αβεσσαλώμ. Έπειτα στάθηκε όρθια, πήρε το μαχαίρι που της είχε δώσει και είπε:


«Το μαχαίρι του Αβεσσαλώμ

είναι στην τσέπη μου.

Το αποφάσισα εδώ και καιρό:

όταν έρθει η ώρα,

θα το τραβήξω,

τη λαβή προς τον φίλο μου,

την κόψη προς τον εαυτό μου.

Θα πεθάνω ήσυχα,

θα πεθάνω μαζί σου,

σκεπτόμενη εσένα.

Ας μας θάψουν

στην άκρη του δρόμου

κάτω από έναν τύμβο,

σκεπασμένους με φύλλα

και θαμμένους με χώμα,

μαζί, εσένα κι εμένα.

Ας ανθίσει ένα τριαντάφυλλο

πάνω από τον τάφο μας,

ανασαίνοντας το δροσερό αγέρι.

Ας τιτιβίζουν τα πουλιά

και ας μεγαλώνουν τα μικρά τους

πάνω από τον απλό τύμβο.

Ας κυλάει μια πηγή

αιώνια από τον τύμβο,

και από πάνω της, ένα χρυσό κύπελλο

ας λάμπει φωτεινά με χαρά.

Ας πίνει κάθε ταξιδιώτης

από εκείνο το κύπελλο

ιαματικό νερό,

κι ας μας αποχαιρετά

εδώ, ανάμεσα στα χωράφια!»


Κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της και πέθανε.

Πράγματι, ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη τάφηκαν μαζί.


Αβεσσαλώμ και Ετέρη.

Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.


Ο Μούρμαν επέστρεψε, βρήκε τον τάφο του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης, τον έσκαψε και ξάπλωσε ανάμεσά τους.

Ένας αγκαθωτός θάμνος φύτρωσε στον τάφο του, ενώ τριαντάφυλλα και βιολέτες φύτρωσαν στους τάφους του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης. Το τριαντάφυλλο και η βιολέτα απλώνονται το ένα προς το άλλο, λαχταρώντας να αγκαλιαστούν, αλλά ο αγκαθωτός θάμνος στέκεται ανάμεσά τους, κρατώντας τα χωριστά. Και κάτω από τα πόδια του Μούρμαν, κουτάβια βγήκαν και ούρλιαζαν.


Καλό το παραμύθι — καλός κι ο παραμυθάς.

Καλό το κρασί — καλά να το πιεις.

Scorpions - Holiday


 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Βουτιά!

 


Υπάρχουν άραγε βρικόλακες στο διάστημα; Και αν υπάρχουν με τι τρέφονται; Δύσκολο να βρεις γυμνούς λαιμούς να δαγκώσεις εκεί πάνω. Εκτός κι αν τα δόντια τους είναι τέτοια που να μπορούν να τρυπήσουν τις στολές των αστροναυτών. Και αν υπάρχουν που να μένουν; Σίγουρα στις μαύρες τρύπες. Εκεί δεν υπάρχει ίχνος φωτός και θα μπορούν όλη την ώρα να κινούνται και να θρέφονται από οποιαδήποτε μορφή ζωής πέφτει εκεί μέσα χωρίς να ανησυχούν για το φως του ήλιου. 

Τους σκοτώνει το φως του δικού μας ήλιου μόνο ή του κάθε ήλιου που υπάρχει στο σύμπαν; Ποιος να το ξέρει κι αυτό; Και μπορούν να φύγουν από τις μαύρες τρύπες όποτε θέλουν και να επισκέπτονται άλλους πλανήτες; Να τους αρέσει το αίμα των εξωγήινων; Μήπως κι αυτοί εξωγήινοι δεν είναι; Οπότε, γιατί όχι;

Κάποια στιγμή οι παραπάνω σκέψεις με κούρασαν. Άφησα το καλάμι ψαρέματος που είχα μαζί μου, σηκώθηκα από την άκρη του μισοφέγγαρου που είχα καθίσει για να ψαρέψω, έβγαλα τις παντόφλες μου και βούτηξα στη  σεληνιακή θάλασσα που τόσο ήρεμη και θελκτική περίμενε να με αγκαλιάσει στα έναστρα νερά της. Αφού έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν έπιασα τόσην ώρα...

Rainbow - Eyes of the World

 


Τρίτη 26 Μαΐου 2026

O τσιγγάνος και ο διάβολος - Ένα ρωσικό παραμύθι

 




https://fairytalez.com/the-devil-and-gipsy/

Ένας γέρος τσιγγάνος πήγε να πιάσει δουλειά ως υπηρέτης σε έναν διάβολο. Ο διάβολος του είπε: «Θα σου δίνω ό,τι επιθυμείς, αρκεί να μου φέρνεις τακτικά καυσόξυλα και νερό, και να ανάβεις φωτιά κάτω από το καζάνι». «Εντάξει!» είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος του έδωσε έναν κουβά και του είπε: «Πήγαινε εκεί πέρα στο πηγάδι και βγάλε λίγο νερό».


Ο τσιγγάνος μας έφυγε, έβαλε νερό στον κουβά και τον τράβηξε πάνω με έναν γάντζο. Επειδή όμως ήταν γέρος, δεν μπορούσε να τον σηκώσει έξω και αναγκάστηκε να χύσει το νερό, για να μην χάσει τον κουβά μέσα στο πηγάδι. Αλλά με τι θα γύριζε τώρα πίσω; Έτσι λοιπόν, ο τσιγγάνος μας έβγαλε μερικούς πασσάλους από έναν φράχτη και άρχισε να σκάβει γύρω-γύρω από το πηγάδι, σαν να ήθελε να το ξεριζώσει.


Ο διάβολος περίμενε και περίμενε, και αφού ο τσιγγάνος δεν φαινόταν πουθενά, φυσικά δεν φαινόταν ούτε το νερό. Μετά από λίγο, πήγε ο ίδιος να συναντήσει τον τσιγγάνο και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ρώτησε: «Μα γιατί αργείς τόσο; Γιατί δεν έχεις φέρει ακόμα το νερό;» «Ε, και τι; Θέλω να σκάψω και να βγάλω ολόκληρο το πηγάδι και να το φέρω σε σένα!» «Μα θα έχανες άδικα χρόνο αν σκοπεύες να κάνεις κάτι τέτοιο· τότε δεν θα έφερνες τον κουβά στην ώρα του, και δεν πρέπει να λιγοστέψουν τα καυσόξυλα». Και έτσι, ο διάβολος έβγαλε το νερό και το κουβάλησε ο ίδιος. «Ε! Αν το ήξερα, θα το είχα φέρει εδώ και ώρα», είπε ο τσιγγάνος.


Μια φορά ο διάβολος τον έστειλε στο δάσος για καυσόξυλα. Ο τσιγγάνος ξεκίνησε, αλλά τον έπιασε βροχή στο δάσος και έγινε μούσκεμα. Ο γέρος κρύωσε και δεν μπορούσε να σκύψει για να μαζέψει τα ξύλα. Τι να έκανε; Πήρε λοιπόν και άρχισε να ξεφλουδίζει φλούδες από τα δέντρα (λινάρι/φλοιό). Μάζεψε μερικούς σωρούς, γύρισε όλο το δάσος και έδεσε το ένα δέντρο με το άλλο με τις λωρίδες του φλοιού.


Ο διάβολος περίμενε, περίμενε, και είχε χάσει το μυαλό του με τον τσιγγάνο. Πήγε ο ίδιος, και όταν είδε τι γινόταν, του είπε: «Τι κάνεις εκεί, αργόσχολε;» «Τι κάνω; Θέλω να σου φέρω ξύλα. Δένω ολόκληρο το δάσος σε ένα μάτσο, για να μην κάνω άσκοπη δουλειά». Ο διάβολος κατάλαβε ότι τα έβρισκε σκούρα με τον τσιγγάνο, σήκωσε ο ίδιος τα καυσόξυλα και γύρισε σπίτι.


Αφού τακτοποίησε τις δουλειές του στο σπίτι, ο διάβολος πήγε σε έναν γηραιότερο διάβολο για να ζητήσει τη συμβουλή του: «Έχω προσλάβει έναν τσιγγάνο, αλλά έχει γίνει σκέτος μπελάς. Εμείς θεωρούμαστε αρκετά έξυπνοι», λέει, «αλλά αυτός είναι ακόμα πιο δυνατός και πιο έξυπνος από εμάς. Εκτός αν τον σκοτώσω...» «Ωραία, όταν ξαπλώσει να κοιμηθεί, σκότωσέ τον, για να μην μας σέρνει άλλο από τη μύτη».


Ήρθε η ώρα να πάνε για ύπνο. Ξάπλωσαν, αλλά ο τσιγγάνος προφανώς κατάλαβε κάτι, γιατί έβαλε τη γούνα του πάνω στον πάγκο όπου κοιμόταν συνήθως, και ο ίδιος χώθηκε σε μια γωνιά κάτω από τον πάγκο. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, ο διάβολος, νομίζοντας ότι ο τσιγγάνος κοιμόταν πια βαθιά, πήρε ένα σιδερένιο ρόπαλο και άρχισε να χτυπάει τη γούνα μέχρι που ο ήχος αντήχησε παντού. Μετά ξάπλωσε να κοιμηθεί, σκεφτόμενος: «Οχό! Τώρα πάει ο τσιγγάνος, τελείωσε!»


Όμως ο τσιγγάνος μούγκρισε: «Ωχ!» και έκανε έναν θόρυβο στη γωνία. «Τι έπαθες;» ρώτησε ο διάβολος. «Ωχ, με τσίμπησε ένας ψύλλος».


Ο διάβολος πήγε ξανά στον γηραιότερο για συμβουλή: «Μα πώς να τον σκοτώσω;» είπε. «Όταν τον κοπάνησα με το ρόπαλο, έκανε απλώς έναν θόρυβο και είπε: "Με τσίμπησε ένας ψύλλος"». «Τότε πλήρωσέ τον τώρα», είπε ο γηραιότερος διάβολος, «δώσ' του όσα θέλει και στείλ' τον στο καλό».


Ο τσιγγάνος διάλεξε μια σακούλα με δουκάτα και έφυγε. Μετά όμως ο διάβολος λυπήθηκε τα χρήματα και συμβουλεύτηκε ξανά τον γηραιότερο. «Πρόφτασε τον τσιγγάνο και πες του ότι όποιος κλοτσήσει καλύτερα μια πέτρα, έτσι ώστε ο ήχος να ακουστεί τρία μίλια μακριά, θα κρατήσει τα λεφτά».


Ο διάβολος τον πρόφτασε: «Στάσου, τσιγγάνε! Έχω κάτι να σου πω». «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όχι, στάσου, ας ρίξουμε μια κλοτσιά· όποιος κλοτσήσει πιο δυνατά μια πέτρα, δικά του τα λεφτά». «Εμπρός λοιπόν, κλότσα εσύ», είπε ο τσιγγάνος. Ο διάβολος κλότσησε μια-δυο φορές, τόσο δυνατά που βούιξαν τα αυτιά τους. Στο μεταξύ όμως, ο τσιγγάνος έριξε λίγο νερό πάνω στην πέτρα: «Ε! Τι είναι αυτό, ανόητε;» είπε ο διάβολος. «Όταν εγώ κλοτσάω μια στεγνή πέτρα, πετάγεται νερό». «Αχ! Όταν κλοτσάει αυτός, τρέμε! Πετάχτηκε νερό από την πέτρα», σκέφτηκε ο διάβολος.


Ο διάβολος πήγε ξανά για συμβουλή. Ο γηραιότερος είπε: «Όποιος πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, ας κρατήσει τα λεφτά».


Ο τσιγγάνος είχε ήδη προχωρήσει μερικά μίλια στον δρόμο του. Κοίταξε πίσω· ο διάβολος ήταν πίσω του: «Στάσου! Περίμενε, τσιγγάνε!» «Τι θέλεις, γιε του εχθρού;» «Όποιος από τους δύο μας πετάξει το ρόπαλο πιο ψηλά, δικά του τα λεφτά». «Λοιπόν, ας το πετάξουμε τώρα. Έχω δύο αδέλφια εκεί πάνω στον ουρανό, και οι δύο είναι σιδεράδες, και θα τους βολέψει μια χαρά είτε για σφυρί είτε για τσιμπίδα».


Ο διάβολος το πέταξε με τόση δύναμη που σφύριξε στον αέρα και σχεδόν χάθηκε από τα μάτια τους. Ο τσιγγάνος το έπιασε από την άκρη, με το ζόρι το σήκωσε και φώναξε: «Απλώστε τα χέρια σας εκεί πάνω, αδέλφια — έι!» Αλλά ο διάβολος τον άρπαξε από το χέρι: «Αχ, στάσου! Μην το πετάξεις· θα είναι κρίμα να το χάσουμε».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε ξανά: «Πρόφτασέ τον ακόμα μια φορά και πες του: "Όποιος τρέξει πιο γρήγορα μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, ας πάρει τα λεφτά"».


Ο διάβολος τον πρόφτασε. Ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Δεν πρόκειται να ξαναπροσπαθήσω να σε ανταγωνιστώ, γιατί δεν αξίζει τον κόπο· έχω όμως έναν μικρό γιο, τον Λαγό, που είναι μόλις τριών ημερών. Αν τον προσπεράσεις, τότε θα αναμετρηθείς και με μένα». Ο τσιγγάνος εντόπισε έναν λαγό μέσα σε ένα ελατοδάσος: «Νάτος! Ο μικρός Λαγός! Εμπρός λοιπόν, Λαγέ! Πιάσ' τον!»


Όταν ο λαγός ξεκίνησε, άρχισε να τρέχει με πηδήματα δώθε-κείθε, και πίσω του σηκωνόταν μόνο ένα σύννεφο σκόνης. «Μπα!» είπε ο διάβολος, «δεν τρέχει ίσια». «Στην οικογένειά μου κανένας δεν έτρεξε ποτέ ίσια. Τρέχει όπως του αρέσει».


Ο γηραιότερος διάβολος τον συμβούλευσε να παλέψουν. Ο πιο δυνατός θα έπαιρνε τα λεφτά.


«Ε!» είπε ο τσιγγάνος, «άκου τους όρους για να παλέψω μαζί σου: Έχω έναν πατέρα, είναι τόσο γέρος που τα τελευταία επτά χρόνια του πηγαίνω φαγητό σε μια σπηλιά. Αν τον ρίξεις κάτω, τότε θα παλέψεις και με μένα». Όμως ο τσιγγάνος ήξερε ότι εκεί ζούσε μια αρκούδα και οδήγησε τον διάβολο στη σπηλιά της. «Πήγαινε», του είπε, «εκεί μέσα· ξύπνησέ τον και πάλεψε μαζί του».


Ο διάβολος μπήκε μέσα και είπε: «Σήκω επάνω, σπανέ/μακρυγένη! Ας παλέψουμε». Αλίμονο! Όταν η αρκούδα άρχισε να τον σφίγγει στην αγκαλιά της και να τον γρατζουνάει με τα νύχια της, τον σάπισε στο ξύλο, τον πέταξε έξω και τον έριξε κάτω στο πάτωμα της σπηλιάς.


Ο γηραιότερος διάβολος συμβούλευσε ότι όποιος σφυρίξει καλύτερα, έτσι ώστε να ακουστεί σε απόσταση τριών μιλίων, θα έπρεπε να πάρει τα λεφτά.


Ο διάβολος σφύριξε τόσο δυνατά που ο τόπος αντήχησε και βούιξε ξανά. Αλλά ο τσιγγάνος είπε: «Ξέρεις κάτι; Όταν σφυρίξω εγώ, θα τυφλωθείς και θα κουφαθείς· δέσε τα μάτια και τα αυτιά σου». Εκείνος το έκανε. Ο τσιγγάνος πήρε μια σφήνα (ξύλινη σφύρα) για το σκίσιμο των κορμών και τον κοπάνησε μια και δυο στα αυτιά.


«Ωχ, σταμάτα! Ωχ! Μην σφυρίζεις, γιατί θα με σκοτώσεις! Να σου βγει σε κακό η κακή σου τύχη με τα λεφτά σου! Πήγαινε όπου θέλεις, αρκεί να μην ξανακούσει κανείς για σένα!»


Αυτά και τέλος.

Iron Maiden - Powerslave

 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Τράπουλα

 


"Και τι να γίνεται άραγε με εκείνους τους έρωτες; Εκείνους που ποτέ δεν αποκάλυψαν την ύπαρξή τους; Που έμειναν καλά κρυμμένοι στις καρδιές των ανθρώπων και μόνο σε κάποιο όνειρο βρήκαν διέξοδο; Πόσο θα άλλαζε η ζωή αν είχαν φανερωθεί; Και οι ίδιοι; Θα επιζούσαν; Θα συμβιβάζονταν; Θα φθείρονταν μέχρι εξαφανίσεως;" 

Αυτές τις σκέψεις έκανα όταν με επισκέφθηκε αργά το βράδυ ένα ξωτικό. Μόλις είχε φτάσει από την Ιρλανδία όπως με ενημέρωσε. Το καλωσόρισα και του έβαλα λίγο από το ιρλανδικό ουίσκι που πάντα φυλάω στο σπίτι για τέτοιες περιπτώσεις. 

Άναψε τη πίπα του, κοίταξε το γραπτό μου που αποτύπωνα τις παραπάνω σκέψεις, γέλασε και ήπιε μια γερή γουλιά. Μετά μίλησε με την τραχιά φωνή του και την βαριά ιρλανδική προφορά του(ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά αφού δε γνωρίζω κέλτικα αλλά ούτε και το ξωτικό τα μιλούσε) : "Άσ' τα αυτά. Βάλε ένα ποτηράκι και για σένα και φέρε την τράπουλα. Έχω μπόλικο χρυσάφι να ποντάρω". 

Πράγματι, έβαλα και σε μένα ουίσκι, έφερα την τράπουλα και ξεκινήσαμε το παιχνίδι. Κάποιος κέρδισε και κάποιος έχασε αλλά δεν έχει σημασία ποιος. Ήταν άλλωστε μια όμορφη βραδιά με κάμποσα "βρώμικα" ανέκδοτα...

Gary Moore - Over the Hills and Far Away

 


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Η ανάμνηση

 


Χάζευα στον υπολογιστή μου όταν ένιωσα μια φαγούρα στο δεξί μου ρουθούνι. Το έξυσα ελαφρά (από την εξωτερική πλευρά, δεν είμαι κανένας ανάγωγος) αλλά μάταια. Η φαγούρα δυνάμωσε. Και όχι μόνο δυνάμωσε αλλά μετατράπηκε σε κάτι ακόμα χειρότερο. Ένιωθα πως κάτι περπατούσε μέσα στη μύτη μου! Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε, ξεπρόβαλε από το ρουθούνι μου μια ανάμνησή μου! Με μια χαρούμενη κίνηση, πήδηξε και προσγειώθηκε στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έκανα να τη πιάσω μα αυτή βούτηξε κάτω στο πάτωμα και άρχισε να τρέχει γύρω γύρω, γελώντας. Με ένα άτσαλο μπλονζόν επιχείρησα να την αρπάξω. Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μου ήταν εντελώς γελοίο αφού το κεφάλι μου καρφώθηκε στον βραχίονα μιας εκ των πολυθρονών που υπήρχαν στο σαλόνι. Και εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί ποτέ δεν έγινα τερματοφύλακας...Μετά από αρκετά λεπτά κυνηγιού, εν μέσω αναποδογυρισμένων καρεκλών, ξεστρωμένων χαλιών και μετακινημένων επίπλων -όλα αυτά αποτέλεσμα της ατσαλοσύνης αλλά και της επιμονής μου να πιάσω την κατεργάρα ανάμνηση - κατάφερα να τη στριμώξω σε μια γωνία. Γρήγορα εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία, την άρπαξα, την έφερα κοντά στη μύτη μου και τη ρούφηξα από το αριστερό μου ρουθούνι, ώστε να μπερδευτεί και να μη μπορέσει να ξαναβγεί. Μετά πήγα να φτιάξω έναν καφέ να πιω και στο σημείο αυτό η ιστορία τελειώνει. 

Vision Divine - Andromeda

 


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Φωτιά

 


Στάθηκε απέναντί μου ενώ γύρω μας οι φλόγες φούντωναν. "Την αγαπώ!" μου είπε με σταθερή και κάπως δυνατή φωνή ενώ τα μάτια του έλαμπαν από ένα μίγμα πάθους και οργής. Τον κοίταξα κατάματα. Μετά κοίταξα τις φλόγες γύρω μας. "Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως οι φλόγες τούτες θα κατασπαράξουν τη ζωή και των δυο σας;", τον ρώτησα. "Ναι!", μου φώναξε. "Αυτό δεν είναι όμως της αγάπης η φωτιά, είναι μία λαίλαπα μίσους", του είπα. "Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος είναι!" ξαναφώναξε οργισμένος. Μεταμορφώθηκε σε φίδι και προσπάθησε να ξεγλιστρήσει μέσα από τις φλόγες. Δεν μπορούσα να τον αφήσω. Άπλωσα τα χέρια μου κι εκείνα έγιναν φτερούγες. Σαν το γεράκι πέταξα πάνω από τις φλόγες και προσγειώθηκα μπροστά του, κόβοντάς του τον δρόμο. Πήραμε και οι δύο την αρχική μας μορφή. Οι φλόγες μας ξανακύκλωσαν. "Βλέπεις τις φλόγες; Μας κυκλώνουν γιατί σε ακολουθούν όπου κι αν πηγαίνεις. Αυτές οι φλόγες θα καταστρέψουν τις ζωές πολλών ανθρώπων αν συνεχίσεις" του είπα, μήπως και αλλάξει γνώμη. "Ας είναι" ξανάπε και συνέχισε να περπατά. Έκανα στην άκρη. Οι φλόγες τον ακολούθησαν. Άρχισε να ψιχαλίζει. Οι σταγόνες όμως ήταν αλμυρές. Σαν δάκρυα. Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε μα δεν ήταν μπουμπουνητό. Ήταν λυγμός. Ένα μοιρολόι για ζωές που κάηκαν στην ίδια τους την επιθυμία. 

Edge of Paradise - Tidal Wave

 


Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Κροκόδειλος

 


Συναντηθήκαμε πρόσφατα μετά από καιρό. Καθίσαμε σε μια καφετέρια. Το έφερε η κουβέντα και της είπα πως είναι ακόμα πολύ όμορφη όπως παλιά. Δε με πίστεψε. Συνέχισε να λέει πως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Τότε πέρασα το χέρι μου μπροστά από το πρόσωπό μου και αυτό μετατράπηκε σε καθρέφτη. "Ορίστε, δε και μόνη σου!" της είπα. Κοίταξε και τα μάγουλά της κοκκίνησαν. Το βλέμμα της χαμήλωσε κι ένα χαμόγελο εμφανίστηκε αχνό στα χείλη της. Μια πεταλούδα προσγειώθηκε στα μαλλιά της κι έγινε κορδέλα. Της πήγαινε πολύ. Μπροστά στα μάτια μου μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Ξάφνου μια σταγόνα νερού έπεσε στο πρόσωπό μου και ο καθρέφτης εξαφανίστηκε. Άρχισε να βρέχει. Με πλησίασε ένας υπάλληλος του ενυδρείου και ακούμπησε το χέρι του επάνω μου. "Ώρα να πηγαίνουμε", μου είπε. Πλήρωσα τους καφέδες, χαμογέλασα με τρόπο που τα δόντι μου να μη φανούν απειλητικά, κούνησα την κροκοδειλίσια ουρά μου και τον ακολούθησα στο βυτίο που είχε παρκάρει λίγο πιο κάτω. Βούτηξα στο νερό, έβαλε μπρος στη μηχανή και φύγαμε. Η φίλη μου με αποχαιρετούσε καθώς απομακρυνόμασταν...

Halestorm - Darkness Always Wins

 


Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Τίποτα

 


Κάθισα στον υπολογιστή μήπως και εμπνευστώ από κάτι  για να γράψω μια φοβερή ιστορία. Μάταια όμως. Τίποτα δε συνέβαινε που να ξυπνήσει την έμπνευση μέσα μου. Ξάφνου, την προσοχή μου τράβηξε μια γειτόνισσα που αντιπαθώ και περνούσε εκείνη την ώρα στο απέναντι πεζοδρόμιο σε σημείο που την έβλεπα από τη μπαλκονόπορτα. Είχε βρέξει λίγο και το πεζοδρόμιο ήταν γλιστερό. Κοίταζα περιμένοντας χαιρέκακα να γλιστρήσει αλλά τίποτα δεν έγινε. Πέρασε κανονικά. Συνέχισα απογοητευμένος να κοιτάζω. Μια αδέσποτη γάτα εμφανίστηκε στο πεζοδρόμια. Με κοίταξε περιπαικτικά και ευθύς τηλεμεταφέρθηκε  στο μπαλκόνι μου. Στάθηκε κοντά στο κάγκελο, μου έβγαλε τη γλώσσα της και μετά χάθηκε ξανά. Τράβηξα τη κουρτίνα και γύρισα ξανά στον υπολογιστή. Μα να μη συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό που να μου φέρει λίγη έμπνευση!!!

Evanescence – Who Will You Follow

 


Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Θυμωμένος γλάρος

 


Στριμμένος γλάρος το πρωί

μου έκλεψε τους στίχους

και τώρα τι να γραφτεί

για χρώματα και ήχους;

-

Ήπια κι εγώ θαλασσινό

νερό για να μεθύσω

λουσμένος σ' ασημόσκονη

τα μάτια μου να κλείσω

-

Μα τόση συννεφιά λαμπρή

τυφλώνει τα σμαράγδια

με άμμο πλασμένα κόκκινη

και δανεισμένα χάδια

-

Να, εσύ ξεγλίστρησες

κι ο ύπνος με απαρνιέται

κάπου ο γλάρος με θυμό 

τώρα με καταριέται


Η ποίηση ενώνει την Κίνα και τον Αραβικό κόσμο στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων 2026

 



https://www.globaltimes.cn/page/202605/1360991.shtml

Η Κινέζα ποιήτρια Ai Kou είναι από καιρό συνηθισμένη να συναντάται με ομοεθνείς της ποιητές για δημιουργικές ανταλλαγές. Ωστόσο, στο εν εξελίξει Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων 2026, αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά για την ευκαιρία να συμμετάσχει σε βαθιές συζητήσεις με λογοτέχνες από τον αραβικό κόσμο.


«Σε αυτό το φεστιβάλ, έκανα φίλους με ποιητές από διάφορες χώρες, όπως η Τυνησία», δήλωσε η Ai Kou στους Global Times. Ξεπερνώντας τα γλωσσικά εμπόδια, θυμήθηκε για άλλη μια φορά ότι, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό υπόβαθρο των ανθρώπων, η ποίηση μπορεί πάντα να αγγίξει το πιο ευαίσθητο σημείο της ανθρώπινης καρδιάς.


Από τις όχθες των ποταμών της Κουανγκτσόου, στην επαρχία Κουανγκτούνγκ της νότιας Κίνας, μέχρι τις ιστορικές επάλξεις του Σινικού Τείχους στο Πεκίνο, περίπου 100 ποιητές, συγγραφείς και μεταφραστές από την Κίνα και 13 αραβικές χώρες συγκεντρώθηκαν για να αναζητήσουν συγγενείς ψυχές μέσα από τους στίχους. Το φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Νέων, που διεξάγεται από τις 9 έως τις 17 Μαΐου και είναι αφιερωμένο στην Κίνα και τον Αραβικό κόσμο, υποδέχεται φωνές από διάφορες χώρες, όπως η Ιορδανία, το Μπαχρέιν, η Τυνησία, η Σαουδική Αραβία, το Σουδάν, η Συρία και η Κίνα.


Ενωμένοι μέσω του στίχου

Την Πέμπτη, μια πρόωρη καλοκαιρινή μέρα στο Πεκίνο, οι αρχαίες επάλξεις του τμήματος Badaling του Σινικού Τείχους έγιναν σιωπηλοί μάρτυρες μιας συνάντησης όπου φωνές από διαφορετικές ηπείρους έπλεκαν τους στίχους τους κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Κινέζοι και διεθνείς προσκεκλημένοι του φεστιβάλ ανέβηκαν στο Σινικό Τείχος για να συνεχίσουν τον διάλογό τους γύρω από τη λογοτεχνία και τους πολιτισμούς.


Η ποιητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Σινικό Τείχος συνδύασε δημιουργικά ποικίλες μορφές τέχνης, όπως παραδοσιακή λαϊκή μουσική, απαγγελίες ποίησης, χορό, τάι τσι και μια παιδική χορωδία, δημιουργώντας ένα καθηλωτικό σκηνικό για έναν διάλογο πολιτισμών πάνω σε αυτό το ιστορικό ορόσημο.


Ο Nabil Suleiman, Σύρος συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, δήλωσε στους Global Times ότι ανυπομονούσε για αυτό το ταξίδι στο Σινικό Τείχος, ελπίζοντας να δει νέους ποιητές από την Κίνα και τις αραβικές χώρες να εκφράζονται ελεύθερα πάνω σε αυτό το αρχαίο οικοδόμημα, γεννώντας νέες εμπνεύσεις.


Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, η Ai Kou χρησιμοποίησε συχνά εφαρμογές μετάφρασης για να επικοινωνήσει με ποιητές από χώρες όπως η Τυνησία και το Μαρόκο. Παρατήρησε ότι, αν και οι μεταφράσεις συχνά απέδιδαν με μικρές ανακρίβειες το νόημα, αυτές ακριβώς οι διαφορές πυροδοτούσαν συχνά νέα ποιητική έμπνευση, προσφέροντας στους δημιουργούς μια αίσθηση φρεσκάδας και νέες ιδέες. «Αυτή είναι η γοητεία της ποίησης», σημείωσε.


Περισσότερες λογοτεχνικές ανταλλαγές

Πριν φτάσουν στο Πεκίνο, οι συμμετέχοντες βυθίστηκαν στο ποιητικό πνεύμα της Κουανγκτσόου, διαβάζοντας πρωτότυπα έργα και εξερευνώντας τη σύγχρονη λογοτεχνική κληρονομιά της πόλης. Η Αιγύπτια μεταφράστρια Mira Ahmed έγραψε μάλιστα ένα ποίημα εμπνευσμένο από την Κουανγκτσόου — ένα δώρο προς την πόλη που τη φιλοξένησε.


Στο πλαίσιο του φεστιβάλ, πραγματοποιήθηκε στην Κουανγκτσόου ένας ακαδημαϊκός διάλογος Κίνας-Αραβικού κόσμου με θέμα «η παράδοση και το μέλλον της ποίησης». Σχεδόν 100 ποιητές και μελετητές συμμετείχαν σε συζητήσεις για την καθολικότητα και το φιλοσοφικό βάθος της ποίησης, καθώς και για το μέλλον της στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI).


Η He Xiangyang, αναπληρώτρια επικεφαλής της Ένωσης Κινέζων Συγγραφέων (CWA), ενθάρρυνε τους νέους ποιητές να υπερασπιστούν την ιερότητα της ποίησης μέσα από τις πιο αυθεντικές βιωματικές τους εμπειρίες σε αυτή την ψηφιακή εποχή.


Ο Suleiman παρατήρησε ότι πολλοί νέοι στις αραβικές χώρες απολαμβάνουν πλέον την ανάγνωση σύγχρονων κινεζικών μυθιστορημάτων, γεγονός που βοηθά στη διάδοση του κινεζικού πολιτισμού. Αντίστοιχα, η Ai Kou επεσήμανε ότι περισσότερα λογοτεχνικά έργα Αράβων συγγραφέων εισάγονται πλέον στην Κίνα, διευρύνοντας τους ορίζοντες των Κινέζων αναγνωστών.


Τις επόμενες ημέρες, οι εκδηλώσεις θα συνεχιστούν στο Πεκίνο, με επισκέψεις στο Κανονικό Πανεπιστήμιο του Πεκίνου (Beijing Normal University) και στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Κινεζικής Λογοτεχνίας, όπου οι ποιητές θα δωρίσουν χειρόγραφά τους και θα μοιραστούν το λογοτεχνικό ταξίδι των εθνών τους.

The Tea Party - Mantra

 


Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Ξυπνητήρια

 


Ένας τύπος ξύπνησε το πρωί ακούγοντας το ξυπνητήρι του, σηκώθηκε, πλύθηκε και πήρε το πρωινό του. Καφέ με γάλα και λίγα μπισκότα. Έπειτα ντύθηκε και έφυγε για τη δουλειά του. Στην άλλη άκρη της πόλης ένας άλλος τύπος έκλεισε το ξυπνητήρι του, γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε κάμποσες ώρες ακόμα κάνοντας κοπάνα από τη δουλειά του. Μέχρι το μεσημέρι κάποιος από τους δύο έχασε απολύθηκε αλλά ποτέ δε μάθαμε ποιος από τους δύο ήταν. Εγώ πάντως δεν έχω ξυπνητήρι στο σπίτι μου. 

TOOL "Reflection"

 


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Το πουκάμισο

 


Εκείνο το πρωί αποφάσισε να ξεκινήσει μια επανάσταση! Θα έβαζε φωτιά στον κόσμο και θα κατατρόπωνε την αδικία. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Το πουκάμισό του, δεν είχε πια κουμπιά. Πώς θα μπορούσε να ξυπνήσει τον επαναστατικό ζήλο στους ανθρώπους χωρίς κουμπιά στο πουκάμισό του; Φόρεσε μια και πήγε να αγοράσει ένα πουκάμισο μα κουμπιά. Όμως στα μαγαζιά που πήγε, διαπίστωσε πως είτε πουλούσαν κουμπιά είτε πουκάμισα. Αλλά πουκάμισα με κουμπιά ή κουμπιά με πουκάμισα, δεν πουλούσε κανείς. Αγχώθηκε. Η επανάσταση που οραματίστηκε κινδύνευε να μην ξεκινήσει καν. Απογοητευμένος πέρασε από ένα παλιατζίδικο. Κοίταξε λυπημένος τη βιτρίνα και το είδε! Ένα πουκάμισο με κουμπιά. Μπήκε και το αγόρασε αμέσως. Του έπεφτε λίγο μεγάλο αλλά δεν πείραζε. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει πια τις μάχες. Ετοιμάστηκε να εκφωνήσει τον πρώτο λόγο του, όταν διαπίστωσε κάτι που έμελλε να ακυρώσει κάθε σχέδιό του. Είχε βγει χωρίς παντελόνι. Αυτή ήταν η ιστορία μιας εκστρατείας που δεν ξεκίνησε ποτέ.

DEEP PURPLE – ARROGANT BOY

 


Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Οικοδόμηση

 


Ένας φιλόσοφος, περνώντας από μια οικοδομή είπε κάτι απαξιωτικό για τους οικοδόμους. Ένας οικοδόμος του ζήτησε το λόγο και τελικά ξέσπασε καυγάς. Ο οικοδόμος πήρε μια βαριοπούλα και την έφερε στο κεφάλι του φιλοσόφου ανοίγοντάς το. Ευθύς πέταξαν από μέσα χαρούμενες χιλιάδες φιλοσοφικές απόψεις και γνώμες οι οποίες βρίσκονταν εκεί αλυσοδεμένες. Ευχαρίστησαν τον οικοδόμο και κατευθύνθηκαν στο κοντινό λιμάνι για να πάρουν το πρώτο καράβι που θα έβρισκαν να φεύγει για κάποιο μακρινό ταξίδι. Κατά προτίμηση ήθελαν να πάνε στην Αυστραλία και από εκεί στα Νησιά Φίτζι. Ο φιλόσοφος όταν συνήλθε την άλλη μέρα στο νοσοκομείο, κατάλαβε πως δεν ήταν πια φιλόσοφος. Έπρεπε να αναζητήσει μια νέα ταυτότητα. Αποφάσισε πως μόλις θα ανάρρωνε θα ταξίδευε μέχρι την Αυστραλία. Ίσως να πήγαινε και στα νησιά Φίτζι. Η βαριοπούλα, η οποία ξεκίνησε όλον αυτόν τον ταξιδιωτικό παροξυσμό, έμεινε στα χέρια του οικοδόμου. Τέλος. 

The Neal Morse Band - Fully Alive

 


Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Το άγαλμα

 


Κάποτε σε ένα χωριό υπήρχε ένα αρχαίο άγαλμα. Γύρω του χτίστηκε η πλατεία και τα μαγαζιά του χωριού. Εκεί κάθονταν οι χωριανοί και έπιναν τον καφέ τους το πρωί. Διάβαζαν τα νέα στα κινητά τους και τα σχολίαζαν. Κανείς δεν ήξερε τι απεικόνιζε αυτό το άγαλμα. Κάποιον θεό, κάποιον ήρωα, κάποιον άλλον; Το μόνο σίγουρο ήταν πως ήταν το άγαλμα ενός άντρα. Όλο το χωριό ήταν περήφανο για το άγαλμα. Ένα πρωινό Κυριακής, καθώς είχαν μαζευτεί οι χωριανοί στο καφενείο, στη πλατεία του χωριού, δίπλα στο άγαλμα, έτυχε να περάσει ένας αδέσποτος σκύλος από εκεί. Στάθηκε δίπλα στο άγαλμα, σήκωσε το πίσω πόδι του και κατούρησε τη βάση του αγάλματος. Ξάφνου όλοι σώπασαν και κοίταξαν τον αδέσποτο σκυλάκο. Φάνηκε σαν ο αέρας να έγινε βαρύς. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ησυχίας σήκωσα το χέρι μου και ζήτησα από τον καφετζή μία μπύρα. Όλοι απόρησαν που θα έπινα τόσο νωρίς μπίρα. Ο σκύλος με κοίταξε, ρεύτηκε και προχώρησε ήσυχα προς τα δέντρα που περικύκλωναν το χωριό. Χάθηκε μέσα τους και δεν τον ξανάδαμε. Αυτή ήταν η ιστορία. 

Sonata Arctica - The Ruins of my Life

 


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Λογιστική

 


Βρέθηκα με μια παλιά φίλη. Λογίστρια. Μόλις συναντηθήκαμε μου έδωσε το χέρι της κι εγώ άφησα δύο τραπουλόχαρτα ανάμεσα στα δάκτυλά της. Εκείνη βάλθηκε να κάνει υπολογισμούς σαν καλή λογίστρια. Δεν κατόρθωσε όμως να βρει το ισοζύγιο μια που ενόσω υπολόγιζε, τα τραπουλόχαρτα έγιναν πεταλούδες και πέταξα κυκλικά γύρω από το κεφάλι της, ζαλίζοντάς την. Καθίσαμε σε μια καφετέρια και παραγγείλαμε τους καφέδες. Ο σερβιτόρος τους έφερε και με εξαιρετική μαεστρία τους ακούμπησε στο παραδίπλα τραπέζι. Δυο γάτες που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα τύλιξαν τις ουρές τους και απότομα τις ξετύλιξαν ώστε αυτές σαν έλικες να τις βοηθήσουν να αιωρηθούν και να προσγειωθούν στο τραπέζι με τους καφέδες. Σηκώθηκα, πήρα τις γάτες, κράτησα μία και πρόσφερα την άλλη στη φίλη μου. Εκείνη πήρε το κινητό της και έστειλε ένα μήνυμα. Μα δεν έγινε δυνατή η αποστολή επειδή οι πεταλούδες που εν τω μεταξύ ξαναγύρισαν, έκαναν παρεμβολές στο σήμα. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησα και συνειδητοποίησα πως ήταν νύχτα και εγώ βρισκόμουν στο κρεβάτι μου. Σηκώθηκα και πήγα στη κουζίνα. Άνοιξα το ψυγείο και βρήκα μέσα ισολογισμούς. Το έκλεισα, τοποθέτησα δύο προωθητικούς πυραύλους στη βάση του και το εκτόξευσα προς το φεγγάρι. Θα έκανα καιρό να ξαναδώ τη φίλη μου.

THE FLOWER KINGS - The Great Pretender

 


Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Κλειστόν

 


Ο ήρωας προηγούμενης ιστορίας, τον οποίο κουτσούλησε ένα πουλί, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε τούτη την ιστορία, από φόβο μήπως ξαναπάθει το ίδιο. Τον διαβεβαίωσα πως κάτι τέτοιο αποκλείεται να συμβεί μα δεν πείστηκε. Με όλη αυτή τη φασαρία, θίχτηκαν τα πουλιά των προηγούμενων ιστοριών και έφυγαν από τη σημερινή ιστορία. Έτσι απέμειναν μόνο μία γάτα που περιμένει ταξί, ένας εξαφανισμένος κιμάς και ένα σμήνος μέλισσες. Πώς να γράψει κάποιος ιστορία με αυτά μόνο; Σήμερα δεν έχει λοιπόν διήγημα.

Avantasia - Let the Storm Descend Upon You

 


Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ο κιμάς

 


Γύρισε πεινασμένη στο σπίτι. Έβρασε μακαρόνια κι έφτιαξε μια σάλτσα με κιμά. Αφού τα άφησε να κρυώσουν λίγο σέρβιρε το πιάτο. Πρώτα τα μακαρόνια, από πάνω τον κιμά και στο τέλος έτριψε τυρί. Πήρε το πηρούνι και το τοποθέτησε στα δεξιά του πιάτου. Έβαλε αναψυκτικό στο ποτήρι της και κάθισε να φάει. Κοιτώντας, όμως, το πιάτο της, είδε πως ο κιμάς είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε παντού. Κάτω από το τραπέζι, στο ντουλάπι με τα όσπρια και τις κονσέρβες, στο ψυγείο, στο σαλόνι κάτω και πίσω από τον καναπέ, στο κρεβάτι κάτω από τα στρώματα(εκεί τον είχε βρει την τελευταία φορά που το είχε σκάσει), στο μπάνιο, στη μικρή αποθήκη του σπιτιού, παντού. Μάταια όμως. Δεν τον βρήκε πουθενά. Βγήκε στο μπαλκόνι της και κοίταξε ψηλά. Χελιδόνια σχημάτιζαν περίεργα σχήματα πετώντας. Πιο πέρα ένα κοράκι κάπνιζε το πούρο του απολαμβάνοντας τον μεσημεριάτικο αέρα. Μια γάτα, κάτω στον δρόμο, έβριζε ένα ταξί που δε σταμάτησε όταν του έκανε σήμα. Μπήκε ξανά μέσα και κάθισε στο τραπέζι. Αποφάσισε να φάει τα μακαρόνια της μόνο με τυρί. Αλλά και αυτό είχε εξαφανιστεί. Όπως και τα μακαρόνια. Τώρα θα έπρεπε να μαγειρέψει κάτι άλλο. 

Liquid Tension Experiment - Acid Rain


 

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Αληθινή ιστορία

 


Ένα βράδυ, στο καφενείο του χωριού εγώ κι ο φίλος μου ο Γιώργος, αποφασίσαμε, ανάμεσα στα άλλα πιάτα, να παραγγείλουμε και μία ομελέτα. Αφού φάγαμε για κάμποση ώρα, έμεινε ένα τελευταίο κομμάτι ομελέτα. Σήκωσα το πηρούνι μου και ανακήρυξα το κομμάτι δικό μου. Ο Γιώργος γέλασε και έκανε να καρφώσει το κομμάτι με το πηρούνι του. Τότε εγώ, με το δικό μου πηρούνι, του κάρφωσα το δείκτη του χεριού του. Όση ώρα κουνούσε το χέρι του στον αέρα μπας και φύγει ο πόνος (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι νομίζουμε ότι θα φύγει ο πόνος με το κούνημα), εγώ σκούπισα το πηρούνι μου, κάρφωσα το τελευταίο κομμάτι ομελέτα και το έφαγα. Το ανθρώπινο αίμα δίνει μία μάλλον δυσάρεστη γεύση στην ομελέτα. Γι' αυτό σκούπισα το πηρούνι. Εκτός αν είσαι κανίβαλος ή ζόμπι. Αλλά μάλλον δεν είμαι. Αυτά για σήμερα.

Είμαι η Νύχτα - Joyce Mansour

 

https://www.poetryfoundation.org/poets/joyce-mansour

Είμαι η νύχτα

η νύχτα του διαστήματος παγωμένη από την κρύα βλακεία του φεγγαριού

Είμαι το χρήμα

Το χρήμα που παράγει χρήμα χωρίς να ξέρει γιατί

Είμαι ο άνθρωπος

Ο άνθρωπος που πατά τη σκανδάλη πυροβολώντας το αίσθημα

για να ζήσει καλύτερα

-

I am the night

This night of space frozen by the cold idiocy of the moon.

I am money

Money that makes money without knowing why.

I am man

Man who pulls the trigger and shoots emotion

To live better.

Gamma Ray - Heaven Can Wait

 


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Και ο Κοέλιο πέθανε...

 


Η Μαρία ξύπνησε το πρωί, πήγε στη τουαλέτα, πλύθηκε, έφτιαξε καφέ και κάθισε στην κουζίνα. Ήπιε τον καφέ της, ντύθηκε και βγήκε για ψώνια. Καθώς προχωρούσε, μια δεκαοχτούρα την κουτσούλησε. Σήκωσε το κεφάλι της και έβρισε το ανάγωγο πτηνό. Εκείνο απάντησε με μια δεύτερη κουτσουλιά που την βρήκε στο μέτωπο. Ένας περαστικός, της έδωσε ένα υγρομάντηλο για να καθαριστεί. Το πήρε, τον ευχαρίστησε ευγενικά και καθάρισε τις κουτσουλιές από το μέτωπο και το πανωφόρι της. Μετά από λίγο, η δεκαοχτούρα κουτσούλησε τον περαστικό που είχε δώσει το υγρομάντηλο στη Μαρία. Αυτός έψαξε να βρει άλλο ένα υγρομάντηλο για να καθαριστεί αλλά το τελευταίο του το είχε δώσει. Η δεκαοχτούρα πέταξε μακριά ευχαριστημένη και η Μαρία είχε ήδη μπει στο σούπερ μάρκετ. Ο περαστικός έμεινε να καταριέται το σύμπαν και τις συνωμοσίες του. Ο Κοέλιο πέθανε μέσα του. 

HELLOWEEN - A Little Is A Little Too Much

 


Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Τρίτη φορά αυτόν το μήνα...

 


Είχε νυχτώσει όταν γύρισε πια σπίτι του. Κουρασμένος και γεμάτος χώματα, τίναξε το παντελόνι του και τα παπούτσια του πριν μπει μέσα. Άνοιξε τη πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια του και προχώρησε προς το σαλόνι. Πήγε στην κουζίνα και βρήκε τη γυναίκα του να πλένει δυο πιατάκια και μία κούπα. Τη χαιρέτισε με ένα νεύμα κι εκείνη ανταπέδωσε σιωπηλά. Πήγε στη κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις παντόφλες του και πήρε μια αλλαξιά εσώρουχα και πιτζάμες. Στη συνέχεια μπήκε στο μπάνιο για να πλυθεί. Η γυναίκα του σκούπισε τα χέρια της με μια πετσέτα και πήγε στο σαλόνι. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και πληκτρολόγησε έναν αριθμό. Στο τρίτο χτύπημα μια βαριά αντρική φωνή απάντησε. Η γυναίκα τότε είπε: "Γραφείο κηδειών εκεί; Πάλι σηκώθηκε. Τρίτη φορά αυτόν το μήνα. Ναι, κάνει μπάνιο τώρα. Φέρτε ένα καλύτερο φέρετρο αυτή τη φορά. Να κλείνει καλύτερα. Και να ρίξετε περισσότερο χώμα από πάνω".

Threshold - Sunseeker

 


Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Σταματώντας τον χρόνο

 


Μετά από καιρό ενδελεχούς μελέτης, τα κατάφερε! Βρήκε τον τρόπο να σταματήσει το χρόνο. Θα κάρφωνε όλους τους δείκτες των ρολογιών! Θα ξεκινούσε πρώτα από τα δημόσια ρολόγια των κτιρίων και των εκκλησιών και μετά ένα προς ένα θα κανόνιζε και τα ρολόγια των σπιτιών και των χεριών!

Ξεκίνησε με ζήλο τη δουλειά του. Προσεκτικά κινήθηκε από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα. 

Κι αφού τελείωσε με τα ρολόγια των κτιρίων, άρχισε τα ιδιωτικά ρολόγια. Σπίτι με σπίτι, χέρι με χέρι. 

Τελικά τα κατάφερε! Σταμάτησε όλους τους δείκτες σε όλο τον κόσμο! Σταμάτησε τον χρόνο. Χρειάστηκαν χρόνια και χρόνια δουλειάς αλλά τα κατάφερε! 

Γύρισε θριαμβευτικά στο σπίτι του. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του. Άκουσε έναν περαστικό έξω από το παράθυρό του. Άνοιξε το παράθυρο και του φώναξε. Τον ρώτησε τι ώρα είναι, έτσι για να επιβεβαιώσει τον θρίαμβό του. Εκείνος κοίταξε το ρολόι στον καρπό του χεριού του και του απάντησε. 

Μόλις είδε το ρολόι του περαστικού χλόμιασε. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια προσπάθειας, κάποιος είχε ανακαλύψει το ψηφιακό ρολόι...

Danzig - How the Gods Kill

 


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Μέλισσες στο διάστημα

 


Κάποια μέρα ένα κυνηγός, καθώς περπατούσε προσεκτικά στο δάσος γυρεύοντας κάποιο θήραμα, έφτασε σε ένα ξέφωτο. Εκεί μια όμορφη κοπέλα μάζευε λουλούδια. Κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα. Λίγο πιο πέρα, ένα σμήνος αγριομέλισσες αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι για το διάστημα. Κανείς δεν ξέρει αν έφτασαν στον προορισμό τους. Ούτε ο κυνηγός ούτε και η κοπέλα ενδιαφέρθηκαν να μάθουν. 

Αντιπαράθεση

 


Έτυχε κάποτε ν' απολυθεί κάποιος από τη δουλειά του κι εκεί που πήγαινε στον δρόμο, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν που είχε αγοράσει μια φρατζόλα γλυκό ψωμί και πήγαινε στο σπίτι του. 

Αυτό είναι όλο. 


Δανιήλ Χαρμς - Βρέχει γριές και άλλες ιστορίες - εκδ. Κοβάλτιο

Calexico - Alone Again Or

 


Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Το αναψυκτικό



Μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε τη πόρτα πίσω. Σκούπισε τον ιδρώτα και έβγαλε τα παπούτσια. Επιτέλους θα ξεκουραζόταν. Άκουσε έναν ήχο περίεργο από τη κρεβατοκάμαρα. Πνιχτό, έντονο μα και τρυφερό. Περπάτησε αργά, διστακτικά σχεδόν. Μπήκε μέσα ανοίγοντας την πόρτα και έβγαλε ένα "ουπς". 

Ένα ζευγάρι μπλεγμένο σε ερωτικές περιπτύξεις. Κοίταξε με σαστιμάρα, κοίταξαν με έκπληξη. Το περιβάλλον γνώριμο μα διαφορετικό. Το κρεβάτι ξένο και οι τοίχοι σε άλλο χρώμα βαμμένοι. Είχε μπει σε λάθος διαμέρισμα ξανά. Η παραβίαση κλειδαριών είχε γίνει δεύτερη φύση πια.

Γύρισε να φύγει ζητώντας συγγνώμη, χαμογελαστά κι αμήχανα. Έμειναν να κοιτούν αποσβολωμένοι. Πριν φύγει έκανε μια στάση στη κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο, κοίταξε ξύνοντας το κεφάλι, πήρε ένα κουτί αναψυκτικό και έφυγε. Και η κλοπή είχε γίνει δεύτερη φύση.

Ευτυχώς οι γείτονες έδειχναν πια μια κάποια κατανόηση...

Άνεμος, νερό, πέτρα - Octavio Paz

 


https://www.poetryfoundation.org/poems/58334/wind-water-stone

Το νερό σκάβει την πέτρα,
ο άνεμος σκορπά το νερό,
η πέτρα σταματά τον άνεμο.
Νερό, άνεμος, πέτρα.

Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
η πέτρα είναι ένα κύπελλο νερού,
το νερό δραπετεύει και γίνεται άνεμος.
Πέτρα, άνεμος, νερό.

Ο άνεμος τραγουδά στο στριφογύρισμά του,
το νερό ψιθυρίζει καθώς περνά,
η ακίνητη πέτρα μένει ακίνητη.
Άνεμος, νερό, πέτρα.

Το καθένα είναι το άλλο και κανένα:
διασταυρώνονται και χάνονται
μέσα από τα άδεια ονόματά τους:
νερό, πέτρα, άνεμος.

-----

Water hollows stone,

wind scatters water,

stone stops the wind.

Water, wind, stone.


Wind carves stone,

stone's a cup of water,

water escapes and is wind.

Stone, wind, water.


Wind sings in its whirling,

water murmurs going by,

unmoving stone keeps still.

Wind, water, stone.


Each is another and no other:

crossing and vanishing

through their empty names:

water, stone, wind.


Birdeatsbaby - The Trouble

 


Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Μανιφέστο!

 


Τις φόρμες δεν τηρώ

μήτε μέτρο με νοιάζει

μου φτάνει ό,τι γράφω

κάποιον να ταράζει

-

Να ντύνεται με μουσική

που παίζει στο μυαλό μου

και τον κάθε ειδικό

να κάνει αντίπαλό μου

-

Να γράφω θέλω μοναχά

η κούτρα τι κατεβάζει

και θα 'τανε ιδανικό

τα νεύρα σας να σπάζει!