Ήταν αργά το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξα με μισό μάτι. Τι να θέλουν τέτοια ώρα; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, το τηλέφωνο είχε χτυπήσει και το πρωί, και λίγο πριν το μεσημέρι και μετά προς το απόγευμα χωρίς να το σηκώσω. Οπότε ήταν κάπως λογικό να χτυπά και τώρα. Αποφάσισα να το αγνοήσω και πάλι. Έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το ποτήρι μου με νερό όταν ήρθε ο σκύλος μου κρατώντας το τηλέφωνο στα δόντια του. Αποφάσισα να το σηκώσω το αναθεματισμένο, αφού τόσο πολύ επέμενε που έβαλε τον σκύλο μου να το φέρει σε μένα, αλλά τα σάλια του συμπαθούς τετράποδου το βραχυκύκλωσαν μάλλον, με κάποιον τρόπο, και έκλεισε. Χαμογέλασα και ήπια το νερό μου. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγη βραδινή δροσιά. Με το που άνοιξα όμως, δεκάδες κινητά τηλέφωνα που είχαν κουρνιάσει στα καλώδια του ρεύματος, απέναντι από το παράθυρό μου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα. Εκείνη την ώρα το δικό μου κινητό, που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, άνοιξε ξανά, άρχισε να χτυπάει και πετώντας βγήκε από το παράθυρο. Πήγε και έκατσε μαζί με τα άλλα κινητά, χτυπούσε μαζί τους για κάμποση ώρα και μετά ξαναμπήκε στο σπίτι από το ίδιο παράθυρο. Έκτοτε είναι ήσυχο στο κομοδίνο. Αυτή ήταν η ιστορία. Δεν έχει άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου