Καθώς αναλογιζόμουν σιωπηλά,
Επιστρέφοντας στα ποιήματά μου, εξετάζοντας, προσμένοντας επί μακρόν,
Ένα Φάντασμα ορθώθηκε μπροστά μου, με βλέμμα καχύποπτο,
Τρομερό σε ομορφιά, ηλικία και δύναμη,
Το πνεύμα των ποιητών των αρχαίων τόπων,
Στρέφοντας πάνω μου τα μάτια του σαν φλόγες,
Με το δάχτυλο να δείχνει πολλά αθάνατα τραγούδια,
Και φωνή απειλητική: Τι τραγουδάς εσύ; είπε·
Δεν γνωρίζεις πως ένα είναι το θέμα για τους αιώνιους αοιδούς;
Και αυτό είναι το θέμα του Πολέμου, η τύχη των μαχών,
Η σμίλευση τέλειων στρατιωτών;
Έστω, λοιπόν, απάντησα,
Κι εγώ, υπερόπτη Ίσκιε, κι εγώ τον πόλεμο τραγουδώ — έναν πόλεμο μακρύτερο και σπουδαιότερο από κάθε άλλον,
Που διεξάγεται στο βιβλίο μου με τύχη μεταβλητή — με φυγή, προέλαση και υποχώρηση — με τη Νίκη αναβληθείσα και αμφίρροπη,
(Κι όμως, θαρρώ, βέβαιη, ή σχεδόν βέβαιη, στο τέλος,) — Με πεδίο μάχης τον κόσμο·
Για τη ζωή και τον θάνατο — για το Σώμα και για την αιώνια Ψυχή,
Ιδού! έρχομαι κι εγώ, ψάλλοντας τον ψαλμό των μαχών,
Εγώ, πάνω απ' όλα, εξυμνώ τους γενναίους στρατιώτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου