Όλοι είπαν πως εξαφανίστηκε. Πως ήταν ένα αερικό, ένα φάντασμα και σαν τέτοιο χάθηκε. Ήταν ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό. Τα αστέρια έλαμπαν εκεί ψηλά μα δεν μπορούσαν να φωτίσουν τους δρόμους και τα σοκάκια. Ούτε και οι λάμπες έκαναν καλή δουλειά εκείνη την περίεργη νύχτα. Τότε ήταν που εξαφανίστηκε. Σαν να τον κατάπιε το σκοτάδι, είπαν. Μόνο ένας γέρος που καθόταν δίπλα σε μια φωτιά κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι του, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες. "Δε χάθηκε ξαφνικά. Ξεθώριασε σιγά σιγά. Προσπαθούσε, ένας Θεός ξέρει πόσο. Ήταν εδώ, έτρεχε εκεί, έκανε ό,τι μπορούσε. Κανένας μας όμως δε στάθηκε μια στιγμή να τον ακούσει. Να αισθανθεί τις σκέψεις του, να νιώσει τις λύπες του. Κανένας μας δε νοιάστηκε. Ούτε κι εγώ. Ούτε όταν πρόσεξα ότι άρχισε να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται ξαφνικά. Σιγά σιγά σβήνουν. Είτε επειδή εμείς τους θεωρούμε δεδομένους και τους ξεχνάμε είτε επειδή εκείνοι θέλουν να μας ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Έγινε αερικό και στοιχειό, δεν ήταν από την αρχή". Αυτά τα λόγια είπε ο γέρος κι έφυγε για το σπίτι του. Οι υπόλοιποι κουνήσαν τα κεφάλια τους. "Πάει αυτός, το 'χασε" είπαν και ο καθένας συνέχισε να ασχολείται με τα δικά του. Κι εγώ έβαλα τελεία στην ιστορία μου στα λόγια του γέρου και όχι των υπολοίπων.
