Be a peddler without moving
nor having anything to sell
Make a paradise out of hell
Γυρολόγος χωρίς μετακίνηση
και χωρίς πραμάτεια να πουλάς
Παράδεισο βγάλε από κόλαση
http://www.agiazoni.gr/article.php?id=92963742054323787026
Χαρκιανάκης Στυλιανός (Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας)
Τὸ Δεκαπενταύγουστο εἶναι μία περίοδος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ μας ἔτους, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ὀρθόδοξη ψυχὴ στρέφει τά μάτια μὲ βαθειὰ κατάνυξη πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρες, πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, σημαίνουν οἱ καμπάνες τὴν ὥρα τοῦ δειλινοῦ καὶ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν πᾶνε νὰ ψάλλουν τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα.
Ἀνάλογη κατάνυξη ἔχει βέβαια καὶ ἡ περίοδος τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας. Ἀλλὰ ἐνῶ στοὺς Χαιρετισμοὺς κυριαρχεῖ ὁ ὑμνολογικὸς τόνος, ἡ θριαμβικὴ δοξολόγηση τῶν ἀπείρων χαρίτων τῆς «Μητρὸς τοῦ Θεοῦ γενομένης», στὸν Παρακλητικὸ Κανόνα τοῦ Δεκαπενταύγουστου κυρίαρχος τόνος εἶναι τὸ πένθος καὶ ἡ ὀδύνη τῆς βαρυαλγούσης ψυχῆς τοῦ πιστοῦ ποὺ ζητᾷ παράκληση καὶ παρηγοριὰ ἀπὸ τὴν Παναγία.
Ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει πιστὸς ποὺ νὰ μὴν ἄκουσε μὲ συντριβὴ τοὺς σπαραχτικοὺς στίχους τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὸν «νοσοῦντα τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή». Ὅμως ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ ὀδύνη ἀπογνώσεως, ποὺ συνήθως ὁδήγει στὴν ἀπιστία καὶ στὴν ἀποστασία. Ἡ ὀδύνη τοῦ κατὰ Θεὸν δεινοπαθοῦντος ἀνθρώπου εἶναι ὀδύνη ἐπιγνώσεως, καὶ γίνεται καθαρμὸς καὶ ἀναβαθμός. Γιατί, ἐνῷ τὸν θλίβει καὶ τὸν πληγώνει, δὲν τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἄλλα τὸν ὁδηγεῖ σὲ βαθύτερη θεογνωσία. Γι’ αὐτὸ ἡ ὀδύνη κορυφώνεται μὲν ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καταπαύει στὴν ἀκόλουθη μορφὴ ἱκεσίας: «Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος».
Ἀκούοντας κανεὶς ἐπιπόλαια τὶς στροφὲς τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος, ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι κάποιος ἀνώνυμος ὑμνογράφος διατραγῳδεῖ κοινὰ σὲ ὅλους τοὺς πιστοὺς δεινοπαθήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Γιατί πράγματι δὲν ὑπάρχει χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴν ἔζησε κατ' ἐπανάληψη, «τῶν παθῶν του τὸν τάραχον» ἤ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε ποτὲ «πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς».
Διαβάζοντας ὅμως προσεκτικότερα καὶ ἐμβαθύνοντας περισσότερο σ' αὐτὰ τὰ ἱερὰ στιχουργήματα, διαπιστώνουμε ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ περιγραφὴ καὶ ἐξιστόρηση τῶν ἐν γένει περιπετειῶν τοῦ ἀνθρώπου στὸν καθημερινὸ ἀγώνα τῆς τελειώσεώς του. Πρόκειται γιὰ σπαρακτικὲς κραυγὲς «ἐκ τοῦ φυσικοῦ», γιὰ ὀδύνη καὶ πόνο ποὺ μᾶς ἔρχεται «ἀπὸ πρῶτο χέρι».
Ἑπομένως ἔχομε νὰ κάνωμε μὲ τελείως προσωπικὸ δρᾶμα ποὺ βιώθηκε ἀπὸ πρόσωπο ἱστορικὸ καὶ ἐπώνυμο κάτω ἀπὸ συνθῆκες πραγματικὲς καὶ συγκεκριμένες. Πόσοι ἄραγε ἀπὸ τοὺς ἀνυποψίαστους πιστούς μας ποὺ ψάλλουν κάθε τόσο τὴν παράκληση γνωρίζουν ποιὸ εἶναι τὸ πρόσωπο αὐτό;
Θὰ περίμενε κανεὶς ὁ ὑμνογράφος τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος νὰ εἶναι κάποια εὐαίσθητη γυναικεία ὕπαρξη σάν τὴν Κασσιανή ἤ κάποιος ὑπέργηρος Μοναχός τῆς ἐρήμου. Κι ὅμως μήτε τὸ ἕνα μήτε τὸ ἄλλο. Ὁ συντάκτης αὐτοῦ τοῦ δακρύβρεκτου ὑμνολογικοῦ κειμένου ἦταν ἕνας ἄνδρας στὴν πλήρη ἀκμή του, καὶ μάλιστα ἐστεμμένος.
Ἦταν ὁ Βυζαντινὸς Αὐτοκράτορας τῆς Νικαίας, Θεόδωρος Β' ὁ Λάσκαρις (1222-1258), ποὺ λίγο πρὸ τοῦ θανάτου του ἔκαρη Μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Θεοδόσιος. Σύμφωνα μὲ τοὺς βιογράφους του, ἦταν ἰδιαίτερα λεπτὸς καὶ εὐγενικὸς ἄνθρωπος, εἶχε δὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἀποκτήσει σπουδαία μόρφωση γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἔζησε ὅμως σὲ πολὺ δύσκολους καιρούς. Οἱ Φράγκοι εἶχαν πάρει τὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ Βούλγαροι καὶ τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καταλλήλως, οἱ δὲ Μουσουλμάνοι στὴν Μικρὰ Ἀσία ἦταν μία ἄμεση καὶ μόνιμη ἀπειλή.
Ἔχοντας φύση καλλιτεχνικὴ ὁ τραγικὸς αὐτὸς Αὐτοκράτορας, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ τέτοιες σκληρὲς εὐθύνες χωρὶς νὰ κλονισθεῖ ἡ ὑγεία του. Γι' αὐτὸ πέθανε σὲ ἡλικία μόλις 36 ἐτῶν.
Ἡ ζωὴ του χαρακτηριζόταν ἀπὸ πολλὲς ἀντινομίες, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια πρωτοφανεῖς μήτε στὰ Βυζαντινὰ Ἀνάκτορα μήτε στὴν ἐν γένει ἀνώτερη γύρω τους κοινωνία. Ὅμως αὐτὸ ἀκριβῶς στάθηκε τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ Βυζαντίου πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ ὅτι δηλ. οἱ ἀντινομίες τοῦ βίου δὲν ἔκλεισαν ποτὲ στὸ πρόσωπο τὴν θέα πρὸς τὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν σωτηρία, ἐφ' ὅσον ὑπῆρχε ἡ μετάνοια.
Ἔκαναν καὶ τότε φρικαλέα κάποτε ἐγκλήματα οἱ ἄνθρωποι, ἄλλα μετὰ μὲ ποταμοὺς εἰλικρινῶν δακρύων ἐξαγνίζονταν στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων.
Ὁλόκληρος ὁ Χριστιανικὸς Μεσαίωνας, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση σ' αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ χαρακτηριστικότατο σημεῖο διαφέρει ἀπὸ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Οἱ νεώτεροι χρόνοι φροντίζουν — ἀπὸ ἀνθρωπισμὸ ὅπως ἰσχυρίζονται — νὰ διαμορφώσουν ἕνα πολίτη νομοταγῆ καὶ ἔντιμο, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὶς βαθύτερες πεποιθήσεις του, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐν γένει πνευματική του ἀγρύπνια. Ἔτσι, αὐτὸς ὁ πολίτης μπορεῖ μὲν ν' ἀποφεύγει προσεκτικότερα σήμερα τὸ ἄμεσο καὶ πρωτογενὲς ἔγκλημα στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς συνανθρώπους — πρᾶγμα ποὺ ἀσφαλῶς τὸν ἀναδεικνύει δικονομικὰ τουλάχιστον δικαιότερο ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ τοῦ Μεσαίωνα — ὅμως ὁ πολίτης αὐτὸς τῶν νεωτέρων χρόνων καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ναρκισσευόμενος γιὰ τὴν «αὐτόνομη» καὶ αὐτονομημένη ἠθική του, δὲν ἔχει ποτὲ γνωρίσει τὴν συντριβὴ καὶ τὴν κάθαρση, τὴν μετάνοια καὶ τὸν ἁγιασμὸ ποὺ ἐπιφέρουν τὰ μετὰ τὴν ἁμαρτία δάκρυα.
Καὶ ἐρωτᾶται: Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ πολῖτες μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: Ἐμεῖς γνωρίζομε δτὶ ὁ Χριστὸς διεκήρυξε: «οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Μάρκ. 2,17)' ποὺ σημαίνει ὅτι τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν τὴν κατοικοῦν οἱ ἄψογοι νάρκισσοι ποὺ δὲν ἐράγισαν ποτὲ μπροστὰ στὰ ἀνεξερεύνητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ἄλλα οἱ διὰ τῆς μετανοίας ἀναγεννημένοι ἄνθρωποι.
Αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς σωτηριώδεις ἀλήθειες γνωρίζοντας καὶ ὁ Αὐτοκράτορας Θεόδωρος Β' Λάσκαρις, ἐνῷ περιγράφει τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἦταν «παντοίως τῇ λύπῃ τρωθείς καὶ τιτρωσκόμενος», δὲν ἀπογοητεύεται ἀλλὰ πιστεύει καὶ ἀγρυπνεῖ. Πιστεύει καὶ ἐλπίζει ὅτι μ’ ὅλες τὶς συμφορὲς του ὁ Θεὸς ἀπεργάζεται τὴν σωτηρία του: «Οἴμοι, ὅτι οὐκ ἐμοί γέγονεν οὐδὲν ἄλλο εἴποιμι ἤ ὅτι πάντως κάθαρσις ψυχικὴ καὶ ταπείνωσις σαρκική, ἵνα σώσῃ ὁ πλάστης τὸ συναμφότερον».
Τοῦ μακαριστοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδώρου Β' τοῦ Λασκάρεως, ποὺ μᾶς ἐδίδαξε τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα, αἰωνία ἡ μνήμη!
Ἰωαννίδης Γιάννης
http://www.agiazoni.gr/article.php?id=80988223526387538084
Ἡ ἱστορία καί οἱ περιπέτειες τοῦ "γλωσσικοῦ" προβλήματος στήν Ἑλλάδα εἶναι λίγο ὡς πολύ σέ ὅλους γνωστές. Ἐπιστημονικές διαφωνίες, συναισθηματικές συγκρούσεις, ἰδεολογικές διαφορές καί πολλαπλές παρεξηγήσεις συνθέτουν μιὰ μοναδική εἰκόνα - καί μέ πολλές μάλιστα παγκόσμιες πρωτοτυπίες, ὅπως λ.χ. ἡ πολιτικοποίηση τοῦ "γλωσσικοῦ". Ἰδιαίτερο κεφάλαιο αὐτοῦ τοῦ προβλήματος ἀποτέλεσε, ὅπως εἶναι φυσικό, καί ἡ σχέση τῆς νέας πρός τήν ἀρχαία ἑλληνική. Αὐτό ἐπέβαλε καί τήν ἐμπεριστατωμένη ἐξέταση τῶν δύο αὐτῶν τύπων τῆς ἑλληνικῆς, πράγμα πού ἔγινε ἀσφαλῶς καί μέ εἰλικρινεῖς προθέσεις ἀντικειμενικῆς θεώρησης τῶν δεδομένων, τόσο ἀπό 'Ἕλληνες ὅσο καί ἀπό ξένους εἰδικούς στά γλωσσικά.
Ἀρχαῖοι καί νέοι
Ὅσον ἀφορᾶ στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἡ γραπτή γλώσσα μελετήθηκε μέ βάση τήν ἀπέραντη ἀρχαιοελληνική γραμματεία, ἐνῶ ἡ "εἰκόνα" της ὡς ὁμιλουμένης (ὡς ἀκουστικῆς, δηλαδή, πραγματικότητας) δέν μποροῦσε παρά νά βγεῖ συμπερασματικά, εἴτε μέ βάση τά σχετικά συγγράμματα Ἀλεξανδρινῶν, κυρίως, μελετητῶν εἴτε μέ συγκριτικές μελέτες τῶν κάθε λογής πηγῶν καί διάσπαρτων στοιχείων. Μία σημαντική διχογνωμία τῶν γλωσσολόγων παρουσιάζεται οὐσιαστικά μόνο σέ σχέση μέ τήν προφορά τῶν διφθόγγων ἤ καί τῶν φωνηέντων γενικότερα, μέ κεντρικό ἐρώτημα τήν ἀποδοχή ἤ τήν ἀπόρριψη τῶν ἀπόψεων τοῦ Ἐράσμου.
'Ὅσον ἀφορᾶ, τώρα στά νέα ἑλληνικά, ἡ ὁμοψυχία μεταξύ τῶν εἰδικῶν (Ἑλλήνων καί ξένων) εἶναι ἐντυπωσιακή. Εἶναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ὅτι οἱ σχετικές προτάσεις γίνονται ἀπό ξένους (οἱ ὁποῖοι ὅμως δέν γνωρίζουν τά ἑλληνικά ὡς μητρική τους γλώσσα) καί στή συνέχεια γίνονται σχεδόν ἀσυζητητί ἀποδεκτές ἀπό τούς Ἕλληνες. Ἔτσι εἶναι πιά ἀναμφισβήτητες καί καθιερωμένες κάποιες βασικές ἀπόψεις, σχετικά μέ τήν προφορά τῆς νεοελληνικῆς οἱ ὁποῖες ὅμως δέν φαίνεται νά ἀνταποκρίνονται ἀπολύτως στήν πραγματικότητα. Καί τοῦτο, διότι παραγνωρίζεται τό γεγονός ὅτι ἡ γλώσσα, ὡς ἀκουστικό φαινόμενο μέ συγκεκριμένη παρουσία καί διάρθρωση μέσα στόν χρόνο, εἶναι καί ἕνα φαινόμενο μουσικό, καί ὅτι πρέπει νά ἐξετάζεται καί ἀπό αὐτή τή σκοπιά μέ τή δέουσα βεβαίως μεθοδολογία καί τίς ἀπαραίτητες γνώσεις στόν εἰδικό αὐτό χῶρο.
Μία χαρακτηριστική πτυχή αὐτοῦ τοῦ προβλήματος εἶναι ἡ θεωρία, ὅτι ἐνῶ ἡ ἀρχαιοελληνική εἶχε "μελωδικό" τονισμό, ἡ νεοελληνική γλώσσα ἔχει "δυναμικό" τονισμό. Ἀλλά καί μόνο ἡ ἀναφορά σέ δυναμικό τονισμό δείχνει πλήρη ἄγνοια τῶν σχετικῶν φαινομένων, δεδομένου ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι πρακτικῶς ἀδύνατο γιά τόν ὅποιον φυσικῶς ὁμιλοῦντα ἐπί τῆς γῆς, καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐφικτό μόνο ἐάν ὁ ἄνθρωπος "τραγουδήσει", διατηρώντας (συνειδητά καί καταβάλλοντας εἰδική προσπάθεια) μίαν ὁρισμένη καί σταθερή συχνότητα.
Ἡ ἀλλαγή τοῦ τονικοῦ ὕψους (δηλαδή ὁ "μελωδικός" τονισμός) εἶναι οὐσιαστικά ἀναπόφευκτος γιά τόν ἄνθρωπο κατά τήν τονισμένη ἐκφορά κάποιας συλλαβῆς, ὡς συνέπεια τῆς ἴδιας τῆς φυσιολογικῆς λειτουργίας τοῦ ὀργάνου τῆς ὁμιλίας -καί αὐτό ὄχι ὡς "μελωδικός χρωματισμός" τῆς φράσης κάτω ἀπό τήν ἐπήρεια συναισθηματικῶν καταστάσεων τοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλά ὡς φαινόμενο πού χαρακτηρίζει τήν ἐκφορά τῆς κάθε μεμονωμένης λέξης, ἀνεξάρτητα ἀπό τό νόημα τῶν συμφραζομένων. Αὐτό βέβαια εἶναι κάτι πού ἴσως δέν γίνεται εὔκολα ἀντιληπτό καί κατανοητό ἀπό ὅσους δέν διαθέτουν εἰδικές μουσικές γνώσεις καί ἱκανότητες, ὡστόσο σήμερα, μέ τήν πρόοδο τῆς τεχνολογίας τῶν ἠλεκτρονικῶν καταγραφῶν καί μετρήσεων, μπορεῖ νά καταδειχθεῖ καί νά τεκμηριωθεῖ μέ τρόπο κατανοητό ἀπό ὅλους.
Μία ἄλλη πτυχή τοῦ προβλήματος εἶναι ἡ ἐξίσου γενικῶς ἀποδεκτή καί καθιερωμένη ἄποψη ὅτι ἐνῶ στήν ἀρχαία ἑλληνική τά φωνήεντα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στόν χρόνο τῆς ἐκφορᾶς τους (δηλαδή ὡς "μακρά" καί ὡς "βραχέα"), στά νέα ἑλληνικά εἶναι ὅλα ἰσόχρονα. Αὐτό καθαυτό τό ζήτημα ἴσως νά μήν ἔχει καί τόσο μεγάλη σημασία, ὅταν ὅμως συνδεθεῖ μέ γενικότερα προβλήματα σχετικά μέ ποιητικά μέτρα, τότε ἀποκτᾶ τρομακτική σημασία ἄλλων διαστάσεων, τόσο γιά τήν ἀρχαιοελληνική, ὅσο καί τή νεοελληνική μετρική. Ἐντυπωσιακή εἶναι καί ἡ σύγχυση ἀνάμεσα στόν χρόνο τοῦ φωνήεντος καί στόν χρόνο, δηλαδή στό μῆκος τῆς συλλαβῆς στήν ὁποία αὐτό ἀνήκει, γιατί, καθώς φαίνεται, παραγνωρίζεται ὁ καθοριστικός ρόλος τῶν συμφώνων στή διαμόρφωση τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν.
Θέση καί ἄρση
Ἀνάλογη εἶναι καί ἡ ἀδυναμία κατανόησης ἀπό τούς φιλολόγους τῆς ἔννοιας τῆς θέσης καί τῆς ἄρσης. Πρόκειται γιά ἔννοιες καί γιά "αἰσθητές καταστάσεις" καθαρῶς μουσικῆς καί μουσικοκινητικῆς ὑφῆς. Ἡ σημασία τῶν, σχετικῶν μέ αὐτές, παρεξηγήσεων εἶναι μεγάλη, ἰδίως σέ σχέση μέ τήν ὀρθή ἀνάγνωση τῶν ἀρχαιοελληνικῶν μέτρων εἶναι ἡ παρεξήγηση πού ὁδηγεῖ στούς ἀπαράδεκτους παρατονισμούς, τοῦ τύπου: «ἄνδρα μοι ἔννεπε ὅς μάλα πολλά», ἤ «ἱερόν πτολίεθρον ἔπερσεν»!
Δέν ὑπάρχει κανείς βέβαια πού νά μήν ἔμαθε στό Λύκειο ἤ καί στό Πανεπιστήμιο, ὅτι αὐτό τό θλιβερό "πολλά" εἶναι δῆθεν συνέπεια τοῦ "μετρικοῦ" τονισμοῦ. Ὡστόσο, γιά νά γίνει ἀντιληπτό τό μέγεθος τῆς παρερμηνείας τῶν πραγμάτων, ἄς ἀναλογισθοῦν ὅτι σέ κάτι τέτοιο θά ἀντιστοιχοῦσε καί ἡ ἀπαγγελία τοῦ γνωστοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ ὡς ἑξῆς: «Ἑνά νερό κύρα Βάγγελιω, ἑνά νερό κρυό νερό»... Καί ἄν ἀντιταχθεῖ ὅτι οἱ φιλόλογοι δέν διαθέτουν τίς ἀπαραίτητες γνώσεις γιά νά κατανοήσουν τέτοια φαινόμενα, θά διατυπωθεῖ δικαίως καί ἡ ἀπορία: γιατί τότε νά ἀσχολοῦνται μέ πράγματα ποὺ δέν γνωρίζουν;(!)
Μουσικοκινητική, δηλαδή ρυθμική βάση ἔχει καί ὁ "νόμος τῆς τρισυλλαβίας", ὁ ὁποῖος καί ἐπιβάλλει τή μετάθεση τῶν τονισμῶν τῶν λέξεων κατά τήν κλίση τῶν ὀνομάτων καί τῶν ρημάτων - γεγονός πού, ἄν λαμβανόταν σωστά ὑπόψη, θά βοηθοῦσε στήν ὀρθότερη ἀντιμετώπιση διαφόρων ἄλλων προβλημάτων.
Ἀμιγῶς μουσικό, ὅμως, εἶναι τό πρόβλημα τῆς χρήσης ἤ μή τῶν σημείων τῆς στίξης πού ἀφοροῦν στόν τονισμό τῶν συλλαβῶν στή νεοελληνική γραφή, μέ πλευρές μάλιστα ἀρκετά διασκεδαστικές, καθώς γιά τούς μέν οἱ διάφοροι "τόνοι" εἶναι ἄχρηστοι καί ἐξοβελιστέοι, ἐνῶ γιά τούς ἄλλους εἶναι ἀπαραίτητοι - πάντως ὡς στοιχεῖα καθαρῶς διακοσμητικά, καθώς φαίνεται, διότι οὔτε οἱ μέν οὔτε οἱ δέ εἶναι σέ θέση νά "ἀκούσουν" τό πῶς τονίζουν τίς λέξεις ὅταν μιλᾶνε, ὥστε νά τό σημειώσουν ἀντιστοίχως. Δηλαδή, δέν θά ἔπρεπε νά γίνεται λόγος οὔτε γιά "ἀτονικό", οὔτε γιά "μονοτονικό" ἤ "πολυτονικό" σύστημα, ἀλλά ἁπλῶς γιά "ὀρθοτονικό".
Εὐτυχῶς ὅμως πού οἱ παρεξηγήσεις αὐτές δέν ἐπηρεάζουν καί τόσο τήν προφορά καί τή γλωσσική αἴσθηση καί τή γλωσική αἰσθητική τῶν Νεοελλήνων, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν παρ' ὅλα αὐτά νά μιλᾶνε μία γλώσσα πού, ἐπί χιλιάδες χρόνια, διατηρεῖ ἀναλλοίωτες τίς ἐσωτερικές της νομοτελειακές δυνάμεις. Γιατί, ἄν κανείς ἀπαγγείλει στά νέα ἑλληνικά «ἱερόν πτολίεθρον ἔπερσεν», στήν πραγματικότητα ἀπαγγέλλει ὁμηρικούς δακτύλους - λόγω τῆς λειτουργίας τῶν συμφώνων ὡς συντελεστῶν διαμόρφωσης τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν, ὅπως ἐλέχθη καί πιό πρίν. Ὡστόσο, δέν ἐπιτρέπεται νά μένουμε καί ἀπαθεῖς μπροστά σέ θεωρίες καί καταστάσεις οἱ ὁποῖες, πέρα ἀπό τό ὅτι συνιστοῦν ἐπιστημονικά ἀτοπήματα, ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία, καθώς ἀγγίζουν καί πλευρές μίας κάποιας ἐθνικῆς εὐαισθησίας.
https://antifono.gr/kontoglou2/
Από την συνάντηση Ρωμιών και άλλων λαών προέκυψαν πολύ όμορφες ιστορίες. Μαζί με τα πάθη των Ελλήνων, ανακατωμένα και ζυμωμένα ιδιότροπα μαζί τους, έρχονται και τα πάθη των Φράγκων. Μέσα στο «μύθο» ωστόσο του Κόντογλου, πρέπει να πούμε ότι οι δυτικοί απομυθοποιούνται και γίνονται πιο οικείοι. Ως γνωστόν, οι σταυροφόροι που έφθασαν στην Ελλάδα ήταν απλοί τυχοδιώκτες, ένας συρφετός από κάθε λογής άσωτους και περιφερομένους αχρείους, μαζί με φτωχούς, που, εκτός από την όποια τους επιθυμίαν υπερασπιστούν την πίστη, διακρίνονταν και για την απληστία τους, την μεγάλη τους φιλοδοξία. Όλοι αυτοί άκουσαν καλά τη φωνή του Πάπα: «η γη σας δεν είναι αρκετή να σας θρέψει, πηγαίνετε να κατακτήσετε». Πολύ απέχουν, όπως και να είναι, οι Φράγκοι αυτοί, από τον τύπο του πρώιμου ορθολογιστή, του μεθοδικά σχολαστικού, του νοησιαρχικού τύπου, που αντιπροσωπεύει ο «δυτικός» της καθωσπρέπει ιστοριογραφίας. Περισσότερο ο Κόντογλου έχει στο νου, ως άξιος ποιητάρης, τον ιππότη και τον τροβαδούρο. Υπάρχει άλλωστε στ’ αλήθεια κάτι που να ενώνει τον Θωμά Ακινάτη με τον Θερβάντες, τον ορθολογισμό με την Αναγέννηση; Φτάνοντας, όπως και να είναι, μακριά, τούτοι οι Φράγκοι υφίστανται ένα συμβολικό είδος «θανάτου», αποπροσανατολίζονται, χάνουν τον όποιο εαυτό κουβαλούν, αναπτύσσουν μια εντελώς ιδιαίτερη παθολογία: την αντιμετώπιση της κατάκτησης ως «ιεραποστολής», αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Δεν βρίσκουν πουθενά γαλήνη, κάτι τους ξεσηκώνει διαρκώς, βρίσκονται σε διαρκή αναβρασμό, μονίμως ετοιμοπόλεμοι, ξεσαλωμένοι. Εύκολα μάλιστα γίνονται ακόμη περισσότερο αχρείοι, μόνο και μόνο για να εκδικηθούν ασυνείδητα τον ίδιο τους τον εαυτό, την απληστία τους.
Περαιτέρω, η ταυτότητα του «Φράγκου», που εγκαθίσταται στην κατακερματισμένη Ελλάδα, με τα αμέτρητα φέουδα, βαφτισμένα σε βασίλεια, δουκάτα, πριγκιπάτα κλπ, αρχίζει να κλονίζεται ακόμη περισσότερο. Ένας Φράγκος, που ζει λ.χ. δεκαετίες στο Μοριά, με το τόσο όμορφο τοπίο του, την στρατηγική, κομβική του θέση, την ισχυρή πολιτιστική παράδοση κ.λ.π., ριζώνει παράξενα στα ξένα εδάφη, που πια τον στοιχειώνουν. Στο μεταξύ των πολιτισμικών ταυτοτήτων, μη μπορώντας να θυμηθεί ποιος ακριβώς είναι, θαμπωμένος από τον γύρω κόσμο, εν τέλει απομένει αυτός και η ψυχή του. Γίνεται καλός ή κακός, πατέρας ή δυνάστης, ανάλογα με το τι του υπαγορεύει μονάχα η καρδιά του.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική εν προκειμένω η ιστορία του Μισίρ Τζεφρέ, την οποία ο Κόντογλου περιγραφεί εκτενώς, γιατί μάλλον πιστεύει ότι τα «παραλειπόμενα» της Ιστορίας, σωστά αφηγημένα, διερμηνεύουν καλύτερα την εποχή πάρα τόμοι ολόκληροι αποστεγνωμένης δοκιμιογραφίας. Γράφει λοιπόν: «Αν κι ήτανε Φράγκος αγαπούσε τη χώρα που ’χε παρμένη με το σπαθί, σα να ’τανε πατρίδα του. Μιλούσ’ ελληνικά και φερνότανε σαν πατέρας στους υποταχτικούς του. Τους γύμναζε στ’ άρματα, στ’ άλογα, όντας ατός του μεγάλος δάσκαλος της τέχνης του πολέμου». Οι Φράγκοι, όπως ήδη είπαμε, είναι ο κόσμος της ιπποσύνης. Είναι μαζί και ο κόσμος της ομορφιάς, στην καλύτερη εκδοχή τους. «Πλάγι (αυτή τη φορά κάπου στην Καρύταινα) βρίσκεται ένα βαθύ μακρυνάρι κι αυτό, όπως μου ’πανε, ήτανε η τάβλα με τα παχνιά που δένανε τ’αλόγατά τους. Δε θα το πίστευα πως τα ανεβάζανε απάνω σε τούτον το γκρεμνό, αν δεν έβλεπα παραπέρα και μια γούρνα από κείνες που ποτίζανε… και τότες πίστεψα τόντις πως αυτοί οι μανιώδεις ιππότες είχανε βρη τρόπο να μην χωριστούνε απ’ τα φαριά τους».
Αυτός λοιπόν ο Μισίρ Τζεφρές, ευρισκόμενος στο «μεταξύ» των πολιτισμικών ταυτοτήτων, φαίνεται ότι για κάποιον λόγο που δεν μας τον αναφέρει η ιστορία (αλλά ένας Καβάφης θα μπορούσε να συλλάβει το γιατί), είχε φτάσει στο σημείο να θεωρεί περίπου πατρίδα του την ελληνική γλώσσα: «Είναι να παραξενευτεί κανένας διαβάζοντας στα χαρτιά πως τον καιρό που ’χε πόλεμο με το Μιχαήλ Παλαιολόγο, αυτός, όντας Φράγκος, είχε στρατό από Έλληνες, κι ο αντίμαχός του, Έλληνας όντας, είχε συναγμένους ούλο Τούρκους, Αλαμάνους κι Ουγγαρέζους…». Και εμψύχωνε τους δικούς τους λέγοντάς τους ότι έχουν ένα μεγάλο προσόν: μιλούσαν όλοι ελληνικά («γλώσσαν μίαν λαλούμεν»)!
Η μοίρα του ήρωα αυτού καθρεφτίζει επίσης πολύ όμορφα όλη την αντικομφορμιστική διάθεση αυτών των δυτικών ηρώων της Ιπποσύνης αυτών των φτωχών, που εξαιτίας των τρικυμιών της Ιστορίας βρέθηκαν να γίνουν αφέντες και κυβερνήτες, χωρίς να αποβάλουν την παραφορά των παθών τους. Ενώ λοιπόν είχε την εξουσία δική του, «αυτός ο σκληρός πολεμιστής έγινε μπαίγνιο στα χέρια του έρωτα. Ρωτεύτηκε τη γυναίκα ενούς στρατιώτη του, ενούς Καταβά κι έφυγε μαζί της στο ρηγάτο της Πούλιας, παρατώντας και κάστρο και παλάτια». Μετά από πολλές περιπέτειες, και αφού ο στρατιώτης που έχασε τη γυναίκα του, κατάφερε για εκδίκηση και πήρε αυτός δικό του το Κάστρο, γύρισε ο Τζεφρές, προσπάθησε να το ανακτήσει, ωστόσο ο μεγαλύτερος ηγεμόνας δεν του το επέτρεψε, μόνο του έδωσε την Αράχωβα – ξανά ξένος. Αλλά κι εκεί, λόγω της φιλανθρωπίας του, σύντομα ο ελληνικός λαός τον αγάπησε πολύ, γι’αυτό και πεθαίνοντας, η λαϊκή μούσα του έβγαλε ένα ωραίο τραγούδι: «πατέρα είχαν τα ορφανά, άνδρα είχαν οι χήρες. Αυθέντην και διαφέστορα η φτωχολογία». Ο λαός τότε υμνούσε Έλληνες και Φράγκους αδιάκριτα αρκεί να ήταν αγαθοί άνθρωποι.
Και θα τελειώσουμε με την μικρή εξιστόρηση της πολιορκίας της Μονεμβασιάς, όπου φαίνονται ανάγλυφα τα πάθη εκείνων των καιρών, η τραγική μανία του ανθρώπου να αναμετρηθεί με τον καιρό, να φέρει την τύχη με το μέρος του. Διακρίνονται επίσης ολοκάθαρα η αγάπη για την ιδιότροπη τέχνη του πολέμου, το πείσμα, η περηφάνια, η αξιοπρέπεια, ένας ιδιαίτερος κώδικας τιμής που αναπτύσσεται σε αυτούς τους ανθρώπους της περιπέτειας, κάτι επίσης απο την ομηρική ελεγεία του πόλεμου ως ειμαρμένης. Ο ηγεμόνας Γουλιάμος λοιπόν πεισμώνεται και ορκίζεται να μην το κουνήσει απ’ τη θέση του, αν δεν καταλάβει την Μονεμβασιά, που αντιστέκεται και δεν παραδίδεται. Κι επειδή καταλαβαίνει ότι μόνος του δεν το μπορεί, στέλνει γράμματα σε πάμπολλους μικροδούκες και πρίγκιπες, γίνεται τελικά μια μεγάλη σύναξη στρατού κοντά στην Τρίπολη, την οποία και ο Κόντογλου περιγράφει με θαυμασμό. Λέγει ότι μαζεύτηκαν «τρεις χιλιάδες διαλεχτοί σιδεροπολεμάρχοι, δοξαράτοι και τσαγκρατόροι, κι άλλες οχτώ χιλιάδες καβαλάρηδες, σέρνοντας μαζί τους λογής– λογής μηχανήματα του καστροπόλεμου, σκρόφες, φαλκούνια, κι άλλα τέτοια. Ούλος αυτός ο κόσμος πήγε και τσαντήρωσε μπρος στο γιοφύρι, απάνου στην όξω στεργιά, κι άλλο δεν έκανε μόνο πηγαινοερχότανε ολημερίς σε τάξη μάχης με τα φλάμπουρα μπρος, κ’οι τρουμπέτες και τα βούκινα βογκούσανε ολοένα, κι ούλα τούτα για να φοβερίξουνε τους κλεισμένους μέσα στο κάστρο». Ο στρατός περιγράφεται σαν μια χλιδάτη πομπή, σαν και κείνες των ζωγράφων της Αναγέννησης. Η πολιορκία κράτησε πολύ: «Τρία χρόνια και παραπάνω, μέρα κοντά στη μέρα, βάστηξε η πολιορκία, κι ωστόσο μηδέ ο ένας λιγοψύχησε μηδ’ ο άλλος βαριέστησε», λέγει ο Κόντογλου σε μια υπέροχη φράση του στα θαυμαστά του «Ταξίδια», που αποδίδει το μυστικό δράμα του ανθρώπου τελείως ήρεμα, απέριττα, λιτά.
Και τελικά, επήλθε ένα είδος συμβιβασμού: οι Μονεμβασιώτες, εξαντλημένοι από την πείνα, παραδόθηκαν, κι εκείνος τους άφησε στο εμπόριο της θάλασσας, δίνοντάς τους παράλληλα και πολλά δώρα στους άρχοντές τους και κάποια κάστρα δικά τους. Οι Φράγκοι θαύμασαν την παλληκαριά των Ελλήνων. Ο Κόντογλου πιστεύει ότι συχνά η μάχη δημιουργεί ένα είδος «τάξης», τον γνωστό ίσως «κώδικα τιμής», που βοηθά τους εμπόλεμους να διαχειριστούν την εμπλοκή τους με το πιο απάνθρωπο πράγμα, τον πόλεμο.
***********
Επιλέγοντας, θα ήθελα να πω τα εξής: η απομάκρυνση του Κόντογλου από την «ηθογραφία», έσωσε την πεζογραφία του. Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει την κοινότητα ως μια ενδογενώς αναφυόμενη, αυτονοηματοδοτούμενη και αυθερμηνευόμενη «ουσία», ως μία στατική εθιμική συλλογική «ψυχή», δίχως δυναμισμό και πολυτροπισμό μέσα της. Αντιμετώπιζε την ρωμαίικη κοινότητα περισσότερη ως φωνή οντολογίας και ηθικής, παρά ως ένα περίκλειστο, φοβικό και ανίκανο να ξανοιχτεί προς τα έξω δομικό σύστημα. Απέφυγε έτσι να την ρομαντικοποιήσει, επίσης να την μυστικοποιήσει, και ούτε ποτέ προσπάθησε να υποβάλει μέσα από μια τέτοια μυστικοποίηση. Η ρωμαίικη κοινότητα έχει γι’ αυτόν γνήσια υπαρξιακή αναζήτηση, έχει διάρκεια στο χρόνο, έχει συνδιαλεχθεί με πολλούς λαούς, χρωστά αλλού πολλά αλλά και της χρωστούν τα ίδια ή ίσως περισσότερα. Για τούτο, όποιος θέλει να πει την Ιστορία της, θα πρέπει να ξέρει κάτι και από ποίηση. Να είναι, όπως λέγει και ο ίδιος, «τεχνίτης», «μάστορας» του λόγου. Θα πρέπει, πάνω από όλα, να μπορεί όχι μόνο να μιλά, αλλά και να «ακούει» την ομορφιά που υπάρχει παντού γύρω του. Θα πρέπει τέλος να αδράχνει την χαρά που απλώνεται, αν ξέρει να κοιτά, σε πολλά μέρη, να την μεταβάλλει σε δοξολογική διάθεση για Αυτόν που έπλασε τόπους και προπαντός ανθρώπους.
Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, ζωγραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου.
It is easy to take life slowly
in a place where everything
is moving full speed
What can you do when living
in the house of delay?
Like the ancient mariner
I roam the land
telling a story that
no one asks to listen
A night owl I am
bringing news of discomfort
A herald of the sun eclipse
A corsair of dreams
Εύκολο να ζεις αργά
εκεί που τα πάντα
γρήγορα κινούνται
Μα τι κάνεις σαν βρίσκεσαι
στης αργοποριάς τον οίκο;
Σαν τον γέρο ναυτικό
στον κόσμο τριγυρνώ
διηγούμενος μια ιστορία
που κανείς ν' ακούσει δε ζητά
Νυχτοπούλι που φέρνει
νέα δυσφορίας είμαι
προάγγελος έκλειψης ηλιακής
κουρσάρος ονείρων
https://antifono.gr/%ce%b7-%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b7-%ce%ba%ce%bf/
Δημήτρης Γ. Ιωάννου
Ένα από τα πλέον όμορφα βιβλία του νεώτερου μεγάλου δασκάλου του Γένους μας, του Φώτη Κόντογλου, είναι τα «Ταξίδια» (1928), όπου ο νέος ακόμη ξεριζωμένος Μικρασιάτης παρουσιάζει μερικούς από τους πιο «σημαδιακούς» τόπους του ελληνισμού. Παντού κυριαρχεί η λαχτάρα του να ανακαλύψει, να μάθει, να χαρεί την ομορφιά της φύσης και των ανθρώπων. Η αφήγησή του, και καθώς μάλιστα έχει προηγηθεί το περίφημο «Συναξάρι του αϊ-Γιώργη του Χιοπολίτη», είναι πιο ζεστή και γλαφυρή, καθώς ήδη φαίνεται ότι έχει ανακαλύψει την έννοια του «καρδιακού κέντρου». Με άλλα λόγια, δεν τον ενδιαφέρει καθόλου να διαπιστώσει τι «εντύπωση» κάνει στον ατομικό του ψυχισμό ο ένας ή ο άλλος τόπος, με την μοντερνιστική έννοια της «εντύπωσης» – ο δικός του μοντερνισμός είναι πολύ διαφορετικός. «Εντύπωση», σε ό,τι αφορά την αφήγηση του Προυστ, της Γουλφ κλπ, σημαίνει αυτό που προσλαμβάνει το άχρονο καρτεσιανό υποκείμενο, το «ego», ανεξάρτητα από το «πράγμα καθεαυτό». Ενδιαφέρει μόνο το πράγμα ως «φαινόμενο». Η πρόσβαση στον ίδιο τον κόσμο αντικειμενικά, καθώς καταρρέει μάλιστα η δυτική «ratio», θεωρείται αδύνατη, τα πάντα μεταβάλλονται στη Δύση σε απόλυτο υποκειμενισμό.
Ο Κόντογλου όμως ζητά να αφουγκραστεί τον αντικειμενικό τόπο, θέλει να αφήσει την όποια περιοχή να «αλλοιώσει» (υπάρχει η πατερική έννοια της «αλλοίωσης») την ψυχή του, να την μεταμορφώσει εσωτερικά. Μετά από την περιήγησή του, θα φύγει διαφορετικός. Θα διαλέξουμε, για να το καταστήσουμε αυτό σαφές, ένα από τα πολλά μέρη που περιγράφει ο νέος προφήτης του ελληνισμού, την Δημητσάνα, ιστορικό χωριό, για το οποίο ευθύς εξαρχής λέγει τα εξής: «είναι ένα μέρος που το συμπαθά ο ξένος σα να ’ναι πατρίδα του… Μόλο που βρίσκεται πάνω στα βουνά, η όψη της είναι πολύ ήμερη. Το χαμοβούνι που ’ναι χτισμένο το χωριό κι όλα ολοτρόγυρα μοιάζουνε στο χρώμα σα σπιτίσο ψωμί, ηλιοκαμένο και γλυκό στο μάτι». Η περιγραφή πολύ απέχει από το να είναι εντυπωσιοθηρική («impression», εξ ου και ο γνωστός όρος, «ιμπρεσιονισμός»). Όταν ένας πεινασμένος και ταλαιπωρημένος φτωχός, δέχεται από κάποιον που τον σπλαχνίζεται ζεστό σπιτικό ψωμί, δεν σχηματίζει κάποια «εντύπωση» για τον ευεργέτη του, αλλά γεννιέται μέσα στην καρδιά του η ευγνωμοσύνη, κάτι δηλαδή βαθύ και ουσιαστικό. Έτσι και ο Κόντογλου, νιώθει ευγνωμοσύνη για μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά και για πολιτείες ολάκερες: εδώ για την Δημητσάνα.
Στην μικρή αυτή πολιτεία, οι κάτοικοι είναι «καλόγνωμοι»: να μια λέξη ιδιότυπη, άδικα ξεχασμένη στη σύγχρονη εποχή, που σημαίνει «μαθημένοι να μην κρίνουν εύκολα και αρνητικά τον άλλον», αλλά και «καλοπροαίρετοι, ικανοί να σε κάνουν να αισθανθείς όμορφα και να ανοίξεις της ψυχή σου» (κάτι που δυστυχώς σήμερα κάνουμε μόνο ενώπιον του ψυχαναλυτή). Είναι επίσης και «φιλότιμοι», φιλόξενοι δηλαδή, αλλά με μια γνήσια διάθεση αυτοθυσίας. Από την καρδιακή αυτή στάση των ανθρώπων περιέργως επηρεάζεται το όλο τοπίο. Η ανθρώπινη διάθεση, η όλη τοποθέτηση ενός προσώπου, η κοσμοθεωρία του, έχει τη δυνατότητα να περνά πάντα και στον όλο τόπο. Υπάρχει λόγος π.χ. που σε μερικά νησιά του Αιγαίου, δεν ξέρεις τι είναι αυλή, τι δρόμος, τι πεζούλα κλπ, κάτι που αποθαύμασε μέχρι και ο αρχιτέκτονας Λε Κορμπυζιέ. Γι’ αυτό και μόνο με την θέα του οικισμού ο Κόντογλου αισθάνεται ασφάλεια, θαλπωρή. Νιώθει εκείνη την μοναδική ηδονή, που δεν υπάρχει άλλος τρόπος να την περιγράψεις αληθινά παρά μόνο η παρομοίωση: «ζεστό σπιτικό ψωμί, ηλιοκαμένο και γλυκό στο μάτι». Είναι αδύνατον πράγματι να εξαλείψουμε τον λόγο ως σχηματισμό, το «σχήμα λόγου», την κουβέντα μας ως σύμβολο.
Ο πεζογράφος στο σημείο αυτό υπονοεί πολλά, τα οποία πρέπει να τα έχουμε υπόψη, προκειμένου να μην θεωρήσουμε άδικα τις περιγραφές του «εθνικιστικές», ως συνήθως. Οι άνθρωποι που έχτισαν τη Δημητσάνα, είχαν φυσικά διαφορετικό πολιτισμό από αυτούς που έφτιαξαν π.χ. το «Κομπρέ» του Προυστ, και αυτό επηρεάζει τα πάντα. Πρώτα από όλα στην πολιτεία δεν υπάρχει κανένας κεντρικός σχεδιασμός, όπως είναι ευνόητο για πόλη της συγκεκριμένης περιοχής, όπου δεν υφίστατο επί μακρόν καμιά πραγματική κρατική εποπτεία, όπου οι κάτοικοι είχαν εμπεδώσει στις συνειδήσεις τους αυτόν τον παράξενο «ξεθεμελιωτισμό». Απουσίαζε φυσικά και η ανάγκη για ομοιομορφία και θεσμισμένη κανονικότητα, πράγμα που αποτελεί επιταγή κάθε εθνικού κράτους, που σέβεται τον εαυτό του. Λείπει με άλλα λόγια εντελώς ο αρχιτέκτονας, αλλά θριαμβεύει, όπως θα έλεγε ο Λέβι-Στρως, ο μάστορας, που πάντα κυνηγά, αν έχει μάλιστα πίσω του σωρευμένη πείρα, την ασύμμετρη αναλογία, που είναι ικανός επίσης να δημιουργεί μορφές όμοιες με «φράκταλ» μη μαθηματικοποιήσιμα.
Ως εκ τούτου, τα σπίτια είναι «νοικοκυρεμένα, ομορφοκτισμένα, κ’ έχουνε επάνω τους κάτι τις που δείχνει πως τα πονάνε εκείνοι που κάθουνται μέσα». Αν δηλαδή στην καπιταλιστική Δύση, η κύρια αρχιτεκτονική μονάδα είναι το εργοστάσιο, όπου το άτομο περνά την προνομιακή στιγμή του βίου του –δηλαδή την παραγωγή πλούτου– και το σπίτι αποτελεί τον ιδανικό χώρο διαλειμματικής «ιδιωτείας», στην Ανατολή, με την οικιακή οικονομία της, το σπίτι παραμένει ο προνομιακός χώρος του ατόμου, εκεί που δεν «(παρα)μένει» απλώς, αλλά «κάθεται μέσα». Από εκεί εξορμά κανείς να παράγει τα αγαθά του, όχι το αντίθετο. Γι’ αυτό ο τόπος όπου «κάθεται» κανείς, αναγκαστικά, καθώς φιλοξενεί ό,τι ευγενέστερο έχει η ψυχή του, γίνεται «νοικοκυρεμένος και ομορφοχτισμένος».
Στην Δημητσάνα, ας διευκρινίσουμε, ο Κόντογλου αισθάνθηκε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να του παρέχουν ασφάλεια, όχι τόσο με την έννοια της συναισθηματική στήριξης, όσο με την έννοια της σταθερής «νοητικής και νοηματικής τάξης»: μπορούσαν, στην κατεστραμμένη Ελλάδα της δεκαετίας του ’20, στο θλιβερό ελλαδικό κρατίδιο, που μόλις είχε κερδίσει σε εδαφική επικράτεια, αλλά και απωλέσει τις πανάρχαιες κοιτίδες του, να βοηθήσουν το νου του να «σταθεί». Ήταν «νοικοκυρεμένοι» πρωτίστως στο νου, και μαζί «καλόγνωμοι», απρόσμενα ευγενικοί, πρόσχαροι και αισιόδοξοι, σε κείνα τα δίσεχτα χρόνια.
Και αυτομάτως αναζητεί την ιστορία του. Γιατί, αντίθετα και πάλι από τον υποκειμενιστικό δυτικό μοντερνισμό της αχρονικής εντύπωσης, το (επίσης εξατομικευμένο) υποκείμενο του Κόντογλου διψά για ιστορία. Δεν μπορεί ποτέ να δει τον τόπο έξω από αυτούς που τον δημιούργησαν. Και δεν θα ψάξει ασφαλώς στην ιστορία τους να βρει την εξήγηση της καλοσύνης και της νοικοκυροσύνης τους- τέτοια πράγματα δεν εξηγούνται. Ίσα ίσα, υπάρχει ένα είδος αντι–εξήγησης στα γραπτά του: αντί ο Κόντογλουνα ισχυριστεί π.χ. ότι η μόρφωση έκανε τους ανθρώπους ευγενικούς (όπως ανέκαθεν υποστήριζαν οι διαφωτιστές κι έχουν κι ένα δίκιο), ο Κόντογλου λέγει ότι η έμφυτη ευγένειά τους τους έκανε να στραφούν στα γράμματα. Άνθρωποι «κακόψυχοι» θα παραγάγουν και κακά γράμματα, θα φανούν τα σκοτάδια τους και στα τεφτέρια τους
Ο Κόντογλου εκθειάζει και άλλες αρετές του τόπου, όταν γράφει, πχ , «το παζάρι, τα αχτάρικα, οι καφενέδες, ούλα είναι παλαιικά, καμωμένα με κείνη τη στοχαστική απλότη, που ζεσταίνει την καρδιά τ’ ανθρώπου και πο ’λειψε πλια στα χρόνια μας». «Απλότητα» εδώ σημαίνει λιτότητα, αγάπη για το απέριττο. Αντιθέτως, στη Δύση, ως γνωστόν, το μπαρόκ αναπτύχθηκε ως έντονα διακοσμητικός ρυθμός, για να υποβοηθηθεί το στοιχείο της συναισθηματολογικής έξαρσης, καθώς η νοησιαρχία είχεαποξηράνει τις ψυχές (εξ ου και η μοντερνιστική αντίδραση). Ωστόσο, η Δημητσάνα δεν έχει ανάγκη από ρητορεία, μόνο από ομορφιά, γι’ αυτό κι έχει μια «απλότητα» «στοχαστική», που, όπως κάθε αποφυγή του βερμπαλισμού και της κενολογίας, αναπαύει το νου. Όταν ο νους έχει την εσωτερική μαρτυρία ότι ο βίος του είναι αληθής, τα πάντα μεταβάλλονται σε νοερή ησυχία, σε ηρεμία, σε μια απλότητα που, όμως, δεν αποφεύγει το κάλλος. Και όλα αυτά δεν συνιστούν «αντιδυτικισμό», γιατί ο Κόντογλου αγαπά πολύ και τους Φράγκους, όπως θα δούμε παρακάτω.
Τα πάντα στην πόλη, περαιτέρω, «κλίνουν στα σκούρα χρώματα», οι αποχρώσεις των σπιτιών, τα ρούχα των ανθρώπων, η γη και τα χωράφια της. Γήινα χρώματα, και όμως τίποτε δεν είναι μελαγχολικό, γιατί οι χαρωποί κάτοικοι είναι «ήμεροι και γλυκομίλητοι, στοχαστικοί στα φερσίματά τους». Η ελεύθερη Ελλάδα (Μοριάς και Ρούμελη) ανέπτυξε δυστυχώς μια επαρχιώτικη νοοτροπία, οι κάτοικοί της, ίσως αναγκασμένοι αιώνες να δυσπιστούν έναντι της κρατικής εξουσίας, μαζί και καχύποπτοι προς το ξένο, μεταβλήθηκαν σε εχθρούς της προόδου (με την σωστή έννοια της λέξης). Έμειναν πεισματικά κρατημένοι στη δικιά τους, απαρχαιωμένη νοοτροπία, ανίκανοι να εκμεταλλευτούν ό,τι καλό κόμιζε η Δύση. Ο επαρχιωτισμός φέρνει άγρια ήθη, απότομους τρόπους, μικροψυχία και στενομυαλιά. Ο ελληνισμός της Μικρασίας, μαζί και της Αιγύπτου, εξελίχθηκε τελείως διαφορετικά. Ο Κόντογλου νιώθει όμορφα λοιπόν που ανακαλύπτει στην λεγόμενη «παλαιά Ελλάδα» έναν τέτοιο τόπο, με ανθρώπους μειλίχιους, ήπιους, «αρχοντικούς», όχι προσποιητά ευγενικούς. Νοιάζονται για σένα, σαν τους επισκέπτεσαι, γενικώς είναι ανοιχτοί στον ξένο, και αυτό τους έκανε, όπως είπαμε, φιλομαθείς, αγάπησαν τα βιβλία.
Η Δημητσάνα είχε εξάλλου την εκλεκτότερη εκκλησιαστική παράδοση, καθώς «οι σπουδασμένοι κείνου του καιρού παπαδοφέρνανε» (ως γνωστόν, ο πρώιμος νεοελληνικός διαφωτισμός ήταν πολύ κοντά στην Εκκλησία και πρωτοστάτησαν μάλιστα σε αυτόν πολλοί κληρικοί). Η Εκκλησία στάθηκε ηγέτιδα και την πρόοδο των ανθρώπων, αλλά και υποβόηθησε, πάντα με καταδίκη της απληστίας, ακόμη και την οικονομική πρόοδο του τόπου.
***********
Σιγά-σιγά ο Κόντογλου περνά στην περιγραφή της φύσης, του ευρύτερου τόπου που βρίσκεται ο οικισμός. Ξεκινά παραδόξως, τελείως «μοντερνιστικά», από το αγέρι: ας θυμηθούμε όμως πόσο σημαντική είναι η λέξη «πνεύμα» στην Παλαιά Διαθήκη (είμαστε άλλωστε η «πνοή ζωής», που ενεφύσησε μέσα μας ο Θεός). Για τούτο λοιπόν το στοιχείο της φύσης γράφει τα εξής: «Το αγέρι της Δημητσάνας δε βρίσκεται στο ντουνιά, για τούτο κι οι ανθρώποι έχουνε καλό κέφι… Ο μπάτης έρχεται απ’ τα βουνά ίσ’ από τη θάλασσα και ξεμπουκάρει φρέσκος απάνου στο χωριό, π’ ανασταίνεται άνθρωπος». Προέχει η δίψα του ανθρώπου να «αναπνεύσει», η ανάγκη για ζωογόνο πνοή, ο μπάτης που φέρνει μαζί του, ως «επί πτερύγων αγγέλων», την ανάλαφρη πεμπτουσία του βουνού και της θάλασσας. Κουβαλά μέσα του τη δροσιά, οπότε και αξίζει να θυμηθούμε πόσο σημαντική είναι στην Παλαιά Διαθήκη η φράση «δρόσος Αερμών». Πολιτισμοί ολόκληροι, όπως αυτός των εβραίων, δώσανε τόση σημασία στη «δροσιά», στη φρεσκάδα, που έπνιξε σήμερα η αποκρουστική μοντέρνα πόλη.
Από εκεί ψηλά λοιπόν «το μάτι βλέπει ένα πανόραμα», αντικρίζει τη βαθμιαία εκπνευμάτωση και αποκλιμάκωση της ύλης ως ογκηρής ουσίας («χαμηλώνουνε τα βουνά και πάνε σβήνοντας ίσα με τη Μάνη»). Πραγματικά, είναι υπέροχο να βλέπεις τα βουνά να «σβήνουν» στον ορίζοντα. Ένας κάμπος, επιπλέον, «απλώνει» στη μέση, με το «ισκερό»- μυστηριακό ίσως εννοεί ο Κόντογλου– κάστρο του, και από κει ξεχωρίζει «η βαθιά ρεματιά ενούς ποταμιού που λέγεται Λούσιος». Κάπου εκεί, βρίσκονται «στην αράδα οι μύλοι που φτιάνουνε τη μπαρούτη, επάνω σ’ ένα μικρό ρέμα με δροσερό νερό»- σημειωτέον, ότι ενώ ο πεζογράφος υποτίθεται ότι περιγράφει απλώς τι βλέπει από ψηλά, ως «πανόραμα», γνωρίζει ότι το νερό της ρεματιάς είναι «δροσερό». Είναι αδύνατον να μεταβάλλει ακόμη και το πανόραμα σε «εντύπωση»- άλλωστε, όπως λένε οι ειδικοί, η αίσθηση της όρασης αναπτύσσεται πάντα έχοντας ως υπόβαθρο την εμπειρία της αφής (και γενικά το όλο σώμα). Η βιωματικότητα διέπειτα πάντα. Όταν σβήνουν τα βουνά, ο συγγραφέας γνωρίζει τι θα πει μέσα σε αυτή την χαρά να «σβήνει και το κορμί», ως σωματικός μόχθος και φόρτος, να μεταμορφώνεται σε φως. «Χαίρεται κανένας και σεργιανίζει από ψηλά κοιτώντας τις στράτες, που φιδοστρίβουνε από βουνό σε βουνό και τους ανθρώπους που περπατάνε και πάνε στη δουλειά τους, τα γαϊδούρια π’ ανηφορίζουνε στα μονοπάτια, τα λογής λογής ζωντανά…».
Ολόκληρος ο κόπος, ο μόχθος των ανθρώπων γίνεται θέαμα, μάλλον οπτασία, για αυτόν που κοιτά από ψηλά, και, πράγμα αναπόφευκτο, εισβάλλει η μεταφυσική, όχι όμως ως κάτι αντίθετο στη φυσική, αλλά ως η εύλογη προέκταση αυτής: «να ο άνθρωπος κοπιάζει, μέσα σε έναν τόπο που υπήρχε πριν και μετά από αυτόν, αλλά εδώ τουλάχιστον φαίνεται να εργάζεται, δίχως τη μανία να σωρεύσει. Γίνεται κι αυτός μια εργατική μέλισσα, ταιριαστός με τα άλλα ζώα που αναπνέουνε στη φύση». Υμνεί ο νους τον Κύριο…
Με αυτή τη «φυσική φιλοσοφία», με την Μεταφυσική της πείρας, ο Κόντογλου περνά και στην ιστορική σκέψη, που είναι βέβαια«μυθική»- ο μύθος όμως σημαίνει την αλήθεια. Η ιστορική αφήγησή του βρίσκεται πιο κοντά στο βυζαντινό «Χρονικό», παρά ασφαλώς στην «επιστημονική» ιστορία, γιατί τον ελκύει η ποιητική εκδοχή της. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι και η επιστημονική ιστορία είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο «μυθική» από όσο νομίζουμε, πράγμα που θα το καταλάβει κανείς αν έρθει σε επαφή με την αχαλίνωτη φαντασία κάποιου ανασκάπτοντος αρχαιολόγου. Αναφέρει λοιπόν πρώτα πρώτα ότι η πόλη στάθηκε «ξακουσμένη» στον Αγώνα – ο όρος «ξακουστός» έχει για τον νεοελληνικό πολιτισμό, μεγάλη σημασία. Αντί να κάνει μια «έσωθεν» δομική ανάλυση της ιστορίας της πόλης, ο πεζογράφος προτιμά να ξεκινήσει από τι εντύπωση σχημάτισαν οι άλλοι γι’ αυτήν, το «κλέος» της. Η Δημητσάνα έγινε βέβαια στον ελληνισμό ένας «μύθος» και ίσως κατά διαστήματα έπρεπε να αντέξει και η ίδια αυτόν το μύθο. Η όλη ιστορική αναδρομή γίνεται πάντα υπό τη σκιά του «ξακουστός».
Γυρίζουμε λοιπόν πίσω, με μια αναδρομική αφήγηση, στα βυζαντινά χρόνια, για να μάθουμε ότι και τότε δεν ήταν«παραπεταμένη», αλλά έβγαλε μάλιστα σπουδαίους ανθρώπους. Στην όλη διήγηση αναφέρεται σχετικά και η συμβολή ενός σημαντικού μοναστηριού. Κατόπιν, στον καιρό της Φραγκοκρατίας, επειδή το μέρος χωρίστηκε σε πολλά φέουδα, χτισθήκανε και πολλά κάστρα, για την ακρίβεια «καστέλια, ναι μεν μικρά, πλην αζύγωτα και φοβερά, επειδή η φύση είναι, κατά που λέγει κι ο Έλληνας περιηγητής Παυσανίας, ‘‘αγρία και θηριώδης’’». Το βάρος της ιστορικής αφήγησης πέφτει εδώ στο υποβλητικό «αζύγωτα και φοβερά», καθώς περισσότερο ενδιαφέρει να καταλάβουμε την ιστορία όχι ως αλληλοδιαδοχή των όποιων γεγονότων –π.χ. ποιος κέρδισε μια μάχη–, αλλά να νιώσουμε αυτό που αισθάνθηκε ακόμη και ο τελικός εκπορθητής του φρουρίου: φόβο και δέος, μόλο που τελικά βρέθηκε τρόπος να το καταλάβει. Η ιστορία των βιωμάτων είναι μάλλον πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο.
Αναφέρονται και ονομαστικά κάποιοι «ξακουσμένοι» άρχοντες, π.χ. ο Δοξαπατρής, ίσως γιατί εκείνον τον καιρό των ταραχών και της μεγάλης κινητικότητας, το να αποκτήσεις «όνομα», υποδηλώνει πάρα πολλά για την περίπλοκη ιστορική πραγματικότητα (γενικότερα, ο μύθος θέτει το ιστορικό πρόβλημα και η επιστημονική ιστορία προσπαθεί κατόπιν να το λύσει). Κατόπιν, σαν έφυγαν οι Φράγκοι, «η χώρα τούτη ρήμαξε ολότελα», γράφει ο υποτίθεται «φανατικός» Κόντογλου, που βρίσκει τρόπο να επαινέσει έμμεσα τους Φράγκους, που ύψωσαν στα μέρη αυτά ό,τι αγαπά πιο πολύ η ποιητική ψυχή του: αναρίθμητα Κάστρα. Ακολουθεί μια περιγραφή των κατοίκων της περιόδου μετά τη Φραγκοκρατία, και πάλι «μυθική», καθώς θυμίζει ακόμη και αυτή του Ομήρου για τους Κύκλωπες ή άλλες παρόμοιες. Είναι γραμμένη σε ωμή γλώσσα, καθώς ο Κόντογλου δεν βλέπει «συμπεριφορές», αλλά σωματική απρέπεια, υλική τραχύτητα, εκβαρβάρωση της ύλης. «Οι λιγοστοί άνθρωποι π’ απομείνανε…, ζούσανε χωμένοι στα πυκνά ρουμάνια και στα σπήλια, καταντημένοι σαν αγριανθρώποι της Αφρικής» (τέτοιες περιγραφές δίνουν λαβή στους μελετητές να μιλούν για τον «πρωτογονισμό» του Κόντογλου). Ακόμη και όταν χτιστήκανε κάποια χωριά, «οι ανθρώποι στέκανε άγριοι και ακοινώνητοι τόσο, που δεν πηγαίνανε από ’να χωριό σ’ άλλο, ας ήταν μια τουφεκιά τόπος. Ντυμένοι με προβγιές φυλάγανε τα γίδια τους απάνου σ’ απάτητα γκρεμνά δίχως να δούνε άνθρωπο μήνες και χρόνια… Εξόν απ’ την σκληραγωγία που συνηθίζανε, από γεννησιμό, γυμνάζανε τα κορμιά τους παλεύοντας και πηδώντας, ρίχνανε και με το δοξάρι… και κυνηγούσανε είτε κτυπιόντανε συναμεταξύ τους με τις σαγίτες» (στο σημείο αυτό πράγματι υπάρχει και «λαϊκότροπος» λόγος, που ο Κόντογλου μεταχειρίζεται θαυμάσια).
Ξαφνικά, χωρίς να εξηγείται το γιατί– δεν έχει νόημα να εξηγηθούν όλα, αυτό συνιστά την πεμπτουσία του βυζαντινού «Χρονικού», που εστιάζει στο στοιχείο της έκπληξης-, μερικοί σημερινοί άνθρωποι, με τις ίδιες συνήθειες, παύουν πια να είναι αγριάνθρωποι, και μεταβάλλονται τώρα σε «απλούς και απελέκητους, όπως ήταν οι αρχαίοι τα αρχαία χρόνια, πριν Χριστού». Όλα αυτά στη γλώσσα του Κόντογλου είναι έπαινος, σημαίνουν ανθρώπους αδιάβρωτους και ανέγγιχτους από τον υλισμό της Δύσης. «Στο Λιβομπίσι ζη ακόμα ο παππούς ενός γκαρδιακού φίλου πόχω. Εκατό χρονώ μέρες τις πέρασε κει πάνου σαν Κύκλωπας ανάμεσα στα γίδια του, δίχως να πάρη χαμπάρι πως αλλάξανε τα χρόνια…». Οι αγριάνθρωποι έγιναν αν ήξερα πώς αγαθοί τσομπάνηδες μέσα σε μια εντελώς αδιάγνωστη «μικροφυσική» των καιρών, για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη του Φουκώ.
Από το σημείο αυτό και παρακάτω θα εισέλθουμε περισσότερο στην ιστορική «περιπέτεια», με την τραγική έννοια του όρου. Φτάνουμε στην Τουρκοκρατία, θλιβερή και μίζερη εποχή, για την οποία όμως η περιγραφή βρίσκει τρόπο να μας βγάλει από την μελαγχολία. Μερικοί Έλληνες του τόπου κατάφεραν λοιπόν να αποκτήσουν μεγάλη εξουσία, δημιουργήθηκαν μεγάλα «σόγια», ακόμη και με πολύ πλούτο, «συμβουλατόροι του πασά», ενώ κάποιος, λεγόμενος Σύντυχος, πλούτισε τόσο πολύ, που είχε παλάτια και μεγάλες αποθήκες. Ξέπεσε όμως και τότε «τρανέψανε» οι «Ντεληγιανναίοι», αλλά οι καιροί ήταν αβέβαιοι, και ξεκληρίστηκε και τούτο το σόι – όλα αυτά υποδηλώνουν πολλά για τους καιρούς, όπως και η επιμονή στη λέξη «σόγι». Το ποιος τα είχε καλά με τους Τούρκους καθόριζε βέβαια την τύχη του. Εμφανίστηκε κατόπιν ένας «τετραπέρατος», μια λέξη που υποδηλώνει αυτόν που αυτοσχεδιάζει, που μπορεί, σε μια εποχή έλλειψης της ορθολογικής κρατικής εξουσίας, να υπερβαίνει τις δυσκολίες αστραπιαία με ένα είδος αυθόρμητης εμπειρικής σκέψης, ικανής να ανταποκρίνεται στο στιγμιαίο δόλο της περίστασης. Αυτός λοιπόν, μετέστρεψε τελείως τα πράγματα, και εν καιρώ Τουρκοκρατίας, ξανάγινε κάτι σαν φράγκος άρχοντας: «εζούσε σαν βασιλιάς, με σαράγια και με πλήθος σκλάβους, καβαλώντας τα πιο ακριβά άτια, ντυμένος χρυσόπλουμα ρούχα, μ’ έναν λόγο άλλος Ρωμιός δεν είχε αξιωθή ποτές τέτοια δόξα». Οι καιροί, ιδίως αυτές τις εποχές, είναι απρόβλεπτοι και τα παράδοξα της ιστορίας λειτουργούν ως αντι–ιστορία: δεν θα είχε νόημα να πει κανείς για την συγκεκριμένη περίπτωση του πλούσιου Ρωμιού ότι «μερικοί Έλληνες κατάφεραν να ζουν με άνεση…», γιατί αυτή η «άνεση» δεν αποδίδει εκείνο το «σαν βασιλιάς», που παραπέμπει αυτομάτως στην ποίηση. Ίσως ο άρχοντας αυτός λειτουργούσε και σαν συμβολικό αντίβαρο στα μάτια των Τούρκων, ξανάφερνε πίσω ένα αλλόκοτο αυτοκρατορικό παρελθόν, που επιβίωνε ως μνήμη και που προσπαθούσε να σαρκωθεί και σε συγκεκριμένη υλική εικόνα εν χρόνω. Ο χαρακτήρας αυτού του ανθρώπου είναι εντελώς κομβικός μάλιστα για την όλη αφήγηση, γιατί αυτός ο «βασιλιάς», «ήτανε και πονόψυχος στους φτωχούς, όντας το σπίτι του σαν του Αβραάμ, ανοιχτό νύχτα μέρα στον καθένα, που ’θελε να περάσει από κει… Και μόλο που ξόδευε πολύ χρυσάφι για το ραχάτι του και για τα φαγιά του (είχε, διαβάζουμε, έντεκα παιδιά), μέσα στο σπίτι του είχε βαλμένη αυστηρή τάξη και νόμο. Πριν να καθίσουνε να φάνε, νιβόντανε με τη σειρά, και πάλε με τη σειρά οι νυφάδες τους πηρετούσανε… Ύστερα παίρνανε θέση γύρω στους ασημοκαπλαντισμένους σοφράδες, ο καθένας αναλόγως την ηλικία τους και τρώγανε, ενώ τέσσερις σκλάβοι παραστέκανε φέγγοντας το τραπέζι με μια λαμπάδα στο κάθε χέρι, πετρωμένοι σαν αγάλματα…». Το εντυπωσιακό στην περιγραφή αυτή είναι ότι επιβιώνει ένα είδος ημιβυζαντινής, ημιφραγκικής αυλικής εθιμοτυπίας, γι’ αυτό και ο «τετραπέρατος» αυτός άνθρωπος δεν είναι σε καμία περίπτωση κάποιος τυπικός «κοτζαμπάσης», ούτε λειτουργεί ως τέτοιος. Η ιδιοτροπία του, η τάση του να συλλαμβάνει το σύμβολο και να αναμιγνύει εποχές και ήθη, παράλληλα με την μανία του για τη φιλοξενία, συνιστά πράγματι την ιστορία του τόπου. Αρκεί να υποθέσουμε ότι τα πρόσωπα παίζουν για την ιστορία τον ίδιο ρόλο που παίζουν οι ηθοποιοί για το θέατρο. Ωστόσο, το τέλος του δεν ήταν καλό, γιατί ο Σουλτάνος ειδοποιήθηκε ότι μάλλον σχεδιάζει εξέγερση, και τελικά τον σκότωσαν. Από μια άλλη άποψη, όμως, το τέλος του είναι περίλαμπρο, γιατί η λαϊκή μούσα τον ύμνησε, βλέποντας στην όλη δράση του άρχοντα μια όντως επαναστατική διάσταση (πολλοί ήταν μεγάλοι επαναστάτες, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν ποτέ). «Εγώ πασά δεν προσκυνώ, βεζίρη δεν φοβάμαι, τι έχω στην Πόλη δυο παιδιά κα στα Λαγκάδια πέντε».
Παρελθόν, ιστορία της Δημητσάνας είναι λοιπόν τούτοι οι άνθρωποι, που διαμορφώνουν την «μυθική» της ατμόσφαιρα (ας θυμηθούμε π.χ. τι είναι ο Καρλομάγνος για τη σύγχρονη Δύση). Και έτσι, κουβαλώντας πάντα μέσα της αυτό το πελώριο ιστορικό απόθεμα, τούτη την ιστορική διαπλοκή των σημασιών, το σχηματισμό της συμβολικής και φαντασιακής διάστασης που ορίζουν τούτα τα γεγονότα, ο ποταμός του Χρόνου εκβάλλει ομαλά στο ’21, οπότε και η πολιτεία στάθηκε «ο μπαρουτχανές» των Ελλήνων. Αναφέρεται, χωρίς εδώ να υπεισέλθουμε σε άλλες λεπτομέρειες, ένα σπουδαίο περιστατικό, ενδεικτικό της τότε κατάστασης. Περιγράφεται δηλαδή πώς οι κάτοικοι κατάφεραν να αποκρύψουν από τον έλεγχο των Τούρκων την παρασκευή του μπαρουτιού: έδωσαν πολύ φαγί στους Τούρκους ελεγκτές, κατόπιν ήρθε ένα Έλληνας «χωρατατζής» κι άρχισε να λέγει «αδιάντροπες παροιμίες», αργότερα έφτασε και το ποτό, οπότε, όταν κοιμήθηκαν οι κατακτητές, σιωπηλά και αθόρυβα οι κάτοικοι κουβάλησαν όλον τον εξοπλισμό έξω από το χωριό, σε σπηλιές. Αυτό το περίεργο ανακάτεμα του Έλληνα με τον Τούρκο, που τα ήθη τους έχουν έρθει εν μέρει κοντά, από την άλλη όμως η ύπαρξη της αναγκαίας απόστασης, ώστε να διατηρείται ο έλεγχος, μια απόσταση που τελικά καταργεί η εξαχρείωση (το ποτό, η λαγνεία, ο πολύς ύπνος), τέλος αυτή η παράξενη «σιγηλή ύπαρξη» του Ρωμιού, που μεταφέρει τα πάντα μέσα σε απόλυτη σιωπή, όλη αυτή η τελετουργία της στιγμής συνιστά την ιστορία.
Και θα τελειώσουμε με τον λεγόμενο «Μυστικό Δείπνο», τη συνάντηση δηλαδή του Θανάση Αντωνόπουλου, ενός Κοτζαμπάση, που «κατηχημένος» από τον Παπαφλέσσα, φώναξε στη σπίτι του το Θόδωρο και τον Κανέλλο Δεληγιάννη, κάθισαν σε μια σάλα κι εκεί ορκίστηκαν στην Ιδέα της Επανάστασης. Η παραπομπή στο ιερό γεγονός της Μεγάλης Εβδομάδας, με την ατμόσφαιρα θυσίας που δημιουργεί, την ανάγκη για ομοψυχία και αδελφοσύνη, που επίσης υποδηλώνει, έγινε ο επίλογος τηςλαμπρής ιστορίας της Δημητσάνας, από τον οποίο, όπως είναι φυσικό για κάθε «Μυστικό Δείπνο», δεν μπορεί ποτέ να λείπει ο προδότης. Και μάλιστα μαθητής! « Εκεί σιμά είναι το αμπέλι με το ληνό που σκοτωθήκανε οι Κολοκοτρωναίοι, από προδοσίαενός καλόγερου, που μετάνιωσε υστερότερα και πήγε στ’ Αγιονόρος ασκητής». Η όλη ιστορία κλείνει έτσι με την προδοσία, δίπλα σε ένα «αμπέλι», με την τόσο επίσης συμβολική του σημασία. Ο καλόγερος αυτός τελικά πάει στο κατεξοχήν ασκητικό κέντρο της ορθοδοξίας, το Άγιον Όρος, και γίνεται «ασκητής»- η μεγάλη προσωπική περιπέτεια παραμένει, ακόμη κι όταν ένας τόπος χάνει την μεγάλη του αίγλη, πράγμα που συνέβη στην Δημητσάνα, ακριβώς γιατί έτυχε ο αγώνας της, να ελευθερώσειτην πατρίδα. Δεν την πειράζει που απόμεινε ένα «γραφικό» χωριό…
Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, ζωγραφική Φώτη Κόντογλου.