Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017
Επιτάφιος για την Ειρήνη Κομνηνή

Γεώργιος Ακροπολίτης,
Επιτάφιος για την Ειρήνη Κομνηνή, την κόρη του Θεοδώρου Α' Λάσκαρη (1204-περ. 1222), Hoerandner, W., "Prodromos-Reminiszenzen bei Dichtern der Nikaenischen Zeit", Byz. Forsch. 4 (1972), 89-93, στίχ. 1-10.
Ξένε, βλέποντας τον τάφο μου εδώ/ μην τον προσπεράσεις, σαν να ήταν ένας κοινός τάφος·/ γιατί δεν κρύβει μέσα του έναν ανώνυμο νεκρό,/ ούτε μια ζωή ή ένα αξίωμα χωρίς δόξα,/ ούτε έναν άγνωστο και παραμελημένο./ Αλλά μάθε ποια είμαι και ποιοι είναι οι γονείς μου/ και δάκρυσε, αν μπορείς να δακρύσεις,/ και θρήνησε την αδυναμία της ζωής των θνητών,/ που δε φαίνεται να φέρει τίποτε περισσότερο από μια σκιά/ κι ένα νυκτερινό φάντασμα του ονείρου
Βυζαντινή λυρική ποίηση
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται τα ποιητικά έργα, στα οποία οι βυζαντινοί ποιητές εκφράζουν τις σκέψεις και τις ανησυχίες τους για τη ζωή. Η κοσμοθεωρία τους είναι έντονα επηρεασμένη από τα νέα, μοναχικά και ασκητικά, ιδεώδη. Έτσι ως προς το περιεχόμενο η βυζαντινή λυρική ποίηση αποκλίνει από την αρχαία. Αλλά και τα όρια ανάμεσα στα επιμέρους είδη είναι πολύ ρευστά, γεγονός που δυσχεραίνει τη διάκρισή τους. Στη λυρική ποίηση ανήκουν οι μονωδίες, τα αυτοβιογραφικά και "επαιτικά" ποιήματα, τα έμμετρα αλφάβητα ηθικοδιδακτικού και κατανυκτικού χαρακτήρα και τα επιγράμματα.
Οι έμμετροι επιτάφιοι και μονωδίες ήταν θρηνητικά ποιήματα για το θάνατο προσφιλών ή άλλων σημαντικών προσώπων. Οι βυζαντινοί ποιητές επιδεικνύουν μεγάλη δεξιοτεχνία στη χρήση των ρητορικών τεχνασμάτων. Άλλοτε απευθύνουν οι ίδιοι σε ευθύ λόγο τους στίχους τους στο νεκρό, σαν να ήταν συγγενείς του, και άλλοτε αφήνουν το νεκρό να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο. Κάποιες φορές πάλι προσωποποιούν άψυχα πράγματα και τα παρουσιάζουν να συζητούν με το νεκρό. Γενικό χαρακτηριστικό τους αποτελεί μια παράκληση στο τέλος προς το Θεό ή τη Θεοτόκο για τη σωτηρία της ψυχής του νεκρού. Τα μέτρα που χρησιμοποιούνταν ήταν τονικά, όπως ο ιαμβικός δωδεκασύλλαβος ή προσωδιακά, όπως το εξάμετρο, το ελεγειακό δίστιχο και το ανακρεόντειο. Γνωστοί ποιητές μονωδιών είναι ο Χριστόφορος Μυτιληναίος, ο Νικήτας Ευγενειανός, ο Θεόδωρος Πρόδρομος, ο Νικόλαος Καλλικλής, ο Νικηφόρος Γρηγοράς και ο Γεώργιος Ακροπολίτης.
Τα ποιήματα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα είναι συνήθως γραμμένα σε μορφή διαλόγου σε πρώτο πρόσωπο. Ο ποιητής συνομιλεί με τον εαυτό του, εκφράζει τις υπαρξιακές του ανησυχίες και σκέψεις, βασισμένες σε προσωπικά του βιώματα. Κάθε σημαντικό γεγονός ή βίωμα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τη σύνθεσή τους. Εξέχουσα θέση, λόγω της εκφραστικής τους δύναμης, κατέχουν τα αυτοβιογραφικά ποιήματα του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Τα θέματα και οι σκέψεις του επηρέασαν τους μεταγενέστερούς του ποιητές. Τέτοια ποιήματα έγραψαν και ο Γεώργιος Πισίδης, ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Ιωάννης Κυριώτης ή Γεωμέτρης, ο Μανουήλ Φιλής. Πολλές αυτοβιογραφικές πληροφορίες περιέχουν επίσης και τα ποιήματα των "επαιτικών ποιητών". Με το έργο τους οι ποιητές αυτοί ζητούν προστασία και υλική υποστήριξη. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελούν τα ποιήματα του Μαγγάνειου Προδρόμου από τη μονή των Μαγγάνων.
Άλλη κατηγορία ποιημάτων που κατατάσσονται στη λυρική ποίηση είναι και τα αλφάβητα ηθικοδιδακτικού και κατανυκτικού χαρακτήρα. Τα αλφάβητα είναι ποιήματα των οποίων τα αρχικά κάθε στίχου ή στροφής σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα. Αποτελούνται από γνωμικούς στίχους και είναι γραμμένα σε ιαμβικό δωδεκασύλλαβο ή συνηθέστερα σε δεκαπεντασύλλαβο. Τέτοια αλφάβητα συνέθεσαν ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Συμεών Μεταφραστής και ο Θεόδωρος Πρόδρομος.
Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Μικρό ποίμνιο-Little flock

Μη φοβάστε το ποίμνιο το μικρό
θα πει:Με τους λίγους πλάι να 'στε
μη σας τρομάξει!Στο ρεύμα κόντρα σαν βρεθείτε
την πνοή σας μη χάσετε,τα πόδια σας
στη τρεμούλα να μην παραδοθούν.
Ας είναι μια χούφτα οι συνοδοιπόροι σας
και η αγάπη σας πολλή.
Και δείτε πως από σύννεφα λίγα
μεγάλη νεροποντή ξεκινά.
"Fear not little flock", it means:
when you are standing by the few
don't be scared!If against the flow you go
don't losse your breath,let not your feet
surrender in trembling.
May you have a handful of fellow travelers
and a large amount of love.
And watch how from a small cloud
a great downpour begins
"Fear not little flock", it means:
when you are standing by the few
don't be scared!If against the flow you go
don't losse your breath,let not your feet
surrender in trembling.
May you have a handful of fellow travelers
and a large amount of love.
And watch how from a small cloud
a great downpour begins
Κυπριακή ακριτική δημοτική ποίηση

ellinwnparadosi
Η Κύπρος φέρεται, ως ένα από τα τμήματα του Ελληνισμού, που διαθέτουν πλούσια και ενδιαφέρουσα λοαγραφική παράδοση. Τούτο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και συντηρητικής, στενής σύνδεσής της με τις αρχαίες ελληνικές ρίζες της και, ακόμη, των διασυνδέσεών της με τις γύρω χώρες, των από το 12. αι. κι εδώ πολιτικών περιπετειών της κ.ά. Η λαϊκή πνευματική παρόδοση του νησιού αντιπροσωπεύεται κυρίως από τη δημοτική ποίηση και τις λαϊκές δοξασίες και θυμοσοφία.
Παρόλο που είναι δύσκολη η χρονολόγηση πολλών δημοτικών ποιημάτων, μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να διακρίνουμε χρονικά τη δημοτική ποίηση της Κύπρου σε βυζαντινή, μεσαιωνική (της περιόδου της Φραγκοκρατίας), της περιόδου της Τουρκοκρατίας και τη νεότερη. Ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της, εξάλλου, επισημαίνομε το στοιχείο των παραλλαγών, που παρουσιάζουν μερικά δημώδη ποίματα κατά περιοχές, τη γλώσσα τους, που είναι η γνήσια κυπριακή διάλεκτος (με τα διάφορα τοπικά της ιδιώματα), και το στοίχο τους, που είναι, κατά κανόνα, ο δεκαπεντασύλλαβος (παλαιότερα απαντούν: ο 11 σύλλαβος, ο ιαμβικός δίμετρος, ο τροχαϊκός δίμετρος ή τετράμετρος κτλ). Κατά το περιεχόμενό τους τα κυπριακά δημοτικά τραγούδια προσδιορίζονται ως ακριτικά, ιστορικά, θρησκευτικά, ερωτικά, του γάμου, μοιρολόγια, της ξενιτιάς, σκωπτικά, του πολέμου, κ.ά.
Τα δημοτικά ποίματα της βυζαντινής περιόδου είναι κυρίως ακριτικά και δημιουργήθηκαν στα χρόνια των επιδρομών των Σαρακηνών και των Αράβων, με επίκεντρο τις «στρατιές» που αποστέλλονταν στο νησί για την άμυνα και που μετέφεραν μαζί τους τα ηρωικά τραγούδια τους από τα διάφορα άκρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μερικά από τα σωζόμενα είναι παραλλαγές κυπριακές των τραγουδιών αυτών, διαμορφομένες με τρόπο εντελώς ελεύθερο και δεν πρέπει να συγχέονται με τα καθαρώς κυπριακά.
Από τους αναφερόμενους ήρωές τους, μερικοί από τους οποίους- ή και μεμονομένα γεγονότα της ζωής τους- συνδέθηκαν και με διάφορες άλλες παραδόσεις ή τοπωνύμια, αντιπροσωπευτικότεροι είναι ο Διγενής και ακόμη, οι: Θεοφύλακτος, Διαφύλακτος, Ποσσύρκας, Κωσταντάς, Αλιάντρης κ.ά.
Στα τραγούδια αυτά, που τα λένε «αρκαία» (= αρχαία), παραλαμβάνουν και πολλά στοιχεία φωνητικά, που δεν είναι της σημερινής κυπριακής διαλέκτου, και τούτο είτε θέλουν να «ελληνικουρίσουν» είτε γιατί ακολουθούν την παράδοση την φωνητική των τραγουδιών. Ποιο κάτω σας παρουσιάζουμε ένα από αυτά τα επικά ακριτικά τραγούδια της Κύπρου με τίτλο «Ο Κωσταντάς».
Ο Κωσταντάς
Σήμερα στράφτει τζιαι βροντά τζιαι πάει για να βρέξη,
σήμμερα ο Σκλερόπουλος εν να καβαλλιτζέψη·
Τρέσσιει τζιαι πα στον τζύρην του, ευτζήν να του χαρίση·
«Μα, γυιέ μου, εν σου δκιώ ευτζήν, αν μεν σ' αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, γυιούλλη μου, τζι' εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις τον τζύρην τους, ευτζήν να τους χαρίση,
τζι΄εγιώ 'ρτα στον πατσσόγερον να μου παραλαλήση».
- Τζιαι άμε, άμε, γυιούλλη μου, τζι' ο Θεός να σου βουθήση·
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του στην μάναν του τζιαι πάει.
«Μανά, τζιαι δος μου την ευτζήν στου Κωσταντά να πάω».
- Μα, γυιέ μου, δεν σου δκιώ ευτζήν, αν δεν σ΄αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι΄αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, γυιούλλη μου, τζι εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος της μάνας του τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις την μάναν τους, ευτζήν να τους χαρίση,
τζι' εγιώ 'ρτα στην πατσσολεγκούν, να μου παραλαλήση·
-Τζιαι άμε, άμε, γυιούλλη μου, τζι' Θεός να σου βουθήση.
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του, στης αδελφής του πάει.
«Αδέλφιν, δος μου την ευτζήν, στου Κωσταντά να πάω,
να φέρω την γεναίκαν του σκλάβαν να μας δουλεύκη».
- Αδέλφιν, δεν σου δκιώ ευτζήν, αν δεν σ΄αστρονομήσω».
Σε πέντε ώρες της νυχτούς βκαίννει τζι αστρονομά τον,
σε δκυό ώρες της ημερούς βκαίννει καλημερά τον.
«Τζιαι καλημέρα, αδέρφι μου, τζι' εσού κορμίν θωράτον,
στου Κωσταντά να μεν παής, γιατ' ηύρα σε παρκάτου.
Ο Κωσταντάς εν άδρωπος, μα' ναι τζιαι παλληκάριν,
καλλιό σου παίζει το σπαθί, καλλιό σου το κοντάριν,
καλλύττερα σε πολεμά στ' άστρη τζι' εις το φεγγάριν».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
«Ούλλοι παν εις τ΄αδέρκια τους, ευτζήν να τους χαρίσουν,
τζι΄εγιώ 'ρτα στην βρωμαδελφήν να μου παραλαλήση.
- Τζιαι άμε, άμε αδελφέ, τζι' Θεός να σου βουθήση.
Στο άμε τζι' εις το έλα σου πόλεμος να σου τύσση,
να κάμουν τα κομμάδκια σου μιτσιά ωσάν τ΄αφκιά σου».
Ο σσύλλος τζι' αντάν έβκηκεν τζιαι πάει ν' αρμενίση,
παντές τζι΄ήταν από 'βκαλεν κουπάϊν να βοσσήση·
Χτυπά σκαλιάν του μαύρου του, ψηλόν βουνόν-ι-βκαίννει,
αννοίει τες αγκάλες του τζιαι τον Θεόν δοξάζει.
«Θεέ, τζι' αν είμαι πλάσμα σου, Θεέ, τζι' απάκουσέ μου.
Τζιαι να 'βρα τζιαι τον Κωσταντάν έξω που τ' άρματά του,
τζιαι να 'βρα το κοντάριν του τρεις δίπλες τσακκισμένον
τζιαι να 'βρα το σπαθάτζιν του στον πηξαξήν δοσμένον
τον άδρωπον τον αδροφά στον λόκκον κρεμμασμένον,
τη σσύλλα τη λαμπρόστομη στον άλυσο δημμένη,
τζιαι να 'βρα την γυναίκα του
απού κλησιάν τζι' απού λουτρού λαμπάδα καφουρένην».
Θέλεις ο νιός αγιός ήταν, Θεός επάκουσέν του.
Ηύρεν τζιαι το κοντάριν του τρεις δίπλες τσακκισμένον,
ηύρεν τζιαι το σπαθάτζιν του στον παξαξήν δοσμένον,
τον άνδρωπον τον αδροφά στον λάκκον κρεμμασμένον,
την σσύλλαν τη λαμπρόστομην στον άλυσο δημμένην
τζιαι ηύρεν τζιαι τον Κωσταντάν να 'ναι τζιαι μεθυσμένος
τζι΄ηύρεν τζιαι τη γεναίκαν του
απού κλησιάν τζι απού λουτρού λαμπάδα καφουρένην.
Απού τον είδ' ο Κωσταντάς, εβαροφάνηκέν του.
«Καλώς ήρτες, Σκλερόπουλλε, να φας, να πκής μιτά μου,
να φάης άγρη του λαού, να φας οφτό περτίτζιν,
να πκης γλυκόποτο κρασί, που πίννουν φουμισμένοι,
που πίννουσιν οι άρωστοι τζιαι βρέθουνται γειαμμένοι».
Τζιαι πολοάται νιούλλικος του Κωσταντά τζιαι λέει·
«Μα 'γιώ εν τζι΄ήρτα Κωσταντά, να φα, να πκιώ μιτά σου,
μόνον εν που' ρτα, Κωσταντά, τη κάλη σου να πάρω».
Που τ' άκουσεν ο Κωσταντάς, ορκώθην τζι΄εθυμώθην.
«Έπρ' μου λλίην πομονήν, να μπω να την αλλάξω».
- Μα δεν σου παίρνω πομονήν, γιατ' εν να με κουμπώσης,
να μπης έσσω ν' αρματωθής, να βκης να με σκοτώσης.
- Μα κρόκατσε τον μαύρο σου, να την καβαλλιτζέψης.
Που τ΄άκουσεν η λυερή, εβαρυφάνηκέν της.
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, τα λόγια που του λέεις!
Εν είσ' εσού, που μου' μοννες, εν είσ' εσού, που λάλες,
πώς δεν με βκάλλεις δκυό ώρες που τες δικές σ' αγκάλες;
- Έπαρε λλίην πομονήν, έπερε λλίην ώραν,
να βκουν έξω ν' αρματωθώ, να μεν βρομήσ΄η χώρα.
Εκρόκατσεν τον μαύρον του τζιαι καβαλλίτζεψέν την,
ο Κωσταντάς εν που' γυρεν απάνω στο τραπέζιν.
Ο Κωσταντάς εξύπνησεν του ύπνου μαραμμένος,
ήταν πολλά βαρύκαρτος τζιαι παραπονημένος.
Εσκόπησεν στην πούγγαν του, απού 'ταν τα κλειδκιά του,
τζι΄επήεν τζι' αρματώθηκεν τζι' έβαλεν τα σπαθκιά του.
Κατέβην εις στον σταύβλον του, απού 'ταν τ΄άλοά του,
μίαν φωνήν τους έβαλεν τζι΄ούλλα εσηκωθήκαν·
όσα εξέραν που πόλεμον εγύρναν τζιαι ψοφούσαν.
Τζιαι του΄πεν ο παλιάππαρος που την αππέσω πάγνην·
«Μα να' κλιθθάριν τζι΄άσσερον, πάει τζι΄στα πουλάρκα,
τώρα γυρίν εν που 'ππεσεν πάνω στα παλιαππάρκα.
Εγιώ ' μ ' άξιος τζιαι πότορμος, να φτάσω την τζυρά μου,
γιατί με κρυφοτάϊζεν κλιθθάρι στην ποδκιάν της,
γιατί με κρυφοπότιζεν μεσ' στ' αρκυρήν την λέενην.
Βέλε μου χάσσες δεκαχτώ τζιαι μπροστιλλίνες δέκα
τζιαι πισιλλίνες δώδεκα τζιαι φτερνιστήρκα όϊ».
Μα θέλεις επαράκουσεν, θέλεις καταύτυς κάμνει,
βάλλει του χάσσες δεκαχτώ τζιαι μπροστιλλίνες δέκα
τζιαι πισιλλίνες δώδεκα
τζιαι πάνω στο ποδάριν του γέρημον φτερνιστήριν.
Ππηά τζιαι καβαλλίτζεψεν παίδκιος αντριωμένος.
Φτερνιστηρκάν του έδωκεν, ψηλόν βουνόν-ι-βκαίνει,
ετρέμασιν τα μέλη του σγιαν τρέμει το κουλούτζιν.
Τζιαι πολοάτ΄ο Κωσταντάσς του μαύρου του τζιαι λέει·
«Μαύρε μου, μαυροπόδα μου, μαύρε μ΄ανεμοπόδα,
εσού στα παιδκιοσύνια σου κακόν εν πον μου 'καμες
τζι' εις τα γεροντοσύνια σου κακόν εν να μου κάμης».
Τζιαι πολοάτ' ο μαύρος του, του κωσταντά τζιαι λέει·
«Ασκόπα εις την κόξαν σου τζι' εσ' αρκυρόν φηκάριν
τζιαι μεσ' στ΄αρκυροφήκαρον εσ' αρκυρόν μασσαίριν,
κόψε το φτερνιστήριν σου, στην γην να κατεβούμεν».
Ασκόπησεν στην κόξαν του, βρίσκ' αρκυρόν φηκάριν
τζιαι μεσ' στο αρκυροφήκαρον βρίσκ' αρκυρόν μασσαίριν.
Κόβκει το φτερνιστήριν του στην γην τζι΄εκατεβήκαν.
«Έπαρ΄μου λλίην πομονήν, έπαρ΄μου λλίην ώραν,
να πνάσουσιν τα μέλη μου, να πκιάσουμεν την στράταν».
Παίρνει του λλίην πομονήν, πέρνει του λλίην ώραν,
επνάσασιν τα μέλη του τζι επκιάσασιν την στράταν.
Χαλιναρκάν του έδωκεν σσοιροβοσκόν-ι-βρίσκει.
Πρώτ΄ αχτυπά του μουστουνιάν τζι΄ύστερις αρωτά τον·
«Είδες, μωρέ σσοιροβισσέ, έναν μιτσίν φουσάτον,
μ' εξηνταπέντε βλάμπουρους των εκατόν σσιλιάων;»
Τζιαι πολοάται σσοιροβοσκός τζιαι τζαχαμαί τζιαι λέει·
Θαμμάζουμεν τους άρκοντες μανιέραν που κρατούσιν
πρώτ' αχτυπούσιν μουστουνιάν τζι΄ύστερις αρωτούσιν!»
Χαλιναρκάν του έδωσεν τζι΄εφάνηκεν τ' ασκέριν.
Σσισσίνισεν ο μαύρος του, σγιάν ήταν μαθημένος.
Που τ΄άκουσεν ο νιούλλικος εβαρυφάνηκέν του,
τζιαι πολοάται νιούλλικος της λυερής τζιαι λέει·
«Κάπου στράφτει, κάπου βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου Θεός εθέλησεν χώρες για να χαλάση».
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του νιούλλικου τζιαι λέει·
«Μηδέ στραφτεί μηδέ βροντά μήτε χαλάζι ρίβκει,
μόνον εν ο Κωστάκης μου τζιαι κάπου πολεμίζει».
Τζιαι πολοάτ' ο λυερός της λυερής τζιαι λέει·
«Ο Κωσταντάς σου εν καλός κρασίν ρατζίν να πίννην».
Τζιαι νάσου τζιαι τον Κωσταντά τζι΄επλάκωσέν τον τζείνον.
«Τζιαι πε μου αν σ' ετσίμπησεν κόβκω τα δκυό του σσέρκα
τζιαι πε μου αν σ' εφίλησεν, κόβκω τα δκυό του σσείλη,
τζιαι πε μου αν σ' ενεψεν, βκάλλω το' ναν τ' αμμάτιν».
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του Κωσταντά τζαι λέει·
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, τα λόγια που μου λέεις.
Γεράκα πκιάννει το πουλλίν τζιαι τρω το για μαθκιά το,
για βάλλει το μέσ΄στο κλουβίν τζιαι πολλοτυρανά το.
Με φίλησεν, με τσίμπησεν τζι' ο,τι ήθελεν επήρεν,
μονάχα πάνω στην τιμήν τίποτες εν εκάμεν».
Εκρόκατσεν τον μαύρον του τζι΄εκαβαλλίτζεψεν την·
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, βκάλει το' ναν' τ΄αμμάτιν,
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, κόβκει τα δκυό του σσέρκα,
χτυπά του μιαν με το σπαθίν, κόβκει τα δκυό του σσείλη,
ξαναδιπλώννει τ΄άλλη μιαν τζι' έκαμεν τον κομμάδκια.
Βαβαλλικά τον μαύρον του τζιαι πκιάννει την τζιαι πάει
τζι' εις τα κλωθοΰρίσματα τον πεθθερόν του βρίσκει.
«Αλάρι' αλάρια, πεθθερέ, μη σε καταδικάσω,
γιατ' έβρασεν το σσέριν μου τζιαι τρέμει το κορμίν μου,
πον ηύρεν το σπαθάτζιν μου να φα τζιαι να χορτάση·
- Αν έβρασεν το σσέριν σου, τζιαι τρέμει το κορμίν σου,
τζι' εν ηύρεν το σπαθάτζιν σου να φα τζιαι να χορτάση,
έσσει αβρόσσιλλες πολλές τζιαι κόψε να χορτάση».
Διά του μιαν με το σπαθίν τζι έκαμεν τον κομμάδκια .
Τζιαι πολοάτ' η λυερή του Κωσταντά τζιαι λέει·
«Θαμμάζουμαί σε, Κωσταντά, ως τζιαι τον πεθθερό σου;
- Σιώπα σου που δαχαμαί τζιαι πάει τζι' η δική σου».
NOCTOC
Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017
Κηδεία-Funeral

Ας χτυπήσουν πένθιμα οι καμπάνες!
Μαζευτείτε όλοι με ρούχα μαύρα,
με θλιμμένα πρόσωπα και δακρυσμένα μάτια.
Αφήστε λίγο χώμα πάνω μου
και πιείτε στην ανάμνησή μου ένα ποτό.
Θρηνήστε αν το θέλετε,μα μη ξεχνάτε·
όσα μαζί ζήσαμε και όσα είπαμε
ας σας συντροφέψουν μέχρι και πάλι
σε μέρος διαφορετικό να συναντηθούμε.
Let the bells mournfully chime!
Gather all around me wearing black,
with sad faces and tearful eyes.
Put some dirt on me
and have in my remembrance a drink.
Grieve if you like but do not forget;
what we lived and what we said
may accompany you all untile once again
in a different place we will meet.
Υφάνσεις του Χρόνου
elinepa.org
ποιήματα της Σανγκίτα Γκούπτα
Απόδοση στα ελληνικά Αλεξάνδρα Μητσιάλη
1
Με σένα ο Χρόνος
γίνεται διαμάντια
στιγμές από μαργαριτάρια γίνεται.
Όχι, τον Χρόνο δεν τον σπαταλώ
τον πλέκω ποιήματα με σένα
πίνακες τον υφαίνω.
2
Ο Χρόνος;
Ο Χρόνος έννοια θολή
που μπορείς του χεριού σου να τον έχεις
να τον γεννάς απ” την αρχή
μέσα στην τόση ευελιξία του
άχρονο να τον κάνεις
σπαταλημένο να τον αψηφάς
αλλιώτικο μέσα στην κάθε διάθεσή σου.
Μπορεί θλιμμένος,
χαρούμενος μπορεί
μα δε σε διαφεντεύει,
σκλάβος σου πειθήνιος
από σε εξημερωμένος.
Μέσο της δύναμής σου
δώρο σε σε δοσμένο
τη θέλησή σου να υπηρετεί.
3
Μοναξιά απογευματινή
κι ένας ήλιος παιχνιδιάρης
που ασπάζεται τα μάτια σου
τόσο απαλά
μα εσύ αντί να υφαίνεις όνειρα
υφαίνεις τη σιωπή.
Έτοιμη η φωτιά στα σωθικά
μια έκρηξη αναμενόμενη
ατίθαση μια πεταλούδα.
Κι ιδού ο επαναστάτης
αναζητώντας νέο ορίζοντα
να μεγαλώσει
μια αφύπνιση σχεδόν ολοκληρωτική
για τίποτ” άλλο
παρά για μια επανασύνδεση
ένα δεσμό απ” την αρχή
την επανάκτηση μιας διαύγειας.
Αυτός είσαι λοιπόν
κάθε στιγμή και ζωντανός
εδώ και τώρα ζωντανός
και για όσο διάστημα
θα διαρκεί το πάντα.
4
Ο έρωτας απροσδιόριστος
ποιος για τον ορισμό του να εγγυηθεί;
Αλλιώτικα ο καθένας τον κατανοεί.
Ενδεχομένως να αισθανθείς
την παρουσία του αόρατη
ανάμεσα σε ουρανό και γη
μπορεί κι ολόγυρά σου.
Μα οι λέξεις να τον αποδώσουν
δεν μπορούν.
Μόνο μες στην απόλυτη σιωπή
να τον συλλάβεις ίσως θα μπορούσες
όπως κρυμμένος βρίσκεται στα μύχια
μιας φευγαλέας ύπαρξης.
Αυτά τα μύχια άγγιξε
και θα τον συναντήσεις.
5
Σ” αυτό
το φιλημένο από τον ήλιο απόγευμα
καταλαβαίνω
πως στις σκέψεις μου όλο και τριγυρίζεις
κι η ζεστασιά
απ” το βελούδο του ήλιου
της βαθιάς σου ανάμνησης
έχει τη ζεστασιά.
6
Απόγευμα
από το γέλιο σου γεμάτο
με κάνει ξάφνου να σκεφτώ
ότι είμαι ζωντανή
και να πω στον εαυτό μου
ότι το μεγάλο ποίημα
είναι η ίδια η ζωή.
7
Σε αφουγκράζομαι
στη σιγή
το ανείπωτο αφουγκράζομαι
αφουγκράζομαι το ανέγγιχτο
στα χείλη σου
κρυμμένα συναισθήματα
αφουγκράζομαι
μυστικά θαμμένα με φροντίδα
στα μύχια της ψυχής σου
η καθαρή αλήθεια η ωμή
δεν ξοδεύεται
δεν εκφράζεται
με λέξεις
που έχουν χάσει
το νόημά τους
γι” αυτό μόνο σιωπή απόλυτη
δίχως επικοινωνία
δίχως επαφή
μα κοίτα παρόλα αυτά
πως ακόμα σ” αφουγκράζομαι
και σε καταλαβαίνω πλήρως.
8
Είναι τώρα που συλλαμβάνω
τη σιωπή
που εκτιμώ
την ομορφιά στο απόλυτο
του ανύπαρκτου την ευτυχία.
Ο εντός μου θόρυβος κι η ταραχή
άφαντοι γίνονται
και της σιγής το γκονγκ
γεμίζει το κενό
και της απόλυτης σιωπής η κάθε ανάσα
με προσγειώνει
στο τώρα και στο εδώ
όχι του ήχου
μα του τραγουδιού.
9
Πότε είναι η σιωπή και πότε η αλαλία
το περιεχόμενο ενός ποιήματος;
Το ξέρω ως το μεδούλι μου
πως η επαναφορά είναι στ” αλήθεια
της πλημμυρίδας
που περάσαμε μαζί
στιγμές που σαν να πάγωσαν στο χρόνο
προφυλαγμένες τόσο μυστικά
στου είναι τούς πιο αθέατους πόρους
η χαρά χωρίς να σου το έχουν πει να ξέρεις
της κατανόησης η ηδονή
η ικανοποίηση
άκοπα πως σε καταλαβαίνουν
ελάχιστα να ειπώνονται
μα ο άλλος να κατανοεί
μια Παρουσία
όταν το λιωμένο ασήμι της σιωπής
σαν ποίημα ρέει
σαν μία πένα που κυλά.
Ποιητές της Αναγέννησης
eleftheria.gr
Την ώρα που οι Οθωμανοί Τούρκοι πριν και κυρίως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης επεκτείνουν την κυριαρχία τους όλο και περισσότερο κατακτώντας τις χώρες της Βαλκανικής και φτάνοντας έξω απ’ τα τείχη της Βιέννης, στην υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία, τα φώτα του πολιτισμού διώχνουν την ομίχλη της άγνοιας και των προκαταλήψεων που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.
Ο Homo Universalis1 του 15ου και 16ου αιώνα, γίνεται λάτρης της Αρχαίας ελληνικής παράδοσης (Γράμματα – Τέχνες – Επιστήμες), εμπνέεται από τα κλασικά ιδανικά της ηθικής, της γνώσης και της δημιουργικότητας των Ουμανιστών, ενώ ο πλούτος που συσσωρεύεται από την εξόρυξη του ασημιού στο γειτονικό Τυρόλο, αυξάνει το διαθέσιμο χρήμα των φιλότεχνων τραπεζιτών της οικογένειας των Μεδίκων στη Φλωρεντία, και οι Δημοκρατίες της Βενετίας και της Γένοβας γίνονται πλουσιότερες με το χρυσάφι που μεταφέρουν οι Σταυροφόροι πλιατσικολόγοι, γυρίζοντας από την Ανατολή.
Στη Γαλλία, αν και η πνευματική επανάσταση της Αναγέννησης άργησε περίπου έναν αιώνα, παραμερίζονται οι ενδοθρησκευτικές συγκρούσεις, διαχέεται η αισιοδοξία και δημιουργούνται μεγάλα έργα σε όλες τις μορφές της τέχνης, τη λογοτεχνία, την ποίηση, αρχιτεκτονική, ζωγραφική.
Ο Φρανσουά Ραμπελαί (Francois Rabelais, 1483 – 1553), κύριος εκπρόσωπος της αφηγηματικής ποίησης στη Γαλλία της εποχής του, γεννημένος στη πόλη Σινόν της Κοιλάδας του Λίγηρα ποταμού, συμπατριώτης του Μπαλζάκ (1799 – 1850) και συνομήλικος του Λούθηρου (1483 – 1546), ενώ γίνεται μοναχός σε μοναστήρι των Φραγκισκανών, από νωρίς, σπουδάζει Ιατρική στο πανεπιστήμιο του Μομπελιέ, εργάζεται για λίγο στο νοσοκομείο της Λυών (Hotel Dieu), το 1532 μεταφράζει τους «Αφορισμούς» του Ιπποκράτη και το «Περί Τέχνης Ιατρικής» του Γαληνού και διδάσκει μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο Ανατομία – ως διάσημος Ανατόμος που ήταν – στο πανεπιστήμιο της Λυών. Τον 11ο και 12ο αιώνα οι θρύλοι, οι παραδόσεις, τα κατορθώματα των βασιλιάδων, όπως ο Καρλομάγνος, οι περιπέτειες των Σταυροφόρων με τις ερωτοδουλειές τους, έγιναν στη λαϊκή φαντασία ιστορίες που περνούσαν, με το στόμα, από γενιά σε γενιά. Ο Ραμπελαί μια τέτοια ιστορία κάθεται και γράφει (ιπποτικό μυθιστόρημα) που αποτελεί «χρονικό της εποχής με πρωταγωνιστές πρίγκιπες, βασιλιάδες, ακόλουθους και πάνω απ’ όλα, τις ιδέες του ανθρωπισμού. Γνώστης των αρχαίων ελληνικών και της Λατινικής, ενώ εργάζεται στο νοσοκομείο της Λυών, το 1532, γράφει «Τα φοβερά και τρομερά κατορθώματα του περίφημου Πανταγκρουέλ», μία έμμετρη παρωδία ιπποτικού μυθιστορήματος, όπου περιγράφονται οι περιπέτειες και τα παθήματα ενός γίγαντα πρίγκιπα του βασιλείου της Ουτοπίας. O Πανταγκρουέλ και ο πατέρας του, ο Γαργαντούας, βασιλιάς της Ουτοπίας, μέσα από τις περιπέτειες και το χιούμορ, που συχνά γίνεται «χοντρό», στηλιτεύουν την απληστία, την υποκρισία, την αμάθεια, την απανθρωπιά και σκορπίζουν την αισιοδοξία, τη χαρά, το γέλιο. «Κάλιο για γέλια παρά για κλάματα να γράφω, αφού το γέλιο είναι γνώρισμα του ανθρώπου μόνο», γράφει ο P. για το έργο του.
Παίρνοντας ιδέες και εικόνες από τις φυλλάδες της εποχής του Μεσσαίωνα, ο Ραμπελαί, καθώς είναι μέρες Καρναβαλιού, μπερδεύει νάνους με γίγαντες, διασκεδαστές με Τροβαδούρους που βωμολοχούν, εξυμνούν τις χαρές της ζωής, του κρασιού, του έρωτα, πειράζει ο ένας αγαθός τον άλλο αγαθό, και κάποτε γίνονται φιλόσοφοι, αφού βγαίνουν από το στόμα τους αλήθειες, όσο και αν σε μερικούς κύκλους φέρνουν τον «πόνο».
Το 1535 ύστερα από την έκδοση του «Γαργαντούα και Πανταγκρουέλ » ο Ρ. έρχεται σε ρήξη με τους γιατρούς της Λυών και τους κύκλους της Σορβόννης, οι οποίοι καταδικάζουν τα έργα του, ως αθεϊστικά.
Ο Λουδοβίκος Αριόστο ( Ludovico Ariosto, 1474 – 1533 ), γεννήθηκε στο Ρέτζιο Εμίλια της Ιταλίας(Λομβαρδία). Μεγαλύτερος από τα 10 αδέρφια του, αναλαμβάνει νωρίς τις ευθύνες της οικογένειας, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του. Σπουδάζει Νομικά, αλλά δεν απομακρύνεται ποτέ από τη μελέτη της ελληνικής και λατινικής ποίησης. Γράφει ποιήματα, πεζά, κωμωδίες και άλλοτε μικρά λυρικά έργα.
¨Το τραγούδι του Ρολάνδου¨ η Ορλάνδου, είναι ένας γαλλικός αγαπημένος θρύλος που η παράδοση τον κράτησε, αφού -όπως έλεγαν- αφορούσε τον ανιψιό του Αυτοκράτορα Καρλομάγνου. Αυτόν τον μύθο παίρνει ο Ματτέο Μπογιάρντο (Boiardo, 1441 - 1493), σπουδαίος Ιταλός ποιητής, και πλάθει, ως συνέχεια, τον δικό του «Ερωτευμένο Ρολάνδο». Ο Αριόστο, ακολουθώντας τον επικό χαρακτήρα των έμμετρων ποιημάτων της εποχής, προσθέτει ευτράπελα και εύπεπτα στοιχεία στη γαλλική αυτή αποποιϊα, και δημιουργεί τον φημισμένο «Μαινόμενο Ορλάνδο», σε ποιητική μορφή. Το έργο αποτελείται από 40 τραγούδια, ο Ορλάνδος μιλάει και μάχεται, ως Χριστιανός, εναντίον των Μωαμεθανών και περισσότερο για τις … γυναίκες, με πρώτη την Αντζέλικα.
Ο Λουίτζι Πούλτσι (Pulci, 1432 – 1484 ) από το Μοντεπουλτσιάνο της Τοσκάνης, γράφει και αυτός, ύστερα από υπόδειξη της Λουκρητίας Τορναμπουόνι, μητέρας του Λορέντζο των Μεδίκων, το δικό του επικό ποίημα, το ¨Μοργκάντε Ματζιόρε¨. Το ιπποτικό αυτό έμμετρο αφήγημα των 28 τραγουδιών (cantos), με βασικά στοιχεία την περιπέτεια, το λεπτό χιούμορ, τον ρομαντισμό, προβάλλει την αγαθή ψυχή του γίγαντα που γίνεται πιστός οπαδός του Ορλάνδου και πεθαίνει τρώγοντας μια μπουκιά καβουρόψυχα, ενώ ο φίλος του Μαργκούτε, πεθαίνει από τα γέλια…
[1] Homo Universalis. O καθολικός, οικουμενικός, αυτός που είναι ταυτόχρονα λόγιος, καλλιτέχνης, επιστήμονας, που έχει λάβει ολόπλευρη μόρφωση. Ο όρος αυτός είναι του Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Βοηθήματα
Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα τ. 50ος σ. 277
GILBERT HIGHET . Η κλασική παράδοση ΜΙΕΤ 1988
Jean FAUVET. Ιστ. της Ιατρ. Ζαχαρόπουλος 1964
Π.Κανελλόπουλου, Ιστ. Ευρ. Πνεύματος τα 2ος
UNESCO. Ιστ. της Ανθρωπότητας Τα 6ος 2904
Γ. Μαρκαντωνάτου Λογοτεχν_Φιλολ. Όροι το Βήμα σ.156
Του Τάσου Πουλτσάκη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

