Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Camel - Rajaz


Work


Οι Κούρδοι και η ποίησή τους

Oι Κούρδοι ανασαίνουν και γράφουν ποίηση

athensmagazine.gr

Το βιβλίο του Τζεμίλ Τουράν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.

Τους σύγχρονους Κούρδους ποιητές μας συστήνει με το νέο του βιβλίο ο Τζεμίλ Τουράν που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.
Είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για τον πολιτισμό των Κούρδων. Κυριαρχεί η αντίληψη ότι αυτός ο λαός μόνο πολεμά και αντιστέκεται, πως διεκδικεί από τους κατακτητές την πατρίδα του και ζητά την αυτοδιάθεσή του. Έτσι είναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Οι Κούρδοι έχουν πλούσια παράδοση και ακόμη πιο πλούσια γλώσσα, γι’ αυτό και από νωρίς ανέπτυξαν την τέχνη του λόγου. Ήδη από τον 11ο αιώνα σπουδαίοι Κούρδοι ποιητές-ραψωδοί με απαράμιλλο λυρισμό αφηγήθηκαν την ιστορία του σκληροτράχηλου και περήφανου αυτού λαού, ύμνησαν τον έρωτα και τη φύση, την ανδρεία και το θάρρος και με ανυπέρβλητο ελεγειακό τρόπο τη λύπη και το πένθος του.
Παρά τις διώξεις και τις απαγορεύσεις που έχουν επιβληθεί στην κουρδική γλώσσα, παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες αφανισμού του κουρδικού στοιχείου, οι Κούρδοι ανασαίνουν και γράφουν ποίηση, δικαιώνοντας τον πιο ωραίο ορισμό που έχει δοθεί γι’ αυτήν από τον Σεφέρη: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα».
Οι σύγχρονοι Κούρδοι ποιητές αυτής της μικρής Ανθολογίας, άλλοι πεσμεργκά κι άλλοι αυτοεξόριστοι, την παράδοσή τους ακολουθούν που γίνεται τραγούδι καθώς σμίγει με το όραμα, τον λυγμό, την ανάμνηση, την αγάπη, τη ζωή. «Σκέψεις που αναπνέουν και λέξεις που καίνε», καθώς έλεγε ο Πόε.

Ο Τζεμίλ Τουράν αναφέρει χαρακτηιριστικά: «Τα ποιήματα που συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτήν την ανθολογία επιλέχτηκαν όλα για την αξία τους και λειτουργούν αντιστικτικά. Ποίηση πολύ γνωστών ποιητών συνυπάρχει με έργο άλλων, νεότερων, που η φήμη τους δεν είναι ακόμη πολύ μεγάλη. Θέλησα να περιλάβω στις σελίδες αυτές ποιήματα που αναδεικνύουν τις πιο ουσιώδεις πλευρές της κουρδικής ζωής στις μέρες μας: την αντοχή, την επιμονή, την αφοσίωση, καθώς και τον πανίσχυρο πόθο για ελευθερία, ειρήνη και απαλλαγή των καθημερινών Κούρδων από τα συνεχή μαρτύρια και την ασταμάτητη καταστολή των καθημερινών, κοινών ανθρώπων που οι ζωές τους ολόκληρο τον αιώνα που πέρασε παίζεται με φόντο τον φοβερό αγώνα για επιβίωση και στους οποίους οφείλεται η αναγνώριση των δικαιωμάτων τους. Εύχομαι να αποτελέσει αυτό το έργο τη μαγιά για την επόμενη μεγάλη Ανθολογία της Κουρδικής Ποίησης όπου θα υπάρχει και απάνθισμα έργων ποιητριών από το Κουρδιστάν».

Πηγή:tospirto.net

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Άγρια όψη

Αμοργός

   Αποτέλεσμα εικόνας για αμοργος
agiazoni.gr


Γκάτσος Νίκος


Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισι ὀφθαλμοὶ 
                                         καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων. 
                                                                             HPAKΛEITOΣ



Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα 

Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια 

Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμμένα στὴ θάλασσα 

Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιὰς μὲ τὰ φρεσκοβαμμένα λατίνια 

Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν 

Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη 

Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια 

Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα 

Καὶ τότε θα ’ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι 

Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες 

Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων 

Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων




Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλικάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας 

Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια 

Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους 

Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν 

Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα 

Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.




Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι 

Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια 

Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON 

Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι 

Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου 

Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου 

Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας. 

Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους 

Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου 

Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα 

Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι 

Εἶναι λημέρι τῶν Οὕγγρων 

Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται 

Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους 

Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς 

Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας 

Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες 

Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορόνα καὶ τὴν πορφύρα 

Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς 

Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι 

Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες 

Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου 

Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε 

Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν 

Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα 

Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια 

Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα 

Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν 

Παίζουν κορόνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἁι-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη 

Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες 

Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι 

Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ 

Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν 

Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.




Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο 

Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ 

Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει 

Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μιὰ τρυφερή μου ἀγάπη 

Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι 

Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της 

Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη 

Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!




Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα 

Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα 

Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάρρων 

Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.


Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας 

Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει 

Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια 

Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.




Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει 

Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται 

Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα 

Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει. 

Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου; 

Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του 

Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του 

Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει 

Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις 

Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει 

Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου 

Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια 

Νὰ βρεῖς μιὰν ἄλλη θάλασσα μιὰν ἄλλη ἁπαλοσύνη 

Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα 

Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις 

Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου. 

Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θα ’χει γεράσει. 

Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει 

Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο 

Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου 

Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ 

Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου 

Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο 

Ἴδια παντοῦ θα ’ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων 

Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων 

Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας 

Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη 

Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι 

Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο 

Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...




Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει 

Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα 

Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς 

Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.


Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα 

Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα 

Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ 

Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.


Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει 

Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει 

Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης 

Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.


Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο 

Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας 

Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου 

Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.


Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο 

Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι 

Μόνο καρτέρει μιὰ στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος 

N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.


Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη 

Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα 

Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου 

Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.




Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου / νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις / ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω / εἶσαι μιὰ φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἄνεμου / εἶσαι μιὰ σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς / κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου / μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση / θὰ φτάσεις μιὰ μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς / θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων / καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς / σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. // Ὑπάρχει μιὰ πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε / περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος / ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της / κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς / οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι / μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς / μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι / θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες / τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ / θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος / τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν / οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν / κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα / ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους / θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. // Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστειεύεται πιὰ / τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει / τὰ ζῶα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ / τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους / στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες / καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ’ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια / γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ / κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ ἤμασταν κι ἐμεῖς νέοι / κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ / γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. // Παιδιὰ / ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο / καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά τοῦ Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν / βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα / μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.




Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του 

Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλὰ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του 

Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων 

Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.




Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω 

Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας 

Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους 

Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομμένο τριφύλλι 

Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου. 




Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει 

Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα 

Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει 

Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες 

Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη 

Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε 

Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων 

Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε 

Καὶ μιὰ καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι 

Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια 

Τόσους αἰῶνες φευγάτο 

Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλους τῆς Βαλτιμόρης 

Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι. 

Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ να ’ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε 

Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο; 

Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα; 

Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης; 

Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες; 

Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης 

Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες. 

Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μιὰ στοιχειωμένη πριγκίπισσα 

Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μιὰ πεθαμένη ἀνεμώνη 

Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι 

Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μιὰ ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια 

Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους 

Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του 

Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα 

Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μιὰ καλησπέρα τῆς Γκόλφως.




Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου 

Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα 

Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς 

Μιὰν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω 

Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας 

Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους 

Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομμένο τριφύλλι 

Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Η ποίηση του Ρουμί

Αποτέλεσμα εικόνας για ρουμι ποιηματα
frapress.gr

Ο Τζελαλαντίν Ρουμί ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος του δικαίου και της θεολογίας με μεγάλο αντίκτυπο στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ. Οι σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν «Μεβλανά», που σημαίνει «ο δάσκαλός μας», ενώ η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας πως ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας. 

Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των Μελβεβήδων δερβίσηδων, ενώ το έργο του, στο οποίο υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία, επηρέασε ιδιαίτερα την περσική και τουρκική λογοτεχνία, όντας άλλωστε μεγαλειώδες αφού ξεπερνά κρατικά και εθνικά σύνορα. Τα ποιήματά του συγκεκριμένα έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. 

Ζητούμενο πάντα στην ποίηση του Τζελαλαντίν Ρουμί είναι ο έρωτας. Ο μεγάλος ποιητής και δάσκαλος αγάπησε τον Έρωτα περισσότερο από τον εαυτό του, και έγινε ποιητής όχι για τ’ ανθρώπινα αξιώματα, αλλά για την δόξα του Ποιητή του κόσμου. Μες στους γεμάτους λυρισμό και πάθος στίχους του, αποτυπώνεται η ίδια του η ψυχή. 

Για τον ίδιο, η ποίηση, ήταν απλώς η αντανάκλαση της εσωτερικής του πραγματικότητας, με λίγα λόγια η αντανάκλαση της αγάπης. Ο Ρουμί βρίσκει τον «Αγαπημένο», όπως οι Σούφι αποκαλούσαν το Θεό, στο πρόσωπο ενός ρακένδυτου δερβίση, του Σάμς-ι-Ταμπρίζ. 
Ο Σάμς γίνεται ο καθρέφτης που επάνω του ο Ρουμί βλέπει την εικόνα του Θεού, ενώ μια στενή γόνιμη φιλία τους δένει δια παντός. Με την εξαφάνιση του Σάμς, ο Τζελαλαντίν πέφτει σε βαθιά μελαγχολία. Σε κατάσταση έκστασης, στροβιλίζεται σ’ ένα μονότονο χορό γύρω από τον εαυτό του. Γύρω όμως κι από τον ήλιο της Ταυρίδας, όπως ακριβώς κινείται η γη, γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο, επαναλαμβάνοντας τις κινήσεις των πλανητών, ψιθυρίζοντας στίχους που μόλις είχε φτιάξει, με τα χέρια υψωμένα αναζητώντας τον «Αγαπημένο». 

  Τα λόγια μου ήταν κούφια, όλο πρέπει και μη.
 Για χρόνια χτυπούσα την πόρτα
 κι είδα όταν άνοιξε
 πώς χτυπούσα από μέσα.
 ***
 Είμαι ο απέραντος ωκεανός
 κι όχι μόνο μια σταγόνα. 
Είμαι ο καθένας
 κι όχι μόνο αυτός που βλέπετε.
 Κάθε λεπτό, η κάθε σταγόνα του ωκεανού
 επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια
 «Δεν είμαι τίποτ’ άλλο παρά μία σταγόνα».
 ***
 Μια μέρα οι ψυχές μας θα γίνουν ένα.
 και η ένωσή μας θα είναι παντοτινή.
 Ξέρω πως ό,τι σου δίνω επιστρέφει σε μένα.
 Σου δίνω λοιπόν τη ζωή μου 
Ελπίζοντας ότι ε σ ύ θα επιστρέψης σε μένα. 
*** 
Είμαι νεκρός σ’ αυτόν τον κόσμο. 
Είμαι έτσι πολύ καιρό
. Κάθε μέρα το σώμα μου λειώνει 
και γρήγορα θα επιστρέψη στη γη.
 Δεν είναι δύσκολο ν’ αρνηθής
 Ούτε αυτή τη ζωή, ούτε αυτόν τον κόσμο. 
Να εγκαταλείψης όμως την αγάπη σου
 δεν είναι μόνο δύσκολο, είναι αδύνατον. 
***
 Έκλαιγα και μ’ έκαιγε το κλάμα μου 
Σώπαινα και μ’ έκαιγε η σιωπή μου
 Κάποτε σταμάτησα τις υπερβολές
 Στάθηκα στη μέση αλλά κι εκεί κάηκα.
 *** 
  Η νύχτα πέφτει κι οι άνθρωποι πάνε να κοιμηθούν 
σαν τα ψάρια που επιστρέφουν στο νερό. 
  Όταν ξυπνήσουν άλλοι ασχολούνται με τις δουλειές τους 
άλλοι ασχολούνται με τον εαυτό τους.
 ***
 Για τους ερωτευμένους 
δεν υπάρχουν Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί κι Εβραίοι.
 Για τους ερωτευμένους
 δεν υπάρχει πίστη κι απιστία. 
Για τους ερωτευμένους
 δεν υπάρχει σώμα, νους, καρδιά και ψυχή.  
 Γιατί ακούς αυτούς που βλέπουν με άλλο τρόπο;
 Αν δεν είναι ερωτευμένοι είναι τυφλοί.
 ***  
 Μη μένης κοντά σε θλιμμένο άνθρωπο. 
Στάσου κοντά σ’ αυτούς που έχουν χάρη 
και μεγάλη καρδιά. 
Όταν μπαίνης σ’ έναν όμορφο κήπο
 μην χάνης τον καιρό σου με τ’ αγριόχορτα.
 Μείνε κοντά στο γιασεμί και στον νάρκισσο. 
  *** Όλη η ευτυχία του κόσμου
 δεν θα μου γιάτρευε εύκολα αυτόν τον πόθο.
 Η μόνη γιατρειά είναι ο Αγαπημένος,   
Σκέφτηκα: «Πόσα λόγια θα του πω, όταν τον συναντήσω» 
Τον είδα και δεν έβγαλα μιλιά.
 ***
 Χτες βράδυ βρισκόταν μέσα στο πλήθος
 και δεν μπορούσα να τον αγκαλιάσω φανερά. 
Ακούμπησα λοιπόν το πρόσωπό μου στο δικό του
 κι έκανα πως του ψιθυρίζω ένα μυστικό στ’ αυτί.


Deyss - After and After


Vasyl Lomachenko:Ένας ποιητής της πυγμαχίας




Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Σιράζ ... πόλη των ποιητών, του κρασιού και των λουλουδιών

μαυσωλείο σααντί ιρανοί ποιητές
madeincreta.gr

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Οι κάτοικοι ετούτης της πόλης πρέπει να αισθάνονται υπερήφανοι. Η πρωτεύουσα της επαρχίας Φαρς (Fars), η Σιράζ, είναι μια από τις πιο όμορφες ιστορικές πόλεις του κόσμου. Άλλωστε η επίσημη γλώσσα του Ιράν προέρχεται από τα "Παρσί", τη γλώσσα της αρχαίας Φαρς (Παρς, Pars). Στη Σιράζ λοιπόν, την πόλη των ποιητών, του κρασιού και των λουλουδιών, με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους σήμερα. Στο νοτιοδυτικό Ιράν, διακόσια χιλιόμετρα από τον Περσικό κόλπο και 1800 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Στην περιοχή της έζησαν διάφοροι λαοί. Όλοι τους συνετέλεσαν, σε άλλο βαθμό ο καθένας, στη δημιουργία αυτού που αποκαλείται ιρανικός πολιτισμός. Η ένδοξη πόλη, με ιστορία χιλίων ετών είναι ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο και πατρίδα των περίφημων μυστικιστών ποιητών Σααντί και Χαφέζ. Εξαίσια μαυσωλεία, τάφοι, κήποι με πλούσια βλάστηση, άφθονες τριανταφυλλιές, αποζημιώνουν τον υπομονετικό και υποψιασμένο περιηγητή.

Ο Χαφέζ (Hafez) είναι ο πιο δημοφιλής απ’ όλους τους Πέρσες ποιητές. Δεν υπάρχει οικογένεια, σπίτι στο Ιράν που να μην έχει ένα αντίγραφο του Divan, της συλλογής ποιημάτων του. Πολλές γραμμές κειμένων του έχουν γίνει παροιμιώδη γνωμικά, ενώ υπάρχουν πολλοί που απαγγέλουν κάποιους από τους στίχους του, από στήθους. Αποκαλείται επίσης, ποιητής των ποιητών. Δεν υπάρχει άλλος Πέρσης ποιητής που να απετέλεσε αντικείμενο τόσων αναλύσεων, σχολίων και ερμηνειών, όσο αυτός.

Όπως επίσης δεν υπάρχει άλλος Πέρσης ποιητής που να επηρέασε την ποίηση μετά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, όσο ο Χαφέζ. Σε κανένα άλλο δεν μπορεί να βρεθεί μέσα στα κείμενα, ο συνδυασμός γόνιμης φαντασίας, έξυπνης επιλογής των λέξεων και μελωδικών εκφράσεων. Όλα αυτά είναι προσκολλημένα σε μια βαθιά ανθρωπιά, σε φιλοσοφικούς στοχασμούς, ηθικά διδάγματα και προβληματισμούς σχετικά με το ανεξιχνίαστο χαρακτήρα του πεπρωμένου και του πεπερασμένου χρόνου της ζωής.


Οι περισσότεροι στίχοι, έχουν ως κύριο θέμα την αγάπη. Τραγουδάει με πρωτόγονο πάθος την έκταση και έκσταση της αγάπης, την ασύγκριτη ομορφιά της αγαπημένης, τον πόνο του χωρισμού, τη σπάνια απόλαυση της ένωσης και την τραγική περιφρόνηση από μέρους της αγαπημένης.

Υπάρχουν επίσης πολλά θέματα στο έργο του, που είναι κοινά στην περσική λυρική ποίηση, που ουσιαστικά προέρχονται από την αγάπη ενός άρρενος ατόμου, κάτι το οποίο μπορεί να δικαιολογείται και συγχωρείται στην ποίηση, αλλά όχι από το νόμο. 

Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να πιστέψουμε ότι η αγάπη και οι επιπτώσεις της, είναι τα μόνα θέματα που απασχόλησαν το Χαφέζ κι αν δεν συνειδητοποιήσουμε την ένταση της βαθιά ριζωμένης και παθιασμένης εχθρότητας του Χαφέζ προς την υποκρισία και τη δολιότητα γενικά, θα αποτύχουμε να εκτιμήσουμε ένα μεγάλο μέρος της ποίησής του. Στις καταγγελίες του για τους υποκριτές, δεν κάνει καμία εξαίρεση, η καταδίκη είναι απόλυτη.

Ένα τρίτο σημαντικό θέμα της ποίησης του Χαφέζ είναι η γιορτή του κρασιού και η μέθη. Από μια άποψη συνδέεται με την υποκρισία, δεδομένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ απαγορεύεται από τον ισλαμικό νόμο, και ο σκοπός του ποιητή είναι να φέρει σε δύσκολη θέση τους υποκριτές. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι στους στίχους του ο Χαφέζ άλλα έγραφε και άλλα εννοούσε. Η γλώσσα του ήταν ξεκάθαρη. Φυσικά και χρησιμοποιούσε την αλληγορία και τον υπαινιγμό κατά κόρον. Υπάρχουν στίχοι στους οποίους μιλάει για την απαγγελία του Κορανίου, για την προσευχή στα μεσάνυχτα και τις πρωινές επικλήσεις. Και υπάρχουν και στίχοι μέσα στους οποίους εκφράζει γνωστικές ιδέες, για παράδειγμα τις ψυχές που δεν έφυγαν από κοντά μας και άλλοι στίχοι στους οποίους εξυμνεί την αγάπη, που την θεωρεί ως το κλειδί για την κατανόηση ετούτου του απάνω κόσμου.

Λόγω της απουσίας πάντως, αξιόπιστων βιογραφικών στοιχείων, ο ασφαλέστερος τρόπος για να κατανοήσουμε τον Χαφέζ, τις πεποιθήσεις και τη γενικότερη στάση του, σήμερα είναι να μελετήσουμε με προσοχή και περίσσια υπομονή τα ποιήματά του.

"Αν ο κόσμος μου είναι ξεχαρβαλωμένος, σκοτεινός,
με γκρεμισμένα τα όρια ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι,
με κυρίαρχα τα στοιχεία του εφιάλτη και του φόβου
μπροστά σ’ ένα διαρκώς επικείμενο κακό,
ο λόγος μου δεν μπορεί παρά να είναι
αυτός που είναι"

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Ο τάφος του Χαφέζ, ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της Σιράζ, βρίσκεται σε ένα κήπο στις όχθες του ποταμού Rοknabad, η οποία σήμερα αποκαλείται Hafezieh. Η αρχική δομή, που χτίστηκε το 1773 μ. Χ. κατά τη βασιλεία του Καρίμ Χαν, αποτελούνταν από τέσσερεις πέτρινους κίονες στο κέντρο. Οι βόρειες και νότιες πλευρές της δομής ήταν ανοιχτές. Σε κάθε μία από τις άλλες δύο πλευρές υπήρξε χτισμένο από ένα δωμάτιο. Ο πραγματικός τάφος του Χαφέζ ήταν έξω και πίσω από αυτό το κτίριο στη μέση του κήπου, στον οποίο τοποθετήθηκαν γύρω σιδερένια κάγκελα.

Στη δεκαετία του 1930, με τις κατάλληλες οδηγίες και τροποποιήσεις που επεξεργάστηκε το Υπουργείο Παιδείας, το Μαυσωλείο του Χαφέζ απέκτησε τη σημερινή του μορφή.

Οι τέσσερις αρχικές στήλες στο κέντρο διατηρήθηκαν και σχεδιάστηκαν δεκαέξι άλλοι λίθινοι κίονες παρόμοιου σχήματος, με αποτέλεσμα την παρούσα κιονοστοιχία των είκοσι στηλών μήκους πενήντα έξι μέτρων και με τα περίτεχνα διακοσμητικά σχέδια που παραπέμπουν στο αρχαίο όμορφο και πρωτότυπο στυλ της Σιράζ.

Η αρχική επιτύμβια πλάκα τοποθετήθηκε ψηλά σε μια πλατφόρμα που την στηρίζουν οκτώ πέτρινοι κίονες. Η οροφή, καλύπτεται με φύλλα χαλκού, ενώ από κάτω είναι διακοσμημένη με ένα μωσαϊκό από επισμαλτωμένα κεραμίδια.

Πολύ λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του Shams al-Din Mohammad, γνωστό ως Χαφέζ. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του Ιράν και πιθανότατα γεννήθηκε κάπου μεταξύ των ετών 1317 και 1326 μ. Χ. στη Σιράζ. Αν και έζησε μια φτωχική ζωή, λόγω της απώλειας του πατέρα του, κατάφερε εν τούτοις να πάρει καλή μόρφωση, να μάθει να μιλάει ικανοποιητικά την αραβική και περσική γλώσσα και να απομνημονεύσει ολόκληρο το Κοράνιο σε πολύ νεαρή ηλικία.

Άλλωστε το ψευδώνυμο Χαφέζ είναι ένας συγκεκριμένος τίτλος που αποδίδεται σε εκείνους που γνωρίζουν από στήθους το ιερό βιβλίο του Ισλάμ. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, το πέρασε σε τούτη την πόλη. Λέγεται ότι πέθανε κάποια στιγμή μεταξύ του 1389 και του 1390 και θάφθηκε στους όμορφους κήπους Musalla της Σιράζ, στις όχθες του αγαπημένου του ποταμού Rοknabad.

Η συλλογή του Divan αποτελείται από 693 ποιήματα, εκ των οποίων 573 είναι σονέτα. Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν αυτό το έργο, ως το μεγαλύτερο αριστούργημα της Περσικής λογοτεχνίας. Ο Γκαίτε, ο μεγάλος Γερμανός ποιητής, ήταν ένας από τους θαυμαστές του έργου του και μελετούσε τακτικά τους στοίχους αναζητώντας επίμονα το βαθύτερο νόημα και σημασία τους.
τάφος χαφέζ μαυσωλέια ποιητών σχορετσανίτης
Τα ποιήματα του Χαφέζ, έχουν μια όμορφη ακουστικά μουσική ποιότητα, τα οποία ενσωματώνουν μια μεγάλη δόση αυθορμητισμού. Με μια μυριάδα ποιητικών τρόπων, ο Χαφέζ εκφράζει την πνευματική εμπειρία της μυστηριακής αγάπης για την αγαπημένη του. Κι αυτό το επιτυγχάνει τεχνηέντως με παιγνιώδη και μαγευτικό τρόπο, όπως και οι άλλοι ποιητές των Σούφι. Πολλές φορές διαφαίνεται κάποια ασάφεια στα ποιήματά του, ενώ άλλες φορές χρησιμοποιεί κοσμικές εικόνες, όπως την αγάπη, το κρασί, τις ανθρώπινες επιθυμίες και τα διλήμματα της ζωής.

"Έλα, θυμήσου. Κάθε ελπίδα, παλάτι είναι που τρέμει…
Έλα. Βάλε να πιούμε. Κρασί η ζωή, στη λάσπη και κυλάει.
Σαν άνθρωπο μοναδικό προσβλέπω, μα τ’ ουρανού το απέραντο γαλάζιο!
Αυτόν που κάθε τι αφήνει πίσω και ξωπίσω, κι ελευθερία ζυγώνει.
Άκου του αγγέλου αυτά τα λόγια τα ιερά που χτες μου είπε
Όταν το νου μου η μέθη οδήγησε στην ομορφιά του:
Βασιλικό γεράκι με το οξύ σου βλέμμα! Να γίνεις Λωτοφάγος, στου παραδείσου τα λημέρια".

Οι ποιητές της Σιράζ συνεχίζουν να υπάρχουν με το πνεύμα τους να αιωρείται παντού στην πόλη. Και ο Χαφέζ και ο Σααντί και πολλοί άλλοι, οι στίχοι των οποίων είναι κυριολεκτικά πνιγμένοι στο κρασί!

Οι μυστικιστές, αυτοί οι… αναρχικοί των ορθόδοξων θρησκειών, προσπάθησαν να αποκτήσουν μια προσωπική σχέση-εσωτερική θρησκευτικότητα με το Θεό, μακριά από τους επιβαλλόμενους θρησκευτικούς κανόνες και τα εκπεφρασμένα δόγματα μιας εκάστης των βασικών θρησκειών. Ο μυστικισμός αυτός βρισκόταν σε αγαστή συνεργασία με τον ασκητισμό και ότι συνεπάγεται αυτή η σχέση.

Η απαιτούμενη έκσταση για την ένωση με το Θεό, μπορούσε να γίνει με τη βοήθεια εξωτερικών παραγόντων-τεχνικών, κάτι όμως που αποκλειόταν κατηγορηματικά από τους γνήσιους μυστικιστές, που πρέσβευαν ότι μόνο φυσικές εσωτερικές καταστάσεις της ψυχής και του σώματος, οδηγούν στην επιθυμητή έκσταση και την πραγματική ένωση.

Από την άποψη αυτή, ο μουσουλμανικός μυστικισμός, ο σουφισμός δηλαδή, ανεξαρτητοποιείται και ακροβατεί ως αυτόνομη κατά μια έννοια θρησκεία, ενώ ο εκστατικός ή ερωτικός μυστικισμός, όπως είναι γνωστότερος, αναφέρεται στο έντονο… ερωτικό πάθος για το Θεό, που φτάνει στα όρια της απέραντης αχαλίνωτης ευδαιμονίας, στο τέλος αυτής της διαδικασίας.


Έτσι ο μουσουλμανικός, εκστατικός, ερωτικός μυστικισμός, είναι πάνω απ’ όλα ποίηση! Κρύφτηκε έξυπνα μέσα στο ποιητικό κέλυφος, εκφράζοντας τα συναισθήματά του συγκεκαλυμμένα και ξεφεύγοντας από τον, αντίθετης νοοτροπίας και αντίληψης, μουσουλμανικό σουνιτισμό.

Οι περισσότεροι άλλωστε μουσουλμάνοι μυστικιστές είναι σιίτες περσικής καταγωγής, με ολοφάνερες επιδράσεις από την ελληνική φιλοσοφία. Έμειναν γνωστοί με το όνομα ‘’σούφι’’, από την αραβική λέξη σουφ, που παραπέμπει σε μάλλινο ύφασμα. "Αν σε λατρεύω από το φόβο της κόλασης, ρίξε με στο πυρ της κόλασης. Κι αν σε λατρεύω με την ελπίδα του παραδείσου, απόκλεισέ με από τον παράδεισο. Αλλά αν σε λατρεύω μόνο για τη χάρη σου, μη μου στερήσεις το αιώνιο κάλλος Σου", έγραφε στον όγδοο αιώνα, ο Ραμπία αλ Ανταβίγια. Η ποιητική έκφραση όμως του σουφισμού θα φτάσει στον κολοφώνα της δόξας, με τον Τζελαλεττίν Ρουμί, έναν πολύ μεγάλο ποιητή, κυριολεκτικά σύμβολο- σήμα κατατεθέν και κύριο εκπρόσωπο των μυστικιστικών–σουφικών ποιημάτων.

Ο Τζελαλεττίν Ρουμί (1207-1273), Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο της Τουρκίας, άσκησε μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το "Ντιβάν", συλλογή λυρικών ποιημάτων και το "Μεσνεβί" που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το Σουφικό τάγμα των Μεβλεβί.

Το πλήρες του όνομα είναι το Jalal al-Din Mohammad Ibn Mohammad Ibn Mohammad Ibn Husain al-Rumi. Από τους συγχρόνους του, του δόθηκε το όνομα "Μεβλανά" που σημαίνει "ο δάσκαλός μας". Έτσι λοιπόν τον αποκαλούσαν και Μεβλανά Τζελαλεττίν (όπως φαίνεται και στην τουρκική έκδοση του ονόματός του) ή και Muhammad Balkh στα Περσικά. Αναφέρεται επίσης και απλώς ως "Ρουμί". Το τελευταίο αυτό κομμάτι του ονόματός του, Ρουμί, σημαίνει Ρωμαίος ή Ρωμιός, προερχόμενος από την Ρουμ, όπως ήταν γνωστή η Ανατολία (η Ρώμη της Ανατολής).
περιστρεφόμενοι δερβίσηδες μαυσωλεία ιρανών ποιητών
Πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1207 μ. Χ. στο Μπαλκ, τότε μέρος του Μεγάλου Χορασάν, του σημερινού Αφγανιστάν και πέθανε στο Ικόνιο της Τουρκίας, το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν και το Αφγανιστάν, όπου ομιλείται η γλώσσα. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, το έζησε στο σουλτανάτο του Ρούμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου. Υπό την κηδεμονία του πατέρα του, Μπαχά αλ-Ντιν (Baha al-Din) ενός φημισμένου λόγιου, ο Ρουμί έλαβε την πρώτη του μόρφωση από τον Σιέντ Μπουρχάν-αλ-Ντιν (Syed Burhan-al-Din). Όταν έγινε δεκαοκτώ ετών, η οικογένεια ξεφεύγοντας από τις επιδρομές των Μογγόλων, μετά από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις εγκαταστάθηκε τελικώς στο Ικόνιο, ενώ στην ηλικία των εικοσιπέντε πήγε στη Δαμασκό για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του.

Στο μυστικισμό τον εισήγαγε ένας περιπλανώμενος δερβίσης, ο Σαμσουντίν της Ταμπρίζ. Ο Ρουμί είναι ο συγγραφέας του μεγάλου διδακτικού έπους Μεσνεβί ή "Masnavi-ye Manavi", που αποκαλείται από ορισμένους λόγιους, ενίοτε και "Qur'an-e Farsi", δηλαδή "Κοράνιο στα Περσικά". Έγραψε επίσης και διαλόγους Φιχί μα Φιχί (Fihi ma Fihi), που γράφτηκαν για να εισαγάγουν τους μαθητές του στη μεταφυσική. Το ποιητικό έργο του άσκησε βαθιά επίδραση σε όλες τις μορφές αισθητικής έκφρασης του ισλαμικού κόσμου και κυριαρχείται από την απόλυτη αγάπη προς τον Θεό. Η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας ότι ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων, είναι ένας και μοναδικός!

Όταν πέθανε, στις 17 Δεκεμβρίου του 1273, άνθρωποι από πέντε διαφορετικές πίστεις και θρησκείες ακολούθησαν τη νεκρική πομπή του. Η νύχτα της ταφής ονομάστηκε Σεμπούλ Αρούζ (Sebul Arus), δηλαδή Νύχτα της Ένωσης. Από τότε οι Μεβλεβί Ντερβίς κράτησαν αυτή την ημερομηνία ως γιορτή. Η σημασία του Τζελαλεττίν Ρουμί διαπερνά τα σύνορα των χωρών και των εθνοτήτων και έχει επηρεάσει ιδιαίτερα την Περσική και την Τουρκική λογοτεχνία. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.

Ήταν ο ιδρυτής του τάγματος των δερβίσηδων Μεβλεβί (Μεβλεβί Ντερβίς). Ενδεικτικό της επιρροής του Τζελαλεττίν και του σεβασμού που του έτρεφαν και του τρέφουν ακόμη οι Χριστιανοί, είναι η επίσκεψη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στο Ικόνιο, το Δεκέμβριο του 2004, για να λάβει μέρος στους εορτασμούς της 731ης επετείου του θανάτου του Μεβλανά.

Στο έργο του Ρουμί υπάρχουν πολλά νεοπλατωνικά και γνωστικά στοιχεία. Αυτό οφείλεται, πέρα από τις ελληνικές επιδράσεις που υπήρχαν ήδη στην ισλαμική φιλοσοφία και θεολογία, στο ότι ο Ρουμί είχε ο ίδιος προσωπικά επαφή με έλληνες διανοούμενους της περιοχής, κυρίως κληρικούς. Ο Αφλακί, βιογράφος του Ρουμί, περιγράφει τις φιλοσοφικές συζητήσεις του Ρουμί με τον ηγούμενο της Ιερής Μονής του Αγίου Χαρίτωνος (κατά τους Τούρκους Άκ Μαναστίρ), κοντά στην ελληνική κωμόπολη Σίλλη του Ικονίου, την οποία μάλιστα αναφέρει ως "μονή του Πλάτωνος".

Από τα λίγα ποιήματα του Ρουμί σε τοπικό ελληνικό ιδίωμα δεν είναι εμφανές σε ποιό βαθμό γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Φαίνεται όμως ότι ο γιός του, Σουλτάν Βαλέντ, τη γνώριζε πολύ καλά, διότι έγραψε αρκετά ποιήματα σ’ αυτή. Οι τελετουργίες που αυτοσχεδίασε ο Ρουμί, μουσική, χορός και απαγγελίες, μάλλον είχαν ως στόχο περισσότερο να προσελκύσουν στον ισλαμισμό τους έλληνες της περιοχής, παρά απευθύνονταν στους μουσουλμάνους. Κατά τον Αφλακί ο Ρουμί έλεγε: "Ο Ύψιστος επεφύλαξε μεγάλες χαρές στους κατοίκους της Μικράς Ασίας. … Η περιοχή της έχει το καλύτερο κλίμα αλλά οι κάτοικοί της αγνοούσαν το μυστικό έρωτα προς τον αληθινό Κύριο των δυνάμεων". Και ακόμα "… Με πήρες, ώ Θεέ, από το Χορασάν και μ’ έφερες στην χώρα των Ελλήνων για να συναναστραφώ μ’ αυτούς και να τους οδηγήσω στο ορθό δόγμα. Όταν είδαμε ότι δεν στρέφονταν κατά κανένα τρόπο προς τον δρόμο του Θεού και στερούνταν τα θεία μυστήρια, τους υποβάλαμε τις ιδέες αυτές με τρόπο πιο ευχάριστο, με μουσικές συναυλίες και με τον ρυθμό της ποίησης, πράγματα που ανταποκρίνονται στις ορέξεις των ανθρώπων. Διότι οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας είναι χαροκόποι και υπόκεινται στην επιρροή του πλανήτη της Αφροδίτης".

Μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι εκστατικοί χοροί των δερβίσηδων είναι επιβιώσεις αρχαίων διονυσιακών λατρειών που ήταν διαδεδομένες εκείνες τις εποχές στη Μικρά Ασία, δεδομένου ότι υπάρχουν μαρτυρίες για την επιβίωση διονυσιακών τελετουργιών, ίσως και μέχρι την εποχή του Ρουμί.

Η σημασία του Ρουμί ξεπερνά τα εθνικά και κρατικά σύνορα. Όσοι μιλούν την περσική γλώσσα, τον θεωρούν ένα από τους πιο σημαντικούς κλασσικούς ποιητές που έχει επηρεάσει πολλούς στις χώρες γύρω από το Ιράν. Στίχοι σαν τους παρακάτω, έδωσαν έμπνευση σε αρκετούς μεταγενέστερους ποιητές:

"Η καρδιά είναι ένας μυστικός κήπος
Τα δέντρα της αόρατα
Εκατό αποχρώσεις ανθίζουν
Αμετάβλητες, γαλήνιες.

Η καρδιά είναι ένας απέραντος ωκεανός
Απεριόριστος;
Τα ατέλειωτα κύματά της σπάζουν
Σε κάθε ψυχή".

Ο Σααντί (Saadi) πάλι, είναι άλλος ένας από τους πιο διάσημους Ιρανούς ποιητές. Γεννήθηκε στη Σιράζ γύρω στα 1200 και ταξίδεψε αρκετά, αλλά αργότερα εγκαταστάθηκε στην γενέτειρα του και δημιούργησε τα διάσημα έργα της ποίησής του, τα Bustan και Golestan. Το κύριο θέμα των στίχων του ποιητή, είναι το βαθύτερο νόημα της αγάπης. Το μαυσωλείο που βρίσκεται σε έναν όμορφο κήπο, αποτελεί σημαντική τοποθεσία για το λαό του Ιράν.

Γέννημα και θρέμμα της Σιράζ του Ιράν, ο Σααντί έφυγε από τη γενέτειρα πόλη του σε νεαρή ηλικία για τη Βαγδάτη με σκοπό να μελετήσει αραβική λογοτεχνία και Ισλαμικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Nizamiah (1195-1226).

Είναι γνωστός ως ένας Σούφι στοχαστής, και ήταν μαθητής του αξιοσέβαστου Sheikh Shahabuddin Suhrawardi. Στο Σααντί άρεσε να ταξιδεύει και έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ως περιπλανώμενος δερβίσης.

Μετά από το Ιράκ ταξίδεψε στις γύρω περιοχές για σχεδόν τριάντα χρόνια. Πήγε στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στην Αραβία, την Υεμένη, την Αίγυπτο και την Τουρκία, η οποία ήταν υπό τον έλεγχο των Βυζαντινών εκείνη την χρονική στιγμή. Λέγεται μάλιστα πως κάποτε είχε συλληφθεί από τους Σταυροφόρους.

Ο Σααντί πέθανε στη γενέτειρά του, τη Σιράζ, στα 1292 περίπου. Υπάρχει κάποια διαφορά σχετικά με την ημερομηνία του θανάτου του, αλλά μπορεί και να έζησε πάνω από εκατό χρόνια. Ο τάφος του σε μεγάλο βαθμό αποκαταστάθηκε το 1952 και από τότε έγινε τουριστικό αξιοθέατο.

Τα γραπτά του Σααντί κατατάσσονται μεταξύ των μεγαλύτερων κλασσικών των Σούφι. Έγραψε τον "Ωπωρώνα", (Bostan) το 1257, τον "Κήπο με τα ρόδα" (Golestan) το 1258 και την ποιητική συλλογή "Divan". Σε όλα τα έργα του, διηγήματα και ποιήματα, αναφέρεται στον περιπετειώδη τρόπο της ζωής του.

Το Golestan, ίσως είναι το πιο μεγάλο έργο της περσικής πεζογραφίας, που ολοκληρώθηκε στα 1258 από τον Σααντί.

Είναι γραμμένο σε ελεύθερη πρόζα, ανάμικτο με στίχους σε ποικιλία μορφών και ακολουθεί θεματικούς τομείς σε οκτώ κεφάλαια, όπως και οι οκτώ πύλες του παραδείσου: Περί της συμπεριφοράς των βασιλέων (41 ιστορίες), για το ήθος των δερβίσηδων (48 ιστορίες), για την αριστεία της ικανοποίησης (29 ιστορίες), σχετικά με τα οφέλη της σιωπής (14 ιστορίες), για την αγάπη και τη νεότητα (21 ιστορίες), για την αδυναμία και το γήρας (9 ιστορίες), σχετικά με τα αποτελέσματα της εκπαίδευσης (20 ιστορίες) και τέλος ειδικό κεφάλαιο που αναφέρεται σε αφορισμούς και αξιώματα.

Λέγεται ότι ο Σααντί έγραψε όλα αυτά, πιθανόν όπως λέγεται, για να κάνουν εντύπωση στους ηγεμόνες και κυβερνήτες. Σε αρκετά χρονογραφήματα, δίνει μια εξαιρετικά στυλιζαρισμένη υπόθεση για τις συνθήκες που τον υποχρέωσαν να γράψει το βιβλίο.

Η αγάπη της για την ποίηση και η ηλικία της, μας …επέτρεψαν να τη φωτογραφίσουμε στο μαυσωλείο του Σααντί.

Συχνά χρησιμοποιεί ανέκδοτες ιστορίες που είδε ή άκουσε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, που στηρίζονται περισσότερο στη λογοτεχνική παράδοση παρά σε συγκεκριμένες γραπτές πηγές. Άλλωστε και τα δύο έργα του, το Golestan και το Bustan, αντικατοπτρίζουν τα διδάγματα που απεκόμισε ο συγγραφέας από τις περιπλανήσεις του έξωθεν της Σιράζ. Το βιβλίο προσφέρει ακόμα μερικές πληροφορίες για την καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους και την ανατροπή του χαλιφάτου, η οποία συνέβη λίγους μόνο μήνες πριν το τελείωμα του βιβλίου, στα 1258.

Περιλαμβάνονται ακόμα πάνω από σαράντα αποσπάσματα του Κορανίου και χαντίθ. Δίδει αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπως ότι ο ίδιος ήταν ευσεβής με ασκητική κλίση στην εφηβική ηλικία και πολύωρες προσευχές κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Πολλοί εστιάζονται στο γεγονός ότι παρατηρούνται μεγάλες ελλείψεις στην οργάνωση του υλικού, στην απρόσεκτη και βιαστική σύνθεση της ύλης, συγκριτικά με το προσεκτικότερα οργανωμένο Bustan, ενώ μερικές ιστορίες του φαίνεται ότι δε συνδέονται με το θέμα του κεφαλαίου.

Αποτελεί σημαντικό ντοκουμέντο της καθημερινής ζωής της εποχής εκείνης, αφού αναλύει τα ήθη, τα έθιμα, και τη συμπεριφορά των απλών ανθρώπων. Θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα της εποχής. Απευθύνεται σε ευρύ ακροατήριο και σπάνια περιέχει νοήματα σκοτεινά και δυσνόητα. Στον επίλογο ισχυρίζεται ότι δεν δανείστηκε στοιχεία από άλλους ποιητές για το βιβλίο του, όπως ήταν κοινή πρακτική.

Η φήμη του βιβλίου διαδόθηκε ταχέως και ευρέως, εκτοπίζοντας άλλα βιβλία. Μέσα σε λίγα χρόνια από τη σύνθεσή του, ήταν γνωστό στην Ανατολία πιθανόν λόγω της βοήθειας που έλαβε από τον κυβερνήτη των Σελτζούκων του Ικονίου.

Όπως ήταν φυσικό ενέπνευσε πολλές απομιμήσεις και μεταφράστηκε απίθανα. Ο Σααντί συνειδητοποίησε ότι ιστορίες του με καθαρά ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο και πνεύμα ή θέματα που είχαν να κάνουν με την παιδεραστία, πιθανόν να προσέβαλλαν ορισμένους ευαίσθητους ανθρώπους, κάτι το οποίο έλαβαν σοβαρά υπ’ όψιν τους αργότερα και πολλοί δυτικοί μεταφραστές του έργου του. Ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματά του ήταν: "Οτιδήποτε παράγεται γρήγορα, πηγαίνει εύκολα στα απόβλητα".

Η περιοχή του τάφου του βρίσκεται προς τα βόρεια της πόλης, στους πρόποδες μικρών λόφων. Έξω από το συγκρότημα βρίσκονται μικροπωλητές μικροαντικειμένων που όμως δεν ενοχλούν. Το εισιτήριο εισόδου, συμβολικό, επιτρέπει και την άνετη παραμονή και την ξεχωριστή απόλαυση των ξακουστών κήπων που βρίσκονται στα πέριξ.

Περιποιημένοι κήποι παντού!

Πολλά κυπαρίσσια, κατά κύριο λόγο παρατεταγμένα σε σειρές, άλλα μικρότερα καλλωπιστικά δέντρα και λουλούδια κάπου ενδιάμεσα, πορτοκαλιές και νεραντζιές άφθονες, μικρές ορθογώνιες πισίνες δίπλα σε στρωμένους με πλακάκια και μάρμαρα δρόμους, οδηγούν προς το μαυσωλείο του ποιητή.

Η καλή μέρα επέτρεψε στους κατοίκους της Σιράζ, να γεμίσουν τον περιβάλλοντα χώρο, φαινόμενο σύνηθες κατά τα λεγόμενα των Ιρανών ξεναγών. Στο βάθος του κήπου, στέκεται το μαυσωλείο. Γύρω από το αλάβαστρο της ταφόπλακας, οι συνηθισμένες ιρανές όλων των ηλικιών, να προσεύχονται γονατισμένες ψιθυρίζοντας κάτι στα χείλη τους.

Και φυσικά οι απαραίτητες ψηφιακές αποτυπώσεις της στιγμής από άλλους. Στα πλακάκια του τοίχου στίχοι του Σααντί υπενθυμίζουν στους ιρανούς τα λόγια του αγαπημένου τους ποιητή, ρίχνοντας λίγο φως στο παλίμψηστο των σκέψεών του.

Σε μια άλλη αίθουσα, δίπλα από το μαυσωλείο, κι ανοιχτή από τα πλάγια, μια άλλη έκπληξη. Ο τάφος ενός  μαυσωλείο ιράν σααντίάλλου λυρικού ποιητή, του Muhammad Taqi Shourideh Shirazi (1855-1926).

Διαβάζω στις λίγες πληροφοριακές γραμμές της μαρμάρινης πινακίδας, πως γεννήθηκε εδώ στην πόλη της Σιράζ και πως στην ηλικία των έξι ετών, έχασε την όρασή του.

Τα τελευταία χρόνια του βίου του ανέλαβε την επιστασία του τάφου του Σααντί και μάλιστα συνέβαλε, όσο του επέτρεπε η κατάστασή του, τα μέγιστα στην περιποίηση και συντήρησή του.

Όταν πέθανε, θάφτηκε εδώ δίπλα στον Σααντί που τόσο αγαπούσε, να τον συνοδεύει έτσι παντοτινά!

Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών

Γεωργίου Λολίτα: Περσία. Πορεία σε φως και σκιά. Εκδόσεις Πατάκη. Πρώτη Έκδοση. Δεκέμβριος 2001. Αθήνα.

Ιράν. Από την Περσική Αυτοκρατορία στη Ισλαμική κυριαρχία. Παγκόσμια Πολιτιστική Εγκυκλοπαίδεια. Τα μνημεία της UNESCO. Τόμος 23. Εκδόσεις ΔΟΜΗ Α.Ε. 1999. Αθήνα.

Μαροπούλου Μαρίνα: Κατ’ εικόνα των κήπων. Μια ιδέα δημόσιου χώρου στο ισλαμικό Ιράν της δεκαετία του ’90. Περιοδικό Νέα Εστία (σελ. 375-401). Τεύχος 1792: Αφιέρωμα στο Ιράν. Σεπτέμβριος 2006. Αθήνα.

Παπαγεωργίου Γ. Κώστας: Οι μνήμες μου είναι του μέλλοντός μου. Από μια συνέντευξη στην Ευτυχία Παναγιώτου. Περιοδικό Δέκατα. Τεύχος 7ο. Φθινόπωρο 2006. Αθήνα.

Ραφαηλίδης Βασίλης: Άραβες. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Μάρτιος 2003. Αθήνα.

Ραφαηλίδης Βασίλης: Οι λαοί της Μέσης Ανατολής. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. 1998. Αθήνα.

Ρουμί Τζελαλεττίν: Μικρό απάνθισμα από την ποίηση του Ρουμί (Απόδοση: Βίκος Ναχμίας). Εκδόσεις Ντέφι. Μάρτιος 2002. Αθήνα.

Ρουμί Τζελαλεττίν: Μεσνεβί. Μυστικές Διαδρομές στα Άδυτα της Ψυχής και του Νου. Βιβλίο Τρίτο και Τέταρτο. Μετάφραση: Λιάνα Μυστακίδου. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Μάιος 2006. Αθήνα.

Hourani Albert: Η ιστορία του Αραβικού κόσμου. Μετάφραση: Θεοδώρα Δαρβίρη. Εκδόσεις Ψυχογιός. Μάιος 2009. Αθήνα.

Saadi: Ο κήπος με τα ρόδα. Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου. Εκδόσεις Printa. 2003. Αθήνα.

Chardin John Sir: Sir John Chardin travels in Persia. Reprint of the 1927 ed. published by Argonaut Press, London. Published by N. Israel, Da Capo Press. 1971. New York.

Limbert W. John: Shiraz in the Age of Hafez: The Glory of a Medieval Persian City. University of Washington Press. 2004. USA.

Rezapour Sonia: The Splendor of Iran. Yassavoli Publications. 2010. Tehran. Iran.

Μαύρος Χριστός

Αποτέλεσμα εικόνας για african christ

poihsh-logotexnia

Γυρεύω έναν ντόπιο ζωγράφο,
για να μου φτιάσει
ένα μαύρο Χριστό.
Να μου ζωγραφίσει
τον Κύριό μου και Πατέρα μου
μ’ έναν όμορφο χιτώνα
σαν κι αυτόν που φοράει
ο δικός μου γονιός.
Άκουσε με,
Χριστέ μου και Πατέρα μου:
οι λευκοί σε παράστησαν
σαν έναν ωραίο άντρα
από τη δική τους φυλή,
οι κόκκινοι Ινδιάνοι
σε ζωγράφισαν ίδιο μαζί τους,
οι κίτρινοι
σου δάνεισαν το χρώμα τους.
Θα αρνηθείς τώρα
να πάρεις και το δικό μου χρώμα,
το μαύρο;

(Αφρικανική ποίηση από το περιοδικό «Πάντα τα Έθνη»,
τεύχος 3, 1982)

3D Animated Short: "Pakan" by Team Pakan


Elvis Presley - Suspicious Minds


Προσοχή!

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Πρωινό δρομολόγιο

Αποτέλεσμα εικόνας για 703 λεωφορειο

6:15 ξημερώματα,
ακόμα να φέξει
Στο λεωφορείο·
αποκοιμήθηκα στη 
γλυκιά του ζέστη
Έχασα τη στάση,
τον προορισμό μου
Ουρλιάζει η ψυχή μου:
"Προ πολλού 
τον έχασες ανόητε".

6:15 in the morning
not a sun beam yet
In the bus;
I fell asleep
in its sweet warmth
I lost my stop
my destination
My soul screams
"Long time ago
you lost it,fool"





Αούστερλιτς,αναπαράσταση της μάχης