Στης σοβαρότητας
και της λογικής το καθεστώς,
επαναστάτης του γελοίου
με παντελόνι μπαλωμένο
χοροπηδώ
Χειροκροτήστε ή αποδοκιμάστε...
αδιαφορώ!
Στης σοβαρότητας
και της λογικής το καθεστώς,
επαναστάτης του γελοίου
με παντελόνι μπαλωμένο
χοροπηδώ
Χειροκροτήστε ή αποδοκιμάστε...
αδιαφορώ!
Καλικάντζαρος θα γίνω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Για να τρώω και να πίνω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Να χοντραίνω να φουσκώνω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Όλο φάρσες να σκαρώνω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Δώρα και γλυκά να κλέβω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Τα μυαλά σας να σαλεύω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Και στη γη πριν να γυρίσω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Τα στολίδια θα διαλύσω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Μα όσο χάος και να φέρω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λα
Ότι θα σας λείψω ξέρω
Τραλαλά λαλά λαλά λα λαααααααααααααα!!!!
Πόσο είσαι ευτυχισμένος όταν ονειρεύεσαι!...
Να ονειρεύεσαι δίχως να κοιμάσαι, είναι γοητευτικό.
Σε λιγότερο από μια ώρα, έτσι τελειώνω
Το πιο ευχάριστο μυθιστόρημα.
Φτιάχνω έναν κόσμο με το δικό μου τρόπο,
Όλες οι μεγάλες τύχες είναι για μένα,
Επίσης σκέφτομαι
Να εκλεγώ βασιλιάς.
Στο μοναχικό μου καταφύγιο,
Λίγο σκοτίζομαι για το μέλλον,
Ζω με τη χίμαιρά μου
Και με την ανάμνηση·
Όνειρα τόσο δροσερά της νιότης μου,
Που η δυστυχία δεν μπόρεσε να μαράνει,
Ελάτε να τέρψετε τα γεράματά μου:
Είσαι γέρος όταν θα πεθαίνεις.
Κάποτε, μέσα σ’ ένα υπέροχο παλάτι,
Μαζεύω χίλιες ομορφιές·
Συχνότερα ξαπλωμένος στη χλόη,
Έχω τη Λίζα δίπλα μου.
Το πέπλο που το στήθος της σηκώνει
Άθελά μου με κάνει κι ονειρεύομαι.
Είναι κρίμα που αυτό το όνειρο
Πρέπει να το τελειώσεις μόνος.
Πριν λίγο, σε μια καλύβα ταπεινή,
Ευτυχής πατέρας και ευαίσθητος σύζυγος,
Έχω κοντά μου την καλή μου μητέρα.
Και τα παιδιά μου στα γόνατά μου·
Στη σκιά ενός πυκνού φυλλώματος,
Πότε διαβάζω , πότε γράφω·
Αλλά, αλίμονο! έρχεται η καταιγίδα,
Γιατί αυτό το όνειρο να είναι μικρό;
Μετάφραση: Γιώργος Κ. Καραβασίλης
Αντρέ Μπρετόν - Ανθολογία Μαύρου Χιούμορ - εκδ. Αιγόκερως
Κουραμπιεδικώς εορτάσαμε και μελομακαρόνια τραγούδια είπαμε στην φωτιά που χοιρινομαγείρευε κι γιδοβραστομοσχοβολούσε! Κάλαντα είπαμε λουκανικότροπα και διπλομελωμένα! Σαντιγοχιονίσαμε τα πιάτα μας προτού παστουρμαδίσουμε την νύχτα που γραβιεροπλωνότανε πάνω από τη τσιγαρισμένη πολιτεία μας. Καλικαντζαρέψαμε με ρυθμούς τηγανισμένους γαρδουμπικώς και σπληναντερώδεις! Και πριν υπνοπεπτικώς κατακλιθούμε, κρασοκαληνυχτίσαμε την τσιπουριασμένη ομήγυρη για να μοσαχρονειρευτούμε κανελώδεις οπτασίες!
Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κιτρινωπά, ισχνά, κουρελιασμένα, αγριωπά, λύκοι στο βλέμμα· κι όμως συντριμμένα μέσα στη ταπεινοσύνη τους. Εκεί όπου θα έπρεπε η χάρη της νεότητας να έχει γεμίσει τα χαρακτηριστικά τους και να τα έχει αγγίξει με τα πιο φρέσκα χρώματά της, ένα μπαγιάτικο και συρρικνωμένο χέρι, σαν του γήρατος, τα είχε τσιμπήσει, τα είχε στρεβλώσει, και τα είχε τραβήξει σε κουρέλια. Εκεί που άγγελοι θα μπορούσαν να κάθονται ένθρονοι, δαίμονες παραμόνευαν και αγρίευαν απειλητικά. Καμία αλλαγή, καμία παρακμή, καμία διαστροφή της ανθρώπινης φύσης, σε κανέναν βαθμό, μέσα σε όλα τα μυστήρια της θαυμαστής δημιουργίας, δεν έχει τέρατα τόσο φρικτά και τρομερά.
Ο Σκρουτζ τινάχτηκε πίσω, τρομαγμένος. Βλέποντάς τα έτσι, προσπάθησε να πει πως ήταν καλά παιδιά, μα τα λόγια πνίγηκαν, αρνούμενα να γίνουν συνένοχα σε ένα τόσο τεράστιο ψέμα.
«Πνεύμα, είναι δικά σου;» δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο ο Σκρουτζ.
«Είναι του Ανθρώπου», είπε το Πνεύμα, κοιτάζοντάς τα από πάνω. «Και κρέμονται από μένα, ικετεύοντας για βοήθεια από τους πατέρες τους. Αυτό το αγόρι είναι η Άγνοια. Αυτό το κορίτσι είναι η Ένδεια. Να φυλάγεστε κι από τα δύο, και από όλους όσους τους μοιάζουν· μα πάνω απ’ όλα να φυλάγεστε από το αγόρι, γιατί στο μέτωπό του βλέπω γραμμένο το Χαμό, αν δεν σβηστεί αυτή η γραφή. Αρνηθείτε το!» φώναξε το Πνεύμα, απλώνοντας το χέρι του προς την πόλη. «Συκοφαντήστε όσους σας το λένε. Παραδεχτείτε το μόνο για τα φατριαστικά σας συμφέροντα και κάντε το χειρότερο. Και υπομείνετε το τέλος».
«Δεν έχουν καμία καταφυγή ή βοήθεια;» φώναξε ο Σκρουτζ.
«Δεν υπάρχουν φυλακές;» είπε το Πνεύμα, στρεφόμενο για τελευταία φορά επάνω του με τα ίδια του τα λόγια. «Δεν υπάρχουν πτωχοκομεία;»
Το ρολόι χτύπησε δώδεκα.
-Από τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Charles Dickens
από το https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/
Εξωτικός στην άκρια των κοιλάδων
περίμενα τη σημερινή γιορτή στο σκότος των λαμπάδων
απόκληρος της φωταψίας των ημερήσιων ήλιων
γονατιστής, και νηστευτής, και αποβλητής των χίλιων
δαιμονικών ταξιαρχιών… Μ’ άδικα εταλαιπώρουν
τη θύελλα των νοημάτων μου, τη ρώμη των γονάτων,
γιατί – το ξέρω αλίμονον! – τις πανοπλίες εφόρουν
τα εκατομμύρια των λαών, που ερείπια στρατευμάτων
κατάντησαν τα ελεεινά… Και θλίβω των ματιών σου
το φέγγος με το πίκραμα των λυπηρών δακρύων
που ο αμαρτωλός εσώριασα στων άλλων των δεινών μου
τα πλήθη και το πιο φριχτόν: το ίδιο άβουλο θηρίον
αντίς πανήγυρη ευλαβή να στήσω και ιερουργίαν
αρμονικήν, υμνητική της θείας καλωσύνης
να διαλαλώ, εγώ δέχομαι με ανόητη απαραξία
τον Άρχοντα, το Άλφα και Ωμέγα της Χριστιανοσύνης!..
Αλίμονο· των άγριων λαών η ορμητική αντάρα
και την ειρήνη τάραξε της μέσα μου ευλογίας,
κ’ αιστάνομαι απειλητικά του θεού μου την κατάρα
και μακρυνάμενο από με το Τέκνο της Μαρίας…
Και ο ανελέητος ασκητής τρέμω μην τάχα σφάλλω·
μην ενωθώ με τους θνητούς πολεμιστές και γίνω
υου Σατανά η συνέργεια – που τότε πια θα ψάλω
όχι ύμνο των Χριστουγέννων, μα θρήνο!…
Ο Θεός είναι ένας ήχος
Ο δημιουργός του σύμπαντος είναι ένας ήχος
Όλα ξεκινούν μ' έναν ήχο
Thich Nhat Hanh - σιωπή - εκδ. Αιώρα
Μόνο ερείπια έμειναν στην πατρίδα το βουνό γελά
Saitō Keisui, 77 ετών, Μιγιάγκι
Saitō: «Το σπίτι μου απέχει πέντε χιλιόμετρα από την ακτή, ωστόσο το τσουνάμι έφτασε μέχρι εκεί σηκώνοντας κύμα ύψους ενός μέτρου. Πλημμύρισε όλους τους ορυζώνες δύο χιλιόμετρα ανατολικά του Εθνικού Αυτοκινητόδρομου No. 6 με βουνά από ερείπια. Καθώς όμως οι ορυζώνες ξαναπρασίνιζαν και οι κερασιές άνθιζαν στα βουνά, με καθυσήχαζε η φράση “το βουνό γελά”».
Η φράση «το βουνό γελά» ή «χαμογελά» απαντάται ήδη σε κείμενα του 6ου αι. μ.Χ. Το κινεζικό ιδεόγραμμα για το «γελώ» ή «χαμογελώ» έχει και τη σημασία «ανθίζω», έτσι η φράση ουσιαστικά παραπέμπει στην άνοιξη.
Τσουνάμι, 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011 - εκδ. Μανδραγόρας
Φωνάζει....όχι! Ουρλιάζει
από τα βάθη της ύπαρξής μου...
Θέλει να απελευθερωθεί,
μα δεν του φτάνει αυτό...
τον έλεγχο θέλει, τον πλήρη έλεγχο...
Άγνωστο μα και οικείο,
αόρατο κι όμως απτό!
Κόκκινο, αίμα ζεστό
η οσμή του το ελκύει, το δυναμώνει
Δυο φορές ή τρεις, κόντεψε να τα καταφέρει
μα μπόρεσα να το συγκρατήσω...
πόσο κοντά έφτασα
στου θηρίου την καρδιά...
Ο κεραυνός που έπεσε με τάραξε...
ίσως σημάδι της επερχόμενης
κατάρρευσης να είναι...
εκείνης που κάποια στιγμή θα έρθει...
...έρχεται...είναι εδώ!
Σε τούτο τον τόπο
των κεκοιμημένων
ο ήλιος τα σύννεφα
ποτέ δε διαπερνά.
Κοράκια κρώζουν
πάνω απ' το κεφάλι μου,
ερπετά μονάχα
σέρνονται στο χώμα
Τα δέντρα σάπιους
δίνουνε καρπούς
και τα λουλούδια
πριν ανθίσουν μαραίνονται.
Σκύβω να πιω νερό
μα είναι γεμάτο βδέλλες.
Σφιχτά κρατώ το ραβδί μου
και τη φωνή σου ακολουθώ.
Αυτή που υπόσχεται
πως μακριά από
τη γη ετούτη της κατάρας
θα με οδηγήσει.
Περπάτησα στους δρόμους μας...
ναι, είναι δικοί μας αυτοί οι δρόμοι...
τους έχτισαν οι αναμνήσεις μας,
το κοινό μας βάδισμα,
η αγκαλιά μας.
Όσοι περπατούν εκεί
είναι απλά περαστικοί.
Δεν γνωρίζουν -πώς θα μπορούσαν-
το υλικό από το οποίο
είναι φτιαγμένοι.
Αυτοί οι δρόμοι φτιάχτηκαν από εμάς
για να τους περπατούμε μαζί
ακόμα και αν τα βήματά μας
άλλες διαδρομές ακολουθούν
Το απόκρυφο
στα πιο φανερά σημεία
θα το βρεις
μα δεν θα αποκαλυφθεί
Σαν το άρωμά σου,
που παντού μπορώ πια
να μυρίσω
αλλά μόνο δικό σου είναι.
Η ζέστη του σώματός σου
πόσο πολύ με πάγωσε, αλήθεια.
Μια πλάνη, μια Γη της Επαγγελίας
χτισμένη με των Σοδόμων
τα μιαρά ερείπια,
πάνω στο βρώμικο
χώμα των Γομόρρων.
Εκείνος ο αποχαιρετισμός
τόσο οδυνηρός
αλλά και τόσο απελευθερωτικός...
Νόμιζες πως στήλη άλατος θα γινόμουν;
Έφυγα όμως...έφυγα...