Το πτυχίο σου
ήταν ψεύτικο
κι η ομορφιά
κρυμμένη
-
Εσύ όμως
μη σκας
θέση καλεί
προσμένει
-
Να κάτσεις
πάνω άνετα
αφού ο λαός
σε θέλει
-
Υφυπουργός
και άριστος
σε μια χώρα
καμένη!
Το πτυχίο σου
ήταν ψεύτικο
κι η ομορφιά
κρυμμένη
-
Εσύ όμως
μη σκας
θέση καλεί
προσμένει
-
Να κάτσεις
πάνω άνετα
αφού ο λαός
σε θέλει
-
Υφυπουργός
και άριστος
σε μια χώρα
καμένη!
Όταν η θλίψη σού έρχεται σαν μωβ γορίλας
πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό.
Πρέπει να της προσφέρεις ό,τι απέμεινε
από το δείπνο σου· το βιβλίο που προσπαθούσες να τελειώσεις
πρέπει να το αφήσεις στην άκρη
και να της φτιάξεις έναν χώρο να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού σου,
με τα μάτια της να μετακινούνται από το ρολόι
στην τηλεόραση και πάλι πίσω.
Δεν φοβάμαι. Έχει ξανάρθει εδώ
και πλέον μπορώ να αναγνωρίσω το βάδισμά της
καθώς πλησιάζει στο σπίτι.
Κάποια βράδια, όταν ξέρω πως έρχεται,
ξεκλειδώνω την πόρτα, ξαπλώνω ανάσκελα,
και μετράω τα βήματά της
από τον δρόμο μέχρι το κεφαλόσκαλο.
Απόψε φέρνει μαζί της ένα μολύβι και μια στοίβα χαρτί,
μου λέει να γράψω τα ονόματα
όλων όσων γνώρισα ποτέ,
και τους χωρίζουμε σε ζωντανούς και νεκρούς
για να μπορεί να διαλέγει κάθε όνομα στην τύχη.
Της βάζω να ακούσει το αγαπημένο της άλμπουμ του Willie Nelson
γιατί της λείπει το Τέξας
αλλά δεν ρωτάω το γιατί.
Σιγοτραγουδάει λίγο,
όπως κάνει ο αδερφός μου όταν σκαλίζει τον κήπο.
Καθόμαστε για μια ώρα
ενώ εκείνη μου λέει πόσο παράλογος υπήρξα,
να κλαίω στην ουρά του ταμείου,
να αρνούμαι να φάω, να αρνούμαι να κάνω ντους,
όλο αυτό το κάπνισμα και όλο αυτό το ποτό.
Τελικά απλώνει ένα από τα βαριά
μωβ μπράτσα της γύρω μου, γέρνει
το κεφάλι της πάνω στο δικό μου,
και ξαφνικά τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν ρομαντικά.
Οπότε της λέω,
τα πράγματα μοιάζουν ρομαντικά.
Εκείνη τραβάει ένα άλλο όνομα, αυτή τη φορά
από τους νεκρούς,
και στρέφεται προς το μέρος μου με εκείνον τον τρόπο που κάνουν οι γονείς
για να σε κάνουν να νιώσεις αμηχανία ή ντροπή για κάτι.
Ρομαντικά; Λέει,
διαβάζοντας το όνομα δυνατά, αργά
ώστε να συναισθάνομαι κάθε συλλαβή, κάθε φωνήεν
να τυλίγεται γύρω από τα κόκαλα σαν νέος μυς,
τον ήχο του σώματος εκείνου του ανθρώπου
και πόσο απερίσκεπτο είναι,
πόσο αμέλεια, το ότι το όνομά του βρίσκεται στη μία στοίβα και όχι στην άλλη.
----
When grief comes to you as a purple gorilla
you must count yourself lucky.
You must offer her what’s left
of your dinner, the book you were trying to finish
you must put aside
and make her a place to sit at the foot of your bed,
her eyes moving from the clock
to the television and back again.
I am not afraid. She has been here before
and now I can recognize her gait
as she approaches the house.
Some nights, when I know she’s coming,
I unlock the door, lie down on my back,
and count her steps
from the street to the porch.
Tonight she brings a pencil and a ream of paper,
tells me to write down
everyone I have ever known,
and we separate them between the living and the dead
so she can pick each name at random.
I play her favorite Willie Nelson album
because she misses Texas
but I don’t ask why.
She hums a little,
the way my brother does when he gardens.
We sit for an hour
while she tells me how unreasonable I’ve been,
crying in the check-out line,
refusing to eat, refusing to shower,
all the smoking and all the drinking.
Eventually she puts one of her heavy
purple arms around me, leans
her head against mine,
and all of a sudden things are feeling romantic.
So I tell her,
things are feeling romantic.
She pulls another name, this time
from the dead,
and turns to me in that way that parents do
so you feel embarrassed or ashamed of something.
Romantic? She says,
reading the name out loud, slowly
so I am aware of each syllable, each vowel
wrapping around the bones like new muscle,
the sound of that person’s body
and how reckless it is,
how careless that his name is in one pile and not the other.
Το φέρετρο σαν προχωρά
θρηνείς τον πεθαμένο
άκου τον λόγο τον σοφό
που 'χω απ' τη ζωή βγαλμένο
-
Απ' το φέρετρο να 'σαι μπροστά
ή ακολούθησέ το
αφού μέσα δεν είσαι εσύ
αντί για κλάμα, γλέντησέ το!
Λίγους στίχους σου 'γραψα
πλυμένους με σαπούνι
νέος τους ξεκίνησα,
τώρα κρατώ μπαστούνι
-
Πάντα εσένα θαύμαζα
τα πλουμιστά φτερά σου
η βάρκα μου όμως έπλεε
αντίθετα στα νερά σου
-
Εσύ με έβλεπες παιδί
με μάτια θολωμένα
νομίζω πως μας είχανε
τα δυο μας ματιασμένα
-
Ποτέ μου δε το μπόρεσα
σφιχτά να σε κρατήσω
Αγαπημένε μου παρά
να σε πολυαβγατίσω!
Βίγκαν μου είπες έγινες
και δεν τρως πια μαρίδα
μα τα ψητά βλεφάριαζες
με μάτι σαν γαρίδα
-
Άλλαξες γούστα μουσικά
κι έγειρες στην κουλτούρα
μα σαν ακούσεις λαϊκά
σε πιάνει μια λιγούρα
-
Μου λες διαβάζεις πια
μόνο φιλοσοφία
μα τα κουτσομπολιά
μαθαίνεις με μανία
-
Με τη ψυχολογία
πλέον ασχολείσαι
σαν σε πιάσει ζήλεια σου
με τίποτα δε συγκρατείσαι
-
Μάταιη προσπάθεια έκανες
το ίματζ να αλλάξεις
στο νερό τρύπα έσκαψες
πρόσεχε μη βουλιάξεις!
Τι ον παράδοξο κι αυτό
που μοιάζει της αρκούδας
μπροστά τη νιρβάνα του
εγκαταλείπει ο Βούδας
-
Κάνει κρύο, κάνει ζέστη
φορά χοντρή ζακέτα
και το μαλλί αχτένιστο
να μοιάζει με μοκέτα
-
Σαν τις κάλτσες αφαιρεί
μας πνίγει ποδαρίλα
στο πρόσωπο του βρίσκεται
μόνιμα μία ξινίλα
-
Καλόν τύπο δεν τον λες
εφιάλτη μάλλον
τον ύπνο να χαλά
πάντα ζητά των άλλων
-
Τρία ζευγάρια των χεριών
πέντε ζεύγη ποδάρια
τρέχουν απάνω του
λογής λογής σκαθάρια
-
Το πλάσμα τούτο ξέρετε
δεν είναι κάτι ξένο
άλλοι το λένε σύμπλεγμα
και κάποιοι απωθημένο!
Τι ήθελα -αχ να 'ξερα-
στην εξοχή και βγήκα
στον πισινό με τσίμπησε
μια κακιασμένη σφήκα
-
Και τώρα το κεντρί
ποιος θα 'ρθει να μου βγάλει
και αλοιφή στον πισινό,
τον πόνο ν' αποβάλλει
-
Σε ό,τι έχω ιερό
ορκίζομαι με πάθος
τέρμα για με η εξοχή
ποτέ παρόμοιο λάθος
Ήταν Μεγαλοβδομαδο
σε κάποιο μοναστήρι
που μοναχός εζηλεψε
να φάει ψωμοτυρι
-
"Μην είν' του Εξαποδω
τούτη η ιδέα
σαν τοτε που εψηφισα
το κόμμα του Ανδρέα;"
-
Τότε ακούστηκε η φωνή
του Μέγα Βελζεβούλη
"εγώ τίποτα δεν έκανα
αββά μου πονηρούλη"
-
Πριν προλάβει ο μοναχός
να κάνει μισή σκέψη
μπούκαρε ο ηγούμενος
μ' ένα ποτήρι Pepsi
-
"Χάσου τρισκατάρατε
γιατί θα σε ξορκίσω
με τούτο τ' αναψυκτικό
στη κόλαση θα σε ρίξω!"
-
"Όχι καλέ ηγούμενε
θα βγάλω το σκασμό
με δαύτο μη με λούσεις
καλύτερα μ' αγιασμό!"
-
Και κάπως έτσι ο δαίμονας
επέστρεψε στον Άδη
κι ο μοναχός αντί αυγού
έφαγε έν' αχλάδι
Κυριακή Βαϊων ζήτησες
και πάλι σκορδαλίτσα
μα απ' του Ευαγγελισμού
κρατούσες μυρωδίτσα
Να σου ψήσω ζήτησες
και μία πεσκανδρίτσα
- μα μήτε για γαύρο έχουμε
μήτε για σαρδελίτσα!
Σου 'γραψα δύο στιχάκια
έστειλα και δυο φιλάκια
έριξες ευθύς το βλέμμα
που μου έκοψε το αίμα
-
Έκοψα ένα λουλούδι
ζωγράφισα εν' αγγελούδι
έριξες ξανά το βλέμμα
μου ' δωσες ένα σου κέρμα
-
Δώστε μου μια συμβουλή
να της κλέψω ένα φιλί
κι εγώ ένα μανταρίνι
θα προσφέρω σε κοφίνι
-
Σου αγόρασα γλυκό
πήρα ύφος αντρικό
κάνεις δίαιτα, μου είπες
δεν αντέχεις και τους γύπες
-
Παρήγγειλα ένα ποτό
κέρασα και παγωτό
δίαιτα κάνεις, μου είπες
να σου λείπουνε οι γλύκες
-
Δώστε μία συμβουλή
τι ζητώ, ένα φιλί
σαν ζητιάνος έχω γίνει
μου 'μεινε το μανταρίνι!
Ένα μικρούλι ξωτικό
που μοιάζει με παιδάκι
περπατά παράξενα
σαν να 'τανε παπάκι
-
Μία νεράιδα λεπτή
σαν ακτινογραφία
έχει παπούτσια πράσινα
που ΄ναι γεμάτα βρύα
-
Πέφτοντας ένα ξημέρωμα
το ένα πάνω στ' άλλο
τα δυο ερωτευτήκανε
και πήγανε στο διά...εχμ...καλό τους!
Μια κόρη παρά θιν' αλός
όλο και στέναζε βαθιά.
Την συγκινούσε ασφαλώς
το γέρμα του ήλιου στα νερά.
"Ω δεσποινίς! προς τι οι λυγμοί!
Το έργο αυτό είναι παλιό·
να: πάντα ο ήλιος δύει εκεί -
και ξαναβγαίνει από 'δω"
H. Heine - Λυρικό Ιντερμέδιο - εκδ. Παρισιανού
Δύο παιδάκια απέκτησα
δυο όμορφα κοριτσάκια
μόλις μίλησαν το 'πιασα
πως ήταν τερατάκια
-
Με τις πλεξούδες στα μαλλιά
και τα γλυκά γελακια
δεν με κοροϊδεύουνε
τα καλικαντζαρακια
-
Πλάσματα είναι σκοτεινά
δυο τρομεροί μπελάδες
στη μάνα τους που μοιάσανε
μου προκαλούν ζαλάδες
-
Κι όταν κανένας με ρωτά
τι γίνεται στο σπίτι
λέω "μοιάζει μ' εκτέλεση
ποινής του ισοβιτη"
Μπροστά μου είχα φραπέ
κι εσύ έπινες φρέντο
σε κοίταξα στα σοβαρά
κι άρχισα το κρεσέντο
-
Τον ουρανό σαν κοίταξα
κατέβασα το φεγγάρι,
άλογο το έκανα
περνώντας του χαλινάρι
-
Στη σέλα του σ' ανέβασα
στα άστρα για μια βόλτα
σου χόρεψα με δερμάτινο
σαν να 'μουν ο Τραβόλτα
-
Κι αφού τέλος αράξαμε
σε λόφους χρυσής άμμου
με πετράδι έκανα
την πρόταση του γάμου
-
Κι αφού επαντρευτήκαμε
κι ανοίξαμε και σπίτι
ποδιά μου πέρασες ευθύς
κι ένα χαλκά στη μύτη
-
Τώρα που τα σκέφτομαι
και βλέπεις πως δακρύζω
δεν είναι που συγκινήθηκα
κρεμμύδια καθαρίζω!
Αγελάδα μωβ να δω δεν έχει λάχει,
ούτε και πρόκειται να δω καμία·
αλλά σας λέω, όπως και να 'χει,
κάλλιο να τη δω παρά να είμαι μία.