Ήταν αργά τη νύχτα. Το λεωφορείο ανέβαινε τον στριφογυριστό επαρχιακό δρόμο. Το ελαφρύ κούνημα και η κούραση της μέρας βάρυναν στα μάτια του. Έγειρε στο παράθυρο και αποκοιμήθηκε σχεδόν. Ένιωσε μια αναπνοή -που είχε άρωμα σαν του φεγγαριού- να μπλέκεται με τη δική του. Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε στο παράθυρο. Αντί να δει το είδωλό του είδε το πρόσωπό της. Είδε τα μάτια της, γαλαζοπράσινα να λάμπουν. Το δέρμα της λευκό να φέγγει στο μαύρο της νύχτας. Τα μαλλιά της να απλώνονται πιο σκοτεινά κι από τις σκιές του δάσους. Τινάχτηκε απότομα. Λένε πως από εκείνη τη στιγμή, δέθηκαν τα όνειρά του. Πως εκείνη ήταν ένα στοιχειό που τρεφόταν από ανάσες και όνειρα. Και πως κι εκείνη ήταν φτιαγμένη από όνειρα κι ανάσες. Λένε πολλά. Τι να ισχύει δεν ξέρω. Δεν ταξιδεύω νύχτα ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου