Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Αυτό που γυάλιζε

 


Ένα όνειρο ξύπνησε στον κόσμο μας ένα πρωί. Ενθουσιασμένο από τη περιπέτεια που θα είχε την ευκαιρία να ζήσει, άρχισε ευθύς την εξερεύνηση. Παρατήρησε τη θλίψη, την δυσκολία της χαράς, την φαυλότητα και την υποκρισία. Τρόμαξε από την κατάσταση και θέλησε να ξαναγυρίσει στα δικά του μέρη. Δεν έβρισκε όμως τρόπο. Μέχρι που κάτι είδε να γυαλίζει, ξεχασμένο σε μια γωνιά ενός πάρκου. Έσκυψε, το μάζεψε και του έριξε μια ματιά. Σε μια στιγμή άνοιξε διάπλατα μπροστά του ο δρόμος του γυρισμού. Καθώς περπατούσε στο δρόμο πίσω του έκλεινε η πύλη για τον δικό μας κόσμο. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε από τη τσέπη του αυτό που είχε βρει και το πέταξε μέσα από τη μισόκλειστη πια πύλη. Αυτός ο κόσμος ήταν ήδη πολύ σκοτεινός για να του στερήσει έστω και ένα ξεχασμένο παιδικό χαμόγελο...

Samsara Blues Experiment - Second Birth

 


Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αρμονία

 


Όταν την αγκάλιαζε, έκλεινε στα χέρια του την ορμή των νερών του ποταμού. Τη δροσιά της σκιάς των δέντρων. Το άρωμα των λουλουδιών. Τη φρεσκάδα που ανέδυαν οι θάμνοι. Το βλέμμα της ήταν το βλέμμα των άγριων αρπακτικών μα το άγγιγμά της είχε την τρυφεράδα των ζαρκαδιών που κατέβαιναν να δροσιστούν. Αποφάσισαν να μείνει για πάντα στα όνειρά του και κάθε που η σελήνη γέμιζε λίγο πιο πάνω από τα μισά της, την επισκεπτόταν εκεί. Μα δεν του έφτανε. Οι επισκέψεις γίνονταν ολοένα και συχνότερες μέχρι που κατοίκησε μόνιμα στα μέρη των ονείρων. Οι δικοί του ανησύχησαν και με έστειλαν να τον φέρω πίσω. Τον βρήκα εκεί, στα όνειρά του να κάθεται ευτυχισμένος. Έλαμπε με μια πληρότητα που δεν είχα ξαναδεί. Τον χαιρέτισα, πήρα λίγο νερό από το ποτάμι που κυλούσε μπροστά του και έφυγα πριν εκείνη έρθει. Δεν ήθελα να διαταράξω εκείνη την αρμονία που είχαν συνθέσει. Πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις που γεννά η απορία, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Από το νερό έφτιαξα ένα ομοίωμά του και το έδωσα στους συγγενείς του. Είναι ακόμα μαζί τους. Μα όταν το φεγγάρι γεμίζει λίγο πάνω από τα μισά του το πιάνει μελαγχολία. Φροντίζω να το επισκέπτομαι και να του λέω ιστορίες από δάση μακρινά που τα διατρέχουν μεγάλα ποτάμια. Του αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες. 

VIC - Age of Aquarius

 


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Βραδινό ταξίδι

 


Ήταν αργά τη νύχτα. Το λεωφορείο ανέβαινε τον στριφογυριστό επαρχιακό δρόμο. Το ελαφρύ κούνημα και η κούραση της μέρας βάρυναν στα μάτια του. Έγειρε στο παράθυρο και αποκοιμήθηκε σχεδόν. Ένιωσε μια αναπνοή -που είχε άρωμα σαν του φεγγαριού- να μπλέκεται με τη δική του. Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε στο παράθυρο. Αντί να δει το είδωλό του είδε το πρόσωπό της. Είδε τα μάτια της, γαλαζοπράσινα να λάμπουν. Το δέρμα της λευκό να φέγγει στο μαύρο της νύχτας. Τα μαλλιά της να απλώνονται πιο σκοτεινά κι από τις σκιές του δάσους. Τινάχτηκε απότομα. Λένε πως από εκείνη τη στιγμή, δέθηκαν τα όνειρά του. Πως εκείνη ήταν ένα στοιχειό που τρεφόταν από ανάσες και όνειρα. Και πως κι εκείνη ήταν φτιαγμένη από όνειρα κι ανάσες. Λένε πολλά. Τι να ισχύει δεν ξέρω. Δεν ταξιδεύω νύχτα ποτέ. 

Graveyard - Ain't Fit to Live Here

 


Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ερωτήματα...

 


Τον συνάντησα στην ερημιά να κοιτάζει τη μικρή φωτιά που είχε ανάψει. Ήταν σκεπτικός. Το βλέμμα του σκοτεινό. Τον ρώτησα τι τον απασχολούσε. "Είμαι ένα με το σύμπαν. Αν ένας κόκκος άμμου πέσει στην άλλη άκρη του γαλαξία, θα το καταλάβω. Μα δεν μπορώ να κατανοήσω τούτο: Τι μπορείς να κάνεις με τον έρωτα τον απαγορευμένο; Με εκείνον που ούτε θέριεψε ποτέ αλλά ούτε έσβησε και απέμεινε να σιγοκαίει;". Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Μετά είδα δίπλα του έναν κουβά. Τον πήρα και κατέβηκα στο ρυάκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Γέμισα τον κουβά με νερό και γυρνώντας πίσω, τον άδειασα επάνω στη φωτιά. Έσβησε κάνοντας ένας τσιριχτό ήχο και αφήνοντας λίγο καπνό στη θέση της. "Εντάξει τώρα;" τον ρώτησα. Με κοίταξε και άφησε ένα μικρό χαμόγελο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του. Καβάλησα τη φτερωτή κάμπια μου και ετοιμάστηκα να φύγω. "Πού θα πας;" με ρώτησε. "Στην άλλη άκρη του γαλαξία. Αλλά φαντάζομαι πως αυτό το ήξερες ήδη" είπα και σπιρούνισα το γιγάντιο έντομο. Σύντομα πετούσαμε στο διάστημα...

Stone Rebel - Apocalypse

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Η Πυξίδα (A Compass) Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 


https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse?volume=162&issue=3&page=38

Όλα τα πράγματα είναι λέξεις που ανήκουν σ' εκείνη τη γλώσσα
στην οποία Κάποιος ή Κάτι, νύχτα και μέρα,
καταγράφει την ατέλειωτη φλυαρία που είναι, καθαυτή,
η ιστορία του κόσμου. Και μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα

η Ρώμη και η Καρχηδόνα, εκείνος κι εσύ κι εγώ,
η ζωή μου που δεν μπορώ να συλλάβω, αυτό το επώδυνο βάρος
του να είσαι αίνιγμα, τυχαιότητα ή κώδικας,
κι όλη η ακατάληπτη βαβούρα της Βαβέλ κυλά μπροστά μας.

Πίσω από το όνομα βρίσκεται εκείνο που δεν έχει όνομα·
σήμερα ένιωσα τη σκιά του να έλκει
αυτή τη γαλάζια βελόνα, στο τρεμάμενο πέρασμά της,

καθώς δείχνει την επιρροή του προς το πιο μακρινό στενό,
με κάτι από σύννεφο που το είδες σε όνειρο
και κάτι από πουλί που σαλεύει μέσα στον ύπνο του.

