Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Θλίψη - Grief



Όταν η θλίψη σού έρχεται σαν μωβ γορίλας

πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό.

Πρέπει να της προσφέρεις ό,τι απέμεινε

από το δείπνο σου· το βιβλίο που προσπαθούσες να τελειώσεις

πρέπει να το αφήσεις στην άκρη

και να της φτιάξεις έναν χώρο να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού σου,

με τα μάτια της να μετακινούνται από το ρολόι

στην τηλεόραση και πάλι πίσω.

Δεν φοβάμαι. Έχει ξανάρθει εδώ

και πλέον μπορώ να αναγνωρίσω το βάδισμά της

καθώς πλησιάζει στο σπίτι.

Κάποια βράδια, όταν ξέρω πως έρχεται,

ξεκλειδώνω την πόρτα, ξαπλώνω ανάσκελα,

και μετράω τα βήματά της

από τον δρόμο μέχρι το κεφαλόσκαλο.

Απόψε φέρνει μαζί της ένα μολύβι και μια στοίβα χαρτί,

μου λέει να γράψω τα ονόματα

όλων όσων γνώρισα ποτέ,

και τους χωρίζουμε σε ζωντανούς και νεκρούς

για να μπορεί να διαλέγει κάθε όνομα στην τύχη.

Της βάζω να ακούσει το αγαπημένο της άλμπουμ του Willie Nelson

γιατί της λείπει το Τέξας

αλλά δεν ρωτάω το γιατί.

Σιγοτραγουδάει λίγο,

όπως κάνει ο αδερφός μου όταν σκαλίζει τον κήπο.

Καθόμαστε για μια ώρα

ενώ εκείνη μου λέει πόσο παράλογος υπήρξα,

να κλαίω στην ουρά του ταμείου,

να αρνούμαι να φάω, να αρνούμαι να κάνω ντους,

όλο αυτό το κάπνισμα και όλο αυτό το ποτό.

Τελικά απλώνει ένα από τα βαριά

μωβ μπράτσα της γύρω μου, γέρνει

το κεφάλι της πάνω στο δικό μου,

και ξαφνικά τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν ρομαντικά.

Οπότε της λέω,

τα πράγματα μοιάζουν ρομαντικά.

Εκείνη τραβάει ένα άλλο όνομα, αυτή τη φορά

από τους νεκρούς,

και στρέφεται προς το μέρος μου με εκείνον τον τρόπο που κάνουν οι γονείς

για να σε κάνουν να νιώσεις αμηχανία ή ντροπή για κάτι.

Ρομαντικά; Λέει,

διαβάζοντας το όνομα δυνατά, αργά

ώστε να συναισθάνομαι κάθε συλλαβή, κάθε φωνήεν

να τυλίγεται γύρω από τα κόκαλα σαν νέος μυς,

τον ήχο του σώματος εκείνου του ανθρώπου

και πόσο απερίσκεπτο είναι,

πόσο αμέλεια, το ότι το όνομά του βρίσκεται στη μία στοίβα και όχι στην άλλη.

----

When grief comes to you as a purple gorilla

you must count yourself lucky.

You must offer her what’s left

of your dinner, the book you were trying to finish

you must put aside

and make her a place to sit at the foot of your bed,

her eyes moving from the clock

to the television and back again.

I am not afraid. She has been here before

and now I can recognize her gait

as she approaches the house.

Some nights, when I know she’s coming,

I unlock the door, lie down on my back,

and count her steps

from the street to the porch.

Tonight she brings a pencil and a ream of paper,

tells me to write down

everyone I have ever known,

and we separate them between the living and the dead

so she can pick each name at random.

I play her favorite Willie Nelson album

because she misses Texas

but I don’t ask why.

She hums a little,

the way my brother does when he gardens.

We sit for an hour

while she tells me how unreasonable I’ve been,

crying in the check-out line,

refusing to eat, refusing to shower,

all the smoking and all the drinking.

Eventually she puts one of her heavy

purple arms around me, leans

her head against mine,

and all of a sudden things are feeling romantic.

So I tell her,

things are feeling romantic.

She pulls another name, this time

from the dead,

and turns to me in that way that parents do

so you feel embarrassed or ashamed of something.

Romantic? She says,

reading the name out loud, slowly

so I am aware of each syllable, each vowel

wrapping around the bones like new muscle,

the sound of that person’s body

and how reckless it is,

how careless that his name is in one pile and not the other.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου