Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Για την ελληνική δημοτική ποίηση

«Νέες μελέτες για τη δημοτική ποίηση (Ι)» του Μ. Γ. Μερακλή
diastixo.gr

Μιχάλης Μερακλής

Δύο πολύ σημαντικά βιβλία για το δημοτικό τραγούδι είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας. Το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών (2016), και του Γιώργου Καραμπελιά Το δημοτικό τραγούδι. Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού (2017).

Και οι δύο εκφράζουν καθαρά την κατάφαση και την αγάπη τους για το δημοτικό τραγούδι. Διαφέρουν ως προς την κεντρική κατεύθυνση των βιβλίων τους. Του πρώτου είναι μορφολογική, του δεύτερου ιδεολογική.

Θα διευκολύνω τον αναγνώστη να εννοήσει καλύτερα τον προσδιορισμό «μορφολογική», αν πω ότι κατά κανένα τρόπο δεν θα χρησιμοποιούσα τον ξενικό όρο «φορμαλιστική», που οι ξένοι (πρώτοι) τον σχημάτισαν με την αρχαιοελληνική λέξη «μορφή», χωρίς όμως να εμβαθύνουν επαρκώς στην έννοιά της. Έτσι ο «φορμαλισμός» περίπου παραπέμπει σε κάτι που είναι μάλλον επιφανειακό, εξωτερικό, χωρίς εσώτερο περιεχόμενο.

Προσφεύγω εν προκειμένω στο λαϊκό παραμύθι, που με την εικονική γλώσσα του δίνει τον ουσιαστικόν «ορισμό» της μορφής. Οι ηρωίδες (κατεξοχήν) και οι ήρωές του είναι καλοί εσωτερικά και συγχρόνως ωραίοι (εύμορφοι, όμορφοι) εξωτερικά, είτε κακοί εσωτερικά και άσχημοι (δύσμορφοι) εξωτερικά. Πρώτιστα με αυτό τον τρόπο αποδίδεται η κύρια έννοια της μορφής. Είχε πει και ο Ιωάννης Συκουτρής: «Το ωραίον είναι η εξωτερική ακτινοβολία των άλλων αξιών».

Παίρνω κάποια από τα ζεύγη που βγαίνουν από τα βαθύτερα στρώματα του εγώ του Μπουκάλα και εκφράζουν τη σχέση του με το δημοτικό τραγούδι. Είναι ζεύγη που δηλώνουν πώς αυτός βιώνει τη «μορφή» του δημοτικού τραγουδιού: «φωνή και σιωπή», «δηλούμενα και υποδηλούμενα», «φυσικό και υπερφυσικό», «ομάδα και άτομο», «ζωηφόρο και πένθιμο», «αρχαιότατο και καινοτόμο».

Ο Μπουκάλας σχεδόν έβαλε πια σκοπό της ζωής του να ασχοληθεί με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, μάλιστα σε ένα ευρύτατο πλαίσιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι εθνοτικές παραλλαγές, Αρβανίτες, Εβραίοι, Πομάκοι, αλλά και τα δημοτικά τραγούδια των γειτονικών βαλκανικών λαών. Σε συνάφεια μ’ αυτά τον ενδιαφέρει και η προσωπική ποίηση, όταν προσφέρει μαρτυρίες για «συμπτώσεις και παραλληλίες, διασταυρώσεις και διαφορές». Δεν παρέλειψε και σποραδικές «επισκέψεις» στο λαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά ούτε και στις παροιμίες και τα παραμύθια της παράδοσής μας. Και δεν άφησε ακόμα απ’ έξω «την ανάγνωση της αρχαιοελληνικής ποίησης», εντοπίζοντας «κοινά μοτίβα –όπου εντοπίζονται– ή τυχόν παρόμοιες αντιλήψεις για τα πράγματα του κόσμου, του Πάνω και του Κάτω» – συνθέτει εμπρός του ένα ποιητικό σύμπαν.

Και όλα αυτά δεν τα βλέπει, δεν τα αισθάνεται, «σαν τεκμήρια της θρυλικής συνέχειας». Και ασφαλώς το συμμερίζομαι αυτό. Σημειώνω, ωστόσο, ότι στο επίθετο «θρυλική» υπάρχει κάποια χροιά ειρωνείας. Και είναι, επίσης, αλήθεια ότι η, πολιτισμική βέβαια, συνέχεια, τα δημοτικά τραγούδια και η αρχαιοελληνική κληρονομιά, «μαγαρίστηκαν –διαβάλλονται ακόμη– από τους ελληνοκάπηλους κιβδηλοποιούς, των δικτατορικών καθεστώτων συμπεριλαμβανομένων». Πάντα ωστόσο, προσωπικά, αναφέρω, δίπλα στη σκύλευση αυτή της κληρονομιάς μας, την εμμονή ορισμένων, πανεπιστημιακών μάλιστα, διανοουμένων και άλλων, να αρνούνται με ξεκάρφωτα επιχειρήματα την παρουσία ελληνικού έθνους πριν από τον αιώνα του Διαφωτισμού. Μόνο όταν δημιουργήθηκε το νεοελληνικό κράτος έπλασε, λένε, την «εθνική» ιδεολογία και τον εθνικισμό. Ωστόσο ο Πλάτων στην Πολιτεία του ζητεί από τους άρχοντες να εθίζουν τους πολίτες να νοιάζονται για το γένος τους («του ελληνικού γένους φείδεσθαι», 469 6-c). Και το «γένος» είναι, πιστεύω, ο υπερθετικός του έθνους.

Ο κύριος Μπουκάλας κάνει κάτι χρήσιμο, όχι μόνο για τον μέσον αναγνώστη, αλλά και για τους ειδικούς εν προκειμένω, που δεν έχουν πάντα δίπλα τους το ένα ή το άλλο βιβλίο. Πέραν της πλούσιας βιβλιογραφίας που χρησιμοποιεί, δημοσιεύει και εκτενή αποσπάσματα για θέματα που απαιτούν ιδιαίτερη συζήτηση. Ένα τέτοιο θέμα είναι ο αριθμός των δημοτικών τραγουδιών, συμπεριλαμβανομένων ή όχι των παραλλαγών. Είναι μικρός ή όχι; Ένα άλλο θέμα, πολύ σοβαρότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η λεγόμενη «νοθεία» των δημοτικών τραγουδιών με την παρέμβαση τρίτων, συχνά λογίων. Στο παρόν περιορισμένο σημείωμα δεν είναι δυνατό να αναφερθώ, έστω και με λίγα λόγια, στα θέματα αυτά. Παρατηρώ, μόνο, ότι σε μια συζήτηση για το πρώτο θέμα είναι σκόπιμο να συμμετέχει και ένας λαογράφος. Ήδη ο Μπουκάλας σε ένα από τα ζεύγη που, τρόπον τινά τηλεγραφικά, δίνουν τα όρια μελέτης των δημοτικών τραγουδιών, διατυπώνει και το εξής: «ομάδα και άτομα» (κι ακόμα: «κοινό»και «αλλότριο»). Από εδώ κανονικά πρέπει να ξεκινήσει η σχετική συζήτηση. Όσον αφορά το θέμα της «νοθείας», το εντάσσω σ’ ένα πολύ ευρύτερο και βαθύτερο ζήτημα που με απασχολεί, αν ο ελληνικός πολιτισμός ήταν μεικτός (λαϊκός-λόγιος) ή όχι, ως τώρα. Γιατί από τώρα και εξής αλλάζουν όλα, σ’ όλο τον κόσμο.

Τίθεται βέβαια και καθαυτό το ζήτημα της «συνέχειας», με προσοχή και, νομίζω, χωρίς σπουδή. Ίσως γιατί γνωρίζει πως μάλλον θα χρειαστεί να επανέλθει. Π.χ. παρατηρεί, ότι μοτίβα της δημοτικής ποίησης μοιάζουν με μοτίβα της αρχαίας ελληνικής ποίησης. Αλλά τίποτε δεν αποκλείεται να πρόκειται για απλές συμπτώσεις. Σωστό είναι αυτό. Αλλά αναπόφευκτο είναι και το ερώτημα: Όλα;

Πιο γενικά θα έλεγα ότι η συνέχεια σκόπιμο είναι να ανιχνεύεται και σε πιο γενικούς, καθαρά φυσικούς άξονες. Μια δυο φορές έχω πει τη νεότερη ελληνική ποίηση «ηλιοκεντρική». Αλλά υπάρχει, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, και η συνέχεια του ήλιου, του φωτός! Σ’ ένα τυπωμένο τις ημέρες αυτές βιβλίο μου (Τραγωδία και λαϊκός πολιτισμός στην αρχαία Αθήνα), με αφορμή την ευριπίδεια Εκάβη (την αφορμή θα μπορούσε να μου τη δώσει καθεμιά τραγωδία ή δράμα από τα 24 που έφτασαν ώς εμάς) μιλώ για την αντικατάσταση από τους ποιητές, από τον Όμηρο ώς τους τραγικούς, του ρήματος ζω με την έκφραση φάος ορώ, βλέπω το φως.

Κλείνω με μια μικρή φράση, που όμως δίνει καίρια απάντηση σ’ ένα δίλημμα που υπάρχει σε όσους ενδιαφέρονται για την ποίηση και, βέβαια, στους ίδιους τους ποιητές: έχει θέση στην ποίηση το αίσθημα; Ο Ελύτης είχε στα δοκίμιά του ψέξει την παρουσία του συναισθήματος στην ποίηση. Ο Μπουκάλας είναι σαν να του απαντά: «αλλά και το αίσθημα νόημα είναι».

Πυρακτωμένα σύννεφα


Βαρέζε,Ιταλία

Bjork - Jesus Prayer


Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Σπίνος-Finch

Αποτέλεσμα εικόνας για σπίνος

Στο δρόμο και πάλι,για ξεκίνημα νέο
Ακόμα να ριζώσω,ακόμα να ησυχάσω
Μα λέει ο σπίνος,"Τέρμα πια τα ταξίδια"

On the road once again,for a beginning fresh and new 
Didn't put down roots yet,failed to settle in another time
But a finch said to me,"There will be travels no more".

Άκαρπη ζωή

Αποτέλεσμα εικόνας για mountains korean painting
webring.org

Η ζωή μου είναι άκαρπη
Δεν τελειοποίησα ούτε το σπαθί ούτε την πένα
Πενήντα άνοιξες ήρθαν κι έφυγαν
τι έχω να τους δείξω;
Αχ,αφήστε τις να φύγουν!Βλέπετε όλα τούτα τα βουνά;
Δεν θα με αποστραφούν.

Kim Wang Won,ο ποιητής που απέτυχε να υμνήσει την Πιονγκγιάνγκ


naenara.com

Ο Kim Hwang Won είναι ποιητής της δυναστείας Koryo, ενός φεουδαρχικού κράτους που υπήρχε από το 918 έως το 1392. Γεννήθηκε στα μέσα του 11ου αιώνα και δραστηριοποιήθηκε μέχρι τις αρχές του 12ου αιώνα. Στην παιδική του ηλικία σπούδασε σκληρά και ήταν καλός στη σύνθεση ποίησης ώστε να ονομαστεί άνθρωπος θαύμα στην Ανατολή. Μια μέρα διοργανώθηκε ένα συμπόσιο στο βασιλικό παλάτι προς τιμήν ενός αλλοδαπού απεσταλμένου. Στο συμπόσιο ο Kim Hwang Won απήγγειλε ένα ποίημα γι 'αυτόν. Λέγεται ότι ο απεσταλμένος ήταν τόσο γοητευμένος από τα περίτεχνα ποιητικά λόγια και την ευχάριστη απαγγελία των στίχων που αντέγραψε όλο το αυτοσχέδιο ποίημα πριν επιστρέψει. Ο Kim Hwang Won αναζητούσε την αυθεντικότητα στο γράψιμο  και δεν θέλησε να ακολουθήσει τυφλά την τάση των καιρών και να μιμηθεί άλλους. Ήταν φιλελεύθερος, διαλογιστικός και παθιασμένος. Ο δημιουργικός του τρόπος εκπροσωπήθηκε καλά στο επεισόδιο της συγγραφής του  ποιήματος Στο Περίπτερο Pubyok .
Η ποιητική έμπνευση ήρθε στον Kim Hwang Won, που ευχαριστούσε  τα μάτια με  στην υπέροχη θέα της Πιονγκγιάνγκ στο Περίπτερο  Pubyok. Τη στιγμή που έσκυψε το κεφάλι του για να απαγγείλει ένα ποίημα, βρήκε κρεμασμένες ταμπέλες με ποιήματα που απαγγέλλονταν στο αποκορύφωμα του κεφιού. Τις κατέβασε, καθώς θεώρησε ότι τα ακατάλληλα ποιήματα θα μπορούσαν να παρεκκλίνουν από το τοπίο της Πιονγκγιάνγκ. Και άρχισε να απαγγέλλει ένα αυτοσχέδιο ποίημα, σκεπτόμενος ότι θα το έγραφε να ταιριάζει στο όμορφο τοπίο της Πιονγιάνγκ και έτσι θα τονίζει την ομορφιά του.

Κατά μήκος της μιας πλευράς του μακριού τοίχου
Ο ποταμός κελαρύζει
Στην ανατολική άκρη των τεράστιων λιβαδιών
Λόφοι φαίνονται εδώ και εκεί

Αλλά δεν μπορούσε να συνεχίσει να απαγγέλλει το ποίημα. Λέγεται ότι εξέφρασε τη λύπη του για τα ανεπαρκή ταλέντα του ώστε να τραγουδήσει για την όμορφη Πιονγκγιάνγκ.

Ο Kim Jin Guk, ερευνητής της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών, έχει να πει το εξής:
Το ποίημα του Kim Hwang Won έχει μόνο δύο στίχους, αφημένο ημιτελές. Αλλά δείχνει τόσο έντονα όσο μια φωτογραφία τον ποταμό Taedong και τη γύρω περιοχή του από το Περίπτερο Pubyok. Το ποιητικό αποτέλεσμα έγινε εφικτό εξαιτίας των ρυθμικών λέξεων που μπορούν να δείξουν ζωντανά  τα αντικείμενα της περιγραφής. Ήταν επίσης δυνατό εξαιτίας της επιδέξιας εφαρμογής των αντιπαραβαλλομένων στίχων για να τονιστεί η έμπνευση που αισθάνθηκε ο ποιητής.

Η ταμπέλα με το ποίημα του Kim Hwang Won εξακολουθεί να κρέμεται σε έναν πυλώνα του Περιπτέρου Ryongwang στην όχθη του ποταμού Taedong στην Πιονγκγιάνγκ. Μία ιστορία λέγεται για τις επόμενες γενιές  πως  ακόμα και ο διάσημος ποιητής δεν μπορούσε να βρει καλύτερα ποιητικά λόγια για να περιγράψει το όμορφο τοπίο της Πιονγιάνγκ. Αν και είναι γνωστός ως ποιητής που απέτυχε να τελειώσει το ποίημα της Πιονγιάνγκ, ο Kim Hwang Won ήταν διάσημος ποιητής εκείνη την εποχή.

2AM: The Smiling Man - short film


Νεροβούβαλοι,Κερκίνη

Arcabuz(Spain)-Orígenes(2014)-Al final de una Larga Espera/Música Después de la Vida


Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Αρχή και τέλος-Beginning and end

Αποτέλεσμα εικόνας για ending new  beginning painting

Η νέα αρχή
αρμονικά ένα τέλος 
ολοκληρώνει

The  new beginning
an end harmoniously
makes fulfilled

Παρακμή

Αποτέλεσμα εικόνας για sijo
sejongsociety.org

Εκεί που λιώνουν οι καθαρές νιφάδες χιονιού 
Τα σκοτεινά σύννεφα συγκεντρώνονται απειλητικά
Πού ανθίζουν τα λουλούδια της άνοιξης;
Μια μοναχική φιγούρα που χάθηκε στη σκιά
του ήλιου που δύει, δεν έχω που να πάω.


- Yi Saek (1328-1395), για την παρακμή του βασιλείου Goryeo.

Põrgu (Hell, 1983)


Η ποίηση του σύμπαντος

science
kathimerini.gr

Τ​​ην περασμένη Τρίτη, ο κύριος Γκρι στήθηκε μπροστά στον υπολογιστή για να παρακολουθήσει ζωντανά την ανακοίνωση τη Σουηδικής Ακαδημίας σχετικά με το φετινό Νομπέλ Φυσικής. Όταν άκουσε ότι το βραβείο πήγε στην τριάδα των Ράινερ Βάις, Κιπ Θορν και Μπάρι Μπάρις, οι οποίοι εντόπισαν τα βαρυτικά κύματα που είχε προβλέψει θεωρητικά εκατό χρόνια πριν ο Αϊνστάιν, ο κύριος Γκρι χαμογέλασε.

«Για δες», είπε, «οι άνθρωποι αυτοί, συν τον Σκωτσέζο Ρον Ντρέβερ, ο οποίος δεν πρόλαβε να χαρεί διότι πέθανε, συν μια ομάδα περίπου χιλίων συνεργατών, έπιασαν έπειτα από προσπάθειες σαράντα χρόνων την κοσμική ηχώ από μια κολοσσιαία σύγκρουση δύο μαύρων τρυπών που συνέβη εκατομμύρια χρόνια πριν. Ο χώρος καθεαυτόν, το Διάστημα, αυτό που νομίζουμε κενό, απέδειξε ακόμη μία φορά ότι πάλλεται, καμπυλώνεται, τεντώνεται και ζαρώνει – και μαζί με τον χώρο και ο χρόνος. Ιδού μία ακόμη απόδειξη ότι ο κόσμος –The Cosmos– είναι τόσο διαφορετικός από αυτό που υπαγορεύει η καθημερινή, τετριμμένη εμπειρία μας. Εσύ είχες μιλήσει μια φορά στο τηλέφωνο με έναν από τους φετινούς νομπελίστες, τον Κιπ Θορν. Σου είχε πει διάφορα ωραία, αλλά θυμάσαι τι είχα ξεχωρίσει;».

«Η επιστήμη είναι σέξι», μου είχε πει ο Θορν και αυτό είχε ξεχωρίσει ο κύριος Γκρι. Στα δικά μου αυτιά, «σέξι» σημαίνει ότι η επιστήμη, και άρα η φύση, είναι ερεθιστική, διεγερτική διότι τη διακρίνει μια ποίηση. Είναι, ίσως, η ποίηση της συμπαντικής σύνδεσης με τα πράγματα: αυτά που βλέπουμε μα και αυτά που δεν βλέπουμε, αυτά που έχουν χαθεί για πάντα και όλα όσα έρθουν στο μέλλον.

Το 1594, ο Αγγλος σερ Τζον Ντέιβις, σύγχρονος του Σαίξπηρ, έγραψε ένα ποίημα που ονομάτισε «Ορχήστρα». Ο Ντέιβις, παρότι δεν ήταν επιστήμονας, είχε επηρεαστεί βαθιά από τις νέες θεωρίες του Κοπέρνικου. Η Γη είχε πάψει να βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου, δραματική υπαρξιακή ανατροπή για την εποχή. Δυσκολεύτηκε πολύ να το χωνέψει αυτό ο Ντέιβις και στην «Ορχήστρα» του παρέμεινε πιστός στο πτολεμαϊκό σύστημα – με μία διαφορά: διαβάζοντας τον Κοπέρνικο, αντιλήφθηκε ο Αγγλος ποιητής ότι τα ουράνια σώματα δεν κάνουν άλλο από το να χορεύουν ρυθμικά στη διακριτική μουσική μιας αόρατης κοσμικής ορχήστρας.

Ενα τέτοιο αδιόρατο, ανεπαίσθητο λίκνισμα δύο μαύρων τρυπών, των πλέον αινιγματικών ουράνιων αντικειμένων, κάπου μακριά, αδιανόητα μακριά, όχι μόνο στον χώρο μα και στον χρόνο, συνέλαβαν σε μορφή κυματισμού οι επιστήμονες που πήραν φέτος το Νομπέλ Φυσικής. Το πιο απίστευτο είναι ότι μια μαύρη τρύπα δεν είναι καν «αντικείμενο». Οπως λέει ο Θορν, «οι μαύρες τρύπες δεν αποτελούνται από ύλη αλλά από στρεβλωμένο χωροχρόνο». Η φράση αυτή θα μπορούσε να είναι στίχος του Ελιοτ, σε μουσική Γκιόργκι Λίγκετι ή Γιάννη Χρήστου.

Ολη αυτή η ανθρώπινη περιπέτεια συμπυκνώνεται όμως σε έναν άλλο στίχο, που γράφηκε το 1855 από τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ: «Ω, μα ο άνθρωπος θα έπρεπε να φτάνει πέρα απ’ όσα μπορεί να αδράξει/ Ή ποιο τότε το νόημα των ουρανών;» (Ah, but a man’s reach should exceed his grasp,/ Or what’s a heaven for? ).

Arvo Pärt - Silentium


Συνύπαρξη