Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017
Street art:Μια μορφή ποίησης
kathimerini.gr
Είχα στον νου μου την Αθήνα της παρακμής και την είχα μπροστά μου, αλλά εκεί, στην οδό Σατωβριάνδου, λίγη ώρα πριν από την πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο, είδα αυτήν την περίεργη μορφή σε έναν τοίχο. Αν και ήταν νωρίς, ο δρόμος δεν είχε κίνηση, οι κάδοι απορριμμάτων ξέχειλοι, στη γωνία με την Κουμουνδούρου, και οι σκιές βαριές. Πλησίασα τη μορφή, που έλουζαν τα φώτα του Εθνικού, και είδα ότι ήταν ζωγραφισμένη πάνω στη σφραγισμένη με χαρτόνια πόρτα μιας μεσοπολεμικής πολυκατοικίας. Ηταν μια γυναίκα σαν από pulp fiction, με ξανθά μαλλιά γύρω από μία νεκροκεφαλή που κάπνιζε.
Ημουν μπροστά σε ένα ακόμη δείγμα της street art της Αθήνας, ένα δείγμα γκροτέσκ, εξπρεσιονιστικό, σαν από κόμικ, βέβηλο αλλά τρυφερό, στα όρια της παρανομίας, αλλά ευανάγνωστο και καθησυχαστικό μέσα στον φαινομενικό σαρκασμό του, ένα από τα πολλά των τελευταίων ετών, εκείνων που γεννιούνται τη νύχτα μέσα σε μια βιαστική σιωπή και προορίζονται να ζήσουν για άγνωστο χρονικό διάστημα. Η εφήμερη τέχνη δρόμου της Αθήνας, γεννημένη σαν ένας σπασμός, στεφανωμένη από την επιθυμία μιας προσωπικής σφραγίδας στο δέρμα της πόλης, εξαπλώνεται χωρίς πρόβλεψη, γεμίζει κενά και ζητεί την καταγραφή της προτού χαθεί, σε ένα μεταίχμιο ανομίας και ανάγκης. Υπάρχει ανάμεσα μία σχισμή που επιμένει.
Προ ημερών διάβαζα τον Θανάση Μουτσόπουλο, έναν από τους πιο διεισδυτικούς αναλυτές της ποπ κουλτούρας και της ιστορίας των πόλεων, στη νέα έκδοση «Η τέχνη στους δρόμους του κόσμου» (εκδ. Μεταίχμιο), που εκδόθηκε με αφορμή την πρόσφατη έκθεση στον «Εικαστικό Κύκλο Sianti», όπου συμμετείχαν οι Ολγα Αλεξοπούλου, Μανώλης Αναστασάκος, Cacao Rocks και Wild Drawing. Ο τελευταίος έχει υπογράψει ως WD ένα από τα πιο διάσημα έργα street art του τελευταίου χρόνου, την κουκουβάγια στην πρόσοψη ενός παλιού σπιτιού στη συμβολή των οδών Παλαιολόγου και Σάμου στην περιοχή του Αγίου Παύλου. Αυτή ακριβώς η διάχυση της street art στο γενικό κοινό έχει προχωρήσει τον δημόσιο διάλογο σε ένα επόμενο στάδιο. Αξιοπρόσεκτη και η τοποθέτηση του Μάνου Στεφανίδη στην ίδια έκδοση για το «σκάνδαλο» του Πολυτεχνείου. Ασχέτως αν συμφωνεί κανείς ή όχι, είναι μια θέση που προάγει τον δημόσιο διάλογο.
Νυχτερινή λήψη σε δρόμο των Εξαρχείων.
...και η πόλη
Πέραν αυτού, όμως, υπάρχει η ίδια η πόλη. Η αθηναϊκή σκηνή της τέχνης του δρόμου έχει γεννήσει δεκάδες έργα δημιουργώντας μια παράλληλη εικονογραφία που έχει σημειωθεί από ορισμένα άρθρα στον διεθνή Τύπο ως έκφραση μιας Αθήνας της κρίσης. Ασχέτως αν ισχύει αυτό ή όχι, ασχέτως, δηλαδή, αν η τέχνη του δρόμου θα κοπάσει όταν βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση και υπάρχουν λιγότερα κενά κτίρια, αυτό που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι κάτι αξιοπρόσεκτο μέσα στην αμηχανία που προκαλεί. Αρέσει σε πολλούς, αλλά, αποσπασμένο από το εφήμερο του δρόμου και από το μυστήριο του δημιουργού του, μοιάζει να αφυδατώνεται και να ακυρώνεται. Ο εξευγενισμός της τέχνης του δρόμου με αναθέσεις και προσκλήσεις έχει ενδιαφέρον αλλά έχει εγγενή αντίφαση. Προς το παρόν, η Αθήνα έχει δώσει μια νυχτερινή ποίηση, καταθλιπτική ή όχι, αναγκαία και μη, αλλά ποίηση του δρόμου είναι σίγουρα, γιατί έχει το στοιχείο του απρόσμενου, του νεανικού, του ερωτικού και του εφήμερου.
Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017
Καλημέρα
Κρύος αέρας
με κάνει
ν'ανατριχιάζω
Μια καρακάξα
κοροϊδευτικά
από πάνω μου πετά
Της πόλης
η ανάσα
με καλημερίζει
"Αγκάλιασέ με"
της φωνάζω
κι αυτή με χάρη
ανταποκρίνεται.
Ο Βασιλιάς των Ξωτικών

poiein.gr
Ποιος τόσο αργά ιππεύει εκεί, στη νύχτα, στον αέρα;
Είν’ ένα αγόρι στ’ άλογο μαζί με τον πατέρα.
Κρατά ο πατέρας το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά,
Και το φυλά μ’ ασφάλεια και το φυλά ζεστά.
Γιατί κρύβεις την όψη σου, γιέ μου, γιέ μου, τι έχεις;
Τον Βασιλιά των Ξωτικών, πατέρα, δεν το βλέπεις;
Τον Βασιλιά των Ξωτικών, με την ουρά, το στέμμα;
Ομίχλη είναι, αγόρι μου, μόνον ομίχλης ψέμα.
«Ε εσύ, καλό, καλό παιδί, θες να μ’ ακολουθήσεις;
Παιχνίδια πάντα παίζοντας μαζί μου θενά ζήσεις.
Μια παραλία είναι εκεί κι ανθών πολλών το χρώμα
Και χρυσά ρούχα θενά βρεις στης μάνας μου το δώμα».
Πατέρα μου, πατέρα μου, ακούς που με φωνάζει;
Ακούς με σιγανή φωνή ο Ρήγας τι μου τάζει;
Παιδί μου, έλα ησύχασε, τι τόσο σε φοβίζει;
Μέσα στα φύλλα τα ξερά ο αέρας ψιθυρίζει.
«Θέλεις να δεις, αγόρι μου, τα ξωτικά που μένουν;
Οι ωραίες θυγατέρες μου γλυκά σε περιμένουν.
Μες στο νυχτερινό χορό αυτές θα σε χορέψουν
Θενά σε νανουρίσουνε και θενά σε μαγέψουν».
Πατέρα μου, πατέρα μου, βλέπεις εκεί τις κόρες
Του Βασιλιά των Ξωτικών στις σκοτεινές τους χώρες;
Αχ, γιε μου, γιε μου, αλίμονο, το βλέπω ακριβώς:
Φέγγουν οι γέρικες ιτιές μέσα σε γκρίζο φως.
«Σε αγαπώ, η ωραία σου μορφή είναι μαγεία,
Δεν έρχεσαι με το καλό, σε παίρνω με τη βία!»
Πατέρα μου, πατέρα μου, να τώρα με κρατάει!
Του Βασιλιά των Ξωτικών το χέρι πως πονάει!
Φρίκη ο πατέρας ένιωσε, σαν αστραπή καλπάζει.
Στην αγκαλιά του το παιδί, βογκάει και στενάζει,
Με βιάση και με κούραση στον κήπο καταφθάνει,
Μα το παιδί στα χέρια του έχει πια πεθάνει.
Goethe
Οι Κούρδοι και η ποίησή τους
athensmagazine.gr
Το βιβλίο του Τζεμίλ Τουράν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.
Τους σύγχρονους Κούρδους ποιητές μας συστήνει με το νέο του βιβλίο ο Τζεμίλ Τουράν που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.
Είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον πολιτισμό των Κούρδων. Κυριαρχεί η αντίληψη ότι αυτός ο λαός μόνο πολεμά και αντιστέκεται, πως διεκδικεί από τους κατακτητές την πατρίδα του και ζητά την αυτοδιάθεσή του. Έτσι είναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Οι Κούρδοι έχουν πλούσια παράδοση και ακόμη πιο πλούσια γλώσσα, γι’ αυτό και από νωρίς ανέπτυξαν την τέχνη του λόγου. Ήδη από τον 11ο αιώνα σπουδαίοι Κούρδοι ποιητές-ραψωδοί με απαράμιλλο λυρισμό αφηγήθηκαν την ιστορία του σκληροτράχηλου και περήφανου αυτού λαού, ύμνησαν τον έρωτα και τη φύση, την ανδρεία και το θάρρος και με ανυπέρβλητο ελεγειακό τρόπο τη λύπη και το πένθος του.
Παρά τις διώξεις και τις απαγορεύσεις που έχουν επιβληθεί στην κουρδική γλώσσα, παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες αφανισμού του κουρδικού στοιχείου, οι Κούρδοι ανασαίνουν και γράφουν ποίηση, δικαιώνοντας τον πιο ωραίο ορισμό που έχει δοθεί γι’ αυτήν από τον Σεφέρη: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα».
Οι σύγχρονοι Κούρδοι ποιητές αυτής της μικρής Ανθολογίας, άλλοι πεσμεργκά κι άλλοι αυτοεξόριστοι, την παράδοσή τους ακολουθούν που γίνεται τραγούδι καθώς σμίγει με το όραμα, τον λυγμό, την ανάμνηση, την αγάπη, τη ζωή. «Σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε», καθώς έλεγε ο Πόε.
Ο Τζεμίλ Τουράν αναφέρει χαρακτηιριστικά: «Τα ποιήματα που συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτήν την ανθολογία επιλέχτηκαν όλα για την αξία τους και λειτουργούν αντιστικτικά. Ποίηση πολύ γνωστών ποιητών συνυπάρχει με έργο άλλων, νεότερων, που η φήμη τους δεν είναι ακόμη πολύ μεγάλη. Θέλησα να περιλάβω στις σελίδες αυτές ποιήματα που αναδεικνύουν τις πιο ουσιώδεις πλευρές της κουρδικής ζωής στις μέρες μας: την αντοχή, την επιμονή, την αφοσίωση, καθώς και τον πανίσχυρο πόθο για ελευθερία, ειρήνη και απαλλαγή των καθημερινών Κούρδων από τα συνεχή μαρτύρια και την ασταμάτητη καταστολή των καθημερινών, κοινών ανθρώπων που οι ζωές τους ολόκληρο τον αιώνα που πέρασε παίζεται με φόντο τον φοβερό αγώνα για επιβίωση και στους οποίους οφείλεται η αναγνώριση των δικαιωμάτων τους. Εύχομαι να αποτελέσει αυτό το έργο τη μαγιά για την επόμενη μεγάλη Ανθολογία της Κουρδικής Ποίησης όπου θα υπάρχει και απάνθισμα έργων ποιητριών από το Κουρδιστάν».
Πηγή:tospirto.net
Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017
Αμοργός
Γκάτσος Νίκος
Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισι ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
HPAKΛEITOΣ
Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιὰς μὲ τὰ φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θα ’ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι
Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλικάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.
Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου
Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὕγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορόνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορόνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἁι-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.
Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μιὰ τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!
Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάρρων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.
Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.
Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μιὰν ἄλλη θάλασσα μιὰν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θα ’χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θα ’ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.
Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.
Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μιὰ στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.
Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.
Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου / νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις / ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω / εἶσαι μιὰ φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἄνεμου / εἶσαι μιὰ σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς / κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου / μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση / θὰ φτάσεις μιὰ μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς / θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων / καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς / σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. // Ὑπάρχει μιὰ πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε / περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος / ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της / κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς / οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι / μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς / μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι / θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες / τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ / θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος / τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν / οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν / κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα / ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους / θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. // Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστειεύεται πιὰ / τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει / τὰ ζῶα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ / τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους / στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες / καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ’ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια / γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ / κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ ἤμασταν κι ἐμεῖς νέοι / κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ / γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. // Παιδιὰ / ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο / καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά τοῦ Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν / βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα / μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.
Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του
Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλὰ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του
Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων
Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.
Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.
Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μιὰ καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ να ’ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μιὰ στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μιὰ πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μιὰ ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μιὰ καλησπέρα τῆς Γκόλφως.
Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μιὰν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.
Η ποίηση του Ρουμί
Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος του δικαίου και της θεολογίας με μεγάλο αντίκτυπο στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ. Οι σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν «Μεβλανά», που σημαίνει «ο δάσκαλός μας», ενώ η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας πως ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας.
Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Μελβεβήδων δερβίσηδων, ενώ το έργο του, στο οποίο υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία, επηρέασε ιδιαίτερα την περσική και τουρκική λογοτεχνία, όντας άλλωστε μεγαλειώδες αφού ξεπερνά κρατικά και εθνικά σύνορα. Τα ποιήματά του συγκεκριμένα έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.
Ζητούμενο πάντα στην ποίηση του Τζελαλαντίν Ρουμί είναι ο έρωτας. Ο μεγάλος ποιητής και δάσκαλος αγάπησε τον Έρωτα περισσότερο από τον εαυτό του, και έγινε ποιητής όχι για τ’ ανθρώπινα αξιώματα, αλλά για την δόξα του Ποιητή του κόσμου. Μες στους γεμάτους λυρισμό και πάθος στίχους του, αποτυπώνεται η ίδια του η ψυχή.
Για τον ίδιο, η ποίηση, ήταν απλώς η αντανάκλαση της εσωτερικής του πραγματικότητας, με λίγα λόγια η αντανάκλαση της αγάπης. Ο Ρουμί βρίσκει τον «Αγαπημένο», όπως οι Σούφι αποκαλούσαν το Θεό, στο πρόσωπο ενός ρακένδυτου δερβίση, του Σάμς-ι-Ταμπρίζ.
Ο Σάμς γίνεται ο καθρέφτης που επάνω του ο Ρουμί βλέπει την εικόνα του Θεού, ενώ μια στενή γόνιμη φιλία τους δένει δια παντός. Με την εξαφάνιση του Σάμς, ο Τζελαλαντίν πέφτει σε βαθιά μελαγχολία. Σε κατάσταση έκστασης, στροβιλίζεται σ’ ένα μονότονο χορό γύρω από τον εαυτό του. Γύρω όμως κι από τον ήλιο της Ταυρίδας, όπως ακριβώς κινείται η γη, γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο, επαναλαμβάνοντας τις κινήσεις των πλανητών, ψιθυρίζοντας στίχους που μόλις είχε φτιάξει, με τα χέρια υψωμένα αναζητώντας τον «Αγαπημένο».
Τα λόγια μου ήταν κούφια, όλο πρέπει και μη.
Για χρόνια χτυπούσα την πόρτα
κι είδα όταν άνοιξε
πώς χτυπούσα από μέσα.
***
Είμαι ο απέραντος ωκεανός
κι όχι μόνο μια σταγόνα.
Είμαι ο καθένας
κι όχι μόνο αυτός που βλέπετε.
Κάθε λεπτό, η κάθε σταγόνα του ωκεανού
επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια
«Δεν είμαι τίποτ’ άλλο παρά μία σταγόνα».
***
Μια μέρα οι ψυχές μας θα γίνουν ένα.
και η ένωσή μας θα είναι παντοτινή.
Ξέρω πως ό,τι σου δίνω επιστρέφει σε μένα.
Σου δίνω λοιπόν τη ζωή μου
Ελπίζοντας ότι ε σ ύ θα επιστρέψης σε μένα.
***
Είμαι νεκρός σ’ αυτόν τον κόσμο.
Είμαι έτσι πολύ καιρό
. Κάθε μέρα το σώμα μου λειώνει
και γρήγορα θα επιστρέψη στη γη.
Δεν είναι δύσκολο ν’ αρνηθής
Ούτε αυτή τη ζωή, ούτε αυτόν τον κόσμο.
Να εγκαταλείψης όμως την αγάπη σου
δεν είναι μόνο δύσκολο, είναι αδύνατον.
***
Έκλαιγα και μ’ έκαιγε το κλάμα μου
Σώπαινα και μ’ έκαιγε η σιωπή μου
Κάποτε σταμάτησα τις υπερβολές
Στάθηκα στη μέση αλλά κι εκεί κάηκα.
***
Η νύχτα πέφτει κι οι άνθρωποι πάνε να κοιμηθούν
σαν τα ψάρια που επιστρέφουν στο νερό.
Όταν ξυπνήσουν άλλοι ασχολούνται με τις δουλειές τους
άλλοι ασχολούνται με τον εαυτό τους.
***
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχουν Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί κι Εβραίοι.
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχει πίστη κι απιστία.
Για τους ερωτευμένους
δεν υπάρχει σώμα, νους, καρδιά και ψυχή.
Γιατί ακούς αυτούς που βλέπουν με άλλο τρόπο;
Αν δεν είναι ερωτευμένοι είναι τυφλοί.
***
Μη μένης κοντά σε θλιμμένο άνθρωπο.
Στάσου κοντά σ’ αυτούς που έχουν χάρη
και μεγάλη καρδιά.
Όταν μπαίνης σ’ έναν όμορφο κήπο
μην χάνης τον καιρό σου με τ’ αγριόχορτα.
Μείνε κοντά στο γιασεμί και στον νάρκισσο.
*** Όλη η ευτυχία του κόσμου
δεν θα μου γιάτρευε εύκολα αυτόν τον πόθο.
Η μόνη γιατρειά είναι ο Αγαπημένος,
Σκέφτηκα: «Πόσα λόγια θα του πω, όταν τον συναντήσω»
Τον είδα και δεν έβγαλα μιλιά.
***
Χτες βράδυ βρισκόταν μέσα στο πλήθος
και δεν μπορούσα να τον αγκαλιάσω φανερά.
Ακούμπησα λοιπόν το πρόσωπό μου στο δικό του
κι έκανα πως του ψιθυρίζω ένα μυστικό στ’ αυτί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


