Ένα όνειρο ξύπνησε στον κόσμο μας ένα πρωί. Ενθουσιασμένο από τη περιπέτεια που θα είχε την ευκαιρία να ζήσει, άρχισε ευθύς την εξερεύνηση. Παρατήρησε τη θλίψη, την δυσκολία της χαράς, την φαυλότητα και την υποκρισία. Τρόμαξε από την κατάσταση και θέλησε να ξαναγυρίσει στα δικά του μέρη. Δεν έβρισκε όμως τρόπο. Μέχρι που κάτι είδε να γυαλίζει, ξεχασμένο σε μια γωνιά ενός πάρκου. Έσκυψε, το μάζεψε και του έριξε μια ματιά. Σε μια στιγμή άνοιξε διάπλατα μπροστά του ο δρόμος του γυρισμού. Καθώς περπατούσε στο δρόμο πίσω του έκλεινε η πύλη για τον δικό μας κόσμο. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε από τη τσέπη του αυτό που είχε βρει και το πέταξε μέσα από τη μισόκλειστη πια πύλη. Αυτός ο κόσμος ήταν ήδη πολύ σκοτεινός για να του στερήσει έστω και ένα ξεχασμένο παιδικό χαμόγελο...







