Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Άρθουρ Μάχεν

 


https://www.nyctophilia.gr/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%BF%CF%85%CF%81-%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B5%CE%BD-o-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82/

Ποιος ήταν  ο Άρθουρ Μάχεν, ο συγγραφέας της Φανταστικής Λογοτεχνίας που ενέπνευσε πλήθος σύγχρονων αλλά και παλαιότερων συγγραφέων να ασχοληθούν με την συγγραφή ιστοριών τρόμου;


Την πρώτη φορά που πιάνεις στα χέρια σου βιβλία από τις εκδόσεις Tartarus Press σου φαίνονται σχεδόν τόσο πνευματικά όσο οι υπερφυσικές ιστορίες που περιέχουν. Η εκλεπτυσμένη απλότητα της παρουσίασής τους, τα χειροποίητα δεσίματα και τα κρεμ εξώφυλλα με τις μινιμαλιστικές διακοσμήσεις τους επαναφέρουν ως αίσθηση τους περασμένους αιώνες όταν τα βιβλία ήταν σπάνια σαν θησαυρός.


Οι ιστορίες του Άρθουρ Μάχεν μπορεί να μη διαβάζονται τόσο συχνά πια, όμως οι ιδέες του κρύβονται στην «καρδιά» των σύγχρονων ιστοριών τρόμου που έγραψαν συγγραφείς όπως ο Stephen King και ο Clive Barker.


Ίσως ο σημαντικότερος, αλλά εκείνος που θυμούνται λιγότερο οι αναγνώστες από τους συγγραφείς του  εν λόγω εκδοτικού oίκου, ήταν ο Ουαλός συγγραφέας του υπερφυσικού, της φαντασίας και του Τρόμου Άρθουρ Μάχεν (1863-1947). Αρκετοί σύγχρονοι συγγραφείς της Φανταστικής Λογοτεχνίας βλέπουν τις προσπάθειές τους να αντικατοπτρίζουν την ζωή και το έργο του Μαχεν. Γεννημένος μέσα στην κοινωνική ενδοχώρα ανάμεσα στις προνομιούχες Ανώτερες τάξεις και τη φτώχεια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, έλαβε την εξαιρετική του αρχική εκπαίδευση αλλά δεν είχε τα χρήματα να φοιτήσει μετέπειτα στο πανεπιστήμιο. Παρ’όλα αυτά κυνήγησε μία καριέρα  ως συγγραφέας, δουλεύοντας ως δημοσιογράφος και γράφοντας τις νύχτες, μία σκληρή δουλεία που έκανε τον Μάχεν να εδραιώσει τον εαυτό του στα τριάντα του ως συγγραφέα τρόμου.


Αυτή η επιτυχία του όμως θα του γύριζε μπούμερανγκ όταν η σχέση του με την παράξενη κατηγορία διηγημάτων καθιστούσε αδύνατη την όποια προσπάθεια εύρεσης εκδότη για τα συγγράμματά του καθώς εκείνα εξελίσσονταν συνεχώς, κάτι που έκανε τις ιστορίες του να παραμείνουν ανέκδοτες για αρκετά χρόνια. Με την αλλαγή του αιώνα και έπειτα από τον Θάνατο της πρώτης Συζύγου του, ο Μαχεν εγκατέλειψε την συγγραφή Φανταστικής Λογοτεχνίας. Όμως η «πένα» του συνέχισε να μιλά για τον εαυτό της και η άνοδός της οδήγησε σε μία μεγάλη αναζωπύρωση ενδιαφέροντος την δεκαετία του 1920, κάτι που έκανε τον Αρθουρ Μαχεν να ξεκινήσει την συγγραφή ξανά.


Άρθουρ Μάχεν: Φιλοσοφία & Πεποιθήσεις

Οι αξίες που έκαναν τόσο σημαντική την δουλειά του Άρθουρ Μάχεν είναι οι ίδιες αξίες που οδήγησαν την παράδοση της παράξενης Λογοτεχνίας. Από την Πρώιμη ιστορία του The Great God Pan ,το αριστούργημά τουThe Hill of Dreams ως την δουλειά της τελευταίας περιόδου του ο Άρθουρ Μάχεν παρέμεινε αποφασισμένος να ταξιδέψει τους αναγνώστες του σε Μυστικιστικούς Κόσμους και υπερφυσικές καταστάσεις. Μέσα σε μία κοινωνία προσηλωμένη στο χριστιανικό ζήλο, δημιούργησε μία παγανιστική και απόκρυφη ιδεολογία για να ζωντανέψει την γραφή του.


Σε μία εποχή όπου ο επιστημονικός ρασιοναλισμός ερχόταν πλήρως στο προσκήνιο ο Μαχεν και άλλοι συγγραφείς της παράξενης λογοτεχνίας συνέχιζαν να υποστηρίζουν πως οι μυστικιστικές εμπειρίες είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να κατανοήσουμε τον σύγχρονο κόσμο, επιχείρημα που διαρκεί στα βάθη του χρόνου ως και τις ημέρες μας.



 

Από το ξεκίνημα της Συγγραφικής του Καριέρας ο Άρθουρ Μάχεν ασπάστηκε την μυστικιστική πεποίθηση πως ο συνηθισμένος κόσμος μας κρύβει ένα πιο μυστηριώδη και παράξενο κόσμο πέρα από εμάς. Οι gothic ιστορίες του που χρονολογούνται στο 1890 επισήμαιναν πως αν σηκώσει κανείς αυτό το πέπλο προς τον παράδοξο αυτό κόσμο θα μπορούσε να οδηγηθεί στην τρέλα ή τον θάνατο ή και στον συνδυασμό αυτών. Ο Μάχεν ήταν ενθουσιασμένος για το είδος της λογοτεχνίας που εξέφραζε αυτή την όμορφη αίσθηση του άγνωστου, την προσμονή του μυστηρίου που εστιαζόταν στην λέξη έκσταση. Ήταν παθιασμένος για συγγραφείς και Ιστορίες που επιτύγχαναν αυτού του είδους την αίσθηση και το ίδιο επιχειρούσε να κάνει και ο ίδιος με ομολογουμένως μεγάλη επιτυχία. Η έντονη αντίθεσή του με την Υλιστική οπτική του σύγχρονου κόσμου είναι καταφανής σε αρκετά από τα έργα του, τοποθετώντας τον ως έναν από τους πρωτοπόρους του Νεο-ρομαντισμού.


Οι ιστορίες του Άρθουρ Μάχεν μπορεί να μη διαβάζονται τόσο συχνά πια, όμως οι ιδέες του κρύβονται στην «καρδιά» των σύγχρονων ιστοριών τρόμου που έγραψαν συγγραφείς όπως ο Stephen King και ο Clive Barker. Η μυθολογία Κθούλου του Λάβκραφτ είναι βαθιά επηρεασμένη από τα διηγήματα του Άρθουρ Μάχεν, καθώς και τα βιβλία όλων σχεδόν των συγγραφέων ιστοριών τρόμου.


Συντάκτης: Αποστόλης Χειρδάρης


“Το παρόν άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στo Mindhack.gr στις 30/12/2015 .”

Golden Bat: The First Super Hero

 


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

MELVINS - Spoonman

 


Windmill - Ανεμόμυλος

 


Windmill!

Dreadful enemy

of chivalric daydreamers


Ανεμόμυλος!

Εχθρός τρομερός

των ιπποτικών ονειροπόλων 

Οράσιο Κιρόγα

 


https://www.nyctophilia.gr/horacio-quiroga-%ce%bf-%ce%bb%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%b1%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82-poe/

Ο  Οράσιο Κιρόγα (Horacio Quiroga, 1878-1937) γεννήθηκε στην πόλη Σάλτο της Ουρουγουάης και ήταν γιος ενός Αργεντινού υποπρόξενου και μιας Ουρουγουανής μεγαλοαστής. Παρά την καλή του ανατροφή, έζησε μια περιπετειώδη ζωή στο περιθώριο, όντας σημαδεμένος εξαρχής από μια σκληρή μοίρα. Σε ηλικία μόλις δυόμιση μηνών χάνει τον πατέρα του όταν η κυνηγετική του καραμπίνα εκπυρσοκρότησε τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Στα δεκαεπτά του χάνει τον πατριό του, ο οποίος, έχοντας μείνει παράλυτος, αυτοκτονεί με την κυνηγετική του καραμπίνα. Στα είκοσι τρία του χάνει τον αδερφό και την αδερφή του από τυφοειδή πυρετό, ενώ ένα χρόνο αργότερα πυροβολεί και σκοτώνει κατά λάθος έναν στενό του φίλο. Τέλος, στα τριάντα επτά του, η πρώτη του γυναίκα αυτοκτονεί. Όλα αυτά τα οδυνηρά βιώματα σε συνδυασμό με τις πολλές διακυμάνσεις στις ερωτικές και οικογενειακές του σχέσεις, τη νεανική και σπάταλη ζωή του δανδή, την έλξη που του ασκούσε η απομόνωση στα άγρια δάση του ποταμού Παρανά -που δεν συμβιβαζόταν με τα ανιαρά δημοσιοϋπαλληλικά του καθήκοντα- την περιστασιακή χρήση ουσιών και την αυτοκτονία του, αφότου πληροφορήθηκε πως έπασχε από καρκίνο, φέρνουν στο νου τη ζωή των Edgar Allan Poe (1809-1849), Charles Baudelaire (1821-1867) και Guy de Maupassant (1850-1893) που πάντα αγαπούσε. Αναμφισβήτητα, για τον Κιρόγα το γράψιμο ήταν ένας τρόπος για να ξορκίσει τον φόβο του θανάτου.


Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1899, σε ηλικία είκοσι ενός ετών, εκδίδοντας ένα εβδομαδιαίο περιοδικό όπου δημοσίευσε το γοτθικών καταβολών διήγημα «Για μια νύχτα αϋπνίας» («Para noche de insomnio») που είναι καθαρά επηρεασμένο από τον Poe. Έκτοτε, η λογοτεχνική σκιά του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα θα πέφτει πάνω του για όλη την υπόλοιπη ζωή του.


«Ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν γεμάτο με Poe. Αυτός ο καταραμένος τρελός είχε καταφέρει να με κυριεύσει ολοκληρωτικά», δήλωσε κάποτε. 


Στην πορεία, ωστόσο, απομακρύνθηκε από τα γοτθικά πρότυπα αναπτύσσοντας το δικό του απλούστερο και αμεσότερο ύφος που χαρακτηριζόταν από έναν λανθάνοντα υπαινικτικό τρόμο, ο οποίος εκκινεί τόσο από τόσο από τα σκληρά του βιώματα όσο φυσικά και από τη μοναχική ζωή του στις αφιλόξενες και επικίνδυνες ζούγκλες της νοτιοαμερικανικής μεθορίου.


Έτσι, ενώ ο Poe συνήθως παρουσιάζει εκλεπτυσμένους και ασυνήθιστους χαρακτήρες με συχνά τερατώδη χαρακτηριστικά σε αστικά ή γενικά περιβάλλοντα εντός του πολιτισμού, οι ήρωες του Κιρόγα είναι ως επί το πλείστον συνηθισμένοι άνθρωποι του μόχθου που καλούνται να επιβιώσουν σ’ ένα εχθρικό, πρωτόγονο περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, τα εξωτικά έργα των Rudyard Kipling (1865-1936) και Jack London (1876-1916) είναι μεταξύ αυτών που συνδιαμόρφωσαν τον λογοτεχνικό του κόσμο. Στις γνωστότερες και καλύτερες συλλογές διηγημάτων του Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου (Cuentos de amor de locura y de muerte, 1917), Ιστορίες του παρθένου δάσους (Cuentos de la selva, 1918) και Ανακόντα (Anaconda, 1921) η μαγευτική και ταυτόχρονα απειλητική φύση πρωταγωνιστεί και ο θάνατος ενεδρεύει άλλοτε με τη μορφή σαρκοφάγων μυρμηγκιών και δηλητηριωδών φιδιών και άλλοτε με τον καυτό ήλιο, τους οργισμένους χειμάρρους και τις διάφορες μολυσματικές ασθένειες των τροπικών.


Ο Μπενινκάσα είχε ακούσει για τα παράξενα μυρμήγκια τα οποία ονομάζουμε «κολασμό». Είναι μικροσκοπικά, με γυαλιστερό μαύρο χρώμα και προχωρούν ταχύτατα σχηματίζοντας πλατιά, ως επί το πλείστον, ποτάμια. Είναι δε αποκλειστικώς σαρκοφάγα. Στο πέρασμά τους καταβροχθίζουν ό,τι βρουν: αράχνες, γρύλους, σκορπιούς, βατράχους, έχιδνες και γενικά κάθε πλάσμα ανίκανο να τους αντισταθεί. Δεν υπάρχει ζωντανό, ανεξαρτήτως μεγέθους και δύναμης, που που να μην τρέχει να γλιτώσει από δαύτα. Η είσοδός τους σ’ ένα σπίτι συνεπάγεται την ολοκληρωτική εξόντωση κάθε έμβιου όντος, γιατί δεν υπάρχει ούτε γωνιά ούτε τρύπα, όσο βαθιά κι αν είναι, όπου δεν θα εισχωρήσει ο αδηφάγος αυτός στρατός. Μπροστά τους τα σκυλιά αλυχτούν, τα βόδια μουγκανίζουν και δεν έχει κανείς άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει το σπίτι στο έλεός τους, αν θέλει να μη φαγωθεί ως το κόκκαλο μέσα σε δέκα ώρες.


Από το διήγημα «Το άγριο μέλι» της συλλογής “Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου”


Παρόν, ωστόσο, στο έργο είναι και το αστικό περιβάλλον, όπου η βία, η τρέλα, οι παραισθήσεις και η αποξένωση κυριαρχούν.


Όμως το βλέμμα των ηλίθιων είχε ζωντανέψει· τις κόρες των ματιών τους φώτιζε μια επίμονη λάμψη. Δεν έπαιρναν τα μάτια τους από την αδερφή τους, ενώ μια αυξανόμενη αίσθηση κτηνώδους βουλιμίας αλλοίωνε λεπτό το λεπτό κάθε γραμμή του προσώπου τους. Προχώρησαν αργά προς την περίφραξη. Η μικρή, έχοντας καταφέρει να στηρίξει το πόδι της, ετοιμαζόταν να καβαλήσει το τοιχάκι και να πηδήξει στην άλλη πλευρά, όταν ένιωσε πιασμένη από το ένα πόδι.


Από το διήγημα «Η αποκεφαλισμένη κότα» της συλλογής “Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου”


Παρότι ο Κιρόγα έγραψε και μυθιστορήματα, όπως τα Ιστορία ενός ταραγμένου έρωτα (Historia de un amor turbio, 1908) και Περασμένος έρωτας (Pasado amor, 1929), αναγνωρίστηκε ―κυρίως μετά θάνατον― ως ένας δεξιοτέχνης του διηγήματος, το οποίο, όπως και ο Poe στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανέδειξε ως αυθύπαρκτο είδος στη Νότια Αμερική. Έτσι, πολλοί θεωρούν ότι οι σημαντικότεροι ισπανόφωνοι Λατινοαμερικανοί διηγηματογράφοι που ακολούθησαν ―από τον Jorge Luis Borges (1899-1986) ως τον Julio Cortázar (1914-1984)― έχουν ως αφετηρία το έργο του. Ο Κιρόγα έγραψε επίσης δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, άρθρα για μεγάλες μορφές του πνεύματος και των επιστημών, σενάρια κι ένα θεατρικό έργο, Οι θυσιασμένες, (Las sacrificadas) που παρουσιάστηκε επί σκηνής το 1921.


 

Πηγές

Quiroga, H. (2014), Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου, εκδ. Ροές, Αθήνα, Μετάφραση: Δήμητρα Παπαβασιλείου.

airshipdaily.com

ttu-ir.tdl.org

Deliverer - Fantasy Short Film

 


SAXON - The Pilgrimage

 


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Dreams and nightmares - Όνειρα και εφιάλτες

 


I love nightmares;

when they end

relief comes


I hate dreams;

as they fade

they leave sorrow



Λατρεύω τους εφιάλτες

όταν τελειώνουν

έρχεται ανακούφιση


Μισώ τα όνειρα

καθώς σβήνουν

αφήνουν θλίψη

The Ferrymen - "The Last Wave" - Official Music Video (Ronnie Romero, Magnus Karlsson, Mike Terrana)

 


CYBERTRON FALLS: THE WAR WITHIN PART ONE (TRANSFORMERS CGI FAN FILM)

 


Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Το πίστομα

 


https://www.fosonline.gr/plus/vivlio/article/173013/to-pistoma-to-aristoyrgimatiko-diigima-653-lexeon-toy-konstantinoy-theotoki-agapi-paranomi

Στέφανος Λεμονίδης


Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης έγινε ευρέως γνωστός με το "Αγάπη Παράνομη" που μεταφέρθηκε με επιτυχία ως σειρά στην ΕΡΤ. Το  διήγημα "Πίστομα"  653 λέξεων είναι το αριστούργημα του. Διαβάστε το!


 Το διήγημα των 653 λέξεων:


"ΟΤΑΝ, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναρχία πούχεν ἀνταριάσει τὸν τόπο δίνοντας εἰς ὅλα τὰ κακὰ στοιχεῖα τὸ ἐλεύτερο νὰ πράξουν κάθε λογῆς ἀνομία, ἡ τάξη εἶχε πάλε στερεωθεῖ κ’ εἶχε δοθεῖ ἀμνηστεία στοὺς κακούργους, τότες ἐπέστρεψαν τοῦτοι ἀπ’ τὰ βουνὰ κι ἀπὸ τὰ ξένα στὰ σπίτια τους, κι ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ποὺ ξαναρχόνταν ἐγύριζε στὸ χωριό του κι ὁ Μαγουλαδίτης Ἀντώνης Κουκουλιώτης.

Ἤτουν τότες ὣς σαράντα χρονῶν, κοντός, μαυριδερός, μ’ ὄμορφα πυκνὰ σγουρὰ γένια καὶ μὲ σγουρὰ τὰ μαῦρα μαλλιά. Τὸ πρόσωπό του εἶχε χάρη καὶ τὸ βλέμα του ἤτουν χαϊδευτικὸ καὶ ἥμερο – ἀγκαλὰ κι ἀντίφεγγε μὲ πράσινες ἀναλαμπές· τὸ στόμα του ὅμως ἤτουν μικρότατο καὶ κοντό, δίχως χείλια.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦτος, πρὶν ἀκόμα ρεμπελέψει ὁ κόσμος, εἶχε παντρευτεῖ. Κι ὅταν πῆρε τῶν βουνῶν τὸ δρόμο, γιὰ τὸν φόβο τῆς ἐξουσίας, ἄφηκε τὴ γυναίκα του μόνη στὸ σπίτι, καὶ τούτη δὲν τοῦ ἐστάθη πιστή, ἀλλὰ μὲ ἄλλον, νομίζοντας ἴσως πὼς ὁ Κουκουλιώτης ἤτουν σκοτωμένος ἢ ἀλλιῶς πεθαμένος, εἶχε πιάσει ἔρωτα, κι ἀπ’ τὸν ἔρωτα τοῦτον εἶχε γεννηθεῖ παιδί, ποὺ ἄξαινεν ὡστόσο χαριτωμένα καὶ ποὺ ἡ γυναίκα περσότερο ἀγαποῦσε.

Ἐγύριζε λοιπὸν ὁ ληστὴς στὸ χωριό του τὴν ὥραν ὅπου βάφουν τὰ νερά. Κ’ ἐμπῆκε ξάφνου σπίτι του, χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ προσμένει, ἐμπῆκε σὰ θανατικό, ἀναπάντεχα τέλεια, κ’ ἐκατατρόμαξεν ἡ ἄτυχη γυναίκα, ἐτρόμαξε τόσο, πού, παίρνοντας τὸ ξανθό της παιδὶ στὴν ἀγκαλιά, τόσφιγγε στὰ στήθια της τρεμάμενη, ἕτοιμη νὰ λιγοθυμήσει καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ προφέρει λέξη καμιά.

Ἀλλὰ ὁ Κουκουλιώτης πικρὰ χαμογελώντας τῆς εἶπε:

— Μὴ φοβᾶσαι, γυναίκα. Δὲ σοῦ κάνω κανένα κακὸ – ἀγκαλὰ καὶ σοῦ πρέπει. Εἶναι τὸ παιδὶ τοῦτο δικό σου;… Ναί;… Μὰ ὄχι δικό μου! Μὲ ποιόν —λέγε! —τόχεις κάμει;

Τ’ ἀποκρίθη ἐκείνη λουχτουκιώντας:

— Ἀντώνη, τίποτε δὲν μπορῶ νὰ σοῦ κρύψω. Τὸ φταῖσμα μου εἶναι μεγάλο. Μὰ, τὸ ξέρω, κ’ ἡ ἐγδίκησή σου θάναι μεγάλη· κ’ εγὼ, ἀδύνατο μέρος, καὶ τὸ νήπιο τοῦτο, ποὺ ἀπὸ τὸ φόβο τρέμει, δὲ δυνόμαστε νὰ σ’ ἀντρειεφτοῦμε. Κοίτα πῶς ἡ τρομάρα μὲ κλονίζει καθὼς σὲ τηρῶ. Κάμε ἀπὸ μὲ ὅ τι θέλεις, μὰ λυπήσου τὸ ἄτυχο πλάσμα ποὺ δὲν ἔχει προστασία.

Καθὼς ἐμιλοῦσεν ἡ γυναίκα, ἐσκοτείνιαζεν ἡ ὄψη του, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντίκοβγε. Ἐσιώπασε λίγο κ’ ἔπειτα τῆς εἶπε:

— Γυναίκα κακή! Δὲ ρωτῶ τώρα, οὐδὲ συμβουλή σου, οὐδὲ σὲ λυποῦμαι. Τ’ ὄνομα ἐκείνου θέλω. Ἐσὲ δὲ θὰ πειράξω. Δὲ μολογᾶς το; Θὰ τὸ μάθω· τὸ χωριὸ ὅλο γνωρίζει μὲ ποιὸν ἐζοῦσες. Καὶ τότες θὰ θυσιάσω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύνω τὴ ντροπὴ πόχω λάβει ἀπὸ σᾶς, πλάσματα ἄτιμα!

Ἐμολόησε.

Κι ὁ Κουκουλιώτης ἐβγῆκε ἀμέσως. Κι ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ ὥρα, ξαναμπῆκε στὸ σπίτι, ἔβρηκε τὴ γυναίκα του στὸν ἴδιον τόπο, ἀσάλεφτη, μὲ τ’ ἀποκοιμισμένο τέκνο στὴν ἀγκάλη· τὸν ἀναντράνιζε. Μὰ αὐτὸς ἐξαπλώθη καταγῆς καί, σὰ χορτάτος, ἐκοιμήθη ὕπνον βαθὺν ὣς τὸ ξημέρωμα.

Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ ἐξύπνησαν, τῆς εἶπε:

— Θὰ πᾶμε στὰ χτήματά μας νὰ ἰδῶ μὴ καὶ κεῖνα μούχουν ἁρπάξει, καθὼς μοῦχε πάρει καὶ σὲ ὁ σκοτωμένος.

—Τὸν σκότωσες;

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ ἥλιος δὲν ἐφάνη στὴν ἀνατολή, γιατὶ ὁ οὐρανὸς ἤτουν γνέφια γεμάτος καὶ τὸ φῶς μετὰ βίας ἐπλήθαινε.

Κι ὁ Κουκουλιώτης, βάνοντας φτιάρι καὶ τσαπὶ στὸν ὧμο, ἐδιάταξε τὴ γυναίκα νὰ τὸν ἀκολουθήσει μαζὶ μὲ τὸ παιδί της. Κ’ ἔτσι ἐβγῆκαν κ’ οἱ τρεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι.

Καὶ φτάνοντας εἰς τὸ χωράφι, ποὺ ἤτουν πολὺ νοτερὸ ἀκόμη ἀπὸ τὴν προτητερινὴ βροχὴ, ὁ ληστὴς ἐβάλθη νὰ σκάψει λάκκο.

Δὲν ἐπρόφερνε λέξη καὶ τὸ πρόσωπό του ἤτουν χλομό, καὶ ὁ ἱδρώς, ποὺ ἔβρεχε τὸ μέτωπό του, ἔβγαινε κρύος. Τὸ σταχτὶ φῶς, ποὺ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἐχρωμάτιζε παράξενα τὸν τόπο· τὸ χινόπωρο τὴν αὐγὴν ἐκείνην ἔλεγεν ὅλη του τὴ θλίψη.

Ἡ γυναίκα ἐκοίταζε περίεργη κι ἀνήσυχη, καὶ τὸ παιδάκι ἐπαιχνιδοῦσε μὲ τὰ γουλιὰ καὶ μὲ τὰ χώματα ποὺ ἀνάσκαφτεν ὁ κακοῦργος. Κ’ ἐφάνη γιὰ μιὰ στιγμὴν ὁ ἥλιος κ’ ἐχρύσωσε τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τοῦ νήπιου, ποὺ ἀγγελικὰ χαμογέλασε.

Κι ὡστόσο ὁ λάκκος ἤτουν ἕτοιμος. Κι ὁ Κουκουλιώτης, ἀκουμπώντας στὸ φτιάρι, εἶπε τῆς γυναικός του:

— Βάλ’ το πίστομα μέσα!"


Ο Κουκουλιώτης δεν προβαίνει ο ίδιος στην πράξη. Επιβάλλει στη γυναίκα του να το κάνει και μάλιστα τοποθετώντας το παιδί μπρούμυτα(πίστομα στην κερκυραϊκή διάλεκτο). Τούτη η ταφική πρακτική έχει πανάρχαιες ρίζες και χαρακτηρίζεται ως πράξη τιμωρίας.


Στη χριστιανική ταφική πρακτική το σώμα πρέπει να θάβεται με την όψη του προσώπου να ατενίζει τον ουρανό, προκειμένου να συμμετέχει εις ανάστασιν νεκρών.


Κινηματογραφικές μεταφορές

"Πίστομα" (μικρού μήκους), 1975. Σκηνοθεσία: Πάνος Κοκκινόπουλος.

"Πίστομα" (μικρού μήκους), 2011. Σκηνοθεσία: Γιώργος Φουρτούνης.


Βραβεία: πρώτο βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα, 2011.

Fire - Φωτιά

 



Dressed in red

A fire burning

upon the snow


Ντυμένη στα κόκκινα

μια φωτιά καίει

πάνω στο χιόνι

SHUDŌ | Animation Short Film 2015 - GOBELINS

 


The Origin of the Lizard, Curt Connors

 


Beth Hart - "Black Dog"