Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Κάθε ελπίδα

 


Σέρνεται στο χώμα

της αρρώστιας η μυρωδιά,

βαθιά παίρνω αναπνοή,

γίνομαι δέσμιός της

Με τρώει από μέσα,

ο πόνος μου αυξάνει

Όταν το κατώφλι πέρασα

θυμάμαι καλά...

πως άφησα κάθε ελπίδα

Ο Θάνατος

 


Κανείς τον Θάνατο δεν βλέπει

Κανείς το πρόσωπο δεν βλέπει του θανάτου

Του Χάρου τη φωνή κανείς δεν την ακούει

Κι όμως ο άγριος Θάνατος αρπάζει τους ανθρώπους

Για πάντα χτίζουμε ένα σπίτι;

Κάνουμε μια φωλιά για πάντα να διαρκέσει;

Χωρίζουνε για πάντα τ' αδέρφια την κληρονομιά;

Πόσον καιρό θα υπάρχει η εχθρότητα στη χώρα;

Φουσκώνει πάντα φέρνοντας πλημμύρα το ποτάμι

Για να κυλάν ανάσκελα οι λιβελλούλες

Κοιτάζοντας τον ήλιο καταπρόσωπο;

Και ξαφνικά τελειώνουν όλα

Οι κοιμισμένοι κι οι νεκροί είναι το ίδιο

Του θανάτου είναι ίδια η εικόνα


Ο Ουτναπίστιμ(ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του επιβίωσαν από τον Μεγάλο Κατακλυσμό) εξηγεί στον Γιλγαμές τον Θάνατο


Henrietta McCall, Μύθοι της Μεσοποταμίας, εκδ. Δημ. Παπαδήμα

Kari Rueslatten - Forsaken

 


Νεργκάλ



Τη κόλαση γύρω μας

χτίζουμε μέρα μέρα,

χαρούμενοι προσφέρουμε

στον Νεργκάλ θυσίες

Φωτιά! Βάλτε φωτιά

και κάψτε κάθε μέλλον

με μίσος ή με αδιαφορία

το καύσιμο, ποια σημασία έχει;


Νεργκάλ: Ο Σουμέριος θεός του θανάτου, του πολέμου και των ασθενειών


Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Κάποτε ήσουν τυφλός

 


Κάποτε ήσουν τυφλός

Μα τώρα, είσαι μέλλον

Τώρα διαβάζεις τα μονοπάτια, τον αέρα

τα δέντρα, τους αγρούς,

διαβάζεις τους ανθρώπους


Άδωνις, ένας τάφος για τη Νέα Υόρκη, εκδ. Πατάκη

Nefilim - Shine

 


Ο θρήνος της άμμου



Άκου τα δέντρα που τραγουδούν

ένα μοιρολόι κρυφό

Ο ζεστός αέρας φέρνει 

των Σουμερίων το στερνό

θρηνητικό τραγούδι

Η άμμος που σκέπασε 

του Γκιλγκαμές τον τάφο

καλύπτει τώρα ολόκληρη τη γη



Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Ο Ελληνικός Ρομαντισμός (1830-1880) Πεζογραφία και Πεζογράφοι της περιόδου

 


https://edromos.gr/o-ellinikos-romantismos-1830-1880-2/

του Θανάση Μουσόπουλου*


Ο Ελληνικός Ρομαντισμός, όπως διαπιστώσαμε στην πρώτη ενότητα, εκφράστηκε μέσα από μια σειρά ποιητικών έργων. Στη συνέχεια θα διερευνήσουμε τον χώρο της πεζογραφίας. Μου έκαναν εντύπωση κάποιες διαπιστώσεις του Γεώργιου Καλαματιανού στη «Σύντομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (έκδ. της Εστίας), ότι «Οι Φαναριώτες διακρίνονται περισσότερο για την ευρωπαϊκή τους μόρφωση και λιγότερο από το λογοτεχνικό τους ταλέντο […] Οι Φαναριώτες είχαν το μεγάλο ελάττωμα να μη γνωρίζουν καλά τη σύγχρονη τους νεοελληνική ζωή» (σελ. 63-68).


Ο Μάριο Βίττι διαπιστώνει ότι «Με τα ανεπανάληπτα βήματα του Κοραή, του Κάλβου και του Σολωμού περάσαμε βαθμιαία από τη δεοντολογία του διαφωτισμού σε μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την τέχνη, αυτή που ανταποκρίνεται στα καλέσματα του ρομαντισμού». Ενώ στην ποίηση έχουμε συνεχή «ροή», αντίθετα «Η διαμόρφωση εκείνου του αφηγηματικού είδους σε πεζό λόγο, που ονομάστηκε τελικά μυθιστόρημα, καθυστέρησε να εμφανιστεί στη νεοελληνική λογοτεχνία με τη μορφή που κυκλοφορούσε στον δυτικό πολιτισμικό χώρο».


Ποιητές ασχολήθηκαν και με την πεζογραφία, όπως οι Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι και ο εξάδελφός τους Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής. Επιπλέον ο Ιάκωβος Πιτσιπιός και ο Γρηγόριος Παλαιολόγος κατέθεσαν έργα πεζού λόγου, τα οποία στην εποχή τους, 1830-1880, δεν εκτιμήθηκαν ούτε αξιολογήθηκαν, στις μέρες μας όμως επαναξιολογούνται θετικά.


Όπως τονίζει ο Λάμπρος Βαρελάς, καθηγητής του ΑΠΘ: «Η εικόνα βέβαια που έχουμε σήμερα για την πεζογραφία της περιόδου 1830-1880 έχει αλλάξει άρδην από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 […] Το υλικό που αναδείχτηκε από τη συστηματική βιβλιογραφική έρευνα και τη διεξοδική μελέτη ειδικότερων θεμάτων αποκάλυψε μια ποικίλη λογοτεχνική παραγωγή με πλήθος μυθιστορημάτων και διηγημάτων ».


***


Εμείς θα παρουσιάσουμε σύντομα μερικά κείμενα της περιόδου, ξεκινώντας από τον «Λέανδρο» (1834) του Παναγιώτη Σούτσου που εμφανίζεται με μορφή επιστολών:


«Τὴν αὐτὴν ἡμέραν. [14 Ἰανουαρίου 1834])


Περιφέρομαι μόνος, βιασμένος νὰ βλέπω ξένα πρόσωπα καὶ νὰ ἔχω συνοδοιπόρον μου μόνον τὸν ἐρημίτην συλλογισμόν· φεύγω· ποταμοὶ, βουνὰ, μένουσιν ὀπίσω μου· κάθε βῆμά μου μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν Κοραλίαν μου, καὶ τῆς παρελθούσης εὐτυχίας μου αἱ τελευταῖαι σκηναὶ βαθμηδὸν ἐξαλείφονται.


Πόσον εἶναι σκληρὰ ἡ προσήλωσις τῆς λύπης! οἰκτείρω μόνος ἐμαυτόν· τόσοι βαδίζουσι μετὰ φαιδροῦ προσώπου εἰς τὴν κοινὴν ὁδν, καὶ ἡδονὴν εὑρίσκουσιν εἰς τὰς μονοτόνους σκηνὰς τῆς ζωῆς!».


Ο Αλέξανδρος Σούτσος στο έργο του «Ο εξόριστος του 1831» –εκδόθηκε το 1835– αποτυπώνει το κλίμα της εποχής:


«Ο Έλλην ούτος ήτον ενδεδυμένος την αρματωλικήν στολήν. Αλλά το ήμερον ήθος του και ο τρόπος της ομιλίας του εμαρτύρουν, ότι αυτός δεν ήτον ο συνήθης ιματισμός του. Τριακονταετής μόλις, εβαρύνετο τον κόσμον και απέφευγε τους ανθρώπους. Περιελθών μέρος πολύ της Ευρώπης και μη ευρών αρέσκειαν εις εκνενευρισμένας και μονοτόνους κοινωνίας, επανήλθεν εις την Ελλάδα, προκρίνων την αρχέτυπον και πυρώδη φυλήν των τέκνων της. Αλλ’ εις την Ελλάδα δεν εδύνατο με αδακρύτους οφθαλμούς να βλέπη την Ελευθερίαν, το είδωλον της σταθεράς λατρείας του, καταπατουμένην».


***


Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, στο έργο του «Ο Αυθέντης του Μορέως» (1850) μας πηγαίνει στις αρχές του 14ου αιώνα. Όπως γράφει στην Εισαγωγή ο αείμνηστος καθηγητής μας στο ΑΠΘ Απόστολος Σαχίνης: «Είναι ιπποτικό μυθιστόρημα· έτσι, στις σελίδες του δεσπόζει η εξωτερική περιπέτεια. Δεν υπάρχει ψυχογραφικό ενδιαφέρον του συγγραφέα εδώ, ούτε μαθαίνουμε τίποτα από τον εσωτερικό κόσμο των προσώπων του […] Μέγα προτέρημα του μυθιστορήματος αποτελούν οι πολλοί, φυσικοί και άνετοι, διάλογοι ανάμεσα στα πρόσωπα, που αποδεικνύουν και τις δυνατότητες του Α. Ρ. Ραγκαβή ως θεατρικού συγγραφέα». Ένα μικρό δείγμα:


«Εν ωραία ημέρα του Οκτωβρίου του έτους 1209, η Λακεδαίμων ενεδύθη την εορτάσιμόν της στολήν. […]


– Τύφλα! έκραξεν είς των συνδραμόντων, απωθών βιαίως αγροίκον ποιμένα, αρνακίδας περιβεβλημένον, όστις, εν ω εσπούδαζε να κερδήση εν βήμα προς τα εμπρός, τω είχε πατήσει τον πόδα.


– Τόπον! είπεν ο ποιμήν χειρονομών. Θέλω να έμβω.


– Αν θέλης να έμβης, πάτει εις τους πόδας σου, και όχι εις τους πόδας των άλλων.


– Πατώ όπου ευρίσκω, απεκρίθη ο ποιμήν, επιδείξας δύο ηρακλείους γρόνθους, ικανούς και εις τον θρασύτερον να επιβάλωσι σέβας».


***


Αναφέρουμε και τα έργα δύο άλλων σημαντικών λόγιων της εποχής: Ιάκωβου Πιτσιπίου «Ο Πίθηκος Ξουθ» (1848) και του Γρηγόριου Παλαιολόγου «Ο πολυπαθής» (1839).


Ο Ιάκωβος Πιτσιπίος (1800-1869) είχε πλούσιο