Συναντηθήκαμε πρόσφατα μετά από καιρό. Καθίσαμε σε μια καφετέρια. Το έφερε η κουβέντα και της είπα πως είναι ακόμα πολύ όμορφη όπως παλιά. Δε με πίστεψε. Συνέχισε να λέει πως δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Τότε πέρασα το χέρι μου μπροστά από το πρόσωπό μου και αυτό μετατράπηκε σε καθρέφτη. "Ορίστε, δε και μόνη σου!" της είπα. Κοίταξε και τα μάγουλά της κοκκίνησαν. Το βλέμμα της χαμήλωσε κι ένα χαμόγελο εμφανίστηκε αχνό στα χείλη της. Μια πεταλούδα προσγειώθηκε στα μαλλιά της κι έγινε κορδέλα. Της πήγαινε πολύ. Μπροστά στα μάτια μου μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Ξάφνου μια σταγόνα νερού έπεσε στο πρόσωπό μου και ο καθρέφτης εξαφανίστηκε. Άρχισε να βρέχει. Με πλησίασε ένας υπάλληλος του ενυδρείου και ακούμπησε το χέρι του επάνω μου. "Ώρα να πηγαίνουμε", μου είπε. Πλήρωσα τους καφέδες, χαμογέλασα με τρόπο που τα δόντι μου να μη φανούν απειλητικά, κούνησα την κροκοδειλίσια ουρά μου και τον ακολούθησα στο βυτίο που είχε παρκάρει λίγο πιο κάτω. Βούτηξα στο νερό, έβαλε μπρος στη μηχανή και φύγαμε. Η φίλη μου με χαιρετούσε καθώς απομακρυνόμασταν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου