Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Ένα απόγευμα στο μπαλκόνι

 




Το θυμάμαι σαν χτες. Καθίσαμε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Ο ήλιος έδυε και είχε ήδη πάρει το κοκκινωπό του χρώμα. Καθώς την έλουζαν οι αδύναμες πια ηλιακές ακτίνες δε μπορούσα παρά να θαυμάσω την αψεγάδιαστη ομορφιά της που ήταν ολοφάνερο πως πήγαζε από κάποια εσωτερική λάμψη. Συζητούσαμε για ένα σωρό αδιάφορα θέματα, παρ' όλα αυτά η συζήτησή μας διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον της. Κάποια στιγμή δυο χελιδόνια πέταξαν μπροστά μας και κινήθηκαν στο κενό ανάμεσα στα δύο ψηλά κτίρια που στέκονταν απέναντί μας. Τότε ήταν που κύλησαν ανάμεσα στις κουβέντες μας κάμποσοι σπόροι φακής. Τους κοιτούσαμε, στην αρχή αμήχανα να χοροπηδούν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις μας. Ήταν τόσο διασκεδαστικά τα πηδηματάκια τους που τελικά καταλήξαμε να γελάμε και οι δύο. Ο ήλιος κόντευε να δύσει πια. Εκείνη σηκώθηκε, άνοιξε τα φτερά της σαν της καρδερίνας και πέταξε προς τη κατεύθυνση που είχαν πετάξει λίγο πριν τα χελιδόνια. Εγώ άφησα την ουρά μου να να ξετυλιχτεί και αφού τα χέρια μου και τα πόδια μου έγιναν σαν εκείνα του σαμιαμιδιού, κατέβηκα τον τοίχο της πολυκατοικίας ακολουθώντας μερικούς από εκείνους τους αστείους σπόρους φακής. Κι έτσι, η ιστορία αυτή τελειώνει με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, δυο δρόμους που οδηγούσαν αλλού. 

At Vance - Heaven

 


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Πώς έγιναν χρυσά τα οστά του αλχημιστή

 


Έψαξε να βρει τα υλικά με μεγάλη προσοχή. Όπως είχε κάνει χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Διάβασε τα αρχαία χειρόγραφα με τις οδηγίες με τη δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθησε κάθε βήμα με ακρίβεια. Έφτιαξε το μίγμα. Ενώ ετοιμαζόταν να το δοκιμάσει πάνω σε ένα κομμάτι μόλυβδο, κάτι άκουσε από την άλλη πλευρά του εργαστηρίου. Του φάνηκε απίστευτο και ακατανόητο αλλά ήταν ο ήχος ενός φλάουτου! Η μελωδία που έπαιζε έγινε πιο έντονη, πιο δυνατή. Δεν ακολουθούσε καμία γνωστή κλίμακα. Ήταν ένα τραγούδι που έμοιαζε να γράφτηκε σε κάποιον άλλον κόσμο! Και τότε άρχισαν να ακούγονται και στίχοι. Ακατάληπτοι, με φθόγγους που ανθρώπινο αυτί δεν είχε ξανακούσει. Ούτε και το δικό του κι ας είχε βρει μουσικά κομμάτια γραμμένα σε χρόνια πριν την καταπόντιση της Ατλαντίδας. Άρχισαν να ματώνουν τα αυτιά του. Μα δεν πονούσε. Κοίταξε προς το μέρος που ερχόταν ο ήχος. Εκεί είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται μια παράδοξη μορφή ντυμένη με κίτρινο μανδύα. Ένα γέλιο γεννήθηκε μέσα του. Πηγαίο, αστείρευτο, έρρεε πραγματικά. Δεν το έλεγχε. Δεν μπορούσε να το σταματήσει. Ένιωσε να τον κυριεύει. Κατάλαβε πως αυτό ήταν εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν τρέλα. Μα γιατί τώρα; Γiατί έτσι; Η τελευταία σκέψη του ήταν να ψάξει τα χειρόγραφά του. Μα δεν πρόλαβε. Δεν μπόρεσε. Έπιασε τη φιάλη με το μίγμα που είχε παρασκευάσει και γελώντας ήπιε το περιεχόμενο. Μετά κάθισε στην καρέκλα του. Το γέλιο άρχισε να κοπάζει και η μουσική να χάνεται. Ύστερα από κάμποση ώρα σταμάτησαν όλα...Χρόνια μετά βρήκαν τα κόκκαλά του. Μόνο αυτά είχαν μείνει. Και ήταν ολόχρυσα...Για καιρό έμειναν άθικτα ώσπου κάποιος τυμβωρύχος τα έκλεψε. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία....

Narnia - Jerusalem

 


Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Χρυσάφι

 


Πότε ξεκίνησε τις προσπάθειες να φτιάξει χρυσάφι κανείς δε ξέρει. Κανένας δε θυμάται. Κλείστηκε στο εργαστήριο κάποτε, αφού μάζεψε όλα τα βιβλία του κόσμου που αφορούσαν το θέμα, και στρώθηκε στη δουλειά. Γενιές και γενιές πέρασαν που έβλεπαν το φως της φωτιάς να λάμπει μέσα στο εργαστήριό του και τον καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του. Αυτός όμως ήταν άφαντος. Δεν έβγαινε ποτέ έξω και δεν απαντούσε αν κάποιος χτυπούσε τη πόρτα. Μπορούσε όμως κάποιος, αν έδινε προσοχή, να τον ακούσει να εργάζεται πυρετωδώς εκεί μέσα. Κάθε μέρα, προς το μεσημέρι, οι προμήθειες αφήνονταν έξω από τη πόρτα του. Κάποια στιγμή το βράδυ αργά πρέπει να τις έβαζε μέσα, αφού την άλλη μέρα το πρωί είχαν εξαφανιστεί. Κάποια μέρα ακούστηκαν φωνές θριάμβου και επιτυχίας από το εργαστήριο. Μα και πάλι, κανείς δε βγήκε έξω. Η φωτιά έσβησε, ο καπνός χάθηκε, οι ήχοι έπαψαν. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια απόλυτης ησυχίας. Ο φόβος νικούσε την περιέργεια και κανείς δε πλησίαζε το εργαστήριο. Ώσπου μια μέρα, ο πιο γενναίος του χωριού, έσπασε τη πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκεί μέσα μετά από πρόκληση των χωριανών. Και τότε είδαν την επιτυχία! Στη πολυθρόνα του καθόταν ο αλχημιστής ακίνητος. Η σάρκα του είχε λιώσει από καιρό. Τα κόκκαλά του όμως είχαν μείνει άθικτα. Και ήταν πια από ατόφιο χρυσάφι!

WASP - Shadow Man

 


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Χάθηκε...

 


Όλοι είπαν πως εξαφανίστηκε. Πως ήταν ένα αερικό, ένα φάντασμα και σαν τέτοιο χάθηκε. Ήταν ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν στον νυχτερινό ουρανό. Τα αστέρια έλαμπαν εκεί ψηλά μα δεν μπορούσαν να φωτίσουν τους δρόμους και τα σοκάκια. Ούτε και οι λάμπες έκαναν καλή δουλειά εκείνη την περίεργη νύχτα. Τότε ήταν που εξαφανίστηκε. Σαν να τον κατάπιε το σκοτάδι, είπαν. Μόνο ένας γέρος που καθόταν δίπλα σε μια φωτιά κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι του, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες. "Δε χάθηκε ξαφνικά. Ξεθώριασε σιγά σιγά. Προσπαθούσε, ένας Θεός ξέρει πόσο. Ήταν εδώ, έτρεχε εκεί, έκανε ό,τι μπορούσε. Κανένας μας όμως δε στάθηκε μια στιγμή να τον ακούσει. Να αισθανθεί τις σκέψεις του, να νιώσει τις λύπες του. Κανένας μας δε νοιάστηκε. Ούτε κι εγώ. Ούτε όταν πρόσεξα ότι άρχισε να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται ξαφνικά. Σιγά σιγά σβήνουν. Είτε επειδή εμείς τους θεωρούμε δεδομένους και τους ξεχνάμε είτε επειδή εκείνοι θέλουν να μας ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Έγινε αερικό και στοιχειό, δεν ήταν από την αρχή". Αυτά τα λόγια είπε ο γέρος κι έφυγε για το σπίτι του. Οι υπόλοιποι κουνήσαν τα κεφάλια τους. "Πάει αυτός, το 'χασε" είπαν και ο καθένας συνέχισε να ασχολείται με τα δικά του. Κι εγώ έβαλα τελεία στην ιστορία μου στα λόγια του γέρου και όχι των υπολοίπων.

Candlemass - A Sorcerer's Pledge

 


Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Το ζωντανό φάντασμα

 


Βρέθηκα τυχαία σε εκείνη την ορεινή περιοχή. Όπως τυχαία βρίσκομαι οπουδήποτε πηγαίνω. Στο χωριό υπήρχε μια περίεργη και ενδιαφέρουσα ιστορία. Η οποία διαπίστωσα πως ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Τα βράδια έβγαινε ένα φάντασμα. Μα δεν ήταν φάντασμα νεκρού αλλά ζωντανού. Το φάντασμα ενός νέου που αγάπησε πολύ μια κοπέλα. Ήταν όμως ένας από εκείνους τους έρωτες που δε βρίσκουν ανταπόκριση. Και μένουν μισοί. Τόσο πολύ ήταν ερωτευμένος ο νέος που ένα μέρος της ψυχής του, έγινε φάντασμα και στοίχειωσε εκείνα τα μέρη. Εκεί που τη συνάντησε πρώτη φορά, εκεί που την έβλεπε καθημερινά. Πράγματι, το φάντασμα το είδα να περιπλανιέται σιωπηλό. Να σκύβει και να αγγίζει το έδαφος που εκείνη είχε πατήσει, όπως μου είπε. Και μια βραδιά είδα και τον νεαρό, μεγάλο και σε προχωρημένη ηλικία πια, να περπατά δίπλα στο φάντασμά του και να συζητούν. Πλησίασα κι εγώ και συστήθηκα. Μου επέτρεψαν να καταγράψω την ιστορία τους και να την πω σε όσους είχαν ενδιαφέρον να την ακούσουν. Ρώτησα αν ξαναείδαν τη κοπέλα ξανά. Χαμήλωσαν και οι δυο το βλέμμα τους θλιμμένοι. Απάντησαν καταφατικά και άφησαν από έναν αναστεναγμό. Πρόσφερα λίγη από τη τεκίλα που είχα φροντίσει να προμηθευτώ όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του ζωντανού φαντάσματος. Η νύχτα τελικά χρειάστηκε όλη τη ποσότητα...Αυτές οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με αλκοόλ...

Dream Theater - Take The Time [OFFICIAL VIDEO]

 


Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Το χορταράκι

 


Αναγνώρισα τον τάφο του εύκολα. Ήταν ο μόνο που δεν φύτρωνε τίποτα. Ούτε πάνω του ούτε γύρω του. Οι χωριανοί με ακολούθησαν μέχρι την είσοδο του κοιμητηρίου. Οι θρήνοι και τα κλάματα που ακούγονταν κάθε βράδυ αποθάρρυναν τους καλούς χωρικούς από το να πλησιάσουν περισσότερο. Κάποιοι από αυτούς ορκίζονται ότι φώναζε εμένα. Παράξενο. Ποτέ δε με συμπαθούσε όσο ζούσε. Για την ακρίβεια δεν ήθελε να με βλέπει. Τι τον έπιασε τώρα που πέθανε και με αναζητά; Λοιπόν, φαίνεται πως οι άνθρωποι αλλάζουν και αφού έχουν πεθάνει...Έκατσα σε ένα βράχο δίπλα από τον τάφο. Τον παρατηρούσα. Ήταν αφύσικα γκρίζος. Μόνο έτσι μπορώ να τον περιγράψω. Για μια μικρή ακτίνα γύρω του το γκρίζο επικρατούσε. Δε φύτρωνε τίποτα. Δεν κινούταν τίποτα. Ούτε μυρμήγκι. Κάθισα λοιπόν και περίμενα. Και περίμενα. Και περίμενα. Το μεσημέρι το διαδέχτηκε το απόγευμα και το απόγευμα η νύχτα. Βέβαια. Πάντα νύχτα βγαίνουν τα φαντάσματα. Άναψα ένα φανάρι που είχα μαζί μου. Ηλεκτρικό. Με μπαταρίες. Μη φανταστείτε τίποτα αρχαίο. Είμαστε στο 2026 στο κάτω κάτω...Μετά από ατελείωτες και βαρετές ώρες αναμονής, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, κάτι ακούστηκε. Ένας θρήνος να έρχεται από μέσα από το χώμα. Ανατρίχιασα είναι η αλήθεια. Πράγματι, αυτός ήταν. Αναγνώρισα τη φωνή του. "Εσύ είσαι γερο-στριμμένε;" ρώτησα. "Ήρθες! Ήρθες! Δόξα τω Θεώ! Ήρθες! Διάβασέ μου παραμύθια Παραμυθά! Πες μου τις ιστορίες σου!" ακούστηκε η φωνή του μέσα από τη γη. "Νόμιζα ότι μισούσες τις ιστορίες μου. Πως τα παραμύθια είναι για ανόητα παιδιά. Καλά δε θυμάμαι;", ειρωνεύτηκα. "Κορόιδεψέ με όσο θέλεις. Δικαίωμα σου...αλλά για όνομα του Θεού, πες μου τις ιστορίες σου! Όσοι πιστεύουν στα παραμύθια πηγαίνουν είτε στον Παράδεισο είτε στην Κόλαση. Εμείς όμως που δε πιστεύουμε στα παραμύθια...Αλίμονο! Δεν υπάρχει χώρος για εμάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο! Μένουμε σε μια αφόρητη γκρίζα έρημο. Τίποτα δε κινείται και τίποτα δεν αλλάζει εκεί. Στερούμαστε ακόμα και την παρηγοριά των βασανιστηρίων της Κόλασης!" Φώναξε. Σπουδαία παρηγοριά ζητάνε κι αυτοί. Από την άλλη, το μαρτύριο της πλήξης πρέπει να είναι φοβερό. Αυτοί που δεν πιστεύουν στα παραμύθια αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τις σπουδαιότερες ομορφιές που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος. Αυτός ή ο άλλος. Τον λυπήθηκα τον παλιόγερο. Ξεκίνησα να διαβάζω τις ιστορίες μου. Διάβαζα μέχρι το πρωί. Κι αυτός άκουγε με ευχαρίστηση. Ρωτούσε λεπτομέρειες σε κάθε ιστορία, είχε απορίες σαν ένα μικρό παιδί. Μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ησύχασε. Δεν ακουγόταν πια η φωνή του. Έτριψα τα κουρασμένα μάτια μου. Κοίταξα τον τάφο του. Ήταν ακόμα γκρίζος. Χαμένη η προσπάθεια...μα όχι! Τι είναι αυτό; Γέλασα δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Στο κέντρο του τάφου, ανάμεσα στο χώμα και τα βοτσαλάκια, ένα μικρό χορταράκι είχε μόλις φυτρώσει...

Avantasia - Black Wings

 


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Η πείνα

 




To σκοτάδι απλωνόταν. Έχανε τον έλεγχο νύχτα με τη νύχτα. Ήξερε πως κάτι άλλο ξυπνούσε. Μεταμορφωνόταν. Ή μήπως επέστρεφε στην πραγματική του μορφή; Εκείνη που ήξερε για χρόνια να κρύβει καλά. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως αυτός άλλαζε. Πρωτόγονος; Κτηνώδης; Δαιμονικός; Απλά ανθρώπινος; Διαφορετικοί άνθρωποι δίνουν διαφορετικές ερμηνείες. Ένα ήταν σίγουρο. Η πείνα μεγάλωνε, θέριευε, κυριαρχούσε. Κι εκείνη; Εκείνη τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σίγουρη πως τον ήξερε. Σίγουρη πως θα μπορούσε να τον σώσει. Να τον χορτάσει. Να του δώσει εκείνο το φως που αναζητούσε. Και πράγματι προσπάθησε. Την είδα να τον αγκαλιάζει. Να τον θρέφει με το φως της. Να προσπαθεί να θεραπεύσει το κενό του. Ώσπου χάθηκε μέσα του. Έγινε ένα με το σκοτάδι του. Σαν την πέτρα που ρίχνει κανείς σε πηγάδι τόσο βαθύ που μάταια περιμένει τον ήχο της να ακούσει σαν αυτή φτάσει στον πάτο. Κανείς δεν την ξανάδε. Έτσι λένε εκείνοι που κοιτάζουν επιφανειακά και μόνο. Γιατί αυτή συνέχισε να κυκλοφορεί. Μα ήταν πια αλλαγμένη. Σκοτεινή. Αγνώριστή. Αλλά ακόμα μαζί μας. Κι ας μην τη γνώριζε κανείς. Κι αυτός; Το σκοτάδι χάρηκε τη θυσία που του προσφέρθηκε. Αποτραβήχτηκε ικανοποιημένο. Μα το θηρίο σαν σπάσει τις αλυσίδες του και τραφεί, σίγουρα θα ξαναγυρίσει. Βλέπετε, όλα τα παραμύθια με τη Πεντάμορφη και το Τέρας δεν τελειώνουν χαρούμενα ή στενάχωρα. Κάποια συνεχίζουν. Και κάνουν αυτούς που τα διηγούνται μα και όσους τα ακούνε να ανατριχιάζουν...

Tarja - Frisson Noir

 


Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Το τέλος

 


Η κούρασή του αυτή τη φορά δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Αισθανόταν να τον πλακώνει. Το σώμα του είχε βαρύνει τόσο που αισθανόταν πως δε μπορεί να το κουβαλά πια. Ο ύπνος που ένιωθε να θέλει να τον τυλίξει είχε κάτι το διαφορετικό εκείνη τη βραδιά. Φαινόταν πως θα είναι μόνιμος. Ξάπλωσε σε ένα μέρος που του φάνηκε αναπαυτικό. Κοίταξε το σώμα του. Γεμάτο παλιές πληγές και τραύματα που δεν είχαν επουλωθεί πλήρως μα είχαν αφήσει ουλές. Το κεφάλι του πια με το ζόρι κρατιόταν όρθιο. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Πόσο όμορφο του φαινόταν το φεγγάρι. Σίγουρα, αν κάτι θα του έλειπε από τη ζωή που σύντομα θα αποχαιρετούσε είναι η θέα του φεγγαριού...Ξάπλωσε, μα δεν έκλεισε τα μάτια του. Μπροστά του είδε τις αμέτρητες μάχες που είχε δώσει. Τους φίλους που εδώ και καιρό είχαν εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο. Συνειδητοποίησε ότι είχε μείνει πια μόνος. Ακόμα κι εκείνη, η αγαπημένη του είχε φύγει. Ο πόνος του έγινε μούδιασμα και το μούδιασμα...απάθεια. Τα μάτια του έκλειναν. Ήξερε πως δε θα τα ανοίξει ξανά. Η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο αργά. Άφησε μια τελευταία φλογισμένη πνοή και μετά...όλα τελείωσαν. Νεκρική σιγή. Έτσι πέθανε ο τελευταίος δράκος. Κι εγώ ήμουν εκεί, να καταγράφω τούτη την ιστορία. Μάρτυρας ενός κόσμου που χάθηκε. Για πάντα; Δεν το ξέρω. Αυτό μένει να φανεί στο μέλλον...

The Sins of thy Beloved - Silent Pain

 


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Νύχτα

 


Την συνάντησα αναπάντεχα. Περπατούσα χωρίς κάποιον προορισμό, γυρεύοντας κάποια ιστορία να διηγηθώ όταν οι δρόμοι μας συναντήθηκαν. Με χαιρέτησε εγκάρδια και μου χαμογέλασε ζεστά. Εγώ μάλλον μάλλον αμήχανα. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελα να δω. Πολλές από τις ιστορίες που διηγούμαι είναι δικές της με κάποιον τρόπο. Το κακό είναι ότι το ήξερε. Και ζήτησε το μερτικό της. "Γράψε κάτι και για μένα" είπε καθώς απομακρυνόταν. Δε μπορώ να αρνηθώ. Κάποτε την θεωρούσαν θεά. Τη θυμάμαι να κρατά τη σελήνη στο ένα χέρι και το πέπλο του νυχτερινού ουρανού στο άλλο. Θυμάμαι πιστοί να έρχονται μπροστά στα πόδια της και να την προσκυνούν. Να της αφήνουν δώρα. Κι εκείνη, άλλοτε καταδεκτική τα δέχονταν και άλλοτε απόμακρη τα απέρριπτε. Πετούσε επάνω στα φτερά του ύπνου και επισκέπτονταν τους εκλεκτούς της στα όνειρά τους όπου και τους χάριζε την εύνοιά της. Την άλλη μέρα τα μάτια τους θολά και ανίκανα να εστιάσουν, αποτελούσαν το σημάδι της επίσκεψής της. Κάποιοι, οι πιο ευνοημένοι, δέχονταν συχνότερες επισκέψεις μέχρι που ο μακάριος θάνατος τους έβρισκε στον ύπνο τους. Σιγά σιγά, εξαιτίας της αύξησης των απωλειών, άρχισαν να τη φοβούνται. Μετά να την τρέμουν και στο τέλος να τη μισούν. Ακόμα κρατούσε τη σελήνη και τον νυχτερινό ουρανό, μα τα νύχια στα χέρια της ήταν πια γαμψά. Τα δόντια της έμοιαζαν με του τσακαλιού και τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Με τον καιρό κλήθηκαν άνθρωποι που ήξεραν να εξορκίζουν τέτοια πλάσματα. Η αγάπη μειώθηκε, ο φόβος θέριεψε, οι εξορκισμοί την έδιωξαν...Ξεχάστηκε...Μόνο λίγοι θυμόμαστε πια της μέρες της δόξας της. Μόνο εγώ ξέρω τη φύση της τη πραγματική. Γιατί αυτός που γράφει ιστορίες έχει το προνόμιο και να γνωρίζει...

Virgin Steele - Strawgirl

 


Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Ο Πορφυρός Βασιλιάς

 


Καθόταν ήσυχος σε μια γωνιά σε ένα μικρό cafe.  Κανείς δεν ήξερε ποιος είναι, ποια δύναμη κρύβεται μέσα σε τούτη τη μορφή, την φαινομενικά απλή και καθημερινή. Έπινε έναν εσπρέσο και έτρωγε ένα κρουασάν. Πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Μου έγνεψε να καθίσω. Αρχίσαμε να συζητάμε. Για τη ζωή του την τωρινή αλλά και για την πρότερη. Τα μάτια του συχνά πυκνά πετούσαν σπίθες φωτιάς καθώς μιλούσε για το παρελθόν. Καθώς χειρονομούσε, κάποιος που είχε μια σχετική εμπειρία μπορούσε να καταλάβει πως μια και μόνο από τις χειρονομίες του, αν εκτελούνταν με διαφορετικό τρόπο, θα μπορούσε να καταστρέψει ένα μέρος του κόσμο σε λίγα δευτερόλεπτα. Ή θα μπορούσε να ξυπνήσει στρατιές πλασμάτων τερατωδών που με χαρά θα ξεχύνονταν επάνω στα θύματά τους. Όμως εκείνες οι μέρες έχουν περάσει. Τα μυστικά του τα έχει σφραγίσει και δεν έχει σκοπό να τα μοιραστεί. Η βασιλεία του έφτασε στο τέλος της με τη μορφή εκείνη. Μόνο ένα κόκκινο ύφασμα έχει μείνει να θυμίζει την τρομακτική του δύναμη και τη φοβερή του εξουσία. Όλη την ώρα που διηγούταν ιστορίες από τις μεγάλες δόξες του αλλά και από τη σημερινή του καθημερινότητα έβλεπα την μελαγχολία να κυριαρχεί στις εκφράσεις του. Ο άλλοτε πανίσχυρος Πορφυρός Βασιλιάς σήμερα να ζει σαν ένα ήσυχος συνταξιούχος. Έχω διηγηθεί πολλές παράξενες ή και παράλογες  ιστορίες. Αυτή όμως, αμφιβάλλω αν θα την πιστέψει κανείς. 

Sonata Arctica - Fullmoon

 


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο Προσκυνητής

 


Όλοι ήξεραν τον Προσκυνητή σε κείνα τα μέρη. Όλη μέρα περπατούσε και τη νύχτα προσευχόταν. Κανείς δεν τον είδε ποτέ να κοιμάται. Έτρωγε ελάχιστα και με λίγο νερό ξεδιψούσε. Κι αυτά όμως τα έκανε ενώ περπατούσε. Ανέβαινε βουνά από μονοπάτια δύσκολα, περνούσε μέσα από ποτάμια με νερά ορμητικά και διέσχιζε κάμπους κάτω από της εξαντλητική ζέστη και τον καυτό ήλιο. Δε χρειαζόταν τα όνειρα πια και οι γνώσεις του κόσμου του ήταν περιττές. Ακολουθούσε τον δρόμο του πάντα με σιγουριά. Ποτέ δεν καθυστέρησε σε κάποιο σταυροδρόμι για να επιλέξει ποιον δρόμο θα πάρει. Πάντα ήξερε. Κάποτε περπάτησα μαζί του. Ο δρόμος μας έτυχε να είναι κοινός. Διαπίστωσα ότι όσα έλεγαν για εκείνον ήταν αληθινά. Διαπίστωσα και κάτι ακόμα. Πως δεν ονειρευόταν. Δε χρειαζόταν πια τα όνειρα. Ούτε και ιστορίες άκουγε πια. Δεν διψούσε για τέτοιες η ψυχή του. Παράξενο πράγμα. Γνώρισα από τότε πολλούς ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που μου είπαν ιστορίες γι' αυτόν και που μου διηγήθηκαν πως τον είχαν δει στα όνειρά τους να περιδιαβαίνει. Να ήξερε άραγε πως αυτός, που δεν έβλεπε όνειρα ούτε άκουγε ιστορίες, παρ' όλα αυτά εμφανιζόταν στα όνειρα και τις ιστορίες των άλλων; Τον ρώτησα μα δεν πήρα απάντηση. Ούτε κάποιο χαμόγελο ή κάποια άλλη έκφραση στο πρόσωπό του μπόρεσα να διακρίνω. Απλά συνέχισε να περπατά με το ίδιο βηματισμό για να φτάσει στο επόμενο προσκύνημα που τον περίμενε...

Bruce Dickinson - Arc of Space

 


Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Η φωτιά

 


Τον βρήκα να κάθεται βαθιά μέσα σε μια σπηλιά. Έφτανε σχεδόν στην καρδιά εκείνου του βουνού. Μόνος σύντροφός του, το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε. Η φωτιά. Ήταν φίλος, εραστής και φύλακάς της. Το όνομά του είχε ξεχαστεί από αιώνες αμέτρητους. Οι άνθρωποι του έδιναν κατά καιρούς διάφορα ονόματα ανάλογα με τη δική τους ικανότητα αντίληψης και κατανόησης. Κανένα από αυτά όμως δεν ήταν το δικό του. Τώρα πια, οι ελάχιστοι που αναφέρονταν σε αυτόν τον έλεγαν Φύλακα της Φωτιάς. Το όνομα αυτό έδειχνε πόσο είχε φτωχύνει η γνώση και η φαντασία τους. Τούτα τα δύο, αν και τα ονομάζουμε ξεχωριστά εντούτοις είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Αυτή η ιστορία έχει να κάνει με τον Φύλακα. Φορούσε μόνο ένα παντελόνι κι αυτό σχισμένο. Δε φορούσε μπλούζα ή πουκάμισο. Η ζέστη της φωτιάς έκανε ένα τέτοιο ρούχο περιττό.  Οι πληγές του ήταν ακόμα ορατές. Ποιος ξέρει πόσες τιμωρίες πέρασε επειδή μοίρασε το μυστικό της φωτιάς. "Μετάνιωσες;" τον ρώτησα. "Θα έπρεπε να τη ξέρεις την απάντηση", μου είπε. "Μετανιώνεις  για τις ιστορίες που διηγείσαι; Τα μυστικά που κρύβουν, δεν είναι μικρότερα από εκείνα της φωτιάς. Ούτε λιγότερο επικίνδυνα". "Ίσως, εσύ όμως..." ξεκίνησα να λέω πριν με διακόψει. "Εγώ όμως τιμωρήθηκα. Τι να κάνεις. Έτσι είναι η ζωή. Ίσως κι εσύ τιμωρηθείς κάποτε" είπε γελώντας. Η φωτιά μπροστά του δυνάμωσε και σαν να κινήθηκε στον ήχο του γέλιου του. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της. Τα γένια και τα μαλλιά του σαν να έγιναν κι εκείνα φωτιά. Έμεινα στη σπηλιά κάμποσες ώρες. Μου διηγήθηκε ιστορίες άγνωστες, άλλες από τα βάθη των αιώνων και άλλες από την εβδομάδα που μας πέρασε. Πριν φύγω ρώτησα: "Δε φοβάσαι μήπως η φωτιά καταστρέψει τον κόσμο"; Με κοίταξε για λίγη ώρα σιωπηλός. Στο τέλος απάντησε: "Η φωτιά δεν καταστρέφει. Καθαρίζει και αναγεννά". " Αφήνει και νεκρούς χερσότοπους" είπα και ετοιμάστηκα να φύγω. "Κομμάτι της διαδικασίας" μου απάντησε καθώς με αποχαιρετούσε. Αυτοί οι πολύ αρχαίοι τύποι πάντα θέλουν να φαίνονται αινιγματικοί. Τουλάχιστον συνέλλεξα  αρκετές ιστορίες για να διηγηθώ στο μέλλον. 

Manowar - Blood of the Kings

 


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ο σκύλος

 


Λένε πως μεταμορφώθηκε σε σκύλο. Άλλοι λένε πως μάγισσα τον καταράστηκε και άλλοι πως από έρωτα έγινε σκύλος για να βρίσκει την οσμή της αγαπημένης του. Και άλλοι πως πάντα σκύλος ήτανε, ακόμα κι όταν περπατούσε σε δύο πόδια και δεν είχε γούνα στο σώμα του. Μα η ιστορία του είναι διαφορετική. Φτωχός ήταν από μικρός και ζούσε με αποφάγια. Οι άνθρωποι άλλοτε του φέρονταν καλά και άλλοτε τον κλωτσούσαν. Με τον καιρό και αφού όλοι τον λόγιζαν σκύλο, άρχισε να αποκτά τις συνήθειες του ζώου. Με τον καιρό και τη μορφή του. Τούτη η ιστορία δεν είναι μια ιστορίας μαύρης μαγείας. Ούτε η ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα που άφησε βαθύ σημάδι. Τούτη είναι μια ιστορία παραλογισμού. Εκείνου που σκληραίνει των ανθρώπων τις καρδιές και δημιουργεί πλάσματα αλλόκοτα...

VOIVOD – The Unknown Knows (Symphonique) (VISUALIZER)

 


Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Περπατώντας

 




 Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορίες που μου τις έχουν διηγηθεί. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Ούτε καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Από μικρός είχα ένα πρόβλημα. Δεν είχα κανένα μα κανένα ταλέντο. Δε ζωγράφιζα καλά, δεν έπαιζα μουσική, δεν χόρευα, δεν ήμουν τόσο καλός στο ποδόσφαιρο και στον αθλητισμό -αν και πεισματάρης- δεν έγραφα ωραία, δε μιλούσα με πειθώ. Δεν ήμουν ο πιο δυνατός ούτε και ο πιο γρήγορος. Δεν ήμουν ο πιο έξυπνος ούτε και ο πιο δραστήριος. Σε ένα ήμουν μόνο καλός. Στο περπάτημα. Όταν περπατούσα δεν έκανα απλώς μια σειρά από συνεχόμενα βήματα. Περπατώντας άνοιγαν μπροστά μου πύλες που οδηγούσαν σε μυριάδες κόσμους. Παράθυρα που μου έδειχνα χιλιάδες ιστορίες. Δίπλα μου περπατούσαν χαρακτήρες παράξενοι, πλάσματα της φαντασίας. Ο άνεμος εκθρόνιζε τη λογική που έχει αγκαλιάσει τόσο ασφυκτικά αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό  και έδινε στο παράλογο τη θέση της. Όσο περπατούσα ο ήλιος διηγούταν παραμύθια και η σελήνη με τα αστέρια αφηγούνταν παράξενες ιστορίες. Τα πουλιά τραγουδούσαν με ανθρώπινες φωνές και τα σκυλιά και οι γάτες πετούσαν με την άνεση ενός κοτσυφιού. Οι ιστορίες που γράφω δεν είναι ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί. Δεν θα μπορούσα να τις γράψω με κάποιο υποφερτό τρόπο. Δεν είναι ιστορίες που τις έχω ζήσει. Δε θα μπορούσα να τις μεταφέρω από εκείνους τους κόσμους που έχουν συμβεί. Δεν είναι καν ιστορίες που τις έχω φανταστεί. Δε θα μπορούσα να τις αφηγηθώ με τρόπο που να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Είναι ιστορίες που τις έχω περπατήσει. Μόνο σε αυτό ήμουν πάντα καλός. Στο να περπατάω τις ιστορίες μου. 

Yngwie Malmsteen - Save Our Love

 


Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο τρελός του χωριού

 


Λένε για εκείνον τον τρελό, πως χάθηκε μέσα στο δάσος των σκιών. Πως αφέθηκε στα πλάσματα της νύχτας να τον οδηγήσουν στα ανίερα μονοπάτια τους. Πως πήγε στα μέρη εκείνα που κανένας καλός άνθρωπος και λογικός δεν πηγαίνει. Ανέβηκα σε έναν άνεμο που φυσούσε προς εκείνο το δάσος και τον άφησα να με οδηγήσει. Πράγματι το δάσος ήταν σκοτεινό αρκετά. Περπάτησα λίγη ώρα στο μονοπάτι που με πήγε ο άνεμος μέχρι που βγήκα σε ένα ξέφωτο. Εκεί τον βρήκα να κάθεται και να μιλά με πλάσματα αλλόκοτα. Γρύπες και μονόκερους, σφίγγες και κενταύρους μπόρεσα να ξεχωρίσω. Σαν με είδε, χαμογέλασε μάλλον ειρωνικά. "Ήρθες να γράψεις την ιστορία μου Παραμυθά; Να πεις για τον τρελό που τον κλέψαν οι σκιές και μιλά με πλάσματα παράξενα σε μέρη που άνθρωποι καλοί και λογικοί το πόδι δεν πατούν;", μου είπε με φωνή θλιμμένη. "Δεν με έκλεψε καμιά σκιά. Εκείνοι οι καλοί και λογικοί με έδιωξαν με την κακία τους και τη σκληρότητά τους. Και τούτα τα πλάσματα πολύ λιγότερο αλλόκοτα είναι από των "καλών" ανθρώπων τις συμπεριφορές. Το πόδι τους δεν το πατούν εδώ όχι επειδή το μέρος είναι διαβολικό. Δεν τολμούν αν έρθουν εδώ επειδή θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν τις θέσεις και τις ανέσεις τους. Αυτή είναι η αλήθεια" μου είπε "και όχι οι παλαβομάρες που ακούγονται στον κόσμο σας ως λογική". Άνοιξα τη τσάντα μου και έβγαλα το φλασκί με το ουίσκι. Πάντα κουβαλάω ένα τέτοιο μαζί μου. Για ώρα ανάγκης. "Να κεράσω;" ρώτησα και αμέσως μου έδειξε μια ξύλινη κούπα που είχε κοντά του. Έχυσα το νερό που είχε μέσα και έβαλα λίγο ποτό. Τσουγκρίσαμε και ήπιαμε από μια γουλιά σιωπηλοί. Τα πλάσματα εκείνου του δάσους μαζεύτηκαν γύρω μας και σχημάτισαν μια τεράστια παρέα. Έμεινα αρκετές ημέρες μαζί του και με τα πλάσματα εκείνα. Ήρθα να βρω μια ιστορία να σας διηγηθώ μα βρήκα κάτι καλύτερο. Τον άνθρωπο. Εκείνον που έψαχνε με το φανάρι του ο Διογένης. 

Ten - The Grail

 


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η Μέδουσα

 


Της αρέσει πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό. Με ένα φόρεμα αέρινο και τα μαλλιά της ξέπλεκα να ανεμίζουν ακόμα κι αν άνεμος δε φυσά. Το χρώμα τους αλλάζει. Πότε μαύρα, πότε καστανά και πότε ξανθά. Γι' αυτό πολλοί νομίζουν πως τα μαλλιά της είναι φίδια ζωντανά σαν εκείνα της Μέδουσας. Όμως κάνουν λάθος. Κατά ένα τρόπο περίεργο, ποτέ κανένα αυτοκίνητο δεν έπεσε πάνω της. Κανένα όχημα δεν τη χτύπησε. Όσοι την είδαν έχουν να λένε για το ανέμελο, σχεδόν χορευτικό της βάδισμα και για τον τρόπο που ξαφνικά εξαφανίζεται, στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Το πρόσωπό της κανένας δεν το έχει δει, πράγμα που επαναφέρει τη σύγκριση με τη Μέδουσα αφού κυκλοφόρησε η φήμη πως όποιος δει το πρόσωπό της, πετρώνει ή πεθαίνει. Και πάλι λάθος κάνουν. Το πρόσωπο της είναι όμορφο και τα μάτια της φωτεινά. Μα κατοικεί μέσα τους μια μελαγχολική σκιά. Κάτι που χάθηκε; Κάτι που λείπει; Κάτι που δεν αποκτήθηκε ποτέ; Δεν ξέρω. Δεν μου είπε όλη της την ιστορία ποτέ. Μόνο ότι της αρέσει τόσο πολύ να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα στην εθνική οδό...

Magnum - So let it rain

 


Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Το τραγούδι τῆς Ἀρετῆς

 




Μιά μάννα εἶχε ἐννιά τζη γιούς καί μιά τζη θυγατέρα,


στά σκοτεινά τήν ἔλουγε, στό φέγγος τή χτενίζει,


στό φεγγαράκι τ' ἀργυρό τήνε σουραδοπλέκει.


Ἡ γειτονιά δέν τό 'ξερε πώς εἶχε θυγατέρα.


Προξενητάδες ἤρθανε ἀπό τή Βαβυλώνα,


νά πάρουνε τήν Ἀρετή πολύ μακριά στά ξένα.


Οἱ ὀχτώ ἀδελφοί δέ θέλανε, ὁ Κωσταντῖνος θέλει:


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα,


νά 'χω κι' ἐγώ παρηγοριά στά ξένα πού γυρίζω.»


— «Ὄμορφος εἶσαι, Κωσταντῆ, μ' ἄσχημ' ἀπελοήθης,


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος ποιός πά' νά τήνε φέρη;»


— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα.


ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος, ἐγώ θά πά' τή φέρω.»


Καί δίδει την ἡ μάννα της τήν Ἀρετή στά ξένα.


Γυρίζει ὁ χρόνος βίσεχτος, οἱ ἐννιά ἀδελφοί πεθάνα


κι' ἔμεινε ἡ μάννα μοναχή σάν καλαμιά στόν κάμπο.


Σ' ὅλα τά μνήματ' ἔκλαιγε, σ' ὅλα μοιρολογᾶτο


καί τό μνημί τοῦ Κωσταντῆ ἀναθεμάτιζέ το:


— «Ἀνάθεμά σε Κωσταντῆ καί σύ καί τό καλό σου.»


Τό τόσο μυριανάθεμα ὁ Κωσταντής βαρέθη,


κάνει τό μνῆμα τ' ἄλογο καί τό λαζάρι σέλλα


καί τά κιβουροχάλικα σκάλες καί χαλινάρια,


παίζει βιτσιά τοῦ μαύρου του, στή Βαβυλώνα φτάνει.


Βρίσκει τήν κόρη στό χορό μέ τρεῖς παπαδοποῦλες.


— «Καλῶς τόνε τον Κωσταντῆ πού φέρνει τό μαντᾶτο.


Ἄν εἶναι θλίψη, νά θλιφτῶ κι' ἄν εἶ' χαρά, ν' ἀλλάξω


κι' ἄν εἶναι γιά τό γάμο σου, ὁλόχρυσα νά βάλω.»


— «Δέν εἶναι θλίψη νά θλιφτῆς μηδέ χαρά ν' ἀλλάξης


μηδέ καί γιά τό γάμο μου, ὁλόχρυσα νά βάλης·


ἡ μάννα σου σέ ζήτησε καί θέλει σε νά πάης.


Ἀπου τή χέρα τήν ἁρπᾶ, στό μαῦρο τήν καθίζει,


παίζει βιτσιά τ' ἀλόγου του, σάν τόν ἀέρα πάει...


Δεύτερη σελίδα:


Ἡ παρουσία καί ἡ μορφή τῶν βρικολάκων


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε ἀπού τόν Ἅι Γιώργη,


Γροικᾶ ἡ κόρη μιά φωνή παράξενη καί λέει:


— «Γιά δέ κοράσιο ὄμορφο τό σέρνει ἀποθαμένος.»


— «Γροικᾶς το, Κωσταντῖνο μου, τ' ἀηδόνι εἶντα λέει;»


— «Γροικῶ το, Ἀρετοῦσα μου, καί τό γνωρίζω κιόλας.»


Καί ὄντεν ἐπερνούσανε στά μνήματα ἀπέξω:


— «Κατές τώρ', Ἀρετοῦσα μου, στό σπίτι μας νά πάης;»


— «Κατέχω, Κωσταντῖνο μου, στό σπίτι μας νά πάω,


μά γιάντα, ἀδερφάκι μου, μ' ἀφίνεις εἰς τό δρόμο;»


Ἡ κόρη δέν ἐπρόφταξε νά 'πή 'ναν ἄλλο λόγο


κι' ὁ Κωσταντῆς ἐχάθηκε στή μέση τῶ μνημάτω


Παίρνει τ' ἡ παραπόνεσι, στό σπίτι της καί πάει,


βρίσκει τσοί πόρτες σφαλιστές καί τά κλειδιά παρμένα


καί τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.


Φωνάζει τη μαννούλα της ὀγιά νά τῆς ἀνοίξη


— «Ἄν εἶσαι ἀέρας, πήγαινε, ἄν εἶσαι ὁ Χάρος, διάβα


κι' ἄν εἶσαι ὁ Πικροχάροντας δέν ἔχω μπλιό παιδάκια.»


— «Ἄνοιξε, μάννα μ' ἄνοιξε, μά γώ 'μ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα.»


— «Δεῖξε τόν ἀρραβῶνα σου ἀπό τήν κλειδωνιάστρα,


κι' ἄν εἶσ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα μου, εγώ θά σοῦ ἀνοίξω.»


Δείχνει τόν ἀρραβῶνα της κι' ἐτότες τῆς ἀνοίγει,


μά ὥστε νά καλογνωριστοῦν, ἀπόθανεν ἡ μάννα


κι' ἀπόμεινε ἡ γι' Ἀρετή ἔρημη καί παντρέρμη.


— «Θέ μου, καί κάμε με πολύ, πουλί καί λωλοπούλι,


γιά νά γυρίζω στά στενά καί κλαίω τ'ς ἀδερφούς μου.»


Κι' ὁ Θεός τήνε λυπήθηκε, σάν ἀστραπή τήν κάνει


Από το βιβλίο: Στέλιος Α. Μουζάκης, Ο Αφορισμός, οι Βρικόλακες και η αντιμετώπισή τους, εκδ. Ηρόδοτος

Visigoth - Traitor's Gate

 


Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Η ξεκούραση

 


Μετά από καιρό οι άνεμοι δεν με έστειλαν ούτε σε πόλη ούτε σε χωριό. Ούτε σε θάλασσα ούτε και σε κάποιο ψηλό βουνό. Με έστειλαν σε ένα όνειρο. Μα εκείνο δεν ήταν από τα συνηθισμένα όνειρα που γίνονται πράγματα παλαβά. Ούτε κι από τα άλλα που όλο έρωτες ανθίζουν. Αυτό εδώ ήταν γκρίζο και μονότονο. Κάποιοι αριθμοί έτρεχαν εδώ κι εκεί καμιά φορά αλλά κι αυτοί με τάξη και σειρά. Κωδικοί και καταστάσεις κυκλοφορούσαν με βήματα προσεκτικά και εγκρίσεις δίνονταν από γραφεία με αόρατους υπαλλήλους. Κοίταξα ολόγυρα να βρω τον ονειρευτή που έβλεπε τέτοια πράγματα στον ύπνο του. Τον βρήκα να κάθεται σκυφτός πάνω από ένα γραφείο, συμπληρώνοντας αιτήσεις. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο άσπρο με μπλε ρίγες κάθετες και γκρίζο παντελόνι με μουσταρδί ζώνη. Όταν έφτασα μπροστά του σήκωσε το κεφάλι του. "Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;" με ρώτησε σχεδόν αδιάφορα. "Ποιος στην ευχή είσαι; Τι είδους άνθρωπος βλέπει τέτοια όνειρα;" ρώτησα με τη σειρά μου. Χαμογέλασε πλατιά. Έβγαλε τα γυαλιά του - ξέχασα να αναφέρω πως φορούσε και γυαλιά- σκούπισε με ένα μαντήλι τον ιδρώτα από το μέτωπό του και μου είπε: "Και οι ακροβάτες κάπως πρέπει να χαλαρώνουμε...". Πολλά πράγματα περίεργα έχω δει στα ταξίδια μου. Τούτο όμως, ομολογώ με έκανε να φρίξω...

Hexenhaus - Prime Evil

 


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο ποιητής

 


Έπαιρνε πάντα την ποίηση πολύ σοβαρά. Έκανε σε όλους παρατηρήσεις για το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, τη γλώσσα, το ύφος και κάμποσα άλλα πράγματα. Κάθε πρωί, σηκωνόταν πολύ νωρίς, ντυνόταν και έβγαινε να κυνηγήσει γράμματα, λέξεις και ρίμες στο κοντινό δάσος. Γύριζε το μεσημεράκι, με όλα τα γραμματικά κόλπα που είχε πιάσει αγκιστρωμένα στη ζώνη του. Μόλις έφτανε σπίτι του, τα τοποθετούσε στο γραφείο του και έπειτα τα άπλωνε πάνω σε κόλλες χαρτιού, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον ρυθμό και το μέτρο. Έπειτα έτρωγε, κοιμόταν λίγο και το απόγευμα έστελνε τις παρατηρήσεις του σε άλλους επίδοξους -και...κακότεχνους κατά τον ίδιο- ποιητές. Κάποτε με ρώτησε με ποια τεχνοτροπία γράφω τις ιστορίες μου. Πως τοποθετώ τις λέξεις και πού τις βρίσκω. Ποια μέτρα μου αρέσουν. Είχα μαζί μου ένα ανθρακούχο αναψυκτικό. Το κούνησα δυνατά και το άνοιξα. Το αναψυκτικό πετάχτηκε προς όλες τις κατευθύνσεις. "Έτσι", του είπα. Κούνησε το κεφάλι του και έφυγε εμφανώς απογοητευμένος. Κι εγώ διαπίστωσα πως δεν είχα άλλο αναψυκτικό μαζί μου και διψούσα. Πρέπει να βρω καλύτερο τρόπο να απαντώ στις ερωτήσεις που μου κάνουν...

Hibria - The Anger Inside

 


Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Το σκοινί

 


Κυκλοφορούσε με ένα χοντρό σκοινί, δεμένο σε θηλιά στα χέρια του. Μουρμούραγε συνεχώς λέξεις που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Καθώς περνούσε κάποιοι τρόμαξαν και σταυροκοπήθηκαν, οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά και έκλεισαν πόρτες και παράθυρα. Οι μαγαζάτορες κατέβασαν τα ρολά τους και σταμάτησαν τις μουσικές. Μόνο δυο τρεις από τους πιο αυθάδεις του χωριού δε φοβήθηκαν. Γεροδεμένοι και χειροδύναμοι αλλά με λιγοστό μυαλό, βάλθηκαν να τον περιγελούν. Προσπάθησα να τους προειδοποιήσω μα δεν με άκουσαν. "Φύγε από δω Παραμυθά, που έχεις πιστέψει τις ιστορίες που φτιάχνεις" μου φώναξαν και συνέχισαν να τον κοροϊδεύουν. Αυτός κάποια στιγμή διέκοψε τη πορεία και το μουρμουρητό του και τους έδειξε με το δεξί του χέρι. Ο ένας από τους δύο του πέταξε μια πέτρα που τον πέτυχε στο κεφάλι και του το μάτωσε. Έτρεξα κοντά του και του έδωσα ένα κομμάτι ύφασμα, να το βάλει σαν επίδεσμο. "Μη τους δίνεις σημασία και μη κρατήσεις κακία" του ψιθύρισα. "Αργά πια γι' αυτό...Πολύ αργά", απάντησε και σηκώθηκε να φύγει προς το δάσος ενώ οι δυο παληκαράδες γελούσαν. Τον είδα να χάνεται στα δέντρα. Πήγα και ζήτησα στο καφενείο του χωριού -τώρα πια η ζωή επανερχόταν στα φυσιολογικά της- μέρος να περάσω το βράδυ για να γράψω το τέλος της ιστορίας μου το πρωί. Μου πρόσφερε ευγενικά ένα δωμάτιο ένας χωριανός. Την άλλη μέρα το πρωί, έγραψα το τέλος. Και οι δυο αχρείοι είχαν αυτοκτονήσει. Ο ένας με μαχαίρι και ο άλλος με το όπλο του το κυνηγετικό. Παράξενο. Κανείς τους δεν κρεμάστηκε...

Bathory - Gods of Thunder of Wind and of Rain

 


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η ταφή

 


Βρέθηκα σε ένα παλιό κοιμητήριο. Πλήθος κόσμου παρακολουθούσε την ταφή. Με θρήνους, με μοιρολόγια και λυγμούς. Σαν τελείωσε πλησίασα τον Νεκροθάφτη. "Τι κηδεία ήταν αυτή, που είχε τόσο κόσμο;", τον ρώτησα. Σαν με είδε με αναγνώρισε. "Εσύ δεν είσαι ο Παραμυθάς; Γράψε για τούτη τη κηδεία τότε. Μάθε πως οι άνθρωποι αυτοί κηδεύσανε την ελπίδα του τόπου τους. Γι' αυτό έκλαιγαν τόσο πολύ". Έμεινα σιωπηλός για λίγο, αναλογιζόμενος τα λόγια του Νεκροθάφτη. Μετά είπα: "Την ελπίδα; Δεν ξέρω...Συνήθως γράφω για έρωτες που πέθαναν, για φιλίες που χάθηκαν, για σχέσεις που δεν γεννήθηκαν ποτέ...Για τον θάνατο της ελπίδας όμως; Δύσκολο θέμα...Μα αυτή δεν πεθαίνει τελευταία; Τότε πώς υπήρχαν τόσοι άνθρωποι στη κηδεία της;" Ο Νεκροθάφτης γέλασε δυνατά και τα ανακατωμένα γένια του κινήθηκαν σαν να ήταν ζωντανά. "Κι αυτοί νεκροί είναι. Απλά δεν τους έχω θάψει ακόμα. Πού να τους προλάβω όλους;" μου είπε με το συνηθισμένο κυνικό του ύφος. Κοίταξα ξανά τους ανθρώπους που απομακρύνονταν. Δεν μου φάνηκαν νεκροί καθόλου. Αλλά ο θάνατος δεν είναι δική μου ειδικότητα. Είναι τομέας του Νεκροθάφτη. Αυτός ξέρει καλύτερα το θέμα. Εμένα η ειδικότητά μου είναι να διηγούμαι ιστορίες...

My Dying Bride - Black Voyage

 


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Ο παραμυθάς

 


Σε κάθε της βήμα, άνθιζε η γη. Σε κάθε πνοή της μοσχοβολούσε ο αέρας. Τα μαλλιά της, κόκκινα, μακριά, έφερναν την αυγή καθώς τα τίναζε απαλά με το ολόλευκο χέρι της. Κάποτε ο άνεμος με έφερε μπροστά της. Υποκλίθηκα βαθιά και χαιρέτησα με τον δέοντα σεβασμό. Εκείνη χαμογέλασε και τα πουλιά γύρω μας άρχισαν να κελαηδούν εκκωφαντικά. Ύστερα με κοίταξε και ένα λεπτό σύννεφο μελαγχολίας σκέπασε το πρόσωπό της. "Θα με ακολουθούσες στο νέο βασίλειο που θα πάω, τώρα που οι μέρες μου σε τούτη εδώ τη γη τελείωσαν;". Έμεινα για λίγο αμίλητος. Ήξερα πως δεν υπήρχε χώρος για εμένα στο καράβι που σύντομα θα σήκωνε τις άγκυρές του και πως οι άνεμοι δεν θα με άφηναν σε ένα βασίλειο για πολύ καιρό. "Κυρά μου, ξέρεις πως ταξιδεύω με τους ανέμους και αυτοί δε σταματούν να φυσούν ποτέ. Καταγράφω τις ιστορίες πλασμάτων θαυμαστών σαν και του λόγου σου και τις διηγούμαι. Αν μείνω στη νέα σου χώρα, πώς θα μαθαίνω τις ιστορίες τους και σε ποιον θα τις διηγούμαι; Θα ήμουν ευτυχισμένος να μείνω κοντά σου, το γνωρίζεις, μα η ευτυχία δεν είναι στη μοίρα μου γραμμένη. Οι περιπλανώμενοι παραμυθάδες είμαστε εδώ για να λέμε τις ιστορίες ανθρώπων απλών και πλασμάτων μαγικών. Τίποτα περισσότερο δεν υπάρχει για εμάς". Χαμογέλασε ξανά, με αγκάλιασε ζεστά και μου έδωσε ένα φιλί. Ύστερα με αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να αναχωρήσει. Καθώς τη χαιρετούσα, φύσηξε ξανά και ο άνεμος με πήρε για άλλα μέρη που καινούριες ιστορίες θα μπορέσω να μαζέψω. 

The Clan Destined - A Beautiful Start to the End of the World

 


Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το παραμύθι

 


Ένα απαλό αεράκι φύσηξε εκείνο το βράδυ. Τόσο απαλό που ελάχιστοι το αισθάνθηκαν. Ήταν όμως αρκετό για να ρίξει το τελευταίο πέταλο του καταραμένου ρόδου. Η πύλη έμεινε κλειστή, ο δρόμος μπροστά στον πύργο έρημος και η Πεντάμορφη κάπου μακριά. Η κατάρα δεν έσπασε ποτέ. Όλα έμειναν όπως ήταν. Μαγεμένα, σκοτεινά, θλιμμένα. Το Τέρας δε θα γίνει πρίγκηπας ξανά. Θα μείνει ένα τέρας που θα σκορπά τον τρόμο αναζητώντας την αγάπη. Μα κι αν τη βρίσκει δε θα μπορεί πια να την αναγνωρίσει. Θα συνεχίσει να την κυνηγά. Ένα ένστικτο που θα τον συντροφεύει όσο οι αιώνες θα περνούν. Ήμουν εκεί όταν ξέσπασε σε κλάματα, κατανοώντας ποια μοίρα τον περίμενε. Μάζεψα τα δάκρυά του και πότισα τον κήπο του. Μαύρα κρίνα γεννήθηκαν που όταν τα φυσά και ο πιο ελαφρύς άνεμος - σαν εκείνον που έριξε το τελευταίο πέταλο- βγάζουν μια μουσική τόσο μελαγχολική που το φεγγάρι και ο ήλιος σκυθρωπιάζουν. Τον είδα κι αυτόν μια φορά. Να τρέχει στο δάσος σαν αγρίμι ενώ ο ουρανός ήταν τόσο σκοτεινός σαν πέπλο μοιρολογίστρας. Δεν προσπάθησα να του μιλήσω. Τι είχα άλλωστε να πω; Πήρα τον δρόμο που οδηγούσε μακριά. Μακριά από τον πύργο του. Μακριά από το σπίτι εκείνης που αγάπησε. Μακριά από τα παραμύθια που το τέλος τους δεν είναι πια χαρούμενο...

Nocturnal Rites - Still Alive

 


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Ο αγώνας

 


Την είδα να κυνηγά ένα δέντρο εκείνο το πρωί. Το δέντρο έτρεχε τόσο γρήγορα που οι ρίζες του σχεδόν δεν φαίνονταν. Μα κι εκείνη δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Ποτέ δεν το έβαζε. Με το ποτιστήρι της γεμάτο νερό έτρεχε ξοπίσω του και δεν άφηνε την απόσταση ανάμεσά τους να μεγαλώσει. Όλοι κοιτούσαμε με ενδιαφέρον. Οι γάτες, οι σκύλοι, τα πουλιά, δυο ποντίκια, τα άλλα δέντρα και εγώ. Σχηματίσαμε μια πρόχειρη εξέδρα και στοιχηματίζαμε αν τελικά το δέντρο θα ξεφύγει από το πότισμα ή αν η κοπέλα θα καταφέρει να το ποτίσει. Το δέντρο φαινόταν να κουράζεται και η κοπέλα μείωνε την απόσταση. Τόσο πολύ που σύντομα θα μπορούσε να το ποτίσει. Κι εκεί που όλα φαίνονταν να έχουν τελειώσει...σκόνταψε και το νερό χύθηκε από το ποτιστήρι. Στην εξέδρα μας οι επευφημίες και οι φωνές απογοήτευσης έγιναν ένα. Ανάλογα με το που είχε ποντάρει ο καθένας ήταν κι οι αντιδράσεις μας. Εγώ, που είχα ποντάρει στη κοπέλα, χρωστούσα εβδομήντα ευρώ σε εκείνον τον αχώνευτο παπαγάλο. Καθώς τον πλήρωνα, η κοπέλα πέρασε από μπροστά μου. "Συγγνώμη" μου είπε. "Δεν πειράζει. Καλός αγώνας. Την επόμενη φορά" της είπα και χαμογέλασα. Πάντα ήμουν φίλος του "ευ αγωνίζεσθαι". Κι ας το πληρώνω πότε πότε...

Savatage - Morning Sun

 


Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Ο αλαφροίσκιωτος

 


Κάποιοι έλεγαν πως υπνοβατούσε. Άλλοι πως ήταν τρελός. Μα η αλήθεια είναι άλλη. Έκλεψε κάποτε το μαντήλι μιας νεράιδα, που την παρακολουθούσε να χορεύει σε μία πηγή. Είχε ακούσει τον θρύλο πως αν κλέψεις το μαντήλι μιας νεράιδας αυτή μένει μαζί σου. Μα ο θρύλος είναι ψέμα. Η νεράιδα δεν έμεινε μαζί του, δεν παντρεύτηκαν και δεν έκαναν παιδιά. Έφυγε μακριά αφού πρώτα τον καταράστηκε για το θράσος του. Το μαντήλι δέθηκε πάνω του και δε μπόρεσε να το βγάλει ποτέ. Και από τότε βλέπει νεράιδες και βρικόλακες, καλικάντζαρους και ξωτικά, χαμόδρακες και φαντάσματα. Ακόμα και τη μαύρη μόρα. Όλα τα δαιμόνια τα αόρατα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Σιγά σιγά έχασε τα λογικά του και τριγυρίζει με περπάτημα ελαφρύ όταν το λυκόφως σιγά σιγά δίνει τη θέση του στο σκοτάδι. Λένε πως δε γέρασε ούτε μισό λεπτό από εκείνη τη στιγμή που δέθηκε με της νεράιδας το μαντήλι και πως τα μάτια του δεν ξανάκλεισαν ώστε ο ύπνος να του δώσει ξεκούραση γλυκιά. Τον είδα κι εγώ να πηδάει σαν τριζόνι από ταράτσα σε ταράτσα ενώ το φεγγάρι φώτιζε αχνά τη σιλουέτα του. Τον άκουσα να σιγοτραγουδά ένα σκοπό άγνωστο στα δικά μου τα αυτιά. Σταυροκοπήθηκα και είπα μια προσευχή. Μα μέχρι να τελειώσω ήταν ήδη μακριά. Χάθηκε μέσα στη νύχτα σαν τα στοιχειά που μόνο εκείνος μπορούσε να τα δει. 

Blind Guardian - Mordred's Song

 


Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Μια συνηθισμένη μέρα

 


H μέρα ξεκίνησε όπως συνήθως. Απαίσια. Ο καφές δε βοήθησε. Άνοιξα το παράθυρο για να μπει αέρας μα μπήκε μόνο θόρυβος και φωνές. "Ωραία μέρα για να πεθάνεις" είπα και ετοιμάστηκα να βγω έξω. Μόλις βγήκα, ένας ποντικός που καθάριζε με λίμα τα νύχια του με χαιρέτησε. Έπειτα μπήκε στο μικρό του αυτοκινητάκι και απομακρύνθηκε με ταχύτητα. Ένα περιστέρι προσγειώθηκε μπροστά μου. Έφτιαξε τη γραβάτα του, ίσιωσε το σακάκι του και με ύφος επιτιμητικό σχολίασε: "Ποντικοί! Πολύ επικίνδυνοι όταν οδηγούν". "Ε, δεν έχουν όλοι φτερά όπως εσύ" του απάντησα. Με κοίταξε με το ίδιο ύφος και είπε: "Ούτε κι εσύ έχεις" και πέταξε μακριά. Δίκιο είχε. Δεν έχω φτερά, ούτε αυτοκίνητο. Μα δεν έχω και που να πάω. Περιμένω τον επόμενο άνεμο να με παρασύρει εκεί που θέλει. Α! Άρχισε να φυσάει! Καιρός να φεύγω...

Saxon - The Eagle Has Landed

 


Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Το χάλι

 


Ο νυχτερινός ουρανός έγινε ξάφνου κόκκινος. Έπειτα πήρε χρώμα σμαράγδινο. Ένα άστρο με φως εκτυφλωτικό διέγραψε καθοδική πορεία σαν μετεωρίτης. Γύρισα στο ξωτικό που έπινε δίπλα μου τη μπύρα του. "Πέφτουν ακόμα άγγελοι από τον ουρανό;" το ρώτησα. "Έχουνε πέσει πριν από χρόνους αμέτρητους. Απλά εσύ τους βλέπεις τώρα", μου είπε και κατέβασε τη μπύρα μονορούφι αφήνοντας στο τέλος ένα ρέψιμο. Κοίταξα ξανά στον ουρανό. Είχε πάρει το χρώμα του το συνηθισμένο και τα άστρα φαίνονταν με δυσκολία λόγω των φώτων της πόλης. Πήρα το βιβλίο αλχημείας που διάβαζα πριν με διακόψει το παράξενο φαινόμενο και συνέχισα να διαβάζω από εκεί που το είχα αφήσει. "Κι αν μπορέσω να βρω τον τρόπο να μετατρέπω το νερό σε μπύρα;" ρώτησα, "τι θα πεις τότε, κοντό πλάσμα;" "Δε χρειάζεται φιλοσοφική λίθος γι' αυτό. Το κάνουν ήδη με βύνη και λυκίσκο, βλάκα" μου απάντησε. Είμαι σίγουρος πως κι αυτό κάποτε ήταν άγγελος που έπεσε κι η πτώση του το έκανε τόσο κοντό. Γι' αυτό έχει γίνει έτσι πικρόχολο. Εγώ πάλι καμία δικαιολογία δεν έχω για το χάλι μου...

Crimson Glory - Azrael

 


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Τεκίλα

 


Ήταν μια συνάντηση αποχαιρετισμού. Αυτός θα έφευγε, εκείνη θα έμενε. Ήπιαν καφέ, μίλησαν, γέλασαν. Σαν ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, εκείνη τον αγκάλιασε και έκανε να τον φιλήσει. Έτσι του φάνηκε τουλάχιστον. Αν και ήθελε πολύ να φιληθούν, ξαφνιάστηκε και πισωπάτησε. Έχασε λίγο την ισορροπία του και χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Η στιγμή χάλασε περισσότερο με την εμφάνιση της συγκατοίκου της. Ακούγοντας την ιστορία του γέλασα και αυτός φάνηκε θιγμένος. Τον χτύπησα ελαφριά στη πλάτη και τον παρηγόρησα κερνώντας τον μια τεκίλα. Δεν τελειώνουν όλες οι ιστορίες όμορφα ή με κάποιο δίδαγμα. Κάποιες τελειώνουν με μια γκάφα. Όπως τούτη εδώ. Άσπρο πάτο!

Aerosmith - Dream On

 


Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ο οξύθυμος σαμουράι

 


Στην μακρινή Ιαπωνία, πριν εκατοντάδες χρόνια, ζούσε ένας οξύθυμος σαμουράι. Δεν το είχε σε τίποτα να τραβήξει το σπαθί του και να σκοτώσει όποιον τον προσέβαλλε, τον έβριζε, τον κοιτούσε στραβά ή απλά τον κοιτούσε. Κάποτε συνάντησε έναν χωρικό. Εκείνος τον χαιρέτισε με τρόπο που ο σαμουράι θεώρησε ανάρμοστο. Τράβηξε αμέσως το σπαθί κατάνα και όρμηξε να τον κόψει από πάνω προς τα κάτω. Ο χωρικός, ο οποίος είχε βγει να μαζέψει αγριολούλουδα για τη γυναίκα του, σήκωσε αντανακλαστικά ένα από τα λουλούδια που κρατούσε για να αμυνθεί. Καθώς τα υπόλοιπα λουλούδια έπεφταν στο χώμα, η λάμα βρήκε το υψωμένο λουλούδι και έσπασε σε δυο κομμάτια. Ο σαμουράι έμεινε άφωνος αρχικά. Κατόπιν συνήλθε, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον χωρικό και έφυγε. Οι γεροντότεροι της περιοχής λένε πως έγινε μοναχός και μπορεί κανείς ακόμα και σήμερα να τον δει να περιδιαβαίνει σιγοψάλλοντας τους ανθισμένους αγρούς. 

Rainbow - Rainbow Eyes

 


Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Ένα πουλάκι μου 'πε

 


Καθώς περπατούσα στο δρόμο μία μέρα, ήρθε ένα πουλάκι και κάθισε στο κλαδί ενός δέντρου. Από εκεί μου φώναξε με ανθρώπινη λαλιά και μου είπε πως φέρνει μαντάτα που με αφορούν. Το κοίταξα με μια κάποια αδιαφορία και συνέχισα το δρόμο μου. "Πουλιά που μιλάνε" σκέφτηκα. "Τι άλλο θα βρουν για να μας διαφημίσουν προϊόντα που δε χρειαζόμαστε...Αυτό ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο." Άφησα το πτηνό να φωνάζει πως μου έχει νέα και συνέχισα το δρόμο μου. Άκου πουλιά που μιλάνε. Μα αν είναι δυνατόν!

Rainbow - Temple of the King

 


Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η αναζήτηση

 


Ένας άνεμος αναζητούσε κάποτε την ευτυχία. Μα δε μπορούσε να τη βρει όσο κι αν έψαχνε. Όσο δεν την έβρισκε, τόσο πιο πολύ φυσούσε. Άρχισε κάποια στιγμή -από κούραση άραγε, από απογοήτευση ή από άλλον λόγο κανείς δε ξέρει- να κάνει κύκλους και να ψάχνει στο ίδιο μέρος. Και όσο μεγάλωναν οι κύκλοι, μεγάλωνε και ο θυμός του, μεγάλωνε και η έντασή του. Τον άνεμο αυτόν άλλοι τον είπαν τυφώνα άλλοι ανεμοστρόβιλο και άλλοι κυκλώνα. Αλλά όπως και να τον είπαν αυτός δε νοιάστηκε. Συνεχίζει να ψάχνει κυκλικά να βρει λίγη ευτυχία. Αν κάποτε βρει και σταματήσει να σαρώνει τη γη, κανείς δε ξέρει. Μπορούμε όμως να του ευχηθούμε να τα καταφέρει κάποτε. Και για το δικό μας καλό...

Running Wild - Riding The Storm

 


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Το τραγούδι της καρδερίνας

 


Κάποτε ένα αηδόνι ερωτεύτηκε μία καρδερίνα. Έπαψε τότε να κελαηδά τις πολλές μελωδίες του και τραγουδούσε μόνο το τραγούδι της καρδερίνας. Εκείνη δεν έδωσε όμως καμία σημασία. Όμως το αηδόνι συνέχισε να λέει το ίδιο τραγούδι. Με τον καιρό χάθηκαν οι νότες, το κελάηδημα έγινε μονότονο και στο τέλος μετατράπηκε σε κρώξιμο. Σιγά σιγά άλλαξε και το φτέρωμα του αηδονιού καθώς μαύρισε. Έτσι, λέει ο θρύλος, πως γεννήθηκε το πρώτο κοράκι.

Thrax Punks - Δέντρο

 


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Προσευχή

 


Κάποτε ένας μοναχός αποφάσισε να γίνει ερημίτης. Αποτραβήχτηκε σε ένα καλύβι σε κάποια βουνοκορφή των Κραβάρων. Εκεί προσευχόταν μέρα και νύχτα. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, τον βρήκε ο θάνατος την ώρα της προσευχής. Όπως και ήταν αναμενόμενο. Και εκεί τελείωσε η προσευχή του και η ιστορία που γράφω. 

1000mods - Vidage

 


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Αυτό που γυάλιζε

 


Ένα όνειρο ξύπνησε στον κόσμο μας ένα πρωί. Ενθουσιασμένο από τη περιπέτεια που θα είχε την ευκαιρία να ζήσει, άρχισε ευθύς την εξερεύνηση. Παρατήρησε τη θλίψη, την δυσκολία της χαράς, την φαυλότητα και την υποκρισία. Τρόμαξε από την κατάσταση και θέλησε να ξαναγυρίσει στα δικά του μέρη. Δεν έβρισκε όμως τρόπο. Μέχρι που κάτι είδε να γυαλίζει, ξεχασμένο σε μια γωνιά ενός πάρκου. Έσκυψε, το μάζεψε και του έριξε μια ματιά. Σε μια στιγμή άνοιξε διάπλατα μπροστά του ο δρόμος του γυρισμού. Καθώς περπατούσε στο δρόμο πίσω του έκλεινε η πύλη για τον δικό μας κόσμο. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε από τη τσέπη του αυτό που είχε βρει και το πέταξε μέσα από τη μισόκλειστη πια πύλη. Αυτός ο κόσμος ήταν ήδη πολύ σκοτεινός για να του στερήσει έστω και ένα ξεχασμένο παιδικό χαμόγελο...

Samsara Blues Experiment - Second Birth

 


Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αρμονία

 


Όταν την αγκάλιαζε, έκλεινε στα χέρια του την ορμή των νερών του ποταμού. Τη δροσιά της σκιάς των δέντρων. Το άρωμα των λουλουδιών. Τη φρεσκάδα που ανέδυαν οι θάμνοι. Το βλέμμα της ήταν το βλέμμα των άγριων αρπακτικών μα το άγγιγμά της είχε την τρυφεράδα των ζαρκαδιών που κατέβαιναν να δροσιστούν. Αποφάσισαν να μείνει για πάντα στα όνειρά του και κάθε που η σελήνη γέμιζε λίγο πιο πάνω από τα μισά της, την επισκεπτόταν εκεί. Μα δεν του έφτανε. Οι επισκέψεις γίνονταν ολοένα και συχνότερες μέχρι που κατοίκησε μόνιμα στα μέρη των ονείρων. Οι δικοί του ανησύχησαν και με έστειλαν να τον φέρω πίσω. Τον βρήκα εκεί, στα όνειρά του να κάθεται ευτυχισμένος. Έλαμπε με μια πληρότητα που δεν είχα ξαναδεί. Τον χαιρέτισα, πήρα λίγο νερό από το ποτάμι που κυλούσε μπροστά του και έφυγα πριν εκείνη έρθει. Δεν ήθελα να διαταράξω εκείνη την αρμονία που είχαν συνθέσει. Πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις που γεννά η απορία, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Από το νερό έφτιαξα ένα ομοίωμά του και το έδωσα στους συγγενείς του. Είναι ακόμα μαζί τους. Μα όταν το φεγγάρι γεμίζει λίγο πάνω από τα μισά του το πιάνει μελαγχολία. Φροντίζω να το επισκέπτομαι και να του λέω ιστορίες από δάση μακρινά που τα διατρέχουν μεγάλα ποτάμια. Του αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες. 

VIC - Age of Aquarius

 


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Βραδινό ταξίδι

 


Ήταν αργά τη νύχτα. Το λεωφορείο ανέβαινε τον στριφογυριστό επαρχιακό δρόμο. Το ελαφρύ κούνημα και η κούραση της μέρας βάρυναν στα μάτια του. Έγειρε στο παράθυρο και αποκοιμήθηκε σχεδόν. Ένιωσε μια αναπνοή -που είχε άρωμα σαν του φεγγαριού- να μπλέκεται με τη δική του. Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε στο παράθυρο. Αντί να δει το είδωλό του είδε το πρόσωπό της. Είδε τα μάτια της, γαλαζοπράσινα να λάμπουν. Το δέρμα της λευκό να φέγγει στο μαύρο της νύχτας. Τα μαλλιά της να απλώνονται πιο σκοτεινά κι από τις σκιές του δάσους. Τινάχτηκε απότομα. Λένε πως από εκείνη τη στιγμή, δέθηκαν τα όνειρά του. Πως εκείνη ήταν ένα στοιχειό που τρεφόταν από ανάσες και όνειρα. Και πως κι εκείνη ήταν φτιαγμένη από όνειρα κι ανάσες. Λένε πολλά. Τι να ισχύει δεν ξέρω. Δεν ταξιδεύω νύχτα ποτέ. 

Graveyard - Ain't Fit to Live Here

 


Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ερωτήματα...

 


Τον συνάντησα στην ερημιά να κοιτάζει τη μικρή φωτιά που είχε ανάψει. Ήταν σκεπτικός. Το βλέμμα του σκοτεινό. Τον ρώτησα τι τον απασχολούσε. "Είμαι ένα με το σύμπαν. Αν ένας κόκκος άμμου πέσει στην άλλη άκρη του γαλαξία, θα το καταλάβω. Μα δεν μπορώ να κατανοήσω τούτο: Τι μπορείς να κάνεις με τον έρωτα τον απαγορευμένο; Με εκείνον που ούτε θέριεψε ποτέ αλλά ούτε έσβησε και απέμεινε να σιγοκαίει;". Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Μετά είδα δίπλα του έναν κουβά. Τον πήρα και κατέβηκα στο ρυάκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Γέμισα τον κουβά με νερό και γυρνώντας πίσω, τον άδειασα επάνω στη φωτιά. Έσβησε κάνοντας ένας τσιριχτό ήχο και αφήνοντας λίγο καπνό στη θέση της. "Εντάξει τώρα;" τον ρώτησα. Με κοίταξε και άφησε ένα μικρό χαμόγελο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του. Καβάλησα τη φτερωτή κάμπια μου και ετοιμάστηκα να φύγω. "Πού θα πας;" με ρώτησε. "Στην άλλη άκρη του γαλαξία. Αλλά φαντάζομαι πως αυτό το ήξερες ήδη" είπα και σπιρούνισα το γιγάντιο έντομο. Σύντομα πετούσαμε στο διάστημα...

Stone Rebel - Apocalypse

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Η Πυξίδα (A Compass) Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 


https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse?volume=162&issue=3&page=38

Όλα τα πράγματα είναι λέξεις που ανήκουν σ' εκείνη τη γλώσσα
στην οποία Κάποιος ή Κάτι, νύχτα και μέρα,
καταγράφει την ατέλειωτη φλυαρία που είναι, καθαυτή,
η ιστορία του κόσμου. Και μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα

η Ρώμη και η Καρχηδόνα, εκείνος κι εσύ κι εγώ,
η ζωή μου που δεν μπορώ να συλλάβω, αυτό το επώδυνο βάρος
του να είσαι αίνιγμα, τυχαιότητα ή κώδικας,
κι όλη η ακατάληπτη βαβούρα της Βαβέλ κυλά μπροστά μας.

Πίσω από το όνομα βρίσκεται εκείνο που δεν έχει όνομα·
σήμερα ένιωσα τη σκιά του να έλκει
αυτή τη γαλάζια βελόνα, στο τρεμάμενο πέρασμά της,

καθώς δείχνει την επιρροή του προς το πιο μακρινό στενό,
με κάτι από σύννεφο που το είδες σε όνειρο
και κάτι από πουλί που σαλεύει μέσα στον ύπνο του.

Forsaken - Dies Irae (Days Of Wrath)

 


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Το μελάνι των ονείρων

 


Λένε για τους έρωτες εκείνους που ποτέ δεν εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους ιστορίες πολλές. Μία από αυτές λέει ότι τους έγραψε στης μοίρας το βιβλίο κάποιο πνεύμα σήμερα ξεχασμένο. Μια θεότητα που κανένας πλέον δε θυμάται. Επειδή όμως δεν έβρισκε μελάνι κανονικό, πήρε από εκείνο που γράφουνε στα όνειρα. Στα όνειρα όμως τα γραπτά δεν διαβάζονται. Τα γράμματα χορεύουν και δεν κάθονται ποτέ στο ίδιο μέρος. Οι λέξεις είτε πετάνε είτε αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που τις κοιτάς. Τούτο το μελάνι χρησιμοποίησε εκείνη η ξεχασμένη θεότητα (ή μήπως να ήταν κάποιος δαίμονας που ήθελε ανθρώπους να βασανίσει; ). Γι' αυτό και οι έρωτες οι καταδικασμένοι ποτέ δεν πήρανε την μορφή που έπρεπε. Έμειναν ατέλειωτοι, να αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που κάποιος τους κοιτάζει. Τα γράμματά τους αλλάζουν θέση συνεχώς κι οι έρωτες παίρνουν άλλα ονόματα.