Θάμπωσαν τα μάρμαρα...
Τα φαντάσματα,
που κάποτε με καλωσόρισαν,
δεν εμφανίζονται πια
Αδειάζω ένα μπουκάλι καπνό
σε κρυστάλλινο ποτήρι
Μάταια...
η φωτιά έχει πια σβήσει
Θάμπωσαν τα μάρμαρα...
Τα φαντάσματα,
που κάποτε με καλωσόρισαν,
δεν εμφανίζονται πια
Αδειάζω ένα μπουκάλι καπνό
σε κρυστάλλινο ποτήρι
Μάταια...
η φωτιά έχει πια σβήσει
Καθώς χάνεται το φως
στου σκοταδιού τα χέρια
ένα πένθιμο τραγούδι τραγουδώ
για τις ζωές που σκότωσα
ώστε να ζήσω τη ζωή μου
Ένα σάβανο φωτεινό με σκέπασε ολόκληρο
δεν περιορίζει, μα διευρύνει την όρασή μου
Για όσους εθελοτυφλούν και κρύβονται στην άμμο
ο Λόγος και το Χάος μοιάζουν σαν δύο άκρα
Μόλις ανάβει το κερί
πύλες κρυφές ανοίγουν
Μην ελπίζεις, μη θυμάσαι
το χθες άλλωστε και το αύριο
παύουν να υπάρχουν
σαν η φλόγα αρχίζει το χορό της
Του θυμιάματος καπνός αρωματικός, γεννά
τοπία μυστικά, οράματα αποκαλύπτει
Άσε τη λογική, πριν ανεπανόρθωτα τραυματιστεί,
κάπου να ξαποστάσει και ασπάσου το αδιανόητο
Πάνω από τον γερακάρη, το γεράκι κυκλικά πετά
μα μήτε θύμα βρίσκει μήτε τον κύριό του
Σαν το αρπακτικό πτηνό τούτο κι εγώ
ανάμεσα στα άστρα περπατώ για να χαθώ στο χάος