Εμπεριέχεται στο νέο βιβλίο «ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ» του Γάκη Βουτσή ΟΣΜΑΝΤΑΚΑΣ- ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ Χορός λεβέντικος με πολλά τσαλίμια και ρυθμό. Χορεύεται από μερακλήδες χορευτές. Το όνομα του το πήρε από κάποιον μεγάλο Αγά του τόπου, τον Οσμάν Τάκα, ο οποίος ήταν λεβέντης και παλικαράς και οι οργανοπαίχτες του καιρού εκείνου για να τον καλοπιάσουν του είπαν ένα τραγούδι της στιγμής, δυο στιχάκια, όπως κάνουν συνήθως οι οργανοπαίχτες. Το τραγούδι έχει ως εξής: Άιντε Οσμάν Τάκα, τη λεβεντιά σου να ΄χα! Τη λεβεντιά σου να ‘χα, γεια σου Οσμάν Τάκα Άιντε εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω Σε συλλογιούμαι κι αναστενάζω Μαύρα μου μάτια κοντυλογραμμένα Ως πότε θα κοιμόσαστε χώρια από μένα; Ξύπνα Οσμάν Τάκα, και βάλε τα τσαρούχια Στρίψε τη μουστάκα Γεια σου Οσμάν Τάκα! Στο περιοδικό «Άπειρος χώρα», ο Σπύρος Νεραϊδιώτης, σε άρθρο του, μεταξύ των άλλων γράφει: «Τραγούδι σε 4σημο ρυθμό. Εκφράζει τη λεβεντιά και την παλικαριά και χορεύεται σχεδόν σε όλη την Ήπειρο. Λέγεται Οσμαντάκας, αν και στα Τζουμέρκα συνηθίζεται να αναφέρεται με το όνομα Σαμαντάκας, που είναι η παραφθορά του Οσμαντάκα. Αναφέρεται στον Οσμάν Τάκα, Αρβανίτη μουσουλμάνο αρματολό, που συνελήφθη από τον Μπέη του Μαργαριτίου Θεσπρωτίας στα τέλη του 18ου αιώνα. Πριν τον εκτελέσουν ζήτησε σαν τελευταία επιθυμία του να χορέψει. Χόρεψε με τέτοια λεβεντιά που συγκίνησε τους πάντες και του χάρισαν τη ζωή. Ο χορός σε πολλές περιοχές της Ηπείρου συνήθως χορεύεται από τον πρώτο, ο οποίος επιδεικνύει τις χορευτικές του ικανότητες. Η λαϊκή μούσα υμνεί τη λεβεντιά και την παλικαριά, ακόμα και σε αυτούς που είναι αλλόθρησκοι, και του αντίπαλου ακόμα στον πόλεμο, όπως σ’ αυτό το τραγούδι. Κατά καιρούς έχουμε παραδείγματα παλικαριών που πολέμησαν στη μάχη σε αντίπαλα στρατόπεδα και έδιναν υπόσχεση, όταν τελειώσει ο πόλεμος, να ανταμώσουν σαν αδέρφια και σαν πραγματικοί φίλοι να φάνε μαζί, να πιούνε και να γλεντήσουν, Ο πολιτισμός και η παράδοση ενώνει τους λαούς» Διαβάζοντας το παραπάνω μου πάει στο μυαλό μου η οικογένεια Τάκα, μουσουλμανική που υπήρχε στο Φιλιάτι μέχρι το 1944 και που έφυγαν για την Αλβανία. Αυτή η οικογένεια όπως μολογούσαν οι παλιοί, ήταν μεγάλη, με δράση και με λόγο στα δρώμενα του τόπου. Μεγαλοκτηματίες και με βίο από πρόβατα κλπ μέχρι που συντηρούσαν και ένοπλη ομάδα τον παλιό καιρό. Σήμερα έμεινε η τοποθεσία που είχε ο Αγάς Τάκας το σπίτι του. Είναι η περιοχή πέρα από την Αγία Τριάδα, μέχρι το εργοστάσιο. Ήταν ένας μεγάλος ελαιώνας, καλλιεργήσιμος, με πολλά οπωροφόρα δένδρα, αχλαδιές, συκιές κλπ. Στην περιοχή δεν υπήρχε άλλο σπίτι. Τώρα η περιοχή αυτή έχει διανεμηθεί σε ακτήμονες και έχει γίνει μια όμορφη συνοικία, με ολοκαίνουργια και καλοφιασμένα σπίτια. Αν ρωτήσεις κάποιον: «Που έχεις το σπίτι σου;» θα σου πει: «Στου Τάκα». Έχοντας τα παραπάνω υπόψη, είχα μια συνάντηση με τους παλιούς Φιλιαταίους και φίλους, Γιώργο Ταφέκη και Βαγγέλη Στρουγγάρη και φέρνοντας την κουβέντα στην οικογένεια Τάκα μου είπαν ότι την γνώριζαν και αυτοί, από τους πατεράδες τους, την ιστορία αυτή και με βεβαιότητα μου είπαν ότι ο Οσμάν Τάκας ήταν Φιλιατιώτης. Από τους ίδιους έμαθα ακόμη πως η οικογένεια Τάκα είχε ξεπέσει προπολεμικά. Θυμόταν δυο αδέρφια τον Σοφιέτ και τον Φέϊμο. Ο ένας αδερφός σκοτώθηκε στα γεγονότα του 1944 και ο άλλος αυτοκτόνησε και η οικογένεια έφυγε για την Αλβανία. Επίσης, προ πολλών ετών, το 1987, είχα μια συζήτηση με τον αείμνηστο παλιό Φιλιαταίο, το Νάκο Καλαμπάκα, που μου είχε πει ότι, όταν ήταν παιδί και βοηθούσε τον παπά στην εκκλησία, του έδινε αντίδωρο και το πήγαινε στο σπίτι του Τάκα, όπου ήταν δυο γριές και το δέχονταν με χαρά! Στο βιβλίο «Κάτι για το Φιλιάτι» του συγγραφέα και ερευνητή της ιστορίας του τόπου μας και εκδότη της εφημερίδας «ΝΕΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΩΝ», Γιώργου Κώτση, στη σελίδα 62, έχει ονόματα Αλβανοτσάμηδων, μεταξύ άλλων, και το όνομα του Τάκα. Στη σελίδα 87, έχει φωτογραφία με τρεις επιφανείς μουσουλμάνους. Ο ένας είναι ο Αλιούζ Τάκα. Σε συζήτηση που είχα μαζί του μου είπε ότι, από στοιχεία που έχει, τρία μέλη της οικογένειας έφεραν το όνομα: Γιουσούφ Τάκα του Οσμάν, που γεννήθηκε το 1877, Σεφκέτ Τάκα του Οσμάν, που γεννήθηκε το 1882 και Φεκετ Τάκα του Οσμάν. Με αυτά τα στοιχεία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Οσμάν Τάκα ήταν Φιλιατιώτης. Επιβεβαιωτική είναι και η περιγραφή που κάνει για το Φιλιάτι και τον κόσμο του ο Γάλλος γιατρός και πρόξενος στην Αυλή του Αλή Πασά, Πουκεβιλ: «Οι Αλβανοί των Φιλιατών- γράφει- είναι φιλελεύθεροι ή μάλλον αναρχικοί. Είναι χωρισμένοι σε φάρες κι απολαμβάνουν την ευτυχία τους με το δικό τους τρόπο. Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν συναντάει κανείς πληθυσμό τόσο φανταχτερό, τόσο λαμπρό. Η ευρωστία και η υγεία τους ήταν μεγάλα φυσικά χαρίσματα κα αγαθά».Είναι, όμως γνωστή η συνεχής κόντρα που είχαν οι αγάδες και οι μπέηδες της Τσαμουριάς (Θεσπρωτίας) με τους Τούρκους πασάδες, που πολλές φορές ήρθαν σε πόλεμο μεταξύ τους και το Μαργαρίτι ήταν από παλαιά κέντρο των σκληρών Αλβανοτσάμηδων. Η λεβεντιά σε καιρούς που η εξουσία σου έκοβε το κεφάλι χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα ήταν ένα δείγμα επαναστατικότητας. Αυτό υμνούσε η μούσα: τη λεβεντιά του ανθρώπου που άφησε το όνομα του σε έναν χορό. Τώρα, αν αναλύσουμε τον παραπάνω χορό- τραγούδι πρέπει να πούμε ότι δεν είναι τραγούδι σαν τα δημοτικά, τα τσάμικα, τα συρτά κλπ. αλλά είναι παίνεμα σε ένα λεβέντη και χορευταρά τέτοια που έστηναν εκ του προχείρου οι οργανοπαίχτες για να καλοπιάσουν ένα μερακλή πρωτοχορευτή. Τώρα για να κλείσουνε, από όλα τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι ο Οσμάν Τάκα ήταν Φιλιατιώτης, χωρίς να έχει κάτι το ξεχωριστό αλλά έτσι για την ιστορία…
phorum.gr Ένας περίφημος κλεφταρματωλός ήταν ο Παπά-Γιώργης "Ντελή-παπάς" . (σε άλλες παραλλαγές κάποιος παπα- Θύμιος ή παπα- Γιωργάκης ή γιος του παπα-Γιώργη κ.ο.κ). Η σύγχυση, βέβαια, με τον παπα-Θύμιο έγινε, επειδή ο διάσημος ιερέας και αρματολός Θύμιος Βλαχάβας ήταν σύγχρονος του παπά-Γιώργη, ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό και το όνομά του έγινε θρύλος μετά την εκτέλεση του από τον Αλή- Πασά (1808) Γεννήθηκε στο χωριό Μαυραναίοι Γρεβενών και ήταν συγγενής των Ζιακαίων, έδρασε γύρω στα 1834 - 1854. Ξεχώρισε για τις διοικητικές, του ικανότητες, την πολεμική τον πονηριά, το παράτολμο θάρρος τον, αλλά και τη σωματική τον ρώμη. Τακτικές μάχες με τον Τουρκικό στρατό έδωσε στο Μέτσοβο και το Κουτσελιό. 'Ήταν άριστος γνώστης όλων των περασμάτων τον Σμόλικα, και διακρίθηκε για την εξυπνάδα που διέθετε, ώστε να κρατά υπό έλεγχο όλες αυτές τις διαβάσεις της Βόρειας Πίνδου, οπότε αποτελούσε το συνεχές εμπόδιο σ' όλα τα περάσματα των Τουρκαλβανών. Γι' αυτές ακριβώς τις ιδιότητες οι Τούρκοι τον ονόμασαν Ντελή-Παπά (τρελλοπαπά). Το 1854 με τους δικούς του άνδρες, ενώθηκε με τις δυνάμεις του Θ. ΖΙΑΚΑ που μπήκαν στη Δυτ. Μακεδονία και πήρε μέρος στην μάχη τον Μέγα Σπήλιου Γρεβενών. Οι δραστηριότητες του ήταν και η αίτια που η «λαϊκή μούσα» τον έκανε τραγούδι, το οποίο ακούγεται και στις μέρες μας. Κούγω τον άνεμο κι αχάει, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Τον κούγω να μαλώνει, Ντελή παπά λεβέντη. Τον κούγω να μαλώνει, Ντελή παπά λεβέντη. Με τα βουνά εμάλωνε, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Και με τα δέντρα ηχούσε, Ντελή παπά λεβέντη. Και με τα δέντρα ηχούσε, Ντελή παπά λεβέντη. Εσείς βουνά των Γρεβενών, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Και πεύκα του Μετσόβου, Ντελή παπά λεβέντη. Και πεύκα του Μετσόβου, Ντελή παπά λεβέντη. Εσείς καλά αχ τον ξέρετε, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Αυτόν τον παπά Γιώργη, Ντελή παπά λεβέντη. Αυτόν τον παπά Γιώργη, Ντελή παπά λεβέντη. Που ήταν μικρός στα γράμματα, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Μικρός στα πινακίδια, Ντελή παπά λεβέντη. Μικρός στα πινακίδια, Ντελή παπά λεβέντη. Και τώρα στα γεράματα, μωρέ παπά αχ Ντελή παπά. Αρματολός και κλεφτής Ντελή παπά λεβέντη. Αρματολός και κλεφτής Ντελή παπά λεβέντη.
Τώρα έμαθα,ω,Κύριε, τι βρίσκεται μέσα στην καρδιά μου μυστικά,μακριά από τον κόσμο, η γλώσσα μου μίλησε με τον Λατρεμένο μου. Έτσι κατά έναν τρόπο είμαστε ενωμένοι και Ένα και όμως ο χωρισμός είναι αιώνια η περιουσία μας. Αν και από το βλέμμα μου βαθύ δέος έκρυψε το πρόσωπό Σου, με θαυμαστή και εκστατική Χάρη νιώθω το άγγιγμά Σου στα βάθη του εαυτού μου. αλ-Τζουνάιντ
Όταν άκουσα για την αγάπη Του, σκέφτηκα "Για να βρω τον Αγαπημένο πρέπει να ψάξω με το σώμα, τον νου και τη ψυχή". Αλλ' όχι, για να βρεις τον Αγαπημένο πρέπει να γίνεις ο Αγαπημένος. Ρουμί, Ο Αγαπημένος, εκδ.Αρμός
Η μόνη όραση που έχω είναι η θέα σου Το μόνο που ακολουθώ είναι το φως σου Όλοι βρίσκουν ανάπαυση στον ύπνο Ο ύπνος εγκατέλειψε τα μάτια μου The only vision I have is your sight The only thing I follow is your light. Everyone finds his repose in sleep, Sleep from my eyes has taken flight. Hafiz
inyourpocket Οι Ρώσοι αγαπούν τους ήρωές τους. Εδώ σας ενημερώνουμε για τους πιο διάσημους ήρωες από τη ρωσική λαογραφία. Είτε ψάχνετε για να ονομάσετε ένα νέο εστιατόριο ή απλά ένα bliny (τηγανίτα), όπως το bliny Ilya Muromets που πωλείται σε πάγκους Teremok σε όλη τη χώρα, στη σημερινή Ρωσία αυτά τα σημάδια της ρωσικής παράδοσης μπορούν να βρεθούν σχεδόν παντού. Ακόμη και η 1η Ιανουαρίου είναι μια ρωσική ημέρα μνήμης για τον Ilya Muromets ο οποίος παραμένει ο μόνος ήρωας των επικών ποιημάτων της Ρωσίας που ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ακριβώς όπως με τις Ευρωπαϊκές λαϊκές παραδόσεις,τα ρωσικά παραμύθια διαθέτουν παραδοσιακούς ήρωες των οποίων η ευγένεια, η ανδρεία και η πίστη ανταμείβονται. Στη ρωσική λαογραφία θα βρείτε επίσης κάποιους σκοτεινούς και περίπλοκους χαρακτήρες όπως η Baba Yaga που ζει στο το σπίτι της με πόδια κοτόπουλου και το αρσενικό αντίστοιχό της, τον Koshchey τον αθάνατο, ένα αθάνατο πλάσμα που αλλάζει μορφές και συνήθη συζυγοκλέπτη. Εδώ η Ρωσία Στην Τσέπη Σας παρουσιάζει μία λίστα με τους κύριους ήρωες και κακούς της ρωσικής λαογραφίας. Οι Τρεις Bogatirs Ο Ρώσος ζωγράφος Βίκτορ Vasnetsov απαθανάτισε ένα ογκώδη Ilya Muromets και τους σύντροφούς του Alyosha Πόποβιτς και Dobrinya Nikitich στον πίνακά του οι Bogatirs,που ολοκληρώθηκε μετά από δεκαεννέα χρόνια εργασίας το 1898. Θεωρούμενος ως ο μεγαλύτερος από τους bogatirs (πολεμιστές ή ιππότες) της Ρωσίας,ο Ilya Muromets είναι ο μυώδης κεντρικός πολεμιστής κάθεται επάνω στο άλογό του, έτοιμος να προστατεύσει τη Ρωσία από το επικείμενο κίνδυνο.Ο Ilya φημίζεται για την τεράστια δύναμή του.Τη χρησιμοποιεί για να υπερασπιστεί μόνος του (ανάλογα με το ποια ιστορία μπορεί να διαβάσετε) την πόλη του Chernigov από ταταρική εισβολή, έκοψε ολόκληρα δάση και σκότωσε το τέρας, Solovey Razboyinik (Αηδόνης ο ληστής). Ο Solovey, σύμφωνα με το παραμύθι από το Ρώσο λαογράφο Αλέξανδρος Afanasiev, μπορούσε να δολοφονεί ανθρώπους με τους εκκωφαντικούς ήχους από την μακριά σφυρίχτρα του. Ακόμη και σήμερα οι Ρώσοι εξακολουθούν να μην είναι φίλοι του σφυρίγματος , αν λάβουμε υπόψη την ευρέως διαδεδομένη δεισιδαιμονία ότι όταν σφυρίζεις μέσα στο σπίτι τα χρήματά σου χάνονται.
Οι δύο σύντροφοι του Ilya είναι ο Alyosha και ο Dobrinya.Ο Alyosha είναι γνωστός για την ευστροφία του και ο Dobrinya για το θάρρος του.Ο Alyosha ο νεότερος από τους τρεις, νικά το δράκο Tugarin Zmeyevish καλώντας τους ουρανούς να στείλουν ένα μαύρο σύννεφο βροχής να μουλιάσει τα χάρτινα φτερά του δράκου ώστε να μπορέσει να τον ρίξει στο έδαφος και να τον νικήσει. Ο Dobrinya είναι επίσης δρακοκτόνος, και φημίζεται για του δεξιότητα στο σκάκι,τη μουσική και την τοξοβολία. Στην ιστορία,Ο Dobrinya και ο δράκος Gornynych,ο Dobrinya μάχεται με τον δράκο για τρεις ημέρες και μόνο όταν αυτός είναι έτοιμος να παραδοθεί, μια ουράνια φωνή τον διατάζει να μείνει εκεί για ακόμα τρεις ώρες πριν καταφέρει να σκοτώσει το δράκο.
Baba Yaga Γριά στρίγγλα και κακιά μάγισσα του δάσους η Baba Yaga είναι ό,τι πρέπει για να κάνουμε τα παιδιά να έχουν εφιάλτες και ίσως αυτό είναι το νόημα. Πάντα φαίνεται να παραμονεύει σε πολλά λαϊκά παραμύθια. Ενώ το καλύβι της στηρίζεται σε πόδια κοτόπουλου που χορεύουν, στις ιστορίες πετά στον αέρα σε ένα γουδί χρησιμοποιώντας ένα γουδοχέρι για να το κατευθύνει. Δεν υπάρχει σκουπόξυλο για τη Baba Yaga της Ρωσίας. Ανθρώπινα οστά γύρω από το σπίτι της σχηματίζουν ένα φράχτη,του οποίου τα δοκάρια ολοκληρώνονται με κρανία. Συνήθως υπάρχει μία θέση χωρίς ένα κρανίο, οπότε υπάρχει ακόμα χώρος για το κρανίο του ήρωα, αν αποτύχει στο έργο που του ανατέθηκε. Στην ιστορία Vasilisa η όμορφη , η νεαρή παρθένα έχει εξαπατηθεί από τη κακιά μητριά της και πηγαίνει βαθιά στο σκοτεινό δάσος για να πάρει φωτιά από τη Baba Yaga. ΤΗ καλή Vasilisa ενισχύεται από την κούκλα της, που της δόθηκε πολλά χρόνια πριν από την ετοιμοθάνατη μητέρα της. Με τη βοήθεια αυτής της μαγικής κούκλας, καταφέρνει να ολοκληρώσει τα ολοένα και πιο δύσκολα καθήκοντα που της ορίζονται από την Baba Yaga και τελικά κερδίζει την ελευθερία της και (φυσικά) γίνεται η νύφη ενός όμορφος τσάρου.Η Baba Yaga δεν είναι συνεχώς κακιά όμως, έχει μια μεγάλη εκτίμηση για τον Koshchey το αθάνατο, τον κύριο αρσενικό κακό του παραμυθιού, λέγοντάς του «η Μέδουσα δεν έχει τίποτα κακό για σας, Kotschey αγαπητέ».
Δεν είναι όλοι οι χαρακτήρες εύκολο να χαρακτηρισθούν ως καλοί ή κακοί. Ένα τέτοιο είναι το Πουλί της Φωτιάς, στα ρωσικά Zhar-ptitsa. Αυτό το μαγεμένο πουλί από μια μακρινή γη μπορεί να φέρει καλή ή κακή τύχη για τους απαγωγείς του.Τα φτερά του λάμπουν τόσο φωτεινά που μοιάζουν με φωτιά και ακόμα και όταν αφαιρεθούν, δεν χάνουν την μαγική λάμψη τους.Ο Ιβάν Durak (Ιβάν ο Τρελός), είναι άλλος ένας δημοφιλής ήρωας της ρωσικής λαογραφίας, ο οποίος κυνηγά το Πουλί της Φωτιάς. Ο Ιβάν είναι, συνήθως, ο νεότερος και πιο χαζός από τους τρεις γιους που καταλήγει τελικά να παντρευτεί μια πριγκίπισσα. Κonyok Gobyunok (το Μικρό καμπούρικο Άλογο) είναι ένα δημοφιλές καρτούν που παράχθηκε το 1947 εμπνευσμένο από την ιστορία του Πουλιού της Φωτιάς και έχει και τον Ιβάν. Στην ταινία αυτή, ο Ιβάν είναι φίλος με το μικρό άλογο και αντί να πάρουν το συνήθη υπνάκο τους κάτω από τα άχυρα, ο ίδιος και ο νέος φίλος του πάνε μακριά σε αναζήτηση περιπέτειας. Στην πορεία, ο Ιβάν βρίσκει ένα φτερό από το Πουλί της Φωτιάς και παρά την προειδοποίηση του μικρού αλόγου να μην το κρατήσει, ο Ιβάν το τσεπώνει. Αρκετά σύντομα το γεγονός ότι ο Ιβάν έχει αυτό το φτερό γίνεται γνωστό στον τσάρο που τον στέλνει σε μια προσπάθεια να φέρει πίσω το μαγικό πτηνό. Σε διαφορετικές ιστορίες, ο Ivan είναι παντρεμένος με την Μαρία Morevna (έχει να την κλέψει πίσω από τον Koshchey το αθάνατο),τη Vasilisa τη σοφή και τη Yelenka την όμορφη. Μια τέτοια θαυμάσια ανταμοιβή για ένα τέτοιο χαζούλη τύπο δεν αντέχει σε πολλή κριτική στο σημερινό κόσμο αλλά σίγουρα αποτελούν εμπνευσμένο ανάγνωσμα για τα εκατομμύρια των απλών παιδιών εκεί έξω!
poetryandtranslations Δεν είμαι εκείνος ο εραστής, γεμάτος πάθος, - Εκείνος ο νέος, ο οποίος άφησε τον κόσμο κατάπληκτο: Αλίμονο, η άνοιξη και το καλοκαίρι μου πέρασαν τώρα, και δεν άφησαν ούτε ίχνος. Έρως, ο θεός της νεότητας και της αγάπης και της αρετής! Ήμουν σταθερός υπηρέτης σου Ω, αν μπορούσα να ξαναγεννηθώ, - θα σε υπηρετούσα Ακόμη πιο παθιασμένος και ένθερμος! 1814-1815 του Αλεξάντερ Πούσκιν Μετάφραση του Andrey Kneller
kithiraikanea Στις παλιές αγροτικές κοινωνίες αιτία συχνών διενέξεων, τριβών και δικαστικών κρίσεων ήταν οι αγροζημίες και εν γένει η κάθε είδους ζημία και φθορά σε ζώα σε γεννήματα κ.τ.λ. Η παρακάτω ρίμα αφορά στον τραυματισμό ενός θηλυκού γαϊδάρου από άλλο αρσενικό. Εκείνες τις εποχές ο γάϊδαρος ήταν ο αχώριστος σύντροφος της Ελληνικής αγροτικής οικογένειας. Η προσφορά του στην αγροτική οικονομία είναι ανυπολόγιστη. Πρώτα πρώτα χρησιμοποιήθηκε σαν μεταφορικό μέσον στην εργασία, στο σχολείο για τους μαθητές, στα πανηγύρια, στις χαρές και τις λύπες, στις συναναστροφές. Κουβάλησε εμπορεύματα, γραμματόπηρες (ταχυδρομικούς σάκους) ελιές, αγροτικά προϊόντα, οικοδομικά υλικά για να γίνουν οι δρόμοι, οι ναοί, τα σχολεία, τα γεφύρια, τα κάστρα κ.τ.λ., μας βόηθησε στο όργωμα και στο αλώνισμα, στα παλιά λιτριβιδεία γύριζε την πέτρα, στα πηγάδια γύριζε το μάγγανο, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Μέχρι το γάλα του χρησιμοποιούσαν τα παλιά χρόνια σαν πολύτιμο φάρμακο για τον κοκίτη και το έδιναν και στα μωρά που πέθαινε η μητέρα τους, λόγω της μεγάλης θρεπτικής αξίας του. Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι αγαπούσαν πολύ το γάιδαρο και το θεωρούσαν ζώο ιερό. Πίστευαν ότι, όταν κάποιος γάιδαρος γκάριζε πριν τη μάχη, ήταν καλό σημάδι και οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε λοιπόν ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου με σχετικά λίγους στρατιώτες. Επειδή δεν ήταν βέβαιος για τη νίκη, αποφάσισε να αναβάλει, μέχρι να έρθει βοήθεια από την Αθήνα. Πάνω στην ώρα που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση των στρατιωτών του, άκουσε το γκάρισμα ενός γαϊδάρου. Έξαλλος από ενθουσιασμό ο Φωκίωνας φώναξε «Κατά φωνή κι ο γάιδαρος!» και διέταξε αμέσως να αρχίσει η επίθεση. Ο Φωκίωνας νίκησε και από τότε έμεινε στην ιστορία η φράση. Έτσι ο τραυματισμός ενός γαϊδάρου δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στο αφεντικό του, γι αυτό και με μεγάλη δυσκολία τον δάνειζαν στο γείτονα για να κάνει τις δουλειές του. Ήτανε μπρε εξ αμαρτιώς τούτο που μ’ηύρε πάλι! Θωρείς τη βασταγίνα μου; Είναι σε μαύρο χάλι! Διάκατη οψές απροσαργά στην αποκαλαμία Μα ‘κείνο μπρέπει λύθηκε ο βασταγός του Λία. Πως είναι δα θεόλελος το ξέρει όλη η Χώρα Και μού ‘καμε το χτήμα μου και δε στυλώνει τώρα. Ήρθε μου ματοτράχηλη και καταδαγκαμένη ‘πο τον ακούτη ως την ορά την έχει φαγωμένη. Διάκα στο Λία κι είπα του «ανε ν τυχό ψοφήσει Ή άλλο χτήμα θα μου βρείς, αλλιώς θα πάω στην κρίση» Και ίντα μ’ αποκρίθηκε ανε θαρρείς κουνιάδε; «Τ΄αρσενικά είν’ αρσενικά και δε χωρεί διασάκι Τα θηλυκά μπρουλιάζονται κι ας τα φυλά’ όποιος τα ‘χει!» ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ Ξαμαρτιώς (εξ αμαρτιών)=το κακό που βρίσκει κάποιον από κάποιο κρίμα Βασταγίνα=γαϊδάρα Διάκατη=διάβηκε, πήγε Αποκαλαμία=το θερισμένο χωράφι Μα κείνο μπρέπει=φαίνεται πως Ματοτράχηλη=τραυματισμένη στο λαιμό Ακούτης=το ινιακόν οστούν του κρανίου Διάκα=πήγα Διασάκι=περιορισμός Μπρουλιάζω=δένω, περιορίζω Πηγή: Εφημερίδα ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ {Φεβ. 2014}-Ελένη Χάρου- Κορωναίου
koreatimes.co.kr Από τον Kwon Mee-Yoo Η αρχαία ιστορία του Δούρειου Ίππου και της αγάπης μεταξύ του Πάρη και της Ελένης κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου είναι γνωστή από πολλές φιλολογικές πηγές, αλλά αυτό που συνέβη στον λαό της Τροίας, μετά την ήττα τους είναι σχετικά άγνωστο. Η Εθνική Εταιρεία Changgeuk της Κορέας (NCCK ), η οποία έχει πειραματιστεί με διάφορους τρόπους για να επικαιροποιήσει το changgeuk (παραδοσιακή κορεατική όπερα), αφηγείται την ιστορία των γυναικών της Τροίας, ενώ διερευνά την ουσία της pansori (παραδοσιακή κορεατική αφήγηση με μουσική), το οποίο είναι μια μουσική μορφή του changgeuk. Οι «Τρωάδες», που αρχικά γράφτηκαν από τον Έλληνα Ευριπίδη, είναι μια τραγωδία που επικεντρώνεται στις τύχες των γυναικών της Τροίας, μετά την καταστροφή της πόλης τους. Παίρνει νέα μορφή από το NCCK.
Συμπαραγωγή από την NTOK και του Arts Festival της Σιγκαπούρης ,έχει στο τιμόνι της παραγωγής τον Σιγκαπούριο σκηνοθέτη Ong Κενγκ Sen . O Ζωντανός Εθνικός Θησαυρός Ahn Sook-sun συνέθεσε την pansori και ο μουσικός Jung Jae-il συνέθεσς άλλα μέρη σχετικά με το σενάριο που γράφτηκε από τον Κορεάτη θεατρικό συγγραφέα Bae Sam-sik. Η changgeuk έκδοση των "Τρωάδων" είναι μινιμαλιστική, δυναμική αλλά και σύγχρονη. Η NCCK διασκεύασε και άλλη ελληνική τραγωδία,τη "Μήδεια" το 2013, αλλά «Οι Τρωάδες» πάνε ένα βήμα πιο κοντά στις ρίζες της pansori, από το να συνδυάζει δυτικά στοιχεία.
Ο σκηνοθέτης Ong είχε δει pansori πριν από περίπου δύο δεκαετίες, όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε την Κορέα τη δεκαετία του 1990. «Είδα τον Ahn Sook-sun να εκτελεί Chunhyang-ga και ήξερα ότι θα σκηνοθετήσω changgeuk μια μέρα," είπε ο Ong. Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε από το πώς εκτελείται η pansori από έναν αφηγητή που συνοδεύεται από ένα μουσικό και προσπάθησε να επιστρέψει στην αρχική του μορφή . "Ως δημιουργός θεάτρου από το σύγχρονο πεδίο, είμαι γοητευμένος και αιχμαλωτισμένος με τις παραδόσεις. υπάρχει κάτι αγνό στην pansori και στο changgeuk και αυτό είναι το ταξίδι μας για να φέρνουμε το καθαρό changgeuk διαλύοντας πολλά στρώματα χρώματος για να βρούμε το αρχικό σχήμα."
Ο Ong ταίριαξε κάθε σόλο τραγουδίστρια με ένα όργανο, ενώ ένα σύνολο συνοδεύει τη χορωδία. Η Εκάβη, η βασίλισσα της Τροίας, συνδυάζεται με geomungo (εξάχορδο σαντούρι). Ο σκηνοθέτης είπε ότι η Εκάβη, η οποία είναι στη σκηνή στο σύνολο του έργου, μεταφέρει το ισχυρότερο συναίσθημα - αποκαλύπτει την ιδιωτική πλευρά της ως μητέρα και γιαγιά, αλλά επίσης είναι ένα δημόσιο πρόσωπο ως βασίλισσα για ένα βασίλειο του οποίου ο βασιλιάς και οι άρχοντές είναι όλοι νεκροί . Η Κασσάνδρα, μεγαλύτερη κόρη της Εκάβης, η οποία συνοδεύεται με daegeum (μπαμπού φλάουτο) αντιπροσωπεύει το πάθος μιας παρθένας η οποία προορίζεται να σταλεί μακριά. Η χήρα πριγκίπισσα Ανδρομάχη, που είναι παντρεμένη με τον γιο της Εκάβης,τον Έκτορα συνδυάζεται με ajaeng (επτάχορδο καμπυλωτό σαντούρι), η οποία εκφράζει αποτελεσματικά τη θλίψη της ως μητέρα που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το παιδί της. Ο σκηνοθέτης Ong βλέπει την Ελένη ως ένα πρόσωπο στο ενδιάμεσο. "Είναι μια πολύπλοκη θέση, σχεδόν σαν ένα τρίτο φύλο -. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα.Στέκεται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τροία", εξήγησε. "Η Ελένη δεν είναι αποδεκτή από καμία από τις δύο πλευρές. Ήταν μια πρόκληση να σκεφτώ ποιος μπορεί να είναι αυτός ο χαρακτήρας και βρήκα το σωστό ηθοποιό που μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο στην NCCK, ο οποίος έχει να αγωνιστεί για να επιμείνει στην αξιοπρέπεια και την καθαρότητα της." Ο πιο εντυπωσιακός συνδυασμός είναι η Ελένη, που ερμηνεύεται από τον τραγουδιστή Kim Jun-su, και το πιάνο, που παίζεται από τον συνθέτη Γιουνγκ ο οποίος συνοδεύει ως ο Τρώας πρίγκιπας Πάρης.
Στην πρώτη και τελευταία σκηνή, "Ψυχή των Ψυχών", εναλλάσσονται ο αρχι-τραγουδιστής Ahn και το μέλος του NCCK Yu Taepyungyang, θρηνώντας τις Τρωάδες. "Όλες είναι πολύ παθιασμένες γυναίκες και αυτό το έργο ανήκει στις γυναίκες. Πρόκειται για γυναίκες θύματα του πολέμου και επιζούσες του πολέμου", δήλωσε ο Ong. "Πρόκειται για μια σημαντική παραγωγή εδώ στην Κορέα, δεδομένου ότι έχει μια ιστορία γυναικών στον πόλεμο." Το σκηνικό είναι απλό με ένα λευκό σαν κιόσκι κτίσμα με μεγάλα παράθυρα στο κέντρο. Είναι η ερμηνεία του σημείου αναχώρησης σε ένα σύγχρονο τρόπο από τον Ong . Στο παρελθόν, οι γυναίκες μεταφέρονταν με πλοίο, αλλά σε αυτήν την παραγωγή, είναι περισσότερο σαν ένα αεροδρόμιο, όπου φεύγουν οι περισσότεροι ταξιδιώτες σήμερα από μια χώρα και φτάνουν σε μια άλλη. Μετά την κορεατική σεζόν, το changgeuk θα μεταβεί στη Σιγκαπούρη το επόμενο καλοκαίρι για να λάβει μέρος στη Σιγκαπούρη στο Arts Festival.
cowbird ~ Παραδείσια Ουράνια Τόξα - Σύντομα θα βρέξει, οι βροχές θα έρθουν σύντομα, γιατί τα σύννεφα μαζεύονται, κάποιες θα είναι σύντομες ψιχάλες, κάποιες θα είναι μακριοί μουσώνες. Αχ, αλλά να ξέρεις όταν τελειώσουν,θα σου μείνουν τα παραδείσια ουράνια τόξα. ~ Ήρεμος σαν ευγενικό παιδί ~ Κάνεις πίσω και κλωτσάς σαν αδάμαστο άλογο, ταραγμένος και ανήσυχος σαν φύλλο παγιδευμένο από τον άνεμο, να είσαι ήρεμος, ήρεμος σαν ένα ευγενικό παιδί. ~ Anuenuelani - E ua ke opiopi mai nei ke ao e ino auanei ke okupukupu mai la ka hao ino ua poko ua loa pau - anuenuelani ~ Heavenly Rainbows - Soon it will rain, the showers will come soon, for the clouds are folding up, some will be quick drizzles, some will be long monsoons. Ah, but you know when it ends, you're left with heavenly rainbows ~ bjf (c) ~ laka oluolu he keiki ~ o oe ia e ka lau oeoewe lau kapalili oala ka lio he lio holo ino me ka oala mai a hope he pohu he malie makani ole e malu laka oluolu he keiki - bjf (c) ~ Calm as a gentle child ~ You rear back and kick up as an unbroken horse, agitated & fluttering as leaf caught up in wind, be calm, as calm as a gentle child ~ bjf (c) Μετάφραση στα αγγλικά από την bonnie j. flach
poets "Οι κάτοικοι της Χαβάης για αιώνες ήταν σπουδαίοι ρήτορες και τραγουδιστές, εύγλωττοι ιστορικοί, παραγωγικοί τραγουδοποιοί, και παραμυθάδες. . . . Αλλά η παράνομη ανατροπή της μοναρχίας της Χαβάης το 1893, η απαγόρευση της χαβανέζικης γλώσσας από όλα τα δημόσια σχολεία, η συστηματική στέρηση των δικαιωμάτων των Χαβανέζων από τη γη μας, και ο αποδεκατισμός του πληθυσμού της Χαβάης μέσω ξένων ασθενειών σχεδόν έβαλε τέλος στο λαό της Χαβάης και . της κουλτούρας .Ōiwi : Μια ντόπια Χαβανέζικη Εφημερίδα είναι αφιερωμένη στην mana'o (σκέψη) και στα Hana no'eau (έργα) της Χαβάης, ένα ιστορικό ορόσημο στην αναβίωση της πλούσιας και αρχαίας λογοτεχνικής κληρονομιάς των na 'oiwi o Hawai' i nei- των ιθαγενών της Χαβάης ». -Δήλωση Αποστολής της 'Ōiwi: Μιας Ντόπιας Χαβανέζικης Εφημερίδας Καθώς είναι διαπολιτισμικό σταυροδρόμι του Ειρηνικού, η Χαβάη έχει βιώσει μια ακμάζουσα λογοτεχνική αναγέννηση από το 1970, όταν ποιητές και συγγραφείς άρχισαν να αμφισβητούν τα πολύπλοκα ζητήματα της εκπροσώπησης και της γλώσσας που περιβάλλουν τη λογοτεχνική έκφραση στη Χαβάη. Καθώς η δήλωση αποστολής της Ōiwi καθιστά σαφές, η κατάσταση της χαβανέζικης γλώσσας και του πολιτισμού δεν ήταν πάντα ασφαλής, πολύ λιγότερο δε να τιμάται ως αυθεντική και όμορφη. "Κanaka Maoli" είναι ένας όρος που οι ιθαγενείς κάτοικοι της Χαβάης χρησιμοποιούν για να αναφέρονται στους εαυτούς τους και τον πολιτισμό τους. Έχει συνδεθεί με τους ποιητές που προσπαθούν να τιμήσουν τη χρήση της μητρικής γλώσσας της Χαβάης στο έργο τους, είτε αποκλειστικά είτε ως ένα πλούσιο υβρίδιο καθομιλουμένης, απλοποιημένης κοινής γλώσσας , και ντόπιων λέξεων. Το 1978, οι ποιητές Darrell Lum και ο Eric Chok ίδρυσαν την Bamboo Ridge Press για να εκδίδουν λογοτεχνία από και για τους ανθρώπους της Χαβάης. Εκδίδουν σήμερα δύο τόμους το χρόνο: ένα λογοτεχνικό περιοδικό ποίησης και φαντασίας που παρουσιάζει το έργο τόσο από νέους όσο και από καθιερωμένους συγγραφείς, και ένα βιβλίο από έναν μόνο συγγραφέα ή μια ανθολογία που επικεντρώνεται σε ένα ειδικό θέμα. Εκτός από τη Bamboo Ridge και την 'Oiwi , άλλα λογοτεχνικά περιοδικά που έχουν προκύψει είναι Tinfish , ένα περιοδικό πειραματικής ποίησης με έμφαση στα έργα από την περιοχή του Ειρηνικού, και το Hybolics , που συνεκδίδεται από τους Normie Σαλβαδόρ, Lee A. Tonouchi, και Carrie Υ Takahata.Ο Tonouchi διακηρύσσει τον εαυτό του ως "Τον διαβόητο αντάρτη των Pidgin , ένα άνθρωπο αφιερωμένο στην προώθηση της δύναμης των Pidgin ως μιας κανονικής γλώσσας και ως είδος λογοτεχνίας." Το 1998, η πρώτη Χαβανέζικη Φθινοπωρινή Εορτή γραφής του νησιού πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαβάης, Mānoa, ακολουθούμενη από φεστιβάλ το 1999, το 2000 και το 2002. Διοργανώνεται από την τοπικούς συγγραφείς και διδακτικό προσωπικό στο UH-Mānoa, συμπεριλαμβανομένων των Susan Schultz, Robert Shapard, Juliana Spahr , και John Zuern, το φεστιβάλ βγάζει ένα Try Listen , ένα ηχητικό αρχείο των συμμετεχόντων, συμπεριλαμβανομένων ποιητών όπως οι Ku`ualoha Meyer Ho`omanawanui, Vilsoni Hereniko, Eric Gamalinda, Kathy Dee Kaleokealoha Kaloloahilani Banggo, και Αλβέρτου Wendt , μεταξύ πολλών άλλων.