Forsaken - Dies Irae (Days Of Wrath)

 


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Το μελάνι των ονείρων

 


Λένε για τους έρωτες εκείνους που ποτέ δεν εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους ιστορίες πολλές. Μία από αυτές λέει ότι τους έγραψε στης μοίρας το βιβλίο κάποιο πνεύμα σήμερα ξεχασμένο. Μια θεότητα που κανένας πλέον δε θυμάται. Επειδή όμως δεν έβρισκε μελάνι κανονικό, πήρε από εκείνο που γράφουνε στα όνειρα. Στα όνειρα όμως τα γραπτά δεν διαβάζονται. Τα γράμματα χορεύουν και δεν κάθονται ποτέ στο ίδιο μέρος. Οι λέξεις είτε πετάνε είτε αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που τις κοιτάς. Τούτο το μελάνι χρησιμοποίησε εκείνη η ξεχασμένη θεότητα (ή μήπως να ήταν κάποιος δαίμονας που ήθελε ανθρώπους να βασανίσει; ). Γι' αυτό και οι έρωτες οι καταδικασμένοι ποτέ δεν πήρανε την μορφή που έπρεπε. Έμειναν ατέλειωτοι, να αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που κάποιος τους κοιτάζει. Τα γράμματά τους αλλάζουν θέση συνεχώς κι οι έρωτες παίρνουν άλλα ονόματα. 

Manilla Road - Road of Kings

 


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Όταν λούζει τα μαλλιά της

 


Λέει μια ιστορία πως όταν εκείνη έλουζε τα μαλλιά της η φύση γύρω της σιγούσε. Ούτε τα πουλιά κελαηδούσαν ούτε τα αρπακτικά γύρευαν να κυνηγήσουν. Ακόμα και τα νερά του ποταμιού που λουζόταν σταματούσαν τη βοή τους και γίνονταν ήρεμα σαν τα νερά της λίμνης. Λένε πως κάποτε ένα γεράκι την είδε από ψηλά να λούζεται και έκοψε το πέταγμα του κι έπεσε και σκοτώθηκε στα βράχια. Ακόμα και τα όνειρα έπαυαν εκείνη την ώρα. Κάποτε κάποιος που ονειρευόταν είδε την πύλη του ονείρου του να κλείνει απότομα και έμεινε ανάμεσα στο όνειρο και το ξύπνημα για πάντα παγιδευμένος. Ακόμα και ο ήλιος γλύκαινε τα καλοκαίρια τη ζέστη του και οι άνεμοι σταματούσαν το χειμώνα για να λουστεί χωρίς ενόχληση. Πέρασα μια φορά από τα μέρη εκείνα και όλα αυτά μου τα διηγήθηκαν οι πεταλούδες που πετούσαν κοντά της. Αυτές έχουν πέταγμα αθόρυβο και δεν χρειάζεται να σταματήσουν. Όσο κι αν το ήθελα δεν τη συνάντησα. Όμως στο μέρος που πήγαινε κάθε φορά να λουστεί ήταν πάντα ανθισμένα μικρά κρινάκια σε χρώμα ασημί. Αν τα ακουμπούσες έβγαζαν μια γλυκιά μελωδία που θύμιζαν τα μαλλιά της την ώρα που τα χτένιζε. Ήταν η στιγμή που μπορούσαν οι ήχοι και πάλι να ακουστούν.

Warlord - Deliver Us From Evil

 


Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Πτώση

 


Ήταν η ώρα που η πρώτη νυχτερίδα διέσχισε τον απογευματινό ουρανό. Λίγο πριν βραδιάσει. Την κοίταζα να πετάει σαν τρελή. Σήκωσα το χέρι μου και τη χαιρέτισα. Εκείνη με έναν ελιγμό, ασύμμετρο όπως και το πέταγμα της, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Έπειτα πέταξε ψηλά, έγινε φωτεινή σαν άστρο και πέρασε την ατμόσφαιρα. Πέρα από χώρο και χρόνο. Τη ζήλεψα. Άπλωσα τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ετοιμάστηκα για πτήση. Πέταξα αλλά δεν έγινα αστέρι. Έμεινα νυχτερίδα.