Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Αναρχισμός και η ιδέα του Ιησού στον William Blake



https://theanarchistlibrary.org/library/chris-hobson-anarchism-and-william-blake-s-idea-of-jesus

Chris Hobson


Ο Άγγλος ποιητής και ζωγράφος William Blake (1757–1827) άφησε πίσω του ένα σώμα έργων εκπληκτικής ομορφιάς: εικαστικά δημιουργήματα που κόβουν την ανάσα και ποίηση συγκλονιστική, αν και ενίοτε δυσνόητη. Μεγάλο μέρος του έργου του πραγματεύεται τη θρησκεία, ενώ ένα άλλο σημαντικό μέρος του συνδέεται με τους επαναστατικούς αγώνες της εποχής του: την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, το βρετανικό ριζοσπαστικό κίνημα της δεκαετίας του 1790 και, αργότερα, το αναπτυσσόμενο εργατικό και συνταγματικό κίνημα της Βρετανίας κατά τα έτη 1810–1820.


Στα σημαντικότερα ποιητικά έργα του Μπλέικ, τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα και σπουδαία εικαστικά δημιουργήματα, καθώς περιλαμβάνουν δικές του εικονογραφήσεις, συγκαταλέγονται τα ποιήματα που συγκεντρώθηκαν στις Άσματα Αθωότητας και Εμπειρίας (1789–1794), σύντομα αφηγηματικά έργα όπως Το Βιβλίο του Ουριζέν, Η Αμερική: Μια Προφητεία και Η Ευρώπη: Μια Προφητεία, όλα γραμμένα κατά τη δεκαετία του 1790, καθώς και τρία εκτενή και σύνθετα αφηγηματικά ποιήματα: Οι Τέσσερις Ζώες (1797–1807), Μίλτον (1804–1818) και Ιερουσαλήμ (1804–1820).


Το παρόν άρθρο πραγματεύεται την αντίληψη του Μπλέικ για τον Ιησού και τη σχέση της με τον επαναστατικό αναρχισμό.


Τι δουλειά έχει, θα μπορούσε να αναρωτηθεί ένας δύσπιστος αναγνώστης, ένα άρθρο για τον Ιησού σε ένα «Περιοδικό Αναρχισμού και Ελευθεριακού Σοσιαλισμού»;


Η πιο προφανής απάντηση είναι ότι ασύγκριτα περισσότεροι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους —ή τουλάχιστον προσπαθούν να τη ζήσουν— σύμφωνα με κάποια αντίληψη για το τι πίστευε ο Ιησούς, παρά σύμφωνα με οποιαδήποτε αντίληψη για όσα πίστευαν οι αναρχικοί, οι μαρξιστές ή οι σοσιαλιστές. Πέρα από αυτό, η αντίληψη του Μπλέικ για τον Ιησού περιλαμβάνει απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με το πώς μπορεί να δημιουργηθεί και να βιωθεί μια ελεύθερη κοινωνία. Πρόκειται για ερωτήματα καίριας σημασίας για τους αναρχικούς —αλλά και για τους αξιοπρεπείς μαρξιστές και σοσιαλιστές— στα οποία καμία από αυτές τις πολιτικές παραδόσεις δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα ιδιαίτερα ικανοποιητικές απαντήσεις.


Για να προαναγγείλω όσα θα αναπτύξω στη συνέχεια, ο Μπλέικ απαντά στους μαρξιστές και σε όσους επηρεάζονται από τον μαρξισμό λέγοντας εξαρχής, χωρίς περιστροφές, ότι ένας νέος κόσμος δεν είναι προκαθορισμένος από κάποια αναπόφευκτη ιστορική διαδικασία —με τους όρους του Μπλέικ, από ένα θεϊκό σχέδιο— και ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί ούτε από μια επαναστατική μειοψηφία ούτε από ένα καλοπροαίρετο κράτος. Μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από την πλειονότητα των ανθρώπων, και μάλιστα μόνο εφόσον αυτοί εμπνέονται από την ηθική, την αγάπη και την αμοιβαία αυτοθυσία. Αυτό που ο Μπλέικ αποκαλεί «Μυστηριακή / Προσφορά του Εαυτού για τον Άλλον» (Ιερουσαλήμ, 96:20–21).


Η σημασία του Μπλέικ για τους αναρχικούς είναι κάπως διαφορετική. Η πίστη του σε μια αυτορρυθμιζόμενη κοινότητα, εντελώς απαλλαγμένη από κάθε κυβέρνηση, καθώς και η απόρριψη της δικτατορίας, αποτελούν αναρχικές πεποιθήσεις. Ο χριστιανισμός του, ωστόσο, είναι πολύ λιγότερο αναρχικός, τουλάχιστον σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη. Δεν ήταν ανέκαθεν εχθρικοί οι αναρχικοί απέναντι στην παθητικότητα, την προσήλωση σε έναν άλλο κόσμο και την εξάρτηση από μια υπερβατική αυθεντία, στοιχεία που συνήθως συνδέουμε με τον χριστιανισμό; Ο χριστιανισμός του Μπλέικ, όμως, είναι εντελώς διαφορετικός. Και ειδικότερα, η δική του αντίληψη για τον Ιησού είναι ακριβώς αυτό που έχει να προσφέρει στους αναρχικούς, αλλά και στους ελευθεριακούς γενικότερα.


Οι αναρχικοί πιστεύουν σε μια κοινότητα αδελφοσύνης, παρόμοια με εκείνη των υποτιθέμενων πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Έχουν, ωστόσο, απορρίψει τη θρησκεία ως συνεκτικό δεσμό μιας τέτοιας κοινότητας. Πιστεύουν, αντίθετα, ότι η απελευθερωμένη ανθρώπινη επιθυμία, όταν απαλλαγεί από τα δεσμά του κράτους και των καταπιεστικών κοινωνικών τάξεων, μπορεί να δημιουργήσει και να διατηρήσει αυτή την κοινοτική κοινωνία.


Η αντίληψη του Μπλέικ είναι διαφορετική: για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο απαιτούνται η αμοιβαία αγάπη και, ακόμη, η πίστη, τις οποίες συνοψίζει στην ιδέα του για τον Ιησού. Οι αναρχικοί που ενδιαφέρονται για το ζήτημα της δημιουργίας και της διατήρησης μιας ελεύθερης κοινωνίας δεν είναι απαραίτητο να ασπαστούν τη θρησκεία ή την αντίληψη του Μπλέικ για τον Ιησού. Χρειάζεται, όμως, να κατανοήσουν τι προσφέρει αυτή η αντίληψη, κάτι που απουσιάζει από την παραδοσιακή αναρχική σκέψη.


Η αντίληψη του Μπλέικ για τον Ιησού προσφέρει επίσης απαντήσεις σε ορισμένα πιο συγκεκριμένα πολιτικά προβλήματα. Ένα από αυτά είναι το ερώτημα γιατί θα πρέπει να γίνει επανάσταση εξαρχής. Δεν αναφέρομαι σε ζητήματα όπως το είδος των οργανώσεων ή των ένοπλων δυνάμεων που απαιτούνται. Το ερώτημα είναι μάλλον γιατί εκατομμύρια άνθρωποι να είναι πρόθυμοι να αγωνιστούν σε όλη τους τη ζωή και, εφόσον χρειαστεί, να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους για ένα ιδανικό που μπορεί να μη γίνει ποτέ πραγματικότητα.


Οι μαρξιστές τείνουν να απαντούν σε αυτό το ερώτημα επικαλούμενοι την πίστη στο αναπόφευκτο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Οι αναρχικοί, από την άλλη, θεωρούν ότι οι φλόγες της εξέγερσης σιγοκαίνε πάντοτε κάτω από τα καλύμματα των κοινωνικών συμβάσεων και της κρατικής καταστολής. (Αναγνωρίζω ότι υπεραπλουστεύω, ακόμη και ότι γελοιογραφώ σε κάποιο βαθμό, τόσο την αναρχική όσο και τη μαρξιστική σκέψη γύρω από αυτά τα ζητήματα. Πιστεύω, ωστόσο, ότι αυτή η σχηματική παρουσίαση εντοπίζει πραγματικές τάσεις και στις δύο παραδόσεις.)


Αυτές οι απαντήσεις δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές. Η εμπειρία μάς έχει δείξει ότι, σε περιόδους οξείας κρίσης, οι άνθρωποι έχουν συχνά στραφεί στον φασισμό, τον ρατσισμό, τον ολοκληρωτικό μαρξιστικό κρατισμό ή τη θρησκευτική παθητικότητα αναζητώντας λύσεις. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους προνομιούχους εργαζομένους και τα μεσαία στρώματα, αλλά και τους ίδιους τους καταπιεσμένους εργάτες. Οι άνθρωποι δεν είναι από τη φύση τους αντιεξουσιαστές, όπως επίσης δεν είναι προορισμένοι να αναγνωρίζουν τα υποτιθέμενα ταξικά τους συμφέροντα.


Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται οι διαφωνίες σε μια μελλοντική κοινωνία. Και εδώ δεν αναφέρομαι σε επιμέρους ζητήματα, όπως ο τρόπος οργάνωσης των συνεταιρισμών, αλλά σε βαθύτερα ερωτήματα. Γιατί, μακροπρόθεσμα, οι συνεργατικές και εξισωτικές μορφές ζωής θα επικρατήσουν έναντι του ανταγωνισμού, του ρατσισμού και της σεξουαλικής καταπίεσης; Με ποιον τρόπο θα μπορεί μια ελεύθερη κοινωνία να διαχειρίζεται τις διαφωνίες, τόσο για πρακτικά ζητήματα όσο και για θεμελιώδεις αρχές, χωρίς την ύπαρξη μιας καταναγκαστικής κυβέρνησης;


Οι μαρξιστές έχουν υποθέσει ότι ένα παντοδύναμο κομματικό κράτος θα επιλύει αυτά τα ζητήματα μέχρι να πραγματοποιηθεί, σε κάποιον απροσδιόριστο χρόνο, η μετάβαση στον ακρατικό κομμουνισμό. Οι αναρχικοί, αντίθετα, έχουν θεωρήσει ότι δεν θα προκύπτουν πραγματικά προβλήματα, καθώς η συνεργασία, τουλάχιστον στα σημαντικότερα ζητήματα, θα είναι κάτι το φυσικό μόλις καταργηθεί το κράτος. Και αυτές, ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές απαντήσεις.


Οι απαντήσεις του Μπλέικ είναι διαφορετικές. Στο πρώτο ερώτημα —γιατί να αγωνιστεί κανείς για μια ολοκληρωτική κοινωνική αλλαγή— ο Μπλέικ απαντά μέσω της προφητικής μορφής του Λος ότι η αγάπη, εφόσον υπάρχει κάτι ικανό να το κάνει, θα είναι εκείνη που θα παρακινήσει τους ανθρώπους στις αναγκαίες υπέρτατες πράξεις αυτοθυσίας και αφοσίωσης:


«Θα μπορούσα, αν το ήθελα, να περιπλανιέμαι στους Κήπους της μακαριότητας·

Μα οι οδύνες της αγάπης με τραβούν προς τα κάτω, στα σπλάχνα μου...

... Ω Άλμπιον! Αδελφέ μου!

Η φθορά εμφανίζεται στα μέλη σου, και ποτέ πια

Δεν μπορώ να σηκωθώ και να φύγω από το πλευρό σου».

(Ιερουσαλήμ, 82:82–83:2)


Στο δεύτερο ζήτημα, η απάντηση του Μπλέικ είναι ότι η κοινωνία θα αυτοδιοικείται μέσα από τον ανοιχτό διάλογο, εφόσον οι άνθρωποι καταφέρουν να απαλλαγούν από τις πνευματικές και διανοητικές παραμορφώσεις που έχουν υποστεί κατά την προηγούμενη ζωή τους. Η αντίληψή του για τον Ιησού διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και οι δύο αυτές διαδικασίες.

Το ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον του Μπλέικ

Για να κατανοήσουμε την αντίληψη του Μπλέικ για τον Ιησού και το πώς αυτή μπορεί να μας μιλήσει σε εποχές πολύ διαφορετικές από τη δική του, χρειάζεται να γνωρίζουμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία.


Ο Μπλέικ ενηλικιώθηκε σε μια επαναστατική περίοδο, η οποία ήταν ταυτόχρονα και εποχή έντονου λαϊκού αποκαλυπτικού θρησκευτικού αισθήματος. Η Αμερικανική Επανάσταση ξεκίνησε όταν ο Μπλέικ ήταν δεκαοκτώ ετών. Ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι Βρετανοί ριζοσπάστες, υποστήριξε τους Αμερικανούς —όπως, διακόσια χρόνια αργότερα, οι Αμερικανοί ριζοσπάστες θα υποστήριζαν τους Βιετναμέζους στον πόλεμο του Βιετνάμ.


Όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, ο Μπλέικ ήταν τριάντα δύο ετών. Και πάλι, οι περισσότεροι Βρετανοί ριζοσπάστες τάχθηκαν υπέρ της επαναστατικής υπόθεσης, μαζί τους και ο ίδιος.


Κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέσης ηλικίας του, η Αγγλία βρισκόταν σε πόλεμο με τη Γαλλία (1792–1815). Αρχικά, επρόκειτο για έναν πόλεμο επέμβασης εναντίον της Γαλλικής Δημοκρατίας και, στη συνέχεια, για μια διακρατική ιμπεριαλιστική σύγκρουση με τη ναπολεόντεια Γαλλία.


Ο Μπλέικ θεωρούσε τον πόλεμο, τουλάχιστον κατά την ύστερη φάση του, σατανική συνωμοσία της Αγγλίας από κοινού με τη Γαλλία, την οποία ενορχήστρωναν «Συγκεντρωμένες Συνελεύσεις κακών ανθρώπων» —μεταξύ άλλων, το βρετανικό κοινοβούλιο—, «σε βλάσφημη ένωση / Εναντίον της θείας εικόνας». Η θεία εικόνα, για τον Μπλέικ, ήταν η ανθρώπινη μορφή: οι άνδρες και τα αγόρια, ακόμη και δώδεκα ετών, που υπηρετούσαν στους στρατούς και τα ναυτικά και των δύο χωρών. (Οι Τέσσερις Ζώες, 104:29–30).


Όταν ο Μπλέικ βρισκόταν πλέον στη δεκαετία των εξήντα, η βρετανική κυβέρνηση δολοφόνησε έντεκα άοπλους διαδηλωτές και τραυμάτισε περισσότερους από τετρακόσιους στη σφαγή του Πίτερλου, στις 16 Αυγούστου 1819.


Η δύναμη του «Σατανά» έμοιαζε απεριόριστη. Ο Μπλέικ, ωστόσο, πίστευε βαθιά ότι κάποια μέρα ο Άλμπιον —η προσωποποίηση του βρετανικού λαού στο έργο του— θα βυθιζόταν στα «Καμίνια της Θλίψης». Τα καμίνια αυτά παρέπεμπαν τόσο στους πραγματικούς χώρους εργασίας όσο και στους συμβολικούς τόπους του ανθρώπινου πόνου. Εκεί, ο Άλμπιον θα αφύπνιζε τις «Πόλεις και τις Κομητείες» του, ώστε να διαλύσουν τα νέφη της τυραννίας και της καταπίεσης. (Ιερουσαλήμ, 96:35, 33).


Στην κορύφωση του αγγλικού ριζοσπαστικού κινήματος της δεκαετίας του 1790, το οποίο άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στα γραπτά του Μπλέικ, το Λονδίνο έβραζε από την αναταραχή εναντίον της κυβέρνησης και της μοναρχίας, αλλά και από κάθε λογής κοινωνικούς και θρησκευτικούς προβληματισμούς.


Στις μπυραρίες και τις ταβέρνες, οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με τα λόγια του ιστορικού Iain McCalman, «μια κοινωνική μεθόριο ανάμεσα στους αξιοσέβαστους και τους περιθωριακούς... τα λαϊκά αντίστοιχα των σαλονιών του Βολταίρου —την πραγματική δημοκρατία των γραμμάτων του Λονδίνου», μπορούσε κανείς να συζητήσει για την πολιτική, τη θρησκεία ή και για τα δύο. Μπορούσε επίσης να συμμετάσχει στο τραγούδι του John Thelwall, «Ένα τραγούδι για το κούρεμα των προβάτων», το οποίο εξηγούσε:

Πώς οι βοσκοί κουρεύουν τα ανόητα πρόβατά τους,

πώς οι πολιτικοί κουρεύουν το κράτος...


Η θρησκεία βρισκόταν στο επίκεντρο της αριστερής πολιτικής. Σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν ακόμη γνώσεις για τη θεωρία της εξέλιξης ή τη γεωλογική ηλικία της Γης, τόσο οι μορφωμένοι όσο και οι αμόρφωτοι πίστευαν ότι ο κόσμος είχε δημιουργηθεί τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού και ότι θα καταστρεφόταν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα —στο σχετικά κοντινό, ίσως και άμεσο, μέλλον.


Για πολλούς από τους ριζοσπάστες υποστηρικτές της Γαλλίας, η επανάστασή της αποτελούσε την απαρχή της Αποκάλυψης που είχε προαναγγελθεί στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη και σε άλλες προφητείες.


Χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι αυτή η πίστη στην Αποκάλυψη ήταν ελπιδοφόρα. Η λέξη «Αποκάλυψη» δεν σήμαινε την καθολική καταστροφή, αλλά την πτώση της βασιλείας του Σατανά επί της γης και την απαρχή της βασιλείας του Ιησού. Όσο βίαιη κι αν ήταν αυτή η διαδικασία, θα οδηγούσε σε έναν νέο κόσμο, όπου «ο Θεός θα εξαλείψει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους» (Αποκ. 21:4).


Σε φυλλάδια υποστηριζόταν ότι ο πόλεμος με τη Γαλλία ήταν «ο μεγάλος Πόλεμος της Αποκάλυψης, μέσω του οποίου επρόκειτο να ανατραπεί αυτή η Κυβέρνηση [η αγγλική]». Οι συμμαχικές μοναρχίες της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας θεωρούνταν τα τέσσερα θηρία του έβδομου κεφαλαίου του βιβλίου του Δανιήλ.


Οι ριζοσπάστες, βαθιά εξοικειωμένοι με τα βιβλικά κείμενα, διάβαζαν ότι «Έπεσε, έπεσε η Βαβυλών η μεγάλη» (Αποκ. 18:2) και αναγνώριζαν στη Βαβυλώνα την Αγγλία του βασιλιά Γεωργίου.


Ο προφήτης Richard Brothers πίστευε ότι οι Εβραίοι σύντομα θα αποκαθίσταντο στην Ιερουσαλήμ, την πόλη του Θεού επί της γης. Στους Εβραίους αυτούς συμπεριλάμβανε όχι μόνο όσους αυτοπροσδιορίζονταν ως τέτοιοι, αλλά και τους «αόρατους» Εβραίους: τον αγγλικό λαό, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο θα απελευθερωνόταν από την κυβέρνηση του William Pitt.


Επομένως, ο Μπλέικ δεν ήταν ο μόνος που εφάρμοζε τη θρησκεία στην πολιτική. Ξεχώριζε, ωστόσο, για το βάθος του πολιτικού και θρησκευτικού ριζοσπαστισμού του.


Οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν διαβάσει έστω και ένα μέρος του έργου του Μπλέικ, όπως τα πρώιμα Άσματα Αθωότητας και Εμπειρίας, γνωρίζουν ότι η ποίησή του ασκεί κοινωνική κριτική. Στα εκτενέστερα έργα του, ο Μπλέικ αναπτύσσει το όραμά του για την κοινωνική απελευθέρωση, όπως φαίνεται στους ακόλουθους στίχους από το Η Αμερική: Μια Προφητεία:

Ας τρέξει έξω στον αγρό ο σκλάβος που αλέθει στον μύλο·

ας σηκώσει το βλέμμα του στον ουρανό και ας γελάσει στον φωτεινό αέρα.

Ας σηκωθεί και ας κοιτάξει έξω η αλυσοδεμένη ψυχή,

κλεισμένη στο σκοτάδι και στον στεναγμό,

που το πρόσωπό της δεν έχει δει χαμόγελο εδώ και τριάντα κουραστικά χρόνια.

Οι αλυσίδες της έχουν λυθεί, οι πόρτες της φυλακής της είναι ανοιχτές.

Και η γυναίκα του και τα παιδιά του ας επιστρέψουν,

μακριά από το μαστίγιο των καταπιεστών.

Κοιτάζουν πίσω σε κάθε τους βήμα και πιστεύουν πως όλα είναι ένα όνειρο...

Γιατί η Αυτοκρατορία δεν υπάρχει πια,

και τώρα το Λιοντάρι και ο Λύκος θα πάψουν να υπάρχουν.

(Η Αμερική: Μια Προφητεία, 6:6–15)


Αυτά τα ποιήματα είναι συχνά δύσκολα για τον αναγνώστη που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Μπλέικ. Αντί να χρησιμοποιήσει τις έτοιμες μυθολογίες των βιβλικών ηρώων και των ελληνορωμαϊκών θεών, όπως έκαναν πολλοί άλλοι ποιητές, ο Μπλέικ επινόησε μια δική του μυθολογία. Δεν μας έδωσε, μάλιστα, ούτε κάποιο κλειδί για την αποκρυπτογράφησή της.


Έτσι, ο αναγνώστης συναντά πρόσωπα όπως ο Λος, ο Ουριζέν ή η «σκιώδης κόρη του Ουρθόνα», χωρίς να του παρέχεται καμία εξήγηση. Επιπλέον, οι χαρακτήρες μεταμορφώνονται απροειδοποίητα και αποκτούν πολλαπλούς, αλληλεπικαλυπτόμενους συμβολικούς ρόλους.


Με λίγη υπομονή, ωστόσο, ο αναγνώστης εξοικειώνεται σταδιακά με αυτά τα πρόσωπα και με όσα συμβολίζουν.


Από εκείνους που ανέφερα μέχρι τώρα, ο Λος είναι ο προφήτης του Μπλέικ. Είναι σιδηρουργός και, επομένως, συμβολίζει επίσης την εργασία στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Ουριζέν είναι, μεταξύ άλλων, ο δουλοκτήτης, ο μονάρχης, ο καταπιεστικός πατέρας και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Άλμπιον δεν προσωποποιεί μόνο τον βρετανικό λαό —το Albion είναι μια παλιά ποιητική ονομασία της Αγγλίας— αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα.


Επομένως, στο απόσπασμα που παραθέσαμε προηγουμένως, ο Λος, ως προφητική μορφή αλλά και ως εκπρόσωπος της εργατικής τάξης, δηλώνει ότι δεν μπορεί να σκέφτεται αποκλειστικά τη δική του ευημερία, επειδή η αγάπη τον ωθεί να ταυτιστεί με τους ανθρώπους που υποφέρουν και έχουν διαφθαρεί.


Οι αναγνώστες του Μπλέικ θα συναντήσουν επίσης τον Ορκ, ο οποίος εκφέρει την προφητεία που παραθέσαμε παραπάνω. Ο Ορκ ενσαρκώνει τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση, την εξέγερση σε ολόκληρη την ιστορία, την ανδρική σεξουαλική απελευθέρωση, την αντίθεση στον θρησκευτικό νόμο και αρκετές συναφείς ιδέες.


Ο Ορκ αποτελεί τον βασικό φορέα της απελευθέρωσης στην Αμερική και σε άλλα πρώιμα αφηγηματικά ποιήματα του Μπλέικ. Στην αρχή της Αμερικής βρίσκεται δεμένος με αλυσίδες. Τις συντρίβει, βιάζει την κόρη του Ουρθόνα —ο Ουρθόνα είναι ο ιδιοκτήτης της γης, καθώς ο Μπλέικ χρησιμοποιεί συχνά λογοπαίγνια— και στη συνέχεια εμφανίζεται ως οι φλόγες της εξέγερσης που εξαπλώνονται από την Αμερική στην Αγγλία.


Οι φλόγες αυτές σβήνουν στο τέλος του Αμερικανικού Πολέμου, αλλά αναζωπυρώνονται δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1793, δηλαδή δώδεκα χρόνια μετά την παράδοση των Βρετανών στο Γιορκτάουν και τη χρονιά κατά την οποία αποκεφαλίστηκε ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ στη Γαλλία.


Ο Ορκ, επομένως, συμβολίζει τη βίαιη εξέγερση.


Οι ευρύτερες αρχές που αντιπροσωπεύει ο Ορκ συνοψίζονται σε ένα άλλο πρώιμο έργο του Μπλέικ, Ο Γάμος του Ουρανού και της Κόλασης:

Η Ενέργεια είναι η μόνη ζωή και προέρχεται από το Σώμα, ενώ η Λογική είναι το όριο ή η εξωτερική περιφέρεια της Ενέργειας...


Η Ενέργεια είναι Αιώνια Απόλαυση.


Εκείνοι που συγκρατούν την επιθυμία το κάνουν επειδή η δική τους επιθυμία είναι αρκετά αδύναμη ώστε να μπορεί να συγκρατηθεί· και εκείνος που την περιορίζει, δηλαδή η λογική, σφετερίζεται τη θέση της και εξουσιάζει εκείνον που δεν επιθυμεί να εξουσιαστεί.

(Ο Γάμος, σελ. 4–5)


Ο Μπλέικ αρχικά θεωρούσε ότι η ανεμπόδιστη επιθυμία —πολιτική, κοινωνική, ψυχική και σεξουαλική— αποτελούσε το κλειδί της απελευθέρωσης.


Ο Ορκ, δηλαδή η καταπιεσμένη ενέργεια, θα απελευθερωνόταν σπάζοντας τις αλυσίδες της καταπίεσης και στη συνέχεια θα απελευθέρωνε και τους άλλους, διασχίζοντας τον Ατλαντικό ως μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά εξέγερσης.


Ο Μπλέικ γνώριζε ήδη ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά —οι φλόγες του Ορκ καταστέλλονται για δώδεκα χρόνια—, αλλά στην ουσία πίστευε στη δύναμη της ενέργειας να διαρρηγνύει κάθε περιορισμό.


Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, δεν πίστευε στην ανάγκη ύπαρξης κάποιου ηθικού κώδικα, ούτε καν ανάμεσα στους καταπιεσμένους. Ο βιασμός της κόρης από τον Ορκ παρουσιάζεται ως απελευθέρωση των φυλακισμένων δυνάμεων της φύσης.


Ο Μπλέικ θεωρούσε δεδομένο ότι, όταν όλοι εκφράζουν ελεύθερα τις επιθυμίες τους, θα ζουν αρμονικά μεταξύ τους. Οι αναγνώστες ενδεχομένως να αναγνωρίσουν σε αυτές τις ιδέες μια ομοιότητα με ορισμένες μορφές αναρχικής σκέψης.

Από την απελευθέρωση της επιθυμίας στην καθολική αδελφοσύνη

Ο Μπλέικ, τελικά, μετατόπισε το βάρος της σκέψης του, απομακρυνόμενος από την έμφαση στην καθαρή επιθυμία.


Ορισμένα από τα γεγονότα που τον επηρέασαν ήταν η αποτυχία της Γαλλικής Επανάστασης —τόσο η σκληρότητα της τρομοκρατίας των Ιακωβίνων όσο και η επικράτηση του ναπολεόντειου κράτους—, η παρακμή του αγγλικού ριζοσπαστικού κινήματος της δεκαετίας του 1790, η υποστήριξη του πολέμου του 1792–1815 από την πλειονότητα του βρετανικού λαού και, αργότερα, η βία κατά των ομοφυλόφιλων από τους όχλους του Λονδίνου, οι οποίοι συγκεντρώνονταν κατά χιλιάδες για να επιτεθούν σε κρατουμένους που είχαν καταδικαστεί έπειτα από επιδρομές σε χώρους συνάντησης ομοφυλόφιλων, κατά τα έτη 1810–1811.


Όλα αυτά τα γεγονότα ανέδειξαν τη δυνατότητα οι καταπιεσμένες λαϊκές δυνάμεις να διοχετευθούν προς τον διωγμό και τον πόλεμο.


Είναι αλήθεια ότι αυτές δεν αποτελούσαν πραγματικά αυτόνομες εκδηλώσεις της επιθυμίας. Ίσως ένας αναρχικός να απαντούσε ότι μόνο τέτοιες αυτόνομες εκδηλώσεις μπορούν να είναι απελευθερωτικές. Ο Μπλέικ, όμως, είχε επίσης αντιληφθεί ότι τίποτε μέσα στην κοινωνία δεν μπορεί να είναι αυτόνομο με την έννοια ότι παραμένει ανεπηρέαστο από την προηγούμενη ιστορία, την ιδεολογία και τις διδασκαλίες διαφόρων ελίτ.


(Αυτό είναι, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα προβλήματά του, το θετικό στοιχείο του επιχειρήματος του Λένιν υπέρ της συνειδητής σοσιαλιστικής πολιτικής και κατά του «αυθορμητισμού», στο έργο Τι να κάνουμε;).


Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα μεταγενέστερα έργα του ο Μπλέικ έπαψε να παρουσιάζει την απελευθέρωση της επιθυμίας, από μόνη της, ως επαρκή προϋπόθεση για την ανθρώπινη απελευθέρωση.


Δεν κατέληξε, ωστόσο, ούτε στο συμπέρασμα —όπως συνέβη με πρώην ριζοσπάστες της εποχής του και μεταγενέστερων εποχών— ότι ο στόχος της απελευθέρωσης της επιθυμίας ήταν λανθασμένος, ότι η ανεμπόδιστη επιθυμία οδηγούσε αναγκαστικά σε ακρότητες βίας και μίσους ή ότι η κοινωνία χρειαζόταν μια αρχή εξουσίας για να συγκρατεί τον λαό.


Αντίθετα, ο Μπλέικ έδειξε ότι η καθαρή ή ενστικτώδης επιθυμία, χωρίς ένα ευρύτερο όραμα ανθρώπινης αλληλεγγύης, μπορούσε να αιχμαλωτιστεί και να διαστρεβλωθεί από αυταρχικές ιδέες και πολιτικές δυνάμεις και να μετατραπεί σε δίψα για εξουσία.


Στην κεντρική κρίση του εκτενούς ποιήματός του Οι Τέσσερις Ζώες, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα μια καθολική ιστορία του πολιτισμού και μια δραματοποίηση των σύγχρονων γεγονότων, ο Μπλέικ παρουσιάζει τον Ορκ να δελεάζεται από τον Ουριζέν με την υπόσχεση της εξουσίας πάνω στις μάζες —με άλλα λόγια, πάνω σε ένα τμήμα του ίδιου του εαυτού του.


Ο Ορκ διχάζεται και μετατρέπεται αφενός σε ένα καταπιεστικό φίδι —τη ναπολεόντεια Γαλλία— και αφετέρου σε ένα «ουρλιάζον» αγόρι, αλυσοδεμένο «στα βάθη» (Οι Τέσσερις Ζώες, 85:22, 90:46), δηλαδή στην αρχική του μορφή, τον καταπιεσμένο λαό.


Σε μια προσπάθεια επιστροφής στις θεμελιώδεις αρχές, ο Μπλέικ άρχισε πλέον να τονίζει την ανάγκη βαθιάς ιστορικής συνείδησης, εθελοντικής προσήλωσης σε ηθικές δεσμεύσεις και πίστης στην καθολική ανθρώπινη αδελφοσύνη, προκειμένου να καθοδηγηθεί —και ακόμη να καταστεί δυνατή— η απελευθέρωση της επιθυμίας.


Ταυτόχρονα, άρχισε να δραματοποιεί και να ασκεί κριτική σε άλλες παραδοχές των Γάλλων επαναστατών και των Άγγλων ριζοσπαστών της εποχής του. Ανάμεσά τους ήταν η ιδέα μιας φωτισμένης ηγεσίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον λαό στην ελευθερία χωρίς τη δική του συνειδητή συμμετοχή, η παραδοχή ότι μία και μόνη απελευθερωτική φωνή θα μπορούσε να εκφράζει το σύνολο του λαού και η πεποίθηση ότι η στιγμή της απελευθέρωσης —με τους βιβλικούς όρους του Μπλέικ, η Αποκάλυψη— είχε προκαθοριστεί από τον Θεό και μπορούσε να είναι γνωστή εκ των προτέρων.


Οι αναγνώστες θα αντιληφθούν ότι όλες αυτές οι ιδέες έχουν τα αντίστοιχά τους σε μεταγενέστερες επαναστατικές θεωρίες, ιδιαίτερα στον μαρξισμό.


Στο επίκεντρο της νέας αντίληψης του Μπλέικ για την απελευθέρωση, ως πηγή έμπνευσης της καθολικής αδελφοσύνης, βρίσκεται η μορφή του Ιησού.


Ο Ιησούς του Μπλέικ δεν είναι ο υπεράνθρωπος Υιός του Θεού, ο λυτρωτής και κριτής της ανθρωπότητας, όπως παρουσιάζεται στον αυταρχικό χριστιανισμό.


Αντλώντας από τις ριζοσπαστικές χριστιανικές παραδόσεις των λαϊκών τάξεων, μέσα στις οποίες είχε ανατραφεί και τις οποίες γνώριζε καλά από παιδί —παραδόσεις που έχουν μελετηθεί διεξοδικότερα στο έργο του E. P. Thompson Μάρτυρας εναντίον του Θηρίου: Ο William Blake και ο Ηθικός Νόμος—, ο Μπλέικ παρουσιάζει τον Ιησού ως άνθρωπο, ως σύντροφο στον πόνο, πρόθυμο να πεθάνει για τους συνανθρώπους του.


Και, κυριολεκτικά, ο Ιησούς είναι όλοι οι άνθρωποι, όταν αυτοί είναι σε θέση να ζουν μέσα στην αγάπη και την αμοιβαία αυτοθυσία.


Ο Μπλέικ είχε ήδη εκφράσει αυτή την αντίληψη για τον Θεό ή τον Ιησού σε πρώιμα ποιήματά του, όπως στο «Η Θεία Εικόνα», από τα Άσματα Αθωότητας (1789):

Στο Έλεος, στον Οίκτο, στην Ειρήνη και στην Αγάπη

προσεύχονται όλοι μέσα στη θλίψη τους·

και σε αυτές τις αρετές της αγαλλίασης

επιστρέφουν την ευγνωμοσύνη τους.


Γιατί το Έλεος, ο Οίκτος, η Ειρήνη και η Αγάπη

είναι ο αγαπημένος μας Θεός και Πατέρας·

και το Έλεος, ο Οίκτος, η Ειρήνη και η Αγάπη

είναι ο Άνθρωπος, το παιδί και το μέλημά Του.


Γιατί το Έλεος έχει ανθρώπινη καρδιά,

ο Οίκτος ανθρώπινο πρόσωπο·

και η Αγάπη τη θεία ανθρώπινη μορφή,

ενώ η Ειρήνη το ανθρώπινο ένδυμα.


Έτσι, κάθε άνθρωπος, σε κάθε τόπο,

που προσεύχεται μέσα στη θλίψη του,

προσεύχεται στη θεία ανθρώπινη μορφή:

στην Αγάπη, στο Έλεος, στον Οίκτο και στην Ειρήνη.


Τότε όλοι πρέπει να αγαπούν την ανθρώπινη μορφή,

είτε βρίσκεται σε ειδωλολάτρη, Τούρκο ή Εβραίο.

Όπου κατοικούν το Έλεος, η Αγάπη και ο Οίκτος,

εκεί κατοικεί και ο Θεός.


Αυτό το υπέροχο ποίημα, παρότι είναι πολύ απλό, χρειάζεται να διαβαστεί με μεγάλη προσοχή και με απόλυτα κυριολεκτικό τρόπο, προκειμένου να γίνει κατανοητό.


Οι δικές μας μορφωμένες αντιλήψεις, τις οποίες έχουμε κληρονομήσει από τον αυταρχικό θρησκευτικό λόγο, μας υπαγορεύουν τι «πρέπει» να εννοεί ο Μπλέικ: ότι το έλεος, ο οίκτος, η ειρήνη και η αγάπη είναι θεϊκές ιδιότητες και ότι, εμπνευσμένοι από τον Θεό, τις συναντάμε και στους ανθρώπους· ότι το έλεος του Θεού εκφράζεται μέσα από τις ανθρώπινες πράξεις.


Αυτό, όμως, δεν είναι εκείνο που λέει ο Μπλέικ.


Λέει ότι οι άνθρωποι προσεύχονται στο έλεος, στον οίκτο, στην ειρήνη και στην αγάπη —δηλαδή σε ανθρώπινες αρετές· ότι αυτές οι αρετές είναι ο Θεός· ότι, επομένως, όλοι όσοι προσεύχονται απευθύνονται στην ανθρώπινη μορφή· και ότι η θεία εικόνα είναι «η ανθρώπινη μορφή, / είτε βρίσκεται σε ειδωλολάτρη, Τούρκο ή Εβραίο».


Για τον Μπλέικ, ο Θεός και ο Ιησούς είναι η ανθρωπότητα, όταν και όπου αυτή είναι σε θέση να ζει σύμφωνα με αυτές τις αρετές.


Σε ένα μεταγενέστερο δοκίμιό του, ο Μπλέικ αναφέρεται απλώς στον «άνθρωπο ή την ανθρωπότητα, που είναι ο Ιησούς ο Σωτήρας» (Ένας Περιγραφικός Κατάλογος Πινάκων, στο Erdman, Ποίηση και Πεζογραφία, σ. 536).


Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Σατανάς είναι η ανθρωπότητα όταν δεν ζει σύμφωνα με αυτές τις αρετές. Είναι η ατομική σκληρότητα, η σεξουαλική και ηθική υποκρισία και, όπως ανέφερα προηγουμένως, η θεσμική ανθρώπινη καταπίεση, οι «Συγκεντρωμένες Συνελεύσεις κακών ανθρώπων».


Οι ιδέες που περιέχονται στη «Θεία Εικόνα» έχουν πολλές προεκτάσεις. Μία από αυτές είναι ότι, εφόσον προσευχόμαστε στη «θεία ανθρώπινη μορφή», στο ανθρώπινο σώμα, τότε το σώμα και η σεξουαλικότητά του είναι ιερά. Η Αγάπη έχει «την ανθρώπινη μορφή».


Αυτή η πεποίθηση οδήγησε τον Μπλέικ από την αρχική έμφαση στην ανδρική σεξουαλική ικανοποίηση σε μια μεταγενέστερη πίστη στην αυτονομία των γυναικών και στην υπεράσπιση της ομοφυλοφιλίας.


Η δική μου, ωστόσο, κύρια έμφαση εδώ θα δοθεί στις άμεσα πολιτικές πτυχές της πίστης του.


Ο Μπλέικ έφτασε τελικά να καταστήσει την ιδέα ενός ανθρώπινου, συλλογικού Ιησού κεντρικό στοιχείο της αντίληψής του για την απελευθέρωση.


Στην Ιερουσαλήμ, ένα από τα ύστερα έργα του, ο Άλμπιον —η μυθική μορφή που συμβολίζει τον βρετανικό λαό και γενικότερα την ανθρωπότητα— έχει απομακρυνθεί από την «Καθολική Αγάπη» και μαίνεται «με δυνατές / Βροντές φονικού πολέμου (τον πυρετό της ανθρώπινης ψυχής)». Πρόκειται για μια αρκετά άμεση αναφορά στον πόλεμο που μαίνεται σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.


Καθώς απομακρύνεται, ο Σωτήρας τον ακολουθεί με πραότητα, παρουσιάζοντάς του το Αιώνιο Όραμα, τη Θεία Ομοιότητα:

Με την αγάπη και τα δάκρυα αδελφών, αδελφών γυναικών,

γιων, πατέρων και φίλων,

τα οποία, αν ο Άνθρωπος πάψει να αντικρίζει, παύει να υπάρχει.


Και λέει:


Άλμπιον! Οι πόλεμοί μας είναι πόλεμοι ζωής

και οι πληγές μας πληγές αγάπης,

με νοητικά δόρατα και μακρόπτερα βέλη της σκέψης.


Αμοιβαίοι μέσα στην αγάπη και την οργή ο ένας για τον άλλον,

ανανεωνόμαστε διαρκώς.

Ζούμε ως Ένας Άνθρωπος·

γιατί όταν συστέλλουμε τις άπειρες αισθήσεις μας,

βλέπουμε το πλήθος·

ενώ όταν τις διαστέλλουμε, βλέπουμε ως ένας.


Ως Ένας Άνθρωπος, ολόκληρη η Καθολική Οικογένεια·

κι αυτόν τον Έναν Άνθρωπο τον ονομάζουμε Ιησού Χριστό.

Και εκείνος μέσα μας κι εμείς μέσα του

ζούμε σε τέλεια αρμονία στην Εδέμ, τη χώρα της ζωής,

δίνοντας, δεχόμενοι και συγχωρώντας ο ένας τις παραβάσεις του άλλου.


Αυτός είναι ο Καλός Ποιμένας, είναι ο Κύριος και Δεσπότης·

είναι ο Ποιμένας του Άλμπιον, είναι τα πάντα μέσα στα πάντα,

στην Εδέμ, στον κήπο του Θεού και στην ουράνια Ιερουσαλήμ.


Αν έχουμε προσβάλει, συγχωρήστε μας·

μη ζητήσετε εκδίκηση εναντίον μας.


Έτσι μιλώντας, η Θεία Οικογένεια ακολουθεί τον Άλμπιον.

Τη βλέπω στο Όραμα του Θεού, πάνω από τις γαλήνιες κοιλάδες μου.

(Ιερουσαλήμ, 34:10–28)


Ο Μπλέικ εννοεί ακριβώς αυτό που λέει. Ο Σωτήρας είναι μια ανθρώπινη ομάδα, το «Εμείς», που «ζούμε ως Ένας Άνθρωπος», ως «Ένας Άνθρωπος, ολόκληρη η Καθολική Οικογένεια· κι αυτόν τον Έναν Άνθρωπο τον ονομάζουμε Ιησού Χριστό».


Ο Ιησούς είναι η καθολική οικογένεια.


Εκείνος και τα μέλη της, η Θεία Οικογένεια, υπόσχονται στον Άλμπιον, που έχει κυριευθεί από την πολεμική μανία, ένα διαφορετικό είδος πολέμου: τον πόλεμο της διάνοιας και της αγάπης.


(Ο Μπλέικ δεν πίστεψε ποτέ στην τεχνητή ομοφωνία μιας μαρξιστικής ουτοπίας. Επιθυμούσε μια νέα κοινωνία γεμάτη πολιτισμικές και διανοητικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες θα επιλύονταν μέσα από τον διάλογο, χωρίς θεσμικές ιεραρχίες.)


Ο Ιησούς του Μπλέικ, λοιπόν, είναι η ανθρωπότητα όταν αυτή ενώνεται μέσα από την αγάπη.


Αυτός ο Ιησούς, ωστόσο, δεν αποτελεί κάποια αδύναμη αντίληψη ανθρωπιστικής καλοσύνης. Διαθέτει όλη τη δύναμη της παραδοσιακής θρησκευτικής πίστης. Είναι ο προστάτης ή ο ποιμένας της ανθρωπότητας.


Είναι, όμως, ανθρώπινος και συλλογικός:


«Εκείνος [ο Ένας Άνθρωπος, ολόκληρη η Καθολική Οικογένεια] μέσα μας κι εμείς μέσα του / Ζούμε σε τέλεια αρμονία στην Εδέμ, τη χώρα της ζωής».


Και:


«Αυτός [ο Ένας Άνθρωπος, ολόκληρη η Καθολική Οικογένεια] είναι ο Καλός Ποιμένας, είναι ο Κύριος και Δεσπότης· / είναι ο Ποιμένας του Άλμπιον, είναι τα πάντα μέσα στα πάντα, / στην Εδέμ, στον κήπο του Θεού».


Επιπλέον, παρόλο που ο «Σωτήρας» ακολουθεί τον Άλμπιον (στίχος 10), μιλά «με την αγάπη και τα δάκρυα αδελφών, αδελφών γυναικών, γιων, πατέρων και φίλων» (στίχος 12), ενώ στο τέλος της ομιλίας αναφέρεται ότι ο ομιλητής είναι η «Θεία Οικογένεια» (στίχος 27).


Όλα αυτά ταυτίζονται μεταξύ τους.


Ο Ιησούς ή ο Σωτήρας είναι η Θεία Οικογένεια και η Θεία Οικογένεια είναι οι αγάπες και τα δάκρυα των πραγματικών ανθρώπινων οικογενειών και φίλων.


Στην ύστερη ποίησή του, ο Μπλέικ εναλλάσσει συχνά με αυτόν τον τρόπο τους ανθρώπινους και τους θεϊκούς όρους, υπογραμμίζοντας το ανθρώπινο νόημα του Ιησού και του Θεού.


Για παράδειγμα, σε ένα μεταγενέστερο σημείο της Ιερουσαλήμ, το «Θείο Όραμα» τραγουδά ένα τραγούδι καταπίεσης και αντοχής. Ο αφηγητής του ποιήματος κλείνει λέγοντας: «Αυτό είναι το Τραγούδι του Αμνού, που τραγουδούν οι Σκλάβοι την ώρα του δειλινού» (Ιερουσαλήμ, 60:5, 38).


Χρειάζεται να προσέξουμε να μην υποθέσουμε ότι ο Μπλέικ εννοεί πως τα τραγούδια των σκλάβων μοιάζουν με το θείο όραμα. Αυτό που λέει είναι ότι τα τραγούδια των σκλάβων είναι το θείο όραμα και το τραγούδι του Αμνού —δηλαδή του Ιησού. Ο Ιησούς είναι οι σκλάβοι που τραγουδούν για την ελευθερία.


Στο Μίλτον, ένα ακόμη ύστερο ποίημα, ο Λος μιλά στους γιους του για τη συνέχιση του έργου της λύτρωσης, επειδή «Τοποθετηθήκαμε εδώ από την Καθολική Αδελφοσύνη και το Έλεος» (Μίλτον, 23:50).


Δεν χρησιμοποιεί ο Μπλέικ, όπως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, την έκφραση «Καθολική Αδελφοσύνη και Έλεος» ως ποιητικό τρόπο για να πει «Ιησούς» ή «Θεός». Ή, μάλλον, αυτό ακριβώς λέει, αλλά με τον δικό του τρόπο: ο Λος και οι γιοι του τοποθετήθηκαν εδώ από την καθολική αδελφοσύνη και το έλεος. Αυτό είναι ο Ιησούς.


Ο Ιησούς του Μπλέικ, λοιπόν, είναι η ανθρωπότητα, όταν αυτή είναι σε θέση να «διαστέλλει» τις αισθήσεις της και να «βλέπει ως ένας, / Ως Ένας Άνθρωπος ολόκληρη την Καθολική Οικογένεια».


Αξίζει να τονίσουμε αυτό το σημείο.


Ο Μπλέικ δεν λέει ότι η ανθρωπότητα «παύει να υπάρχει» όταν χάνει από τα μάτια της κάποια υπερβατική θεότητα. Λέει ότι παύει να υπάρχει όταν σταματά να αντικρίζει «την αγάπη και τα δάκρυα αδελφών, αδελφών γυναικών, γιων, πατέρων και φίλων».


Η Θεία Ομοιότητα γίνεται ορατή στην αγάπη και στα δάκρυά τους, και μόνο εκεί. Στην πραγματικότητα, ένας τρόπος να διαβάσουμε τα λόγια του Μπλέικ είναι να θεωρήσουμε ότι οι αδελφοί, οι αδελφές και οι φίλοι είναι οι ίδιοι ο Ιησούς: είναι μια οικογένεια, και εκείνος είναι επίσης μια οικογένεια.


Πιο συγκεκριμένα, ο Ιησούς ή ο Θεός είναι εκείνοι που εργάζονται στα «Καμίνια της Θλίψης».


Τα καμίνια αυτά συμβολίζουν τον ανθρώπινο πόνο σε ολόκληρη την ιστορία, τους βιομηχανικούς χώρους εργασίας της εποχής του Μπλέικ, αλλά και τους αγώνες ενάντια στη φτώχεια και την τυραννία κατά τα χρόνια που γράφτηκε η Ιερουσαλήμ, από το 1804 έως το 1820. Οι διαφορετικές περιγραφές που συναντάμε σε ολόκληρο το έργο καθιστούν σαφείς όλες αυτές τις σημασίες.


Τα καμίνια είναι οι τόποι όπου διεξάγεται ο αγώνας για τη λύτρωση —και όπου συντελείται ανείπωτος πόνος. Οι εργάτες, επομένως, είναι ο Θεός ή ο Ιησούς που αγωνίζεται για τη λύτρωση.


Ο Μπλέικ το υποδεικνύει αυτό εναλλάσσοντας τους ανθρώπινους και τους θεϊκούς όρους, με τον τρόπο που μόλις περιέγραψα.


Πρώτα μιλά ο Λος:


«Κι όμως, γιατί να απελπιζόμαστε! Είδα το δάχτυλο του Θεού να προχωρά / Πάνω στα Καμίνια μου, μέσα από τους τροχούς των Γιων του Άλμπιον... / Ο Θεός είναι μέσα και έξω! Είναι ακόμη και στα βάθη της Κόλασης!»


Στη συνέχεια, ο αφηγητής του ποιήματος λέει ότι οι εργάτες είναι εκείνοι που μιλούσαν και ότι βρίσκονται στο ίδιο σημείο όπου ο Λος είπε πως βρισκόταν το δάχτυλο του Θεού, επιτελώντας το ίδιο έργο:


«Τέτοιοι ήταν οι θρήνοι των Εργατών στα Καμίνια! / Και εμφανίστηκαν μέσα και έξω, κυκλώνοντας και από τις δύο πλευρές / τους Αστρικούς Τροχούς των Γιων του Άλμπιον, με Χώρους για την Ιερουσαλήμ» (Ιερουσαλήμ, 12:10–18).


Οι εργάτες, όταν πραγματικά εργάζονται για τη λύτρωση της ανθρωπότητας, είναι ο Θεός ή ο Ιησούς.


Έτσι, όταν πραγματοποιείται η Αποκάλυψη του Μπλέικ —η οποία είναι ταυτόχρονα και μια κοινωνική εξέγερση— στο τέλος της Ιερουσαλήμ, ξεκινά από τα καμίνια και εμπνέεται από τον Ιησού.


Ο Άλμπιον, ο βρετανικός λαός, ο οποίος παρουσιάζεται ως νεκρός ή κοιμισμένος στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, έχει πλέον αφυπνιστεί και συνομιλεί με τον Ιησού, καθώς τα νέφη της καταπίεσης και του ψεύδους απειλούν να τους καταπιούν.


Ο Ιησούς, λέει ο Μπλέικ, είναι «ο Κύριος, η Καθολική Ανθρωπότητα» και είναι πρόθυμος να πεθάνει για τον Άλμπιον:


«Αυτή είναι η Φιλία και η Αδελφοσύνη· χωρίς αυτές ο Άνθρωπος δεν υπάρχει» (Ιερουσαλήμ, 96:5, 16).


Καθώς τα νέφη τον χωρίζουν από τον Ιησού, ο Άλμπιον κραυγάζει:

Κοιμάμαι άραγε ενώ οι Φίλοι μου κινδυνεύουν;

Ω Πόλεις και Κομητείες μου, κοιμάστε;

Ξυπνήστε! Ξυπνήστε!

Ο Αιώνιος Θάνατος βρίσκεται ανάμεσά μας!


Έτσι μίλησε ο Άλμπιον και ρίχτηκε

στα Καμίνια της Θλίψης.

Όλα ήταν ένα Όραμα, όλα ένα Όνειρο:

Τα Καμίνια έγιναν Πηγές Ζωντανών Υδάτων,

που ανάβλυζαν από τη Θεία Ανθρωπότητα.


Και όλες οι Πόλεις του Άλμπιον σηκώθηκαν από τον ύπνο τους,

και όλοι οι Γιοι και οι Θυγατέρες του Άλμπιον,

πάνω σε απαλά σύννεφα, ξυπνώντας από τον ύπνο τους.

Σύντομα, ολόγυρα, οι μακρινοί Ουρανοί φλέγονταν

από πύρινες φωτιές...

(Ιερουσαλήμ, 96:33–40)


Είναι σαφές ότι η εξέγερση ξεκινά από τα καμίνια, πραγματοποιείται μέσα από την έκκληση του Άλμπιον προς τις «Πόλεις και τις Κομητείες» του και πετυχαίνει επειδή τα καμίνια αναβλύζουν «Πηγές Ζωντανών Υδάτων».


Η εξέγερση-Αποκάλυψη, επομένως, είναι ένα μαζικό εξεγερσιακό κίνημα, με βάση τους χώρους παραγωγής. Η κάθοδος του Άλμπιον αποτελεί έκκληση για συλλογική δράση και ταυτόχρονα πράξη δημόσιας οργάνωσης.


Πάνω απ' όλα, η εξέγερση εμπνέεται από το παράδειγμα της αδελφικής αυτοθυσίας του Ιησού:


«Ο Άλμπιον στεκόταν έντρομος: όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον Θεϊκό του Φίλο» (στίχοι 30–31).


Ταυτόχρονα, ο Μπλέικ, γράφοντας πιθανότατα κατά τη διάρκεια της κοινωνικής κρίσης που οδήγησε στη σφαγή του Πίτερλου το 1819 ή ακόμη και μετά από αυτήν, δεν διευκρινίζει αν η εξέγερση-Αποκάλυψη είναι βίαιη ή όχι.


Η αφήγηση παρακάμπτει τα γεγονότα που μεσολαβούν μέχρι τη στιγμή κατά την οποία «σύντομα» οι ουρανοί τυλίγονται στις φλόγες.


Ο Μπλέικ, ο οποίος παλαιότερα πίστευε αρκετά σταθερά στη βίαιη επανάσταση —στη «σύγκρουση του αίματος» (Ευρώπη, 15:15)—, φαίνεται ότι πλέον ήλπιζε σε μια μη βίαιη εξέγερση, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ζήτημα.


Ανάλογες θέσεις είχαν αρκετοί ριζοσπάστες της εποχής, όπως ο Percy Shelley.

Η επανάσταση, η αυτοθυσία και η ελευθερία χωρίς εξουσία

Η ιδέα ότι η πραγματική εργατική τάξη μπορεί να δράσει για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, παρακινούμενη από την καθολική αδελφοσύνη, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί πίστη.


Δεν αποτελεί, βέβαια, αποκλειστική ιδέα του Μπλέικ. Εκατομμύρια άνθρωποι την έχουν ασπαστεί, αν και συνήθως δεν έχουν εκφράσει τόσο άμεσα τη θρησκευτική της διάσταση όσο εκείνος.


Στην πραγματικότητα, ο μαρξισμός αποτελεί μια εκδοχή αυτής της πίστης. Ωστόσο, παρόλο που η ιδέα του Μπλέικ παρουσιάζει σαφείς συγγένειες με τον μαρξισμό, διαφέρει από τον Μαρξ σε δύο κρίσιμα σημεία.


Πρώτον, δεν αποδίδει τον λυτρωτικό ρόλο των εργαζομένων σε αυτόματες διαδικασίες που προκύπτουν από την οικονομική πάλη, αλλά σε ένα ιδανικό αλληλεγγύης, στο οποίο ο Μπλέικ δίνει το όνομα Ιησούς. Δεύτερον, θεωρεί την αυτοθυσία κεντρικό στοιχείο για την εκπλήρωση αυτού του ρόλου.


Ο Μπλέικ, λοιπόν, διαμορφώνει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνία μπορεί να σωθεί από τους ίδιους τους καταπιεσμένους ανθρώπους της, τους εργάτες και άλλους. Πρόκειται για μια αντίληψη συγγενική με εκείνη των μαρξιστών και των αναρχικών.


Για να εξηγήσει, όμως, πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η σωτηρία, χρειάζεται τη μορφή του Ιησού, τον οποίο αντιλαμβάνεται ως «Έναν Άνθρωπο, ολόκληρη την Καθολική Οικογένεια» ή ως «Καθολική Αδελφοσύνη και Έλεος».


Ο Μπλέικ δεν μεταφράζει απλώς τις θρησκευτικές ιδέες σε κοινωνικούς όρους. Ούτε αντικαθιστά τον κοινωνικό αγώνα με τη θρησκεία. Προσπαθεί να εκφράσει το πνεύμα της αμοιβαιότητας που βασίζεται στην αυτοθυσία και της καθολικής αγάπης, τα οποία είναι απαραίτητα για τη δημιουργία μιας ελεύθερης κοινωνίας και τη διατήρησή της.


Ταυτόχρονα, επιδιώκει να εμπνεύσει τους αναγνώστες του να αγωνιστούν για μια τέτοια κοινωνία, επικαλούμενος μια αντίληψη για τον Ιησού που ήδη φέρουν μέσα τους και ενθαρρύνοντάς τους να διευρύνουν αυτή την αντίληψη.


Δεν υπάρχει εδώ καμία παραπλάνηση ή τέχνασμα.


Ο Μπλέικ αποκαλεί την καθολική αδελφοσύνη Ιησού επειδή αυτή η μορφή αδελφοσύνης αποτελεί έναν ανώτερο τρόπο ύπαρξης από εκείνον που βιώνουμε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Επιπλέον, επειδή κάποια αντίληψη της δυνατότητας υπέρβασης της συνηθισμένης εμπειρίας —κάποια αντίληψη του θείου— είναι απαραίτητη προκειμένου να καταστεί δυνατή αυτή η μορφή αμοιβαιότητας.


Από την αντίληψη του Μπλέικ για την Αποκάλυψη ως μια μαζική, δημοκρατική εξέγερση, εμπνευσμένη από την αμοιβαία αγάπη, προκύπτουν αρκετά ακόμη συναφή συμπεράσματα.


Πρώτον, η Αποκάλυψη-εξέγερση δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να προφητευθεί με βεβαιότητα, επειδή εξαρτάται από την αφύπνιση του Άλμπιον και από την ετοιμότητά του να ακολουθήσει το παράδειγμα του Ιησού.


(Αν δεν ήταν έτοιμος να το κάνει, θα επέστρεφε στον ανταγωνισμό και την καταπίεση —με τους όρους του Μπλέικ, θα «πέθαινε» ξανά.)


Αυτή η αντίληψη αντιτίθεται στη μαρξιστική πεποίθηση ότι ένα αντικειμενικό ιστορικό πρότυπο καθορίζει την ωρίμανση των μέσων παραγωγής και του ανθρώπινου παράγοντα που συνδέεται με αυτά, δηλαδή της εργατικής τάξης.


Σε ένα απόσπασμα που έχω ήδη παραθέσει εν μέρει, ο Λος λέει στους γιους του:

Τοποθετηθήκαμε εδώ από την Καθολική Αδελφοσύνη και το Έλεος,

με δυνάμεις κατάλληλες να περικλείσουν αυτόν τον σκοτεινό σατανικό θάνατο...

Μα το πώς θα συμβεί αυτό δεν το γνωρίζουμε ακόμη

και δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε,

μέχρι να σηκωθεί ο Άλμπιον.

Τότε, περιμένετε υπομονετικά για λίγο ακόμη.

Έξι χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει·

το τέλος πλησιάζει γρήγορα.

(Μίλτον, 23:50–55)


Επιπλέον, επειδή η Αποκάλυψη-εξέγερση εξαρτάται από τον Άλμπιον, δεν μπορεί να του επιβληθεί.


Σε ένα σημείο της Ιερουσαλήμ, ο Λος και οι «Φίλοι του Άλμπιον» επιχειρούν να τον σώσουν μέσω του εξαναγκασμού:


«Περιβάλλουν τον Άλμπιον με την πιο καλοπροαίρετη βία, για να τον οδηγήσουν πίσω / παρά τη θέλησή του, μέσα από την Πύλη του Λος, στην Εδέμ».


Το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό: ο Άλμπιον αντιστέκεται, το σύμπαν βυθίζεται στο σκοτάδι και οι φίλοι του αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την προσπάθεια (Ιερουσαλήμ, 39:2–17).


Είναι αρκετά σαφές ότι ο Μπλέικ ασκεί κριτική στη χρήση της δικτατορίας για επαναστατικούς σκοπούς κατά τη Γαλλική Επανάσταση.


Επιτίθεται επίσης στις σύγχρονες αντιλήψεις περί πραξικοπήματος και συνωμοτικής προσωρινής κυβέρνησης στην Αγγλία. Κατά τα χρόνια εκείνα είχαν σημειωθεί αρκετές απόπειρες συνωμοτικών εξεγέρσεων: ενέργειες που αποσκοπούσαν στην πυροδότηση μιας λαϊκής εξέγερσης, αλλά οι οποίες, ακριβώς εξαιτίας του μη αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα τους, είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα.


Είναι επίσης σαφές ότι η κριτική του εφαρμόζεται και σε μεταγενέστερες αντιλήψεις περί επανάστασης που πραγματοποιείται από καλοπροαίρετες ελίτ.


Αντίθετα, σε ένα μεταγενέστερο σημείο της Ιερουσαλήμ, εκείνοι «που περιφρονούν όλα τα θνητά πράγματα» —ένα είδος θεϊκού συμβουλίου— συζητούν αν θα πρέπει να διορίσουν προστάτες για να επιτηρούν την ανθρωπότητα στους αγώνες της και αποφασίζουν να μην το κάνουν:


«Εργαστείτε με επιμέλεια πάνω στις Ελάχιστες Λεπτομέρειες, φροντίστε τους Μικρούς, / Και όσοι βρίσκονται στη δυστυχία δεν μπορούν να παραμείνουν για πολύ / Σε αυτήν, αν απλώς εκπληρώνουμε το καθήκον μας· καλλιεργήστε με επιμέλεια την καρποφόρα Γη» (Ιερουσαλήμ, 55:1, 51–53).


Η νέα κοινωνία, επομένως, θα οικοδομηθεί μέσα από την υπομονετική ανθρώπινη εργασία, με την οποία προετοιμαζόμαστε για την ημέρα του αγώνα.


Επιπλέον, θα βασίζεται στην ελεύθερη αντιπαράθεση απόψεων, την οποία ο Μπλέικ αποκαλεί «διανοητικό πόλεμο».


Μετά την Αποκάλυψη-εξέγερση, προς το τέλος της Ιερουσαλήμ, το σύμπαν μετατρέπεται σε ένα σύνολο συγκρουόμενων φωνών:


«Και συνομιλούσαν μεταξύ τους με οραματικές δραματικές μορφές, που λαμπύριζαν / και αντηχούσαν από τις γλώσσες τους... / ... δημιουργώντας πρότυπα Μνήμης και Νόησης / ... σε ολόκληρες τις τρεις απέραντες Περιοχές / της Παιδικής Ηλικίας, της Ανδρικής Ηλικίας και των Γηρατειών» (Ιερουσαλήμ, 98:28–33).


Ο Μπλέικ απορρίπτει την ιδέα μιας επαναστατικής εξουσίας που θα μπορούσε να οδηγήσει τον Άλμπιον στην Εδέμ, καθώς και τη συναφή αντίληψη ότι μετά από μια επανάσταση-Αποκάλυψη όλοι θα μιλούν με μία φωνή.


Αντίθετα, ολόκληρη η ανθρωπότητα, συνομιλώντας μέσα από «οραματικές δραματικές μορφές», θα αναδημιουργήσει —όπως ελπίζει ο Μπλέικ— το σύμπαν μέσα από τον ανοιχτό διάλογο.


Ο Μπλέικ αντιλαμβάνεται επίσης ότι για να διατηρηθεί αυτό το σύστημα σε λειτουργία —ακόμη και για να μπορέσει να λειτουργήσει εξαρχής— απαιτείται ένα είδος πνευματικής κάθαρσης μετά την επανάσταση-Αποκάλυψη.


Μία από τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι αφυπνισμένες «Ζώες» του Μπλέικ, δηλαδή οι ανθρώπινες μορφές και οι πληθυσμοί, αφού οι ουρανοί φωτιστούν από τις φλόγες, είναι να σκοτώσουν το «Φάντασμα των Δρυΐδων» (Ιερουσαλήμ, 98:6).


Στην ποίηση του Μπλέικ, τα «Φαντάσματα» αντιπροσωπεύουν παραμορφωμένες μορφές σκέψης και δράσης. Ειδικότερα, ο Μπλέικ συνέδεε τον Δρυϊδισμό με τον πόλεμο και τη θανατική ποινή.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι η επίτευξη μιας απελευθερωμένης κοινωνίας απαιτεί έναν αγώνα για την πνευματική υγεία των εργαζομένων και των λαϊκών ανθρώπων μετά από μια επιτυχημένη εξέγερση.


Αυτή η ιδέα μπορεί να επεκταθεί πέρα από το σημείο στο οποίο την αναπτύσσει ο Μπλέικ στο τέλος του ποιήματός του: ο αγώνας πρέπει να είναι διαρκής, διαφορετικά τα Φαντάσματα θα επανεμφανιστούν και η κοινωνία θα εκφυλιστεί, επιστρέφοντας στον ανταγωνισμό, την καταπίεση και τον πόλεμο.

Η ανθρώπινη ατέλεια ως προϋπόθεση της ελεύθερης κοινωνίας

Ακόμη πιο τολμηρά, σε προηγούμενα σημεία της Ιερουσαλήμ, ο Μπλέικ απορρίπτει την αντίληψη περί ανθρώπινης τελειοποιησιμότητας, την οποία έχουν υιοθετήσει οι περισσότερες ριζοσπαστικές παραδόσεις.


Ο άνθρωπος, λέει, «γεννιέται ως Φάντασμα ή Σατανάς και είναι ολοκληρωτικά Κακός» (σ. 52, πεζό τμήμα).


Σε αντίθεση με τη ριζοσπαστική ορθοδοξία, τόσο της εποχής του όσο και της δικής μας, ο Μπλέικ πίστευε στην αμαρτωλότητα του ανθρώπου.


Η πεποίθηση αυτή αποτελούσε εν μέρει έκφραση ανθρωπιάς και ρεαλισμού. Ο Μπλέικ, έχοντας πλέον φτάσει στα εξήντα του χρόνια, είχε ζήσει αρκετά ώστε να γνωρίζει πόσο βαθιά μπορούμε να πληγώσουμε ο ένας τον άλλον.


Πέρα από αυτή την πλευρά, η πίστη του στην ανθρώπινη ατέλεια αποτελούσε, παραδόξως, ένα από τα θεμέλια της αντίληψής του για μια κοινωνία χωρίς αυταρχισμό.


Αυτό το τμήμα της σκέψης του είναι σύνθετο, αλλά πραγματικά αξίζει να μελετηθεί.


Η ιδέα της ανθρώπινης τελειοποιησιμότητας εξακολουθεί να είναι βαθιά ριζωμένη στη ριζοσπαστική σκέψη. Εφόσον, όμως, είναι προφανές ότι οι άνθρωποι δεν είναι σήμερα τέλειοι, αυτή η πεποίθηση οδηγεί σχεδόν ανεπαίσθητα στην αντίληψη ότι ο λαός πρέπει να αναδιαμορφωθεί από τα πάνω, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, μέσα στην οποία θα απαλλαγεί από τις ανταγωνιστικές, ρατσιστικές και άλλες ανάλογες πεποιθήσεις του.


Μόνο τότε, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, θα είναι πραγματικά ικανός να διαχειριστεί την όμορφη κοινωνία που έχει δημιουργηθεί για λογαριασμό του.


Η ιδέα της ανθρώπινης τελειοποιησιμότητας συνεπάγεται επίσης εχθρότητα απέναντι στον συνηθισμένο πολιτισμό και τις πεποιθήσεις των ανθρώπων, καθώς και έναν συμβιβασμό —στην καλύτερη περίπτωση— με την ιδέα μιας κυβέρνησης κηδεμόνων.


Σε μια σύγχρονη εκδοχή της, όπως εκείνη του Che Guevara για τον «νέο σοσιαλιστικό άνθρωπο», η ιδέα της ανθρώπινης τελειοποιησιμότητας διαθέτει πολλές ελκυστικές πλευρές. Υποστηρίζει ότι οι καπιταλιστικές αξίες δεν αποτελούν αναγκαστικά τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας.


Δεν μπορεί, ωστόσο, να διαχωριστεί από την αντίληψη ότι μια ηγεσία, ήδη τελειοποιημένη ή εν μέρει τελειοποιημένη, θα διατηρεί την εξουσία και θα αναδιαμορφώνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα από τα πάνω.


Με αυτόν τον τρόπο, η επιθυμία για μια υπεράνθρωπη τελειότητα μετατρέπεται στη βάση του σφετερισμού της εξουσίας.


Ο Μπλέικ γνώριζε τέτοια καθεστώτα από τη θρησκευτική ιστορία της Αγγλίας και την προηγούμενη επαναστατική της περίοδο κατά τον 17ο αιώνα, υπό τον Κρόμγουελ, καθώς και από την πρόσφατη Γαλλική Επανάσταση.


Αντί της γαλλικής «Δημοκρατίας της Αρετής», η οποία οδήγησε στη συγκέντρωση της υπέρτατης εξουσίας στα χέρια των θεματοφυλάκων της αρετής, ο Μπλέικ πρότεινε την ιδέα της διαρκούς συγχώρησης των αμαρτιών, όπως στο απόσπασμα για τη Θεία Οικογένεια που παραθέσαμε προηγουμένως.


Κατ' επέκταση, εφόσον υπάρχει διαρκής συγχώρηση της αμαρτίας, εξαφανίζεται η ιδεολογική δικαιολογία για την ύπαρξη μιας κοινωνικής ιεραρχίας κηδεμόνων. Αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για να πειστούν οι άνθρωποι να καταργήσουν τις ιεραρχίες και στην πραγματικότητα.


Όλα αυτά τα επεισόδια αναδεικνύουν τον ανεξάρτητο ρόλο που αποδίδει ο Μπλέικ στις ουτοπικές αξίες.


Οι αξίες αυτές μπορούν να θεωρηθούν θρησκευτικές, πνευματικές ή ηθικές, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβάνεται κανείς. Για τον Μπλέικ, πάντως, είναι αναμφίβολα θρησκευτικές.


Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελούν απλώς αντανακλάσεις ενός βαθύτερου υποκείμενου επιπέδου της πραγματικότητας. Δεν προκύπτουν ούτε με τη μαρξιστική έννοια, ως παράγωγα ενός διαλεκτικού ιστορικού σχήματος, ούτε με την έννοια που τους προσφέρει η διανοητική παράδοση του ίδιου του Μπλέικ, δηλαδή ως συμμόρφωση προς ένα θεϊκό σχέδιο.


Δεν αποτελούν επίσης απλώς εκφράσεις μιας ανεμπόδιστης επιθυμίας, όπως συνέβαινε στον πρώιμο Μπλέικ και σε ορισμένες μορφές αναρχικής σκέψης. Είναι συνειδητές και συλλογικές.


Οι αξίες της αγάπης και της αδελφοσύνης, ιδιαίτερα όταν νοούνται ως αφοσίωση στην καθολική ανθρωπότητα, συνδέονται με τις πεποιθήσεις του Μπλέικ για τη φύση του Ιησού. Και αυτός ο Ιησούς είναι εγγενής στην ίδια την ανθρωπότητα.


Είναι παρών, όμως, ως η ίδια η ικανότητα της ανθρωπότητας για συντροφικότητα και πειθώ, όχι ως μια υπέρτερη αρχή που επιβάλλεται από πάνω της.


Ο Σωτήρας λέει στον Άλμπιον, στην αρχή της Ιερουσαλήμ:


«Δεν είμαι ένας Θεός μακριά από εσένα· είμαι αδελφός και φίλος» (4:18).


Η ανταπόκριση της ανθρωπότητας στη δική της δυνατότητα να ενωθεί μέσα από την αγάπη —να γίνει Ιησούς— υποκινείται, επομένως, από την αγάπη και όχι από την υπακοή σε μια ανώτερη εξουσία.


Και αυτή η ανταπόκριση είναι ελεύθερη επιλογή, όχι απλή αναγνώριση μιας αναγκαιότητας.


Η αντίληψη του Μπλέικ αντιτίθεται έτσι στη μαρξιστική ιδέα —που προέρχεται από τον Χέγκελ— ότι ελευθερία σημαίνει κατανόηση της αναγκαιότητας.


Η αγάπη, και όχι η αναγκαιότητα, είναι εκείνη που τραβά τον Λος στο πλευρό του Άλμπιον, ενώ θα μπορούσε ελεύθερα να «περιπλανιέται στους Κήπους της μακαριότητας». Και ο φόβος για τον «Θεϊκό του Φίλο» είναι εκείνος που οδηγεί τον Άλμπιον να ριχτεί στα καμίνια (Ιερουσαλήμ, 82:82, 96:30–31).


Αυτές οι πνευματικές και ηθικές αξίες, μαζί με τον ρητό ουτοπισμό των αποκαλυπτικών σελίδων στην Αμερική, στους Τέσσερις Ζώες και στην Ιερουσαλήμ, αποτελούν για τον Μπλέικ τα μέσα με τα οποία γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα στη σημερινή συνείδηση του Άλμπιον και του Λος και στη συνείδηση που μπορεί να δημιουργήσει μια Αποκάλυψη.


Ο Μπλέικ οραματίζεται αυτή τη συνείδηση να αναπτύσσεται μέσα από την ενίσχυση της αδελφοσύνης και της ανεκτικότητας.


«Τι είναι η Ελευθερία χωρίς Καθολική Ανεκτικότητα;» αναρωτιέται στις σημειώσεις του πάνω στα σχόλια του Henry Boyd για τον Δάντη (Erdman, Ποίηση και Πεζογραφία, σ. 635).


Όπως ήδη αναφέρθηκε, πιστεύει επίσης ότι πρέπει να απορρίψουμε τον ψεύτικο «Ουρανό» της ηθικής τελειότητας (Ιερουσαλήμ, 49:27) και να μάθουμε να εκτιμούμε και να συγχωρούμε τους ατελείς ανθρώπους.


Αυτές οι αξίες της συνειδητής ηθικής και της αγάπης αποτελούν εναλλακτική απέναντι στη μαρξιστική ιδέα του ιστορικού αναπόφευκτου.


Ο Μπλέικ, βέβαια, δεν γνώριζε τίποτε για τον μαρξισμό. Γνώριζε, όμως, παρόμοιες αντιλήψεις στην πολιτική της Γαλλικής Επανάστασης, στον αγγλικό ριζοσπαστισμό και στη δική του χριστιανική αποκαλυπτική παράδοση.


Αυτή η έμφαση στις ουτοπικές αξίες αποτελεί επίσης, ενδεχομένως, μια εναλλακτική απέναντι στις αναρχικές ιδέες περί αυθορμητισμού.


Οι άνθρωποι δεν διαθέτουν σήμερα αυτές τις αξίες παρά μόνο σε εμβρυακή μορφή. Είναι σημαντικό, ωστόσο, ότι συχνά οι αξίες αυτές προέρχονται από έναν ηθικό χριστιανισμό των λαϊκών τάξεων, ο οποίος στηρίζεται στην ανεκτικότητα και τη συγχώρηση.


Όταν αποκτήσουμε αυτές τις αξίες, θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε και να διατηρήσουμε μια ελεύθερη κοινωνία.


Τέλος, οι αξίες αυτές έρχονται επίσης σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ συνάγει την ελευθερία από τις υλικές σχέσεις (βλ. τη συζήτηση του Ron Tabor για τον Μαρξ στο ίδιο τεύχος).


Αντί να πιστεύει ότι μια μεταμορφωμένη κοινωνία και κουλτούρα θα προκύψει σταδιακά, σχεδόν ανεπαίσθητα, από τις μεταμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις —κάτι που αποτελεί, σε γενικές γραμμές, την αντίληψη του Μαρξ—, ο Μπλέικ υποστηρίζει ότι η αναθεώρηση του πολιτισμού μέσα από την αδελφοσύνη και τη «Μυστηριακή / Προσφορά του Εαυτού για τον Άλλον» είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μεταμορφωθούν εξαρχής οι υλικές κοινωνικές σχέσεις.


Η έμφαση του Μπλέικ στις ηθικές και πνευματικές αξίες συνδέεται επίσης με την αντίληψή του για έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο ελευθερίας και διαλόγου, χωρίς κυβέρνηση.


Αυτή η αντίληψη εγείρει ένα κρίσιμο πρόβλημα, το οποίο συναντάμε σε πολλές επαναστατικές θεωρίες: πώς μπορεί να υπάρξει ελεύθερη, δημοκρατική πολιτική σε μια κοινωνία μετά την επανάσταση, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να επανεμφανιστούν η ταξική και η πολιτική καταπίεση;


Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο τον τρόπο μεταχείρισης μιας μικρής τάξης πρώην εκμεταλλευτών. Αφορά την ελευθερία του λόγου και τα υπόλοιπα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των απλών ανθρώπων.


Αυτό συμβαίνει, πρώτον, επειδή οι εκμεταλλευτές έχουν αναπόφευκτα εκατομμύρια υποστηρικτές, οι οποίοι συνδέονται υλικά ή ιδεολογικά με το σύστημα κυριαρχίας τους· και, δεύτερον, επειδή οι αντιλήψεις περί ατομικής κτητικότητας, ταξικής, φυλετικής και σεξουαλικής ανωτερότητας κ.ο.κ. εξακολουθούν να είναι κοινές, σε διαφορετικό βαθμό, ακόμη και μεταξύ των υποστηρικτών του νέου συστήματος.


Ο μαρξισμός επιχειρεί να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα μέσω της διατύπωσης του Μαρξ ότι η νέα κοινωνία θα φέρει «οικονομικά, ηθικά και διανοητικά, ακόμη τα σημάδια της γέννησης της παλιάς κοινωνίας, από τη μήτρα της οποίας αναδύεται».


Ο Μπλέικ, ωστόσο, αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη ειλικρίνεια το πρόβλημα της βαθιάς εσωτερίκευσης των καταπιεστικών αξιών. Η ενασχόλησή του με τον ψυχικό διχασμό και τη σεξουαλική παραμόρφωση, καθώς και με τη σχέση τους προς την κοινωνική καταπίεση, προσφέρει πολύ μεγαλύτερο πεδίο κατανόησης του προβλήματος.


Σε κάθε περίπτωση, η επιμονή αυτών των τάσεων σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι χωρίς τον κίνδυνο επανεμφάνισης της καταπίεσης.


Μια κλασική μαρξιστική απάντηση σε αυτό το ζήτημα προβλέπει, θεωρητικά, την ελευθερία όλων των πολιτικών και κοινωνικών απόψεων «μέσα στην επανάσταση».


Η μαοϊκή διατύπωση της ίδιας ιδέας είναι ότι θα επιτρέπονται οι «μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις μεταξύ του λαού», ενώ οι απόψεις που στρέφονται εναντίον της επανάστασης, δηλαδή οι «ανταγωνιστικές αντιθέσεις», θα καταστέλλονται.


Αυτές οι ιδέες, όμως, προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας εξουσίας που διαθέτει τη δύναμη να αποφασίζει ποιες απόψεις βρίσκονται «μέσα στην επανάσταση» και ποιες αντιθέσεις είναι «μη ανταγωνιστικές».


Χωρίς ένα κυβερνών κόμμα που συγκεντρώνει στα χέρια του όλη την εξουσία, οι διατυπώσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.


Η απάντηση του Μπλέικ, αντίθετα, βασίζεται στην ενεργό δύναμη της αδελφοσύνης και της αγάπης, ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης ελευθερία χωρίς να επανεμφανιστεί η καταπίεση.


Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η συνειδητή δέσμευση μιας αρκετά μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε συνεργατικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και σε αδελφικές πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις —δέσμευση που ενισχύεται από τη θρησκευτική ιδέα ενός εξανθρωπισμένου Ιησού— θα ήταν αρκετή ώστε να επιτρέψει την ελεύθερη πολιτική συζήτηση και οργάνωση, χωρίς να κυριαρχήσουν η κτητική και η καταπιεστική συμπεριφορά.


Αναμφίβολα, αυτή η ιδέα μπορεί να χαρακτηριστεί αφελής.


Δεν είναι, όμως, αναγκαστικά πιο αφελής από την υπόθεση των μαρξιστών ότι μια ελίτ με απεριόριστη εξουσία μπορεί να κυβερνά προς όφελος των απλών ανθρώπων ή από τη σύγχρονη φιλελεύθερη καπιταλιστική αντίληψη ότι ένα κοινωνικό σύστημα σχεδιασμένο να μεγιστοποιεί την αύξηση του κεφαλαίου μπορεί να εξασφαλίσει μια ελεύθερη και ευημερούσα ζωή για όλους.


Σε κάθε περίπτωση, η εστίαση του Μπλέικ στην πνευματική και ηθική ζωή της εργατικής τάξης και των λαϊκών ανθρώπων δεν είναι απλώς σημαντική ως εναλλακτική απέναντι στην παραδοσιακή αριστερή αδιαφορία για τη θρησκεία και την ηθική.


Αποτελεί το κλειδί για την πίστη του σε μια Αποκάλυψη που οδηγεί σε μια κοινωνία αμοιβαίων δικαιωμάτων, σε μια συνεργατική κοινοπολιτεία ελεύθερων γυναικών και ανδρών, χωρίς κυβέρνηση.


Και η αντίληψη του Μπλέικ για τις πνευματικές και ηθικές πεποιθήσεις που απαιτούνται για μια τέτοια κοινωνία αξίζει να μελετηθεί από όσους συμμερίζονται αυτόν τον στόχο.

Η θρησκεία και η τέχνη ως τρόποι κατανόησης της κοινωνίας

Πέρα από αυτές τις άμεσα πολιτικές παρατηρήσεις, οι ιδέες του Μπλέικ έχουν ευρύτερη σημασία, εξαιτίας όσων συνεπάγονται για τον ανεξάρτητο ρόλο της θρησκείας και της τέχνης ως τρόπων θέασης της κοινωνίας.


Πρόκειται για ένα ζήτημα που τόσο η αναρχική όσο και η μαρξιστική παράδοση άργησαν να κατανοήσουν.


Στη χειρότερη εκδοχή της, η αριστερή σκέψη υπήρξε ενεργά εχθρική απέναντι όχι μόνο στις θρησκευτικές ιεραρχίες αλλά και στην ίδια τη θρησκευτική πίστη, ενώ παράλληλα παρέμεινε αδιάφορη απέναντι στην τέχνη.


Στην καλύτερη εκδοχή της —και πρόκειται για μια μάλλον φτωχή καλύτερη εκδοχή— ο μαρξισμός αντιμετώπισε την τέχνη σαν έναν φτωχό συγγενή που χρειαζόταν εκπαίδευση και καλούς τρόπους.


Ο E. P. Thompson, ο σπουδαίος Άγγλος ιστορικός που επηρεάστηκε βαθιά από τον Μπλέικ, αποτυπώνει εξαιρετικά αυτή την άποψη στη μελέτη του για τον William Morris, έναν ουτοπικό στοχαστή και σοσιαλιστή οργανωτή, ο οποίος παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με τον Μπλέικ.


Ασκώντας κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι μαρξιστές συγγραφείς αντιμετώπισαν τα ουτοπικά γραπτά του Morris, ο Thompson παρατηρεί:


«Αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι μια ορισμένη τάση διανοητικοποίησης της τέχνης και η επιμονή ότι αυτή μπορεί να επικυρωθεί μόνο όταν μεταφραστεί σε όρους γνώσης, συνείδησης και εννοιών. Η τέχνη αντιμετωπίζεται όχι ως ενσάρκωση αξιών, αλλά ως αναπαράστασή τους με διαφορετικούς όρους, εκείνους της θεωρίας».


Αυτή η μαρξιστική αντίληψη καταλήγει τελικά να υποστηρίζει ότι μόνο μια περίπλοκη θεωρία, την οποία κατανοούν οι ίδιοι οι υποστηρικτές της, μπορεί να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα. Οι άλλοι τρόποι σκέψης που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να αξιολογούν την πραγματικότητα και να σχολιάζουν την κοινωνία —όπως η θρησκεία και η τέχνη— δεν είναι ικανοί να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά μπορούν μόνο να προσεγγίσουν τις αλήθειες του μαρξισμού.


Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε θα ήταν αληθής και η αντίληψη των ίδιων των μαρξιστών για τον εαυτό τους: μόνο μια μαρξιστική ελίτ θα μπορούσε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην ελευθερία.


Δεν είναι, όμως, αλήθεια.


Όχι μόνο οι μη μαρξιστικές πολιτικές ιδέες, αλλά και οι θρησκευτικές αντιλήψεις και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα αποτελούν τρόπους σκέψης για την κοινωνία και τις ανθρώπινες αξίες, ισότιμους με την πολιτική σκέψη.


Η θρησκευτική τέχνη του Μπλέικ, για παράδειγμα, η οποία αντλούσε από τις χριστιανικές παραδόσεις των λαϊκών τάξεων και ενσωμάτωνε τη σκέψη της εποχής του, του επέτρεψε να ανακαλύψει λύσεις σε κοινωνικά προβλήματα που τα επαναστατικά κινήματα της εποχής του αγνοούσαν.


Επομένως, οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι χρησιμοποιούν τη θρησκεία, την τέχνη, τις λαϊκές πεποιθήσεις και τα προσωπικά συστήματα αξιών στη σκέψη τους, είναι ικανοί να διαχειριστούν την κοινωνία —εφόσον μπορέσουν να ανακαλύψουν μέσα σε αυτές τις μορφές σκέψης τους λόγους για τους οποίους αξίζει να αγαπούν και να αυτοθυσιάζονται.


Οι αναρχικοί, λοιπόν, οφείλουν να αντιμετωπίζουν σοβαρά την καλλιτεχνική και τη θρησκευτική σκέψη ως τρόπους κατανόησης της κοινωνίας. Δεν πρέπει να τις αγνοούν, να τις αντιμετωπίζουν αφ' υψηλού ή να τους αποδίδουν μια επιφανειακή προσοχή συνοδευόμενη από μια αμήχανη επιφύλαξη.


Η κατανόηση ότι η πολιτική σκέψη είναι ένας μόνο από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κατανοήσουμε την κοινωνία θα μας βοηθήσει να απαλλαγούμε από την αλαζονεία —η οποία, στην πραγματικότητα, αποτελεί νοοτροπία της άρχουσας τάξης— που έχει παραμορφώσει τόσο την αναρχική όσο και τη μαρξιστική παράδοση.

Σχετική βιβλιογραφία

Στα βιβλία που πραγματεύονται την πολιτική και τη θρησκευτική σκέψη του Μπλέικ περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

- David V. Erdman, Blake: Prophet Against Empire (Dover), η κλασική μελέτη για την πολιτική σκέψη του.

- E. P. Thompson, Witness Against the Beast, που αναφέρθηκε προηγουμένως.

- Το δικό μου βιβλίο The Chained Boy: Orc and Blake's Idea of Revolution (Bucknell), από το οποίο αντλώ υλικό για το παρόν άρθρο.

- Blake, Politics, and History, σε επιμέλεια των Jackie DiSalvo, G. A. Rosso και του γράφοντος, το οποίο περιλαμβάνει αρκετά αξιόλογα άρθρα για την πολιτική, τη θρησκεία και το ριζοσπαστικό περιβάλλον του Λονδίνου (Garland).

- Thomas J. J. Altizer, The New Apocalypse: The Radical Christian Vision of William Blake (Michigan State University Press).

Το The Making of the English Working Class του Thompson (Vintage) αποτελεί την κορυφαία ιστορική μελέτη για τον βρετανικό ριζοσπαστισμό της εποχής του Μπλέικ, από το 1790 έως το 1832.


Για την ποίηση και το εικαστικό έργο του Μπλέικ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα The Complete Poetry and Prose of William Blake του Erdman ή το Blake's Poetry and Designs, σε επιμέλεια των Johnson και Grant (Norton), το οποίο περιλαμβάνει μια αρκετά εκτενή επιλογή έργων, εξαιρετικές σημειώσεις και πολλά εικαστικά δημιουργήματα.


Για το εικαστικό έργο του, αξίζει επίσης να αναζητήσει κανείς τις οικονομικές έγχρωμες αναπαραγωγές των εκδόσεων Dover των έργων Αμερική, Ευρώπη, Άσματα Αθωότητας, Άσματα Εμπειρίας, Ο Γάμος του Ουρανού και της Κόλασης και Το Βιβλίο του Ουριζέν, οι οποίες συνοδεύονται από τα έντυπα ποιητικά κείμενα.


Όλα τα λεγόμενα «φωτισμένα βιβλία» του Μπλέικ διατίθενται επίσης από τις εκδόσεις Princeton University Press σε έγχρωμες εκδόσεις πλήρους αναπαραγωγής, με τιμές από 20 έως 35 δολάρια.


Όλα τα βιβλία που αναφέρθηκαν κυκλοφορούν ακόμη, με εξαίρεση το έργο του Altizer, το οποίο μπορεί να βρεθεί σε βιβλιοθήκες.


Στο διαδίκτυο, τα «φωτισμένα βιβλία» είναι διαθέσιμα σε πλήρεις έγχρωμες αναπαραγωγές στο William Blake Archive του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια. Για ορισμένα έργα αναπαράγονται περισσότερα από ένα αντίτυπα, ώστε να μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις διαφορές στον χρωματισμό από αντίτυπο σε αντίτυπο.


Σημειώσεις

[1] Τα έργα του Μπλέικ παρατίθενται σύμφωνα με την έκδοση του David V. Erdman, The Complete Poetry and Prose of William Blake (Νέα Υόρκη: Anchor-Doubleday, 1988). Οι αριθμοί αναφέρονται στις σελίδες και στους στίχους των έργων του Μπλέικ. Οι κάθετες γραμμές υποδεικνύουν αλλαγή στίχου. Η ορθογραφία, η χρήση κεφαλαίων και η στίξη διατηρούνται όπως εμφανίζονται στα πρωτότυπα κείμενα του Μπλέικ.


[2] Iain McCalman, «The Infidel as Prophet: William Reid and Blakean Radicalism», στο Historicizing Blake, επιμ. Steve Clark και David Worrall (Νέα Υόρκη: St. Martin's Press, 1994), σ. 31–32· John Thelwall, «A Sheepshearing Song», στο Poetry and Reform: Periodical Verse from the English Democratic Press, 1792–1824, επιμ. Michael Scrivener (Detroit: Wayne State University Press, 1992), σ. 115.


[3] J. F. C. Harrison, The Second Coming: Popular Millenarianism, 1780–1850 (New Brunswick: Rutgers University Press, 1979), σ. 31, 65, 61–62.


[4] Νέα Υόρκη: New Press, 1993.


[5] Οι αποστάτες γιοι και θυγατέρες του Άλμπιον αναλαμβάνουν καταπιεστικούς ρόλους σε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ. Εδώ, οι «τροχοί» είναι οι τροχοί της βιομηχανίας, του πολέμου και του σύμπαντος όπως υφίσταται σήμερα. Η Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με την παραδοσιακή βιβλική χρήση, είναι η πόλη του Θεού. Εδώ, όμως, είναι επίσης μια γυναικεία μορφή που υφίσταται σεξουαλική καταπίεση. Επομένως, οι «Χώροι για την Ιερουσαλήμ» είναι χώροι που προορίζονται για τη μελλοντική λύτρωση και την ελεύθερη σεξουαλικότητα.


[6] Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, με παραρτήματα των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, επιμ. C. P. Dutt (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1938, 1966), σ. 8.


[7] William Morris: Romantic to Revolutionary (αναθεωρημένη έκδοση· Stanford: Stanford University Press, 1988), σ. 789.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου