Καθόμουν στο μπαλκόνι μου και απολάμβανα τη δροσερή βραδιά πίνοντας τεκίλα. Είχα γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και είχα κλείσει τα μάτια μου. Ένιωσα κάτι να ακουμπάει τη μύτη μου. Ανοίγοντας τα μάτια μου είδα μια πεταλούδα της νύχτας. "Έι σκώρε, δε φεύγεις από εκεί πριν σε κοπανήσω;" γκρίνιαξα. Αυτή πετάρισε χαρούμενα και ξανακάθισε στη μύτη μου χασκογελώντας. Σηκώθηκα και κούνησα τα χέρια μου σαν μαριονέτα που τις μπλέχτηκαν τα νήματα. Αυτή πέταξε πάνω από το κεφάλι μου χαχανίζοντας και έπειτα προσγειώθηκε στο χείλος του ποτηριού μου. Άπλωσε την προβοσκίδα της και ρούφηξε κάμποση τεκίλα. Έκανα να τη διώξω, αυτή πέταξε και τελικά έριξα το ποτήρι. Καθώς πετούσε μακριά μου φώναξε "αντίος αμίγκο" και χάθηκε στο σκοτάδι. Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Να μου φώναζε "άστα λα βίστα" με φωνή Σβαρτζενέιγκερ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου