Το φέρετρο σαν προχωρά
θρηνείς τον πεθαμένο
άκου τον λόγο τον σοφό
που 'χω απ' τη ζωή βγαλμένο
-
Απ' το φέρετρο να 'σαι μπροστά
ή ακολούθησέ το
αφού μέσα δεν είσαι εσύ
αντί για κλάμα, γλέντησέ το!
Το φέρετρο σαν προχωρά
θρηνείς τον πεθαμένο
άκου τον λόγο τον σοφό
που 'χω απ' τη ζωή βγαλμένο
-
Απ' το φέρετρο να 'σαι μπροστά
ή ακολούθησέ το
αφού μέσα δεν είσαι εσύ
αντί για κλάμα, γλέντησέ το!
Λίγους στίχους σου 'γραψα
πλυμένους με σαπούνι
νέος τους ξεκίνησα,
τώρα κρατώ μπαστούνι
-
Πάντα εσένα θαύμαζα
τα πλουμιστά φτερά σου
η βάρκα μου όμως έπλεε
αντίθετα στα νερά σου
-
Εσύ με έβλεπες παιδί
με μάτια θολωμένα
νομίζω πως μας είχανε
τα δυο μας ματιασμένα
-
Ποτέ μου δε το μπόρεσα
σφιχτά να σε κρατήσω
Αγαπημένε μου παρά
να σε πολυαβγατίσω!
Βίγκαν μου είπες έγινες
και δεν τρως πια μαρίδα
μα τα ψητά βλεφάριαζες
με μάτι σαν γαρίδα
-
Άλλαξες γούστα μουσικά
κι έγειρες στην κουλτούρα
μα σαν ακούσεις λαϊκά
σε πιάνει μια λιγούρα
-
Μου λες διαβάζεις πια
μόνο φιλοσοφία
μα τα κουτσομπολιά
μαθαίνεις με μανία
-
Με τη ψυχολογία
πλέον ασχολείσαι
σαν σε πιάσει ζήλεια σου
με τίποτα δε συγκρατείσαι
-
Μάταιη προσπάθεια έκανες
το ίματζ να αλλάξεις
στο νερό τρύπα έσκαψες
πρόσεχε μη βουλιάξεις!
Τι ον παράδοξο κι αυτό
που μοιάζει της αρκούδας
μπροστά τη νιρβάνα του
εγκαταλείπει ο Βούδας
-
Κάνει κρύο, κάνει ζέστη
φορά χοντρή ζακέτα
και το μαλλί αχτένιστο
να μοιάζει με μοκέτα
-
Σαν τις κάλτσες αφαιρεί
μας πνίγει ποδαρίλα
στο πρόσωπο του βρίσκεται
μόνιμα μία ξινίλα
-
Καλόν τύπο δεν τον λες
εφιάλτη μάλλον
τον ύπνο να χαλά
πάντα ζητά των άλλων
-
Τρία ζευγάρια των χεριών
πέντε ζεύγη ποδάρια
τρέχουν απάνω του
λογής λογής σκαθάρια
-
Το πλάσμα τούτο ξέρετε
δεν είναι κάτι ξένο
άλλοι το λένε σύμπλεγμα
και κάποιοι απωθημένο!
Τι ήθελα -αχ να 'ξερα-
στην εξοχή και βγήκα
στον πισινό με τσίμπησε
μια κακιασμένη σφήκα
-
Και τώρα το κεντρί
ποιος θα 'ρθει να μου βγάλει
και αλοιφή στον πισινό,
τον πόνο ν' αποβάλλει
-
Σε ό,τι έχω ιερό
ορκίζομαι με πάθος
τέρμα για με η εξοχή
ποτέ παρόμοιο λάθος
Ήταν Μεγαλοβδομαδο
σε κάποιο μοναστήρι
που μοναχός εζηλεψε
να φάει ψωμοτυρι
-
"Μην είν' του Εξαποδω
τούτη η ιδέα
σαν τοτε που εψηφισα
το κόμμα του Ανδρέα;"
-
Τότε ακούστηκε η φωνή
του Μέγα Βελζεβούλη
"εγώ τίποτα δεν έκανα
αββά μου πονηρούλη"
-
Πριν προλάβει ο μοναχός
να κάνει μισή σκέψη
μπούκαρε ο ηγούμενος
μ' ένα ποτήρι Pepsi
-
"Χάσου τρισκατάρατε
γιατί θα σε ξορκίσω
με τούτο τ' αναψυκτικό
στη κόλαση θα σε ρίξω!"
-
"Όχι καλέ ηγούμενε
θα βγάλω το σκασμό
με δαύτο μη με λούσεις
καλύτερα μ' αγιασμό!"
-
Και κάπως έτσι ο δαίμονας
επέστρεψε στον Άδη
κι ο μοναχός αντί αυγού
έφαγε έν' αχλάδι
Κυριακή Βαϊων ζήτησες
και πάλι σκορδαλίτσα
μα απ' του Ευαγγελισμού
κρατούσες μυρωδίτσα
Να σου ψήσω ζήτησες
και μία πεσκανδρίτσα
- μα μήτε για γαύρο έχουμε
μήτε για σαρδελίτσα!
Σου 'γραψα δύο στιχάκια
έστειλα και δυο φιλάκια
έριξες ευθύς το βλέμμα
που μου έκοψε το αίμα
-
Έκοψα ένα λουλούδι
ζωγράφισα εν' αγγελούδι
έριξες ξανά το βλέμμα
μου ' δωσες ένα σου κέρμα
-
Δώστε μου μια συμβουλή
να της κλέψω ένα φιλί
κι εγώ ένα μανταρίνι
θα προσφέρω σε κοφίνι
-
Σου αγόρασα γλυκό
πήρα ύφος αντρικό
κάνεις δίαιτα, μου είπες
δεν αντέχεις και τους γύπες
-
Παρήγγειλα ένα ποτό
κέρασα και παγωτό
δίαιτα κάνεις, μου είπες
να σου λείπουνε οι γλύκες
-
Δώστε μία συμβουλή
τι ζητώ, ένα φιλί
σαν ζητιάνος έχω γίνει
μου 'μεινε το μανταρίνι!
Ένα μικρούλι ξωτικό
που μοιάζει με παιδάκι
περπατά παράξενα
σαν να 'τανε παπάκι
-
Μία νεράιδα λεπτή
σαν ακτινογραφία
έχει παπούτσια πράσινα
που ΄ναι γεμάτα βρύα
-
Πέφτοντας ένα ξημέρωμα
το ένα πάνω στ' άλλο
τα δυο ερωτευτήκανε
και πήγανε στο διά...εχμ...καλό τους!
Μια κόρη παρά θιν' αλός
όλο και στέναζε βαθιά.
Την συγκινούσε ασφαλώς
το γέρμα του ήλιου στα νερά.
"Ω δεσποινίς! προς τι οι λυγμοί!
Το έργο αυτό είναι παλιό·
να: πάντα ο ήλιος δύει εκεί -
και ξαναβγαίνει από 'δω"
H. Heine - Λυρικό Ιντερμέδιο - εκδ. Παρισιανού
Δύο παιδάκια απέκτησα
δυο όμορφα κοριτσάκια
μόλις μίλησαν το 'πιασα
πως ήταν τερατάκια
-
Με τις πλεξούδες στα μαλλιά
και τα γλυκά γελακια
δεν με κοροϊδεύουνε
τα καλικαντζαρακια
-
Πλάσματα είναι σκοτεινά
δυο τρομεροί μπελάδες
στη μάνα τους που μοιάσανε
μου προκαλούν ζαλάδες
-
Κι όταν κανένας με ρωτά
τι γίνεται στο σπίτι
λέω "μοιάζει μ' εκτέλεση
ποινής του ισοβιτη"
Μπροστά μου είχα φραπέ
κι εσύ έπινες φρέντο
σε κοίταξα στα σοβαρά
κι άρχισα το κρεσέντο
-
Τον ουρανό σαν κοίταξα
κατέβασα το φεγγάρι,
άλογο το έκανα
περνώντας του χαλινάρι
-
Στη σέλα του σ' ανέβασα
στα άστρα για μια βόλτα
σου χόρεψα με δερμάτινο
σαν να 'μουν ο Τραβόλτα
-
Κι αφού τέλος αράξαμε
σε λόφους χρυσής άμμου
με πετράδι έκανα
την πρόταση του γάμου
-
Κι αφού επαντρευτήκαμε
κι ανοίξαμε και σπίτι
ποδιά μου πέρασες ευθύς
κι ένα χαλκά στη μύτη
-
Τώρα που τα σκέφτομαι
και βλέπεις πως δακρύζω
δεν είναι που συγκινήθηκα
κρεμμύδια καθαρίζω!
Αγελάδα μωβ να δω δεν έχει λάχει,
ούτε και πρόκειται να δω καμία·
αλλά σας λέω, όπως και να 'χει,
κάλλιο να τη δω παρά να είμαι μία.
Καθώς περνούσα ένα πρωί
στης Άρτας το γιοφύρι
άρχισε να τρέμει ελαφρά,
να 'φταιγε το λιοπύρι;
-
"Τι θες και τρέμεις σύγκορμο
εσύ πέτρινο κτίσμα
μέσα σου γυναίκα χτίσαμε,
γιατί σε πιάνει πείσμα;"
-
"Τη χτίσατε άδικα
τη σύζυγο του χτίστη
με λίγο παρά θα δείχνατε
τη καλή σας πίστη"
-
"Και τώρα το θυμήθηκες
μετά τόσους αιώνες,
να μας ζητήσεις μίζες
σαν τους απατεώνες;"
-
"Λίγο λαδάκι θα 'τανε
καλό να με στεριώσει
τόσους αιώνες βλέπετε
τα θεμέλια έχουν στεγνώσει"
-
"Δε φτάνει π' άνθρωπο
θυσιάσαμε για σένα
τώρα ζητάς επίδομα
τα έχεις πια χαμένα!"
-
"Στη θέση σου τα λόγια μου
θα πρόσεχα που λέω
μη γκρεμιστεί η γέφυρα
και χρειαστεί να κλαίω"
-
Ξεροκατάπια ευθύς
και έβγαλα πενηντάρι
χαρτονόμισμα ευρώ
και του 'δωσα να το πάρει
-
Το γεφύρι έπαψε
τις πέτρες του να τρέμουν
σε τι χώρα, Θε μου, ζω
όλα πια μίζα θέλουν!
Ένα χιτώνα έβαλα
και περικεφαλαία
στάθηκα περήφανος
σαν τον Αχιλλέα
-
Ο χιτώνας ήταν κοντός
έμοιαζε με σκελέα
κι εγώ αντί για ήρωας
έδειχνα σαν γραία!
-
Μετά φίλος προσπάθησα
να γίνω της σοφίας
Σωκράτης ή και Πλάτωνας
έστω ένας Γοργίας
-
Ήταν τα λόγια μου φτωχά
δείγματα βλακείας
μ' ονόμασαν φίλοι και εχθροί
πρίγκηπα της ανίας
-
Μετά να γίνω ποιητής
απόφαση το πήρα
σαν ένας άλλος Όμηρος
να γράφω για την Ήρα
-
Οι στίχοι μου απαίσιοι
Ω! η κακή μου μοίρα
το μυαλό μου το λειψό
αυτό και μία λίρα!
-
Και τώρα μονάχος έμεινα
χωρίς κλέος αρχαίο
μα εγώ με βλέπω Ιάσονα
Χρυσόμαλλο, μοιραίο!
-
Και ας γελάει ο ντούνιας,
με ύφος ρωμαλέο
σπουδαίος εγώ καμώνομαι
νούμερο κραυγαλέο!
Για της αγάπης μου τ' ωραία ματάκια
τα πιο γλυκά μου γράφω τραγουδάκια.
Για το μικρό το στόμα της το πλάνο
τις πιο καλές τερτσίνες μου θα κάνω.
Και για τα μαγουλάκια της κυράς μου
στροφές γράφω απ' τα φύλλα της καρδιάς μου.
Μ' αν είχε ακόμα μια καρδιά πιστή
κι ένα σονέτο θα 'γραφα γι' αυτή
Ερρίκος Χάινε - Λυρικό Ιντερμέδιο - Εκδ. Παρισιάνου - μτφ. Λέων Κουκούλας
Όταν κάνεις κάποιο λάθος
να το αρνηθείς με πάθος
μη ψάχνεις για δικιολογία
αυτό μοιάζει απολογία
-
Βρες του καρδιναλίου ύφος
πάρε δέκα πόντους ύψος
μην παραδεχτείς το σφάλμα
και μη φοβηθείς το κάρμα
-
Με ολύμπια ψυχραιμία
περίμενε τη νηνεμία
μόλις όλα ηρεμήσουν
σανό δώσε να μασήσουν.
Έκανα το καθήκον μου
απέναντι στην πατρίδα
στον μπακαλιάρο όρμηξα
σαν λιμασμένη ακρίδα
Τη σκορδαλιά την έφτιαξα
με εκλεκτή πατάτα
προς την Τουρκιά εφώναξα
"εδώ ρε είναι Sparta"
Ξεδίπλωσα και τη σημαία μου
την άσπρη και γαλάζια
λίγο λαδάκι ετοίμασα
για τα πολιτικά γρανάζια
Ο φίλος μου έχει ξάδερφο
τον υπουργό που ξέρει
που θα μου κάνει διορισμό
σ' αυτά είναι ξεφτέρι
Κι εγώ φουσκώνω από χαρά
μα κι από περηφάνια
χαίρε, ω, χαίρε λευτεριά
για μια ζωή αλάνια!
Ίσως μυρίσει άλλη μια φορά
ο αέρας μας μπαρούτι
και φωνή λαού, οργή Θεού
ταράξει τη χώρα τούτη
Που ελευθερία ζήτησε
τη πλήρωσε με αίμα
για να 'χει άθλια αφεντικά
και γελαδίσιο βλέμμα
Με σπάθες και με άρματα
κουμπούρια και καρυοφίλια
πώς τέτοια βόδια γίναμε
να κλαίμε χωρίς μαντήλια
Να τρέχουμε ξοπίσω
σε κάθε πολιτικάντη
που μας μοιράζει κάρβουνα
κι αυτός κρατά διαμάντι
Κι εγώ που τώρα στο χαρτί
τούτους τους στίχους γράφω
για δυο προνόμια λειψά
τα πάντα υπογράφω!
Μικρός να γίνω ήθελα
τσοπάνης με μια γκλίτσα
μα αγάπησα μια κοπελιά
που τη φωνάζαν Λίτσα
Εκείνη μου 'πε να γενώ
γιατρός ή δικηγόρος
αλλιώς θα με παράταγε
κι ήταν βαρύς ο φόρος
Τα γράμματα δεν τα 'παιρνα
μα ήθελα τη Λίτσα
τα ρούχα μ' έβαλα λοιπόν
σε μια μπορντό βαλίτσα
Πήγα απ' όλες τις σχολές
τις γνώσεις να μου δώσουν
με βάλανε σε κάθισμα στενό
και είπαν θα με στρώσουν
Το πλοίο της μορφώσεως
ήταν βαρύ καράβι
γρήγορα το παράτησα
κι έκανα τον μανάβη
Ο χρόνος γοργά επέρασε
παντρεύτηκε η Λίτσα
και μου 'μεινε ο καημός
που απώλεσα και τη γκλίτσα!
Την είδα κι ο κόσμος
γιόμισε λουλούδια
στον ουρανό σκαρφάλωσα
να της μαζέψω άστρα
Σε κοφίνι διπλοπλεχτό
της τα έδωσα σαν δώρο
Τα κοίταξε, χαμογέλασε,
...κι έφυγε...
με το αγόρι της για ποτό.
https://www.poetryfoundation.org/poems/52339/silence-56d230b89fd5e
Υπάρχει μια σιωπή εκεί που ήχος δεν υπήρξε,
Υπάρχει μια σιωπή εκεί που ήχος δεν μπορεί να υπάρξει,
Μες στον ψυχρό τον τάφο — κάτω απ' τη βαθιά, βαθιά θάλασσα,
Ή στην πλατιά την έρημο όπου ζωή δεν ανευρίσκεται,
Που υπήρξε άλαλη, και στη γαλήνη της βαθιά πρέπει να κοιμάται·
Εκεί καμιά φωνή δεν έσβησε — καμιά ζωή δεν περπατά βουβά,
Μόνο σύννεφα και σκιές συννεφένιες πλανώνται ελεύθερα,
Που ποτέ δεν μίλησαν, πάνω από το ακίνητο έδαφος.
Όμως στα πράσινα ερείπια, μες στους ερημωμένους τοίχους
Αρχαίων παλατιών, εκεί όπου ο Άνθρωπος έχει υπάρξει,
Αν και η σκοτεινή αλεπού, ή η άγρια ύαινα, καλεί,
Και οι κουκουβάγιες, που πετούν αδιάκοπα ανάμεσα,
Κράζουν στην ηχώ, και οι χαμηλοί άνεμοι θρηνούν,
Εκεί είναι η αληθινή Σιωπή, με πλήρη συνείδηση και μόνη.
Στο σπίτι αυτοκράτορας
στις καρπαζιές εισπράκτορας
ως λέοντας βρυχάται
σαν ποντικός φοβάται
της γυριστής ο μάστορας!
https://www.poetryintranslation.com/PITBR/German/Heine.php#anchor_Toc277059648
Ένα έλατο μονάχο,
σε βορεινή βουνοκορφή,
κοιμάται μες σε λευκή κουβέρτα,
ντυμένο στο χιόνι και τον παγετό.
Ονειρεύεται μια φοινικιά,
που κάπου μακριά, σε χώρες της Ανατολής,
θρηνεί, ολομόναχη και σιωπηλή,
μέσα στις φλεγόμενες αμμουδιές.
https://www.poetryfoundation.org/poems/57773/song-of-the-departed
Γεμάτο αρμονίες είναι το πέταγμα των πουλιών. Τα πράσινα δάση
έχουν κλείσει γύρω από τις πιο ήσυχες καλύβες το βράδυ·
τα κρυστάλλινα λιβάδια του ελαφιού.
Το σκοτάδι καταπραΰνει το κελάρυσμα του ρυακιού, τις υγρές σκιές
Και τα λουλούδια του καλοκαιριού, που ηχούν όμορφα στον άνεμο.
Ήδη το μέτωπο του στοχαστικού ανθρώπου είναι σούρουπο.
Και μια μικρή λάμπα, η καλοσύνη, τρεμοπαίζει στην καρδιά του,
Και η ειρήνη του δείπνου· γιατί το ψωμί και το κρασί είναι ευλογημένα
Από τα χέρια του Θεού, και μέσα από νυχτερινά μάτια ο αδελφός
Σε κοιτάζει σιωπηλά, για να αναπαυθεί από ακανθώδεις περιπλανήσεις.
Ω, η κατοικία μέσα στο ψυχικά φορτισμένο γαλάζιο της νύχτας.
Με αγάπη η σιωπή στην κάμαρα αγκαλιάζει τις σκιές των γερόντων,
Τα πορφυρά μαρτύρια, τους θρήνους μιας μεγάλης γενιάς,
Που μεταφέρεται με ευλάβεια σε ένα μοναχικό εγγόνι.
Γιατί μέσα από μαύρα λεπτά τρέλας, όλο και πιο ακτινοβόλος,
Ο υπομονετικός ξυπνά στο πετρωμένο κατώφλι,
Και αγκαλιάζεται θερμά από το δροσερό γαλάζιο και τη λαμπρή δύση του φθινοπώρου,
Το σιωπηλό σπίτι και τους θρύλους του δάσους,
Το μέτρο και τον νόμο και τα φεγγαρόλουστα μονοπάτια των κεκοιμημένων.
https://www.poetryfoundation.org/poems/50391/dead-love-56d22d7cc6201
Νεκρός ο έρωτας, απ’ την προδοσία σφαγμένος, κείτεται άκαμπτος,
άσπρος σαν περιστέρι που ο θάνατος απότομα χτύπησε·
κανείς απ’ όσους προσπερνούν δεν στέκεται να προσέξει
τον νεκρό έρωτα.
Η καρδιά του, που λαχταρούσε, πάσχιζε και χτυπούσε
όπως ο κορυδαλλός που παλεύει να φτάσει την αυγή,
είναι πια κρύα, όπως όλη η παλιά του χαρά.
Οι νεκροί, αναστημένοι απ’ το χώμα, ίσως αφουγκραστούν
όταν η σάλπιγγα ηχήσει από ψηλά·
όμως δεν θα ανασύρει μέσα απ’ το σκοτάδι
τον νεκρό έρωτα.
Μεγαλοπρεπώς
το σκουλήκι
κινείται μες στο χώμα
γυρεύοντας τροφή θαμμένη.
Μην το υποτιμάς
στο τέλος τα υπολείμματά μας
αυτό θα αλέσει.
Στάσου, Χριστιανέ διαβάτη!—Στάσου, παιδί του Θεού,
και διάβασε με καρδιά απαλή. Κάτω από τούτο το χώμα
ένας ποιητής κείται, ή εκείνο που κάποτε φαινόταν να είναι αυτός.
Ω, ύψωσε μια σκέψη προσευχής για τον S. T. C.;
ώστε εκείνος που τόσα χρόνια, με κόπο της αναπνοής,
βρήκε τον θάνατο μέσα στη ζωή, εδώ να βρει ζωή μέσα στον θάνατο!
Έλεος αντί επαίνου—να συγχωρεθεί αντί για δόξα
ζήτησε, και ήλπισε, διά του Χριστού. Κάνε κι εσύ το ίδιο!
Το νερό καταλαβαίνει
Τον πολιτισμό καλά·
Μου βρέχει το πόδι, μα όμορφα,
Μου παγώνει τη ζωή, μα έξυπνα,
Δεν χάνει την ψυχραιμία του,
Δεν ραγίζει η καρδιά του:
Σαν χρησιμοποιηθεί σωστά, στολίζει τη χαρά,
Την κοσμεί, τη διπλασιάζει·
Σαν χρησιμοποιηθεί κακά, θα καταστρέψει,
Σε τέλειο χρόνο και μέτρο
Με ένα πρόσωπο χρυσής ηδονής
Κομψά θα καταστρέψει.
Σήκωσα τον σταυρό μου
και είδα
πως κουβαλούσα εσένα.
Κάθε σου αγκαλιά
κι ένα καρφί
Τα φιλιά σου έπλεξαν
το αγκάθινο στεφάνι
που μου φόρεσες
χαμογελώντας.
Εἶναι μιά χώρα χωρίς νύχτα καί μέρα,
χωρίς ζέστη καί κρύο, βροχή καί ἀέρα,
χωρίς λόφους, κοιλάδες· μιά πεδιάδα
ἁπλώνεται ἄπειρα μίλια μακριά.
Ἕνα λυκόφως γκρίζο στόν πνιγηρό αἰθέρα.
Οὔτε φεγγάρια οὔτε ἐποχές, πέρα
μακριά οὔτε ἄμπωτη οὔτε ποτάμια στά βουνά
οὔτε βλάστηση οὔτε ξέρα, ποτέ, πουθενά.
Οὔτε κύμα στή θάλασσα οὔτε ἀμμουδιά
οὔτε φτεροκόπημα νά ταράξει τό κενό. Δέν
πάλλεται ζωή σ' ὅλη τήν ἄσπλαχνη γῆ,
σ' ὅλη τήν ἄσπλαχνη θάλασσα, ἴχνος χρόνου μηδέν.
Κανένα σπίτι ἀσφαλές, κανένας οἰκεῖος τόπος,
καμιά ἐλπίδα, φόβος κανείς. Γιά πάντα.
Christina Rossetti - Οι Εκδόσεις των Φίλων(μτφ Ευσταθία Δήμου)
Κρύο και σκοτάδι
στάχτη και σήψη
ο κόσμος μου.
Πες μου
μια ζεστή κουβέντα,
άσε
ένα δάκρυ να κυλήσει
για τούτο το τέρας
που μέσα μου κοιμάται.
Μα μη μου μιλάς
για του έρωτα τη φλόγα.
Θα επιστρέψουν τα μαύρα χελιδόνια
στο μπαλκόνι σου τις φωλιές τους να κρεμάσουν,
και πάλι με τα φτερά τους στα τζάμια
παίζοντας θα σε καλέσουν.
Όμως εκείνα που αναχαίτισαν την πτήση τους
την ομορφιά σου και την ευτυχία μου για να θωρήσουν,
εκείνα που έμαθαν τα ονόματά μας...
εκείνα... δεν θα γυρίσουν!
Θα επιστρέψουν τα φουντωτά αγιοκλήματα
του κήπου σου τους τοίχους να σκαρφαλώσουν,
και πάλι το βράδυ, ακόμα πιο ωραία,
τα άνθη τους θα ανοίξουν.
Όμως εκείνες οι δροσοσταλίδες, που τις βλέπαμε
να τρέμουν και να πέφτουν σαν δάκρυα της ημέρας...
εκείνες... δεν θα γυρίσουν!
Θα επιστρέψουν του έρωτα στα αυτιά σου
τα φλογερά τα λόγια να ηχήσουν,
η καρδιά σου από τον βαθύ της ύπνο
ίσως και να ξυπνήσει.
Όμως βουβός, απορροφημένος και γονατιστός,
όπως προσκυνά κανείς τον Θεό μπροστά στο θυσιαστήριο,
όπως εγώ σε αγάπησα... μην αυταπατάσαι,
έτσι δεν θα σε αγαπήσουν!
Στα όνειρά σου τραγουδώ
στίχους μαύρους, θλιμμένους
δεν είναι τραγούδια έρωτα
μπαλάντες είν' θανάτου
Και το πρωί όταν ξυπνάς
τα δάκρυα σκουπίζεις,
τον ιδρώτα από το στήθος σου
που στάζει μουσκεμένο
Την αγκαλιά μου αν ζητάς
γυρεύεις χίλια μαχαίρια
τα νύχια μου, κοφτερά
θα σκίσουν την ψυχή σου.