Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Δροσοσταλίδες-Dewdrops (haiku)

Αποτέλεσμα εικόνας για dewdrops

Δροσοσταλίδες·
Τι ταιριαστή συντροφιά
στα δάκρυά μου

The morning dewdrops;
a suitable company
for the tears I shed

Νηστεία

Αποτέλεσμα εικόνας για fasting painting

Τι αγαλλίαση που νιώθει ένα άδειο στομάχι!
Ο άνθρωπος είναι σαν τον αυλό-
Τίποτα περισσότερο,τίποτα λιγότερο.
Αν είναι γεμάτος,
δεν μπορεί να βγάλει ήχο.

Όταν ο νους και το στομάχι σου 
καίγονται απ'τη φωτιά της πείνας,
η καρδιά σου γίνεται ουράνια ωδή.
Κάθε λεπτό που εκείνη η φωτιά φουντώνει,
καίγονται εκατοντάδες προσχήματα,
φτάνεις πιο κοντά στο στόχο σου.

Άδειασε κι εσύ
και κλάψε
για το γέμισμα του καλαμένιου αυλού.
Άδειασε κι σύ
κι ανακάλυψε
τα μυστήρια της καλαμένιας πένας

Αν η κοιλιά σου είναι γεμάτη
τη μέρα που θα κληθείς,
σε περιμένει πόνος αντί για λύτρωση.
Θα βασανίζεσαι στις σκοτούρες της ύλης
αντί για τον παράδεισο.
Όταν νηστεύεις,σε συντροφεύουν όλα τα καλά,
αφισιωμένοι φίλοι και υπηρέτες.


Μη χαλάς τη νηστεία.
Η νηστεία είναι η Σφραγίδα του Σολομώντος.
Μην πετάς τη Σφραγίδα
στ'ακάθαρτα πνεύματα.
Μην καταστρέφεις το βασίλειό σου
με το γεμάτο στομάχι.

Κι αν το βασίλειό σου χαθεί
κι ο στρατός σου σ'εγκαταλείψει,
εσύ,κράτησε τη νηστεία.
Γρήγορα θα επιστρέψουν 
με τα λάβαρα ν'ανεμίζουν.
Σου λέω με την προσευχή του Χριστού
θα στρωθεί το Τραπέζι του Ουρανού,
στο σπίτι που νηστεύει.

Νήστευε και θυμήσου,
η αφθονία του Ουράνιου Δείπνου
γρήγορα θα 'ναι δική σου-
Και να είσαι σίγουρος,
τα πλούσια εδέσματα εκείνου του Δείπνου
είναι πολύ καλύτερα
από τη λαχανόσουπα της νηστείας σου!

Τζελαλεντίν Ρουμί,Στον κήπο του Αγαπημένου,εκδ.Αρμός


Genesis - Mama


Το κυνήγι της ευτυχίας(Rat Race - A short film story)


Μέγας Κανόνας του Αγ.Ανδρέα Κρήτης

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μεγας κανων

agonaskritis.gr

Γράφει ο Αρχιμανδρίτης
Ιγνάτιος Θ. Χατζηνικολάου
Θεολόγος, τ. Λυκειάρχης



Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης (εορτάζεται κάθε χρόνο στις 4 Ιουλίου) είναι μια από τις ασκητικές και ποιητικές μορφές της Εκκλησίας, γεννηθείς γύρω στα 600 μ.Χ. Υπερασπιστής της οθροδόξου πίστεως και μεγάλος μελωδός της Εκκλησίας μας.



Μεταξύ των ιερών ύμνων που συνέγραψε προεξάρχει ο Μέγας Κανών. Μέγας και λόγω της μεγάλης αισθητικής και πνευματικής σπουδαιότητός του, αλλά και της μεγάλης εκτάσεώς του: 11 Ειρμοί και 250 τροπάρια χωρισμένα σε 9 ωδές συνθέτουν το μεγαλειώδες και πρωτότυπο έργο, ποίημα υψηλής τέχνης και αφθάστου λυρισμού, το οποίο κατέχει εκλεκτή θέση στην ποίηση και στην λατρεία της εκκλησίας μας. Ο Κανόνας αυτός ψάλλεται τμηματικά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, δηλ. από την Καθαρά Δευτέρα έως την Πέμπτη το απόγευμα, αμέσως μετά το μεγάλο Απόδειπνο. Ολόκληρος ψάλλεται την Τετάρτη της Ε’ Εβδομάδος των Νηστειών και πάλι το απόγευμα μετά το Μεγάλο Απόδειπνο.

Βασικός σκοπός του Μ. Κανόνα είναι να παρακινήσει τους πιστούς σε μετάνοια. Γι’ αυτό άλλωστε ψάλλεται στην περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής και μάλιστα προς το τέλος της. Ο πιστός έχει ανάγκη πνευματικού στηριγμού στον αγώνα του τον πνευματικό που ολοκληρώνεται την Μεγάλη Εβδομάδα.
Ο Μ. Κανόνας τον ανακουφίζει, τον ενδυναμώνει με τα όπλα της πνευματικής στρατείας και του χαρίζει αποφασιστικότητα και δυναμισμό.

Αληθινά, ο Κανόνας αυτός δεν είναι μόνο μεγαλύτερος αλλά και ο κατανυκτικότερος της Εκκλησίας μας. Ο πλούτος του ασύλληπτος. Τα διδάγματά του ανεπανάληπτα. Οι προτροπές του για αλλαγή τρόπου ζωής παροιμιώδεις. Ο πιστός, που ψάλλει ή ακούει τους ύμνους, οδηγείται αβίαστα στην απόκτηση μετανοίας και συντριβής. Αποστροφής της αμαρτίας. Συνειδητής βιώσεως του μυστηρίου της σωτηρίας.
Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι αμέτρητες φορές επαναλαμβάνεται η επωδός του κανόνα «Ελέησόν με ο Θεός, ελέησόν με».

Συναντάμε έντονο το συναίσθημα της ενοχής για τις αμαρτίες και ομολογούμε ρεαλιστικά «πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις; Ποιάν απαρχήν επιθήσω, Χριστέ, τη νυν θρηνωδία;» Από πού, αλήθεια, να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει την εξιστόρηση των αμαρτιών του!: «Ημάρτημεν, ηνομήσαμεν, αδικήσαμεν ενώπιόν Σου…».

Σκεφτόμαστε την αμαρτωλότητά μας. Τον χρόνον που ασταμάτητα κυλάει. Ο καιρός περνά. Τα όρια στενεύουν. Ο θάνατός τα σταματά όλα, μετά μας περιμένει η κρίσις: «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Έβρ. 9,27) δι’ αυτό η ψυχή πρέπει να εγερθεί από τον ύπνον της αδιαφορίας, της αμαρτωλής ζωής: «ψυχή μου, ψυχή μου ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει, και μέλλεις θορυβείσθαι• ανάνυψον ουν ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Η ανάπαυσις της ψυχής μας θα βρεθεί μόνον όταν αφεθούμε στο έλεος της αγκαλιάς του Θεού, όπως ο άσωτος υιός και όσοι ακολούθησαν το παράδειγμα της μετανοίας του. Παρακλούμε τον Θεόν να σκύψει πάνω στην ταπείνωσή μας. Να δει τα δάκρυα της μετανοίας μας, τις θλίψεις μας και τους στεναγμούς μας. Του ζητάμε το έλεός Του. Την φιλανθρωπία Του και την δύναμή Του να ορθώσει με τα βήματα προς την πορείαν της επιστροφής μας προς Αυτόν. Να φωτίσει το μονοπάτι του γυρισμού μας προς Αυτόν. Αναλογιζόμαστε τις δυσκολίες αυτής της επιστροφής. Αναγνωρίζομε ότι απαιτεί κόπο, ιδρώτα, δάκρυα συντριβής και αίμα κάποιες φορές. Όμως, αξίζει τον κόπο. Γιατί πουθενά αλλού δεν υπάρχει παρηγοριά. Πολλοί μας αρνήθηκαν, Εκείνος ποτέ, όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε. Σαν απιστούμε, Εκείνος μένει πιστός (Β’ Τιμόθ. 2,13). Όσο του πλησιάζομε, μας πλησιάζει κι Εκείνος (Ιάκ. 4,3).

Μας περιμένει στο κατώφλι του Παραδείσου, η πόρτα του οποίου, είναι ανοιχτή. Γι’ αυτό ενανθρωπίσθηκε ο Χριστός. Γι’ αυτό δίδαξε, θαυματούργησε, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε. Διαβάζομε στην Θ’ ωδή του Μ. Κανόνος: «Χριστό ενανθρώπησε, μετανόησον, η θύρα ηνέωκται ληστάς και πόρνας. Ψυχή, μετανόησον, η θύρα ηνέωκται της Βασιλείας ήδη, και προαρπάζουσιν αυτήν Φαρισαίοι και Τελώναι και μοιχοί μεταποιούμενοι». Αυτά, και τόσα άλλα δείγματα της φιλανθρωπίας του Θεού, μας δίνουν την ελπίδα της σωτηρίας μας γι’ αυτό και Του επικαλούμαστε «Ελέησόν με, ο Θεός, Ελέησόν με».

Με βεβαιότητα της αποδοχής μας από τον Θεόν με το εισιτήριο της αληθινής συντριβής και μετανοίας, συνεχίζομε «τον υπόλοπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία». Σ’ όποιον με ταπείνωση κρούει την πόρτα του Θεού, Εκείνος την ανοίγει «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, ζητείτε, και ευρήσετε, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν, πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7,7-8).

Σημ.: Σκέψεις του γραφτού μας αυτού πήραμε από το βιβλίο του αρχιμ. Συμεώνος Βενετσιάνου «Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η ψυχωφελής».

Maslenitsa,ρωσική γιορτή πριν τη Μ.Σαρακοστή

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Στίχοι ανθίζουν-Verses are blooming (haiku)

Αποτέλεσμα εικόνας για  writing painting

Έπιασαν χορό
η πένα με το χαρτί
Στίχοι ανθίζουν

A dance they started
the pen and the paper
Verses are blooming

Γιατί φοβάστε τον θάνατο;

Σχετική εικόνα

~nektar

ΑΓΑΘΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ (6ος αι.)

Τὸν θάνατον τί φοβεῖσθε, τὸν ἡσυχίης γενετῆρα,
τὸν παύοντα νόσους καὶ πενίης ὀδύνας;
μοῦνον ἅπαξ θνητοῖς παραγίνεται, οὐδὶ ποτ᾿ αὐτὸν
εἶδεν τις θνητῶν δεύτερον ἐρχόμενον·
αἱ δὲ νόσοι πολλαὶ καὶ ποικίλαι ἄλλοτ᾿ ἐπ᾿ ἄλλον
ἐρχόμεναι θνητῶν καί μεταβαλλόμεναι.

Γιατί φοβάστε τον θάνατο, τον γενήτορα της ησυχίας,
που παύει νόσους, πόνους, οδύνες;
Μια φορά μόνο έρχεται στους ανθρώπους, 
κανείς δεν τον είδε δυό φορές.
Οι αρρώστειες όμως πολλές και ποικίλες 
και χτυπούν πότε τον ένα πότε τον άλλο, μεταβαλλόμενες.

Γιορτή Tyarnyndaraj,Αρμενία

Malady(Finland)-Toinen toista(2018)-Toinen toista


The Life of Death


Με συντροφιά τον Ρίλκε

Επιμέλεια: Σταμάτης Μαυροειδής
Γράφει ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού


H ἀφήγηση ποὺ ἀκολουθεῖ, γράφεται σὲ πρῶτο πρόσωπο, ἐπειδὴ στηρίζεται σὲ προσωπικὲς διαδρομὲς μὲ τὴν παρηγορητικὴ συνοδία τοῦ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke, 1875-1926), γεννημένου στὴν Πράγα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν Κάφκα (Franz Kafka, 1883-1924), μοιρασμένου σὲ τομίδια, βιβλιάρια ἤ, ἀλλιῶς, βιβλία τσέπης.

Ἀπὸ τὸ 2003, καὶ γιὰ δέκα περίπου χρόνια, ταξίδευα, σχεδὸν κάθε ἑβδομάδα, μὲ τὸ τραῖνο, ἀπὸ τὴν Λιψία στὴν Νυρεμβέργη κι ἀπὸ ἐκεῖ σὲ μιὰ πολίχνη τῆς Βάδης-Βυρττεμβέργης. Μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τὸ ταξίδι διαρκοῦσε 12-13 ὧρες, γι’ αὐτὸ φρόντιζα νὰ ἔχω μαζί μου βιβλία μικροῦ σχήματος καὶ μολυβάκια μὲ ξυσμένη μύτη. Ἔτσι γνώρισα, ἂν καὶ ἀκατάστατα, πλευρὲς τῆς γερμανικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Προηγουμένως, εἶχα ὁλοκληρώσει μία ἐργασία μὲ θέμα τὴν ἀναμέτρηση τοῦ Χαίλντερλιν (Friedrich Hölderlin, 1770-1843) μὲ τὸν Σοφοκλῆ καὶ τὴ μετάφραση τῆς Ἀντιγόνης. Εἶχα πέσει ἐξαρχῆς στὰ βαθιά, μὲ τοὺς Γερμανοὺς μυστικοὺς ποιητές, τὸν κύκλο τῆς Ἰένας καὶ τὴν ἰδεαλιστικὴ φιλοσοφία. Πολλὰ πράγματα δὲν καταλάβαινα, ἢ ἁπλῶς ὑποψιαζόμουν˙ ἀπωθοῦσα ὅ,τι προσέκρουε στὴν ἀνεπάρκειά μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ μοῦ ἔμεινε πολύτιμη μαγιά, ὥστε νὰ τολμήσω νὰ διαβάσω στὴ γλώσσα του τὸν ἄλλο μυστικὸ ποιητή, τὸν Ρίλκε. Καὶ ὅπως συμβαίνει μὲ τὶς ἁμαξοστοιχίες ποὺ ὀπισθοβατοῦν (ὅταν καθόμαστε ἀνάποδα), διάβασα τὸν Ρίλκε ἀπὸ τὴν ἀνάποδη, ἀρχίζοντας σχεδὸν ἀπὸ τὸ τέλος.
Ἡ ἕδρα μου ἦταν ἡ Λιψία. Γνώριζα ὅτι ἦταν καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Ἄντον Κίππενμπεργκ (Anton Kippenberg, 1874-1950), ἱδρυτῆ τοῦ περίφημου ἐκδοτικοῦ οἴκου Insel, διὰ βίου φίλου καὶ ἐκδότη τοῦ Ρίλκε. Σὲ παλαιοβιβλιοπωλεῖο τῆς πόλης ἀγόρασα ἀνυποψίαστος τομίδιο τοῦ 1980, τοῦ οἴκου Insel, μὲ θέμα τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Ρίλκε, 1921-1922, μὲ τὸν ἄγνωστό μου Ρὸλφ Οὖνγκερν-Στέρνμπεργκ (Rolf Ungern-Sternberg, 1880-1943). Τὸ δέμα μὲ τὶς ἐπιστολές τους βρέθηκε μετὰ τὸν θάνατό τους καὶ ἐκδόθηκε τὸ 1980. Ταξιδιωτικὸ ἀνάγνωσμα ἀλλὰ καὶ πρώτη σημαντικὴ ἀνακάλυψη, ἄγνωστη προφανῶς στὴ Γραμματεία μας: ὁ Ρίλκε μυεῖται ἀπὸ τὸν ἀλληλογράφο του στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moréas, 1856-1910). Διαβάζει στὰ γαλλικὰ τὶς Στροφὲς (Les Stances) καὶ ἀνακαλύπτει ἕναν «μεγάλο ποιητή» (ἐπιστολὴ τῆς 26ης Ἰουλίου 1921). Ἀμέσως μεταφράζει στὰ γερμανικὰ δύο (ἀπὸ τὶς 93 συνολικά) Στροφὲς καὶ συστήνει ἀνεπιφύλακτα στοὺς ὁμοτέχνους του τὸν Ἕλληνα συμβολιστὴ ποιητὴ ποὺ ἔζησε στὸν κύκλο τοῦ Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé, 1842-1898) (1). Ἀναρρωτιέμαι πόσο ἔχει βοηθήσει τὸν Ρίλκε αὐτὴ ἡ ἀνακάλυψη, ὅταν ἀποφασίζει, λίγους μῆνες ἀργότερα, νὰ καταπιαστεῖ ἐκ νέου καὶ νὰ ὁλοκληρώσει, μέσα σὲ ἑπτὰ ἡμέρες, τὶς Ἐλεγεῖες ἀπὸ τὸ Ντουΐνο (ἀνολοκλήρωτες ἀπὸ τὸ 1912), ἐνῶ παράλληλα γράφει καὶ ὁλοκληρώνει, στὸ θαυμαστὸ ἔτος 1922, τὰ Σονέττα στὸν Ὀρφέα (2). Τὸ ἀποκαλυπτικὸ αὐτὸ βιβλιάριο μὲ ὁδήγησε ἀσφαλῶς σὲ ἕνα ἄλλο βιβλίο τσέπης, πάντοτε τοῦ οἴκου Insel, αὐτὸ τῶν Ἐλεγειῶν: ἔτος ἔκδοσης 1948, ἔναντι 5 εὐρώ (καὶ σὲ μεταγενέστερη ἔκδοση μαζὶ μὲ τὰ Σονέττα, ἔναντι 3,5 εὐρώ. Ἡ χρηματιστηριακὴ ἀξία ὀπισθοβατεῖ καὶ αὐτὴ ἀντιστρόφως ἀνάλογα πρὸς τὴ λογοτεχνική).

Οἱ Ἐλεγεῖες ἀπὸ τὸ Ντουΐνο συγκλίνουν στὴν ἀνθρώπινη μοίρα, στὸν κόσμο, ὅπως τὸν συλλαμβάνουν παρθενικὰ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα τοῦ παιδιοῦ, στὴν ἀπελπισμένη ἀναμέτρηση τοῦ ἀκροβάτη μὲ τὸν νόμο τῆς βαρύτητας

Οἱ Ἐλεγεῖες μὲ συντρόφευσαν στὸ ἑπόμενο ταξίδι γιὰ τὴν Νυρεμβέργη. Τότε προσπάθησα, μὲ ἔντονη συναισθηματικὴ φόρτιση, νὰ ἀποδώσω στὴ γλώσσα μου τὸν ἐναρκτήριο στίχο τῆς Πρώτης Ἐλεγείας:
«Wer, wenn ich schriee, hörte mich denn aus der Engel / Ordnungen?»(3)
Δύσκολα πράγματα. Δὲν γνώριζα ἂν τὸ ἔργο εἶχε μεταφραστεῖ στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀπὸ ποιούς. Ἀργότερα θὰ ἀνακάλυπτα δώδεκα τουλάχιστον ἀποδόσεις. Ἔνδειξη τῆς πολυσημίας, τῆς σπουδαιότητας ἀλλὰ καὶ τῆς σκοτεινότητας τῶν Ἐλεγειῶν. Ὡς ὁδηγὸ ἀνάγνωσης χρησιμοποίησα τὴν πραγματεία τοῦ Romano Guardini Τὸ νόημα τοῦ Dasein στὸν Ρ.Μ. Ρίλκε – Μία ἑρμηνεία τῶν Ἐλεγειῶν… Σελίδες οὐκ ὀλίγες, 376 (Matthias-Grünewald-Verlag, 1996). Μία στιχηδὸν συνοδοιπορία μὲ τὸν ποιητή. Σήμερα, δέκα πέντε χρόνια ἀργότερα, δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχω βρεῖ τὸν «μίτο τῆς Ἀριάδνης» (ὅπως λένε καὶ στὴν Γερμανία): Ὅλα συγκλίνουν στὴν ἀνθρώπινη μοίρα, στὸν κόσμο, ὅπως τὸν συλλαμβάνουν παρθενικὰ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα τοῦ παιδιοῦ, στὴν ἀπελπισμένη ἀναμέτρηση τοῦ ἀκροβάτη μὲ τὸν νόμο τῆς βαρύτητας. Ταυτόχρονα, ὅλα ἀποκλίνουν στὰ διάχυτα συναισθήματα τοῦ ἔρωτα, τῆς μάταιης προσδοκίας, τοῦ περιστρεφόμενου καρουσὲλ τῶν ὀνείρων, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Τὴ Μοίρα μας τὴν λένε Ὀδύνη. Στὴν τελευταία Ἐλεγεία «ἡ κορδελιάστρα κυρία Lamorte ἑτοιμάζει τὰ φτηνὰ καπέλα τῆς μοίρας».
Ὁ φιλοσοφικὸς στοχασμὸς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν μυστικισμὸ τοῦ Χαίλντερλιν, ἀποκτᾶ χῶρο καὶ χρόνο στὰ Σονέττα στὸν Ὀρφέα. Ὅταν τὰ γράφει, ὁ Ρίλκε πιθανότατα δὲν γνωρίζει τὴν Ἔρημη χώρα τοῦ Θ.Σ. Ἔλιοτ (T.S. Eliot), οὔτε τὸν Ὀδυσσέα τοῦ Τζ. Τζόυς (J. Joyce) ἢ τὸ πολύτομο μυθιστόρημα Ἀναζητώντας τὸν χαμένο χρόνο τοῦ Μ. Προύστ (M. Proust). Τὰ ἔργα αὐτὰ γράφονται καὶ κυκλοφοροῦν ταυτόχρονα, τὸ 1922, εἰσηγοῦνται τὸν εὐρωπαϊκὸ μοντερνισμό, ἐνῶ, κατὰ ἕνα ὀξύμωρο σχῆμα, εἰκονίζουν τὴν ἅλωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπιφέρουν ἡ μηχανοκρατία, ἡ τραπεζιτικὴ λογικὴ καὶ ἡ ἰδεοκρατικὴ ἀπολυταρχία. Οἱ Ἐλεγεῖες, ποὺ πρέπει νὰ διαβάζονται παράλληλα μὲ αὐτά, γίνονται τὸ «ρέκβιεμ» τῆς ἐρημωμένης ἀπὸ ἰδανικὰ Εὐρώπης. Κλῖμα Μεσοπολέμου. Τὸ μέλλον, ὅπως εἰπώθηκε σοφά, οὔτε κι ἐκεῖνο δὲν θὰ εἶναι στὴ θέση του. Τὸ σημαίνουν, ὡς κώδων κινδύνου, καὶ τὰ Σονέττα στὸν Ὀρφέα: ἡ ὑπέρβαση («Übersteigung») τοῦ Ὀρφέα-ποιητῆ εἶναι ἡ ἀναγκαία πράξη, γιὰ νὰ ἀκουστοῦν ἡ λύρα καὶ ἡ φωνή του. Τὴν προσδοκία τῆς Ἀνάστασης πρέπει νὰ ἀντικαταστήσει ἡ διανοητικὴ ἐνατένιση. Ἡ Εὐρυδίκη θὰ μείνει στὸν Ἅδη, σύμβολο μιᾶς ἄλλης ζωῆς πέρα ἀπὸ τὰ γήινα.
Ἡ ὀπισθοβατοῦσα στὸν χρόνο ἁμαξοστοιχία σταθμεύει τώρα πίσω στὸ ἔτος 1907. Τὸ ἑπόμενο βιβλιάριο τῆς διαδρομῆς Λιψία-Νυρεμβέργη εἶναι τὰ Ἐμπράγματα ποιήματα (Dinggedichte): ποιήματα ἁπτά, ὑλικά, σὰν πράγματα. Ποιήματα-ἀντικείμενα ὁρατά. Ἔργο τομῆς στὶς αἰσθητικὲς ἀντιλήψεις τοῦ Ρίλκε, τὸ ὁποῖο μᾶς ἐπιτρέπει νὰ δοῦμε τοὺς κρίσιμους σταθμοὺς στὴ διαμόρφωση τῆς ποιητικῆς του.

Ὁ Ρίλκε, ὁ Ἔλιοτ, ὁ Τζόυς, ὁ Προὺστ εἰκονίζουν τὴν ἅλωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπιφέρουν ἡ μηχανοκρατία, ἡ τραπεζιτικὴ λογικὴ καὶ ἡ ἰδεοκρατικὴ ἀπολυταρχία

Στὸ Παρίσι, τὸ 1902, ὁ Ρίλκε ἐπισκέπτεται τὸν Ροντέν (Auguste Rodin, 1840-1917). Τὸν ἑπόμενο χρόνο γράφει μονογραφία γιὰ τὸν γλύπτη καὶ δάσκαλό του (4). Θὰ μείνει κοντά του πέντε χρόνια ὡς ἄτυπος γραμματέας του. Ἐκεῖ μαθαίνει νὰ βλέπει, νὰ παρατηρεῖ. Εἶναι ἡ κορύφωση τῆς μύησης στὸν χῶρο τῆς παραστατικῆς Τέχνης ὡς ὑλικῆς, δομικῆς ὀργάνωσης καὶ σμίλευσης τοῦ ποιήματος, ὅρων ποὺ συγκροτοῦν τὴν «ἠθικὴ» τῆς Ποίησης. Τὸ ποίημα μεταφέρεται στὸ ἐργαστήριο τοῦ γλύπτη, ἀποκτᾶ πλαστικότητα, γίνεται ἄγαλμα, διαμελισμένο ἢ ἀκέφαλο, μιλᾶ ὅπως μιλᾶ ἡ σμιλεμένη πέτρα. Μὲ ὀφειλὲς ἀκόμη καὶ στὸν ὑπαρξισμὸ τοῦ Κίρκεγκωρ (Søren Kierkegaard), τὸ ἀντικείμενο τοῦ ποιήματος ἀποκτᾶ φωνὴ καὶ ὑπόσταση, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζει τὴ συνείδηση τοῦ δημιουργοῦ του. Εὐθεῖα ἀντίδραση στὴ μηχανοκρατία καὶ τὸν ὑποβιβασμὸ τοῦ ὑποκειμένου τῆς ἱστορίας. Μὲ ἀνάλογη διάθεση καὶ ἀνησυχία ὁ Ρίλκε ἐπισκέπτεται λίγο ἀργότερα τὸν Λοῦβρο. Στέκεται περιδεὴς ἐμπρὸς στὸν ἐντυπωσιακὸ «Ἀρχαϊκὸ κορμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα» (480 π.Χ.). Γράφει τὸ ὁμώνυμο σονέττο, «Archaischer Torso Apollos», μὲ τὸν καταληκτικὸ στίχο «Καιρὸς ν’ ἀλλάξουμε ζωή». Δὲν εἶναι ὁ θεατὴς ποὺ παρατηρεῖ τὸ γλυπτό, ἀλλὰ ὁ ἀκέφαλος κορμὸς ποὺ βλέπει τὸν θεατὴ μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς πόρους τοῦ πλαστικοῦ σώματός του: (5)

Ἀρχαϊκὸς κορμὸς τοῦ Ἀπόλλωνα

Δὲν τὸ γνωρίσαμε τὸ ἀνάκουστο κεφάλι
ποὺ μέστωναν οἱ κόρες τῶν ματιῶν. Μὰ ὁ κορμὸς
ἁπλώνει ἀκόμη γύρω φῶς
μὲ τὴ ματιὰ ποὺ ἀνάφτει, σβηεῖ καὶ πάλι

ὁλοῦθε γύρω της φωτᾶ. Ἀλλιῶς, πῶς θὰ μᾶς τύφλωνε
τοῦ στέρνου ἡ χαρακιά, καὶ στοῦ ποδιοῦ
τὸ σκίρτημα τ’ ἀχνὸ ἕνα μειδίαμα τοῦ ἀνθοῦ
στὴν ἥβη ἐκεῖ καταμεσῆς πῶς θὰ σκαρφάλωνε.

Ἀλλιῶς, ἡ πέτρα αὐτὴ θά ’ταν παράταιρη, μισὴ
κάτω ἀπ’ τὴ διάφανη τῶν ὤμων 
ἀπουσία,
καὶ σὰν προβιὰ ἁρπαχτικοῦ δὲ θ’ ἄστραφτε χρυσή˙

σὰν ἄστρου δὲ θὰ ξέσπαγε τόση φωτοχυσία:
γιατὶ καμιὰ δὲν εἶναι ’δῶ θέση ἀδειανή,
ποὺ νὰ μὴ μᾶς θωρεῖ. Καιρὸς ν’ ἀλλάξουμε ζωή. (6)

Εἶναι ἡ «στροφὴ» τοῦ ποιητῆ στὴ «στροφὴ» τοῦ αἰώνα. Εἰκαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς «Νέας Ἀντικειμενικότητας», τῆς «réalisation» ποὺ πρεσβεύει τὸ ἑπόμενο πρότυπο τοῦ Ρίλκε, ὁ Πὼλ Σεζάν (Paul Cézanne, 1839-1906). Συμβουλεύοντας τὸν ἑαυτό του, συμβουλεύει «ἕναν νεαρὸ ποιητὴ» μὲ γενναιόδωρες ἐπιστολὲς (1903-1908) ποὺ πρέπει νὰ διαβαστοῦν παράλληλα μὲ τὶς ἐπιστολὲς πρὸς τὴ σύζυγο τοῦ Σεζάν, ἀφοῦ ὁ ζωγράφος δὲν εἶναι πιὰ στὴ ζωή. (7)
Πρὶν ἐπισκεφτεῖ τὸ ἐργαστήριο τοῦ Ροντέν, ὁ Ρίλκε ἔχει περιηγηθεῖ τὴν Φλωρεντία καὶ τὴν ἰταλικὴ Ἀναγέννηση. Κρατᾶ ἡμερολόγιο (Τὸ Φλωρεντινὸ Ἡμερολόγιο) καὶ γράφει τὸ –σαράντα εἰκόνων- ποιητικὸ δοκίμιο Σημειώσεις γιὰ τὴ μελωδία τῶν πραγμάτων (1898). Εἶναι πλέον ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν εἰκαστικὴ πρωτοπορία τοῦ νέου αἰώνα, νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὰ διδάγματα τοῦ ἰμπρεσιονισμοῦ. Διαισθάνεται ὅτι ἡ διανοητική του ἀκμὴ συμπίπτει χρονικὰ μὲ τὴν παρακμὴ τοῦ Fin de Siècle, τοῦ τέλους τοῦ αἰώνα. Τὸ εἰκαστικό του βλέμμα προοικονομεῖ τὴν πολυπρισματική, εἰκονιστικὴ ποίηση τοῦ Πάουντ, τοὺς μουσικοὺς πειραματισμοὺς τοῦ Στραβίνσκυ. Εἶναι καιρὸς γι’ αὐτὸν νὰ σπάσει τὸν αὐστηρό, ὁμοιοκατάληκτο στίχο, νὰ δοκιμάσει τὶς δυνάμεις του σὲ μεγαλύτερες, ἐπικὲς συνθέσεις.

Τὸ 1921 ὁ Ρίλκε μυεῖται στὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moréas, 1856-1910). Διαβάζει στὰ γαλλικὰ τὶς Στροφὲς (LesStances) καὶ ἀνακαλύπτει ἕναν «μεγάλο ποιητή»

Ἄφιξη στὴν Νυρεμβέργη. Τὸ ταξίδι θὰ συνεχιστεῖ, γιὰ δύο ὧρες περίπου, μὲ τὴν τοπικὴ ἁμαξοστοιχία ποὺ δὲν προσφέρει τὶς ἀνέσεις τῆς ταχείας. Εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ ξεφυλλίσω τὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε ὁ Ρίλκε: Σημειώσεις τοῦ Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε (1910). Τὸ διάβασα, ἔφηβος, στὴ γλώσσα μου, καὶ μάλιστα στὴν ἱστορικὴ ἔκδοση τοῦ Γαλαξία (1965): Ἕνας ἀριστοκράτης παρακμιακὸς περιφέρεται ἀνέστιος στὸ Παρίσι τοῦ Fin de Siècle. Εἰκόνες ἀσχήμιας, πόνου καὶ φτώχειας στὴν πόλη ποὺ δόξασαν ὁ Ροντέν, ὁ Σεζάν, καὶ λίγο ἀργότερα ὁ Πικάσσο, ὁ Μοντιλιάνι, ὁ Ἀπολλιναίρ… Τὸ ἔργο προαναγγέλλει τὸν ὑπαρξισμὸ καὶ τὴν καφκικὴ ἀλληγορία. Ἐκεῖ σπαργανώνονται οἱ μεγαλειώδεις Ἐλεγεῖες ἀπὸ τὸ Ντουΐνο, ἐλεγεῖες τῆς ἀνεπίστρεπτης παιδικῆς ἡλικίας καὶ τῶν διαψεύσεων, ἐνῶ ἀκούγονται ἤδη ὁ θόρυβος τῆς μηχανῆς καὶ οἱ οἰμωγὲς ποὺ θὰ φέρουν τὸν Μεγάλο Πόλεμο. Τέλος διαδρομῆς. Καὶ ἀρχὴ μιᾶς νέας. Σκέφτομαι νὰ καταπιαστῶ πάλι μὲ τὴν ἀπόδοση ἐκείνου τοῦ πρώτου, δύσβατου στίχου τῶν Ἐλεγειῶν. Ἂν τὸν δαμάσω, ἴσως ἀνοίξει ὁ δρόμος γιὰ τοὺς ἑκατοντάδες στίχους ποὺ ἀκολουθοῦν. (8)
Ὁ Ρίλκε πέθανε στὶς 29 Δεκεμβρίου 1926, στὰ πενήντα δύο του χρόνια, ἀπὸ λευχαιμία, σὲ σανατόριο τῆς Ἑλβετίας. Πρόλαβε νὰ ὁλοκληρώσει τὰ μεγάλα του ἔργα, νὰ συμπληρώσει τὶς δέκα Ἐλεγεῖες μὲ μία ἑνδέκατη, ἀφιερωμένη στὴν Μαρίνα Τσβετάγιεβα, καὶ νὰ γράψει τὸ ἐπιτύμβιό του ποίημα:

Ρόδο, (9)
ἀντίφαση
ἀκέραιη ἐσὺ
καὶ ἡδονή,
τοῦ Κανενὸς
νὰ εἶσαι
ὕπνος
κάτω ἀπὸ τόσα
βλέφαρα.



(1) Στὴ Διαθήκη του ὁ Ρίλκε ἔθεσε ὡς motto τὸν στίχο τοῦ Moréas «Κατηγορῶ ἐκεῖνον ποὺ ἀντιδικεῖ μὲ τὴν ἴδια του τὴ θέληση».
(2) Βλ. σχετικὰ Σ. Γρ. Σταμπουλοῦ, «Ὁ Ράινερ Μαρία Ρίλκε συναντᾶ, σχολιάζει καὶ μεταφράζει ποιήματα τοῦ Ζὰν Μορεάς», περ. Νέα Ἑστία, τχ. 1800, Μάιος 2007, 909-923.
(3) «Ποιός, ἂν κραύγαζα, θὰ μ’ ἄκουγε τάχα ἀπ’ τῶν Ἀγγέλων / τὰ τάγματα;» (μτφρ. Ἄρης Δικταῖος, 1957).
(4) Ρ.Μ. Ρίλκε, Αὔγουστος Ροντέν. Μτφρ. Εὔη Μελᾶ. Ἐκδ. Ν.Δ. Καραβίας, χ.χ.
(5) Βλ. σχετικὰ Γ. Ρηγόπουλος, «Ὁ Rainer Maria Rilke καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη», ἐφημ. «Ἑρμῆς», Ζάκυνθος, 29.04.2010, 11, καὶ W. Schadewaldt,«Βίνκελμανν καὶ Ρίλκε. Δύο περιγραφὲς τοῦ Ἀπόλλωνα». Pfullingen 1968, 24-29.
(6) Πρῶτος μᾶς γνωστοποίησε τὸ ποίημα, τὸ 1936, ὁ μυθικὸς ἀρχαιολόγος καὶ θεωρητικὸς Χρῆστος Ἰ. Καροῦζος, ἀποδίδοντάς το θαυμάσια σὲ πεζὸ λόγο. Στὸ δοκίμιο «Ἀκρωτηριασμένα ἀρχαῖα, ἰμπρεσιονισμός, ἐξπρεσιονισμός», στοῦ ἰδίου: Μικρὰ κείμενα. Ἐκδίδονται ὑπὸ Β.Χ. Πετράκου, Ἀνατύπωση 2013, 129-132: 130.
(7) Ράινερ Μ. Ρίλκε, Ἐπιστολὲς γιὰ τὸν Σεζάν. Ἐπιμέλεια Ἀναστασία Ἀντωνοπούλου. Ἐκδ. Σοκόλης 2004.
(8) Ρ.Μ. Ρίλκε, Ἐλεγεῖες ἀπὸ τὸ Ντουΐνο. Μτφρ. Συμεὼν Σταμπουλοῦ. Ἐκδ. Στιγμὴ 2013.
(9) Λέγεται ὅτι ὁ ποιητὴς μολύνθηκε θανατηφόρα ἀπὸ ἀγκάθι τριανταφυλλιᾶς.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Ο μοναδικός κληρονόμος του Καβάφη

Αλέκος Σεγκόπουλος: Ήταν (και) γιος του Κ. Καβάφη ο μοναδικός κληρονόμος του;

protothema.gr

Ποιος ήταν ο Αλέκος Σεγκόπουλος; - Γεγονότα και μαρτυρίες για τη σχέση του με τον Καβάφη – Άγνωστες λεπτομέρειες για τα νεανικά χρόνια  του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή.

 Πριν μερικούς μήνες (26 Αυγούστου 2017), γράψαμε στο protothema. gr ένα άρθρο για τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη. Η απήχησή του ήταν μεγάλη και τα σχόλια των  αναγνωστριών και αναγνωστών του protothema. gr πολλά. Κάποια βέβαια επικεντρώθηκαν στην ερωτική ζωή του Καβάφη. Δυστυχώς δεν έχουμε στη διάθεση μας κάποιο νέο στοιχείο για το συγκεκριμένο θέμα, οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να μεταφέρουμε όσα έγραψαν αξιόπιστοι και σημαντικοί, μελετητές του Καβάφη και του έργου του.
Στο άρθρο αυτό, αναφερθήκαμε ονομαστικά και στον Αλέκο Σεγκόπουλο, χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο.


Ο Αλέκος Σεγκόπουλος, άγνωστος μάλλον στο ευρύ κοινό ήταν ένα πρόσωπο με σημαντική παρουσία δίπλα στον Καβάφη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του (κυρίως μετά το 1916, ως τον θάνατο του Καβάφη, το 1933).




 Ποιος ήταν ο Αλέκος Σεγκόπουλος;

Το μοναδικό ολοκληρωμένο βιογραφικό του Αλέκου Σεγκόπουλου, υπάρχει στη «βάση» βιβλιοnet του «Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού». Ας δούμε τι αναφέρει.

Ο Αλέκος Σεγκόπουλος, γεννήθηκε στην Αμαλιάπολη Αλμυρού Βόλου το 1898 τόπο καταγωγής του πατέρα του, του Δημήτρη, οινοποιού στο επάγγελμα. Το 1906, ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του Μαρία, το γένος Πράσσα, ράπτρια στο επάγγελμα, εγκατέλειψε τον Βόλο και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (1907), μαζί με τον Αλέκο και τα τρία μικρότερα αδέλφια του. 

Σύντομα εξελίχθηκε σε ράπτρια της καλής κοινωνίας της Αλεξάνδρειας και αυτό την βοήθησε να μορφώσει τα παιδιά της, τα οποία σπούδασαν σε κορυφαία σχολεία της Ελληνικής Κοινότητας της πόλης. Ο Αλέκος Σεγκόπουλος, σπούδασε στη Σαλβάγειο Εμπορική Σχολή της Αλεξάνδρειας και άρχισε να εργάζεται ως λογιστής σε ελληνικές επιχειρήσεις επεξεργασίας βαμβακιού και στη συνέχεια ως χρηματιστής στο Χρηματιστήριο της πόλης.



Τότε γνωρίστηκε με τον Κ. Καβάφη (τον οποίο τον αποκαλούσε «πατέρα»), με τον οποίο συνδέθηκε «με σχέσεις σεβασμού και φιλίας» Με τη διαθήκη που συνέταξε ο ποιητής το 1923,ο (25χρονος τότε!) Αλέκο Σεγκόπουλος ορίστηκε διαχειριστής και κληρονόμος τις περιουσίας και του αρχείου του.

Ο Αλέκος Σεγκόπουλος πέθανε στην Αθήνα το 1966.

Μέχρι εδώ, όλα δείχνουν, σχεδόν φυσιολογικά. Μια πληροφορία που δίνεται όμως στη βάση βιβλιοnet, είναι εντελώς λανθασμένη και δημιουργεί προβληματισμούς. Γράφεται λοιπόν στο βιογραφικό του Α. Σεγκόπουλου ότι (στην Αλεξάνδρεια), «η δε μητέρα του ήταν ράπτρια της μητέρας του (ενν. του Καβάφη) Χαρίκλειας» (μετά το 1907 και την άφιξη της στην αιγυπτιακή πόλη). Η μητέρα του Καβάφη Χαρίκλεια (το γένος Φωτιάδη), πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου του 1899! Πώς ήταν δυνατόν η Μαρία Σεγκοπούλου να ήταν ράπτριά της μετά το 1907;

Φαίνεται λοιπόν, ότι η μητέρα του Αλέκου Σεγκόπουλου, γνωριζόταν από παλιά με την οικογένεια Καβάφη, καθώς και σε πολλές άλλες πηγές αναφέρεται ότι ήταν ράπτρια, της Χαρίκλειας Καβάφη. 



Η πιο αξιόπιστη από τις πηγές αυτές, θεωρούμε ότι είναι η συγγενής του Καβάφη, κόρη της ανιψιάς του Χαρίκλειας, Μαρίνα Βαλιέρι, η οποία σε συνέντευξή της στο CNN Greece και του Κώστα Πλιάκα (22 Ιουλίου 2017) ανέφερε, μεταξύ άλλων τα εξής:

«Στο σπίτι της οικογένειας δούλεψε στην υπηρεσία της μητέρας του Καβάφη μια νεαρή κοπέλα. Κάποια στιγμή αυτή έμεινε έγκυος. Ήταν πολύ επικίνδυνο τότε να μείνει έγκυος μια φτωχή κοπέλα από τον γιο μιας πλούσιας οικογένειας, που μάλιστα είχε και καλές σχέσεις με τον σουλτάνο. 

Τότε η οικογένεια είχε φύγει για λίγο καιρό από την Αλεξάνδρεια λόγω της εξέγερσης κατά των Άγγλων και είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε συγγενείς. Η κοπέλα έφυγε από την πόλη. Το τι έγινε αμέσως μετά δεν ξέρω, αλλά χρόνια μετά εμφανίστηκε στην Αλεξάνδρεια με το παιδί. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού. Το όνομα του ήταν Αλέκος, όπως λεγόταν ένα από τα αδέρφια του Κωνσταντίνου».

Στη συνέχεια, η Μαρίνα Βαλιέρι, μιλά για την πολυσυζητημένη σχέση Καβάφη – Σεγκόπουλου. Όταν ο Αλέκος Σεγκόπουλος παντρεύτηκε (πρώτη σύζυγος του ήταν η Ρίκα Αγαλλιανού, γνωστότερη ως Ρίκα Σεγκοπούλου), ο Καβάφης φιλοξένησε το νιόπαντρο ζευγάρι σπίτι του… 

Όταν ο Σεγκόπουλος, μιλούσε για τον Καβάφη, έλεγε «ο γέρος μου», ενώ όταν πέθανε ο Καβάφης, ο Σεγκόπουλος έκλαιγε και έλεγε «πατέρα μου, πατέρα μου». Αργότερα, σε ερώτηση της μητέρας της Μαρίνας Βαλιέρι προς τον ίδιο τον Α. Σεγκόπουλο, αν είναι γιος του Καβάφη, εκείνος της απάντησε: «Χαρίκλεια, δεν ξέρω» Η μητέρα της Μαρίνας Βαλιέρι πίστευε ότι ο Αλέκος Σεγκόπουλος ήταν ο νόθος γιος του Καβάφη. Υπήρχε μεγάλη φυσιογνωμική ομοιότητα ανάμεσα στους δύο άνδρες, ο δε Σεγκόπουλος, πέθανε (το 1966), από την ίδια ασθένεια με τον Καβάφη .Καρκίνο του λάρυγγα…



Το 2013, ο Κώστας Ακρίβος, έγραψε το θεατρικό έργο «Ο Γηραιός Πατήρ μου», με θέμα αυτή ακριβώς την σχέση Καβάφη – Σεγκόπουλου, για την οποία «μουρμούριζε όλη η Αλεξάνδρεια». Ο συγγραφέας αξιοποιεί τις 72 επιστολές του Καβάφη προς τον Σεγκόπουλο, τις σημειώσεις του Π. Σαββίδη, του Σ. Τσίρκα και του Τ. Μαλάμου. Ο Μανόλης Σαββίδης, στον επίσημο δικτυακό τόπο του αρχείου Καβάφη, αναφέρεται στην μεγάλη αδυναμία του Αλεξανδρινού ποιητή προς τον Σεγκόπουλο.

Δεν αποκλείει ο Σεγκόπουλος να ήταν γιος του Καβάφη, καθώς ο ποιητής δεν ήταν (κατά τη Ρίκα Σεγκοπούλου), αποκλειστικά ομοφυλόφιλος.

Επίσης κατά τον Μ. Σαββίδη, δεν αποκλείεται ο Σεγκόπουλος να ήταν νόθος γιος ενός από τους αδελφούς του Καβάφη.

Πάντως είτε ήταν γιος, ανιψιός ή εραστής του Κ. Καβάφη, ο Α. Σεγκόπουλου υπήρξε ένα πρόσωπο με το οποίο ο ποιητής είχε ιδιάζουσα σχέση.

Σύμφωνα λοιπόν με την επικρατέστερή εκδοχή, η νεαρή Μαρία (Ελένη αναφέρεται σε άλλες πηγές), βρισκόταν στην υπηρεσία της οικογένειας Καβάφη και έμεινε έγκυος από τον Κωνσταντίνο ή κάποιον αδερφό του. Για να αποφευχθεί το σκάνδαλο, η νεαρή στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου παντρεύτηκε τον Δημήτρη Σεγκόπουλο. Εκτός από τον Αλέκο, απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Μετά τον θάνατο του άντρα της, έφυγε με τα παιδιά της για την Αλεξάνδρεια και εκεί αναπτύχθηκε η «ιδιάζουσα σχέση» του Κ. Καβάφη με τον Αλέκο.


Μερικά άγνωστα στοιχεία για τα νεανικά χρόνια του Κ. Καβάφη
Γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1863 (με το ιουλιανό ημερολόγιο). Πατέρας του ήταν ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης (1814-1870) και μητέρα του η Χαρίκλεια Φωτιάδη (1835-1899). Το ζεύγος Καβάφη απέκτησε συνολικά 9 παιδιά, δύο από τα οποία, η Ελένη και ο Παύλος, πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο Κωνσταντίνος ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Νονά του Κ. Καβάφη ήταν η ξαδέλφη του Αμαλία Πιταρίδου. Το 1882, η οικογένεια Καβάφη, μετά την εξέγερση στην Αλεξάνδρεια, μετακομίζει στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον παππού του ποιητή, Γεώργιο Φωτιάδη, 82 ετών τότε.



Στο «ημερολόγιο» του, ο Καβάφης αναφέρεται σε κάποια συγγενή της μητέρας του, την κυρία Πλέσσου  που τους υποδέχεται μαζί με τους γιους της στην Κωνσταντινούπολη: «… και οι νεαροί Πλέσσοι ήρθαν να μας υποδεχτούν. Οι Πλέσσοι είναι όλοι τους ωραία παλικάρια αλλά ο πιο όμορφος από τους τρεις είναι ο Τάσος».

Το 1883, στην Κωνσταντινούπολη, αρχίζει να εκδηλώνεται ο ομοσεξουαλισμός του Καβάφη, με τον εξάδελφό του Γ. Ψύλλιαρη (μαρτυρία Ρίκας Σεγκοπούλου).

Το 1884, αρχίζει να γράφει ποιήματα και πεζά.



Το 1885, γράφει τα ποιήματα «Όταν  Φίλοι μου, Αγαπούσα…» και «Το Νιχώρι». Το 1885 ή το 1886, γράφει το πεζό «Μια Νυξ στο Καλιντέρι», που παρέμεινε ανέκδοτο ως το 1963. Στις 3 Ιανουαρίου 1886, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις», το πεζό του Κωνστ. Π. Καβάφη «Το Κοράλλιον υπό Μυθολογικήν Άποψιν». Από τον Οκτώβριο του 1885, έχει επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Αλέξανδρο και Παύλο.

Τα τρία και πλέον χρόνια που έλειψε από την Αλεξάνδρεια, αλληλογραφούσε με τους φίλους του Μικέ Θ. Ράλλη και Στέφανο Στ. Σκυλίτση (που πέθαναν νεότατοι τα επόμενα χρόνια, το 1886 ο Σκυλίτσης και το 1889 ο Ράλλης). Τόσο αυτοί οι δύο όσο και ο Τζον Ροδοκανάκης από το Λίβερπουλ, του διηγούνται τις ερωτικές τους περιπέτειες. Ο Καβάφης όμως παραμένει σιωπηλός γι’ αυτό το θέμα. 

«Δεν μας γράφεις τίποτε για την ιδιαίτερη ζωή σου. Πώς μπορείς να είσαι τόσο μυστικός; Δεν μας έχεις εμπιστοσύνη ή τι διάβολο; Μια λέξη δεν μπορεί κανείς να βγάλει από σένα» του γράφει (19/3/1883) ο Σ. Σκυλίτσης μιλώντας και εξ ονόματος του Μ. Ράλλη.



Aριστείδης Καβάφης

Στις 15 Μαρτίου 1886, στον «Έσπερο» της Λειψίας, δημοσιεύεται το ποίημα του Καβάφη «Βακχικόν» και ακολουθεί στις 15 Αυγούστου 1886, το ποίημα «Ο Ποιητής και η Μούσα». Πρόκειται για τα πρώτα ποιήματα του Καβάφη που δημοσιεύτηκαν. Από το 1886 ως το 1891, ο Καβάφης δεν φαίνεται να δημοσίευσε κανένα ποίημα. Το 1888, από γράμματα φίλων του, συμπεραίνουμε ότι ο Καβάφης δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. 

«Αφού μάλιστα ως αναγιγνώσκω, παρακολουθείς και τας μικρότερας κινήσεις του πολυθέλγητρου φύλου και πολύ σωστά καθότι άνευ αυτώ η ζωή είναι νεκρά», του γράφει ο δόκιμος του Πολεμικού Ναυτικού Σπύρος Κοντογιάννης.

Στις 17 Μαρτίου 1891, στο αλεξανδρινό περιοδικό «Rivista Quindicinale di Scienza, Lettere e Arti», δημοσιεύεται άρθρο του Κ. Καβάφη με τίτλο «Give Back the Elgin Marbles» («Δώστε Πίσω τα Ελγίνεια Μάρμαρα») ως απάντηση στα άρθρα των F. Harrison   και J. Knowles  για το θέμα.

Κατά κάποιον τρόπο, ο Καβάφης αποτελεί πρωτοπόρο του ζητήματος της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα στη χώρα μας! Στις 30 Απριλίου 1891, η αθηναϊκή εφημερίδα «Η Εθνική» δημοσιεύει το πεζό «Τα Ελγίνεια Μάρμαρα», συντομευμένη μορφή του αρχικού αγγλικού κειμένου.

Στις 15 Οκτωβρίου 1891, δημοσιεύεται στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» της Αθήνας, το ποίημα του Καβάφη «Κτίσται». Είχε προηγηθεί μια επαινετική κριτική για το ποίημα στο ίδιο περιοδικό από τον Ιωάννη Πολέμη. Από τότε αρχίζει και διευρύνεται η ποιητική παραγωγή του Κ. Π. Καβάφη και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του. 

Το 1899, στη «Νέα Λαϊκή Ανθολογία» του Δ. Π. Ταγκόπουλου, περιλαμβάνεται (για πρώτη φορά σε ανθολογία), καβαφικό ποίημα, το «Ο Οράτιος εν Αθήναις». Ο δρόμος της καταξίωσης και της αναγνώρισης για τον Καβάφη, είχε ανοίξει…

Πηγή:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος - Μαρία Στασινοπούλου, «Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ», εκδ. Μεταίχμιο, 2013.


David Gilmour - In Any Tongue (Official Music Video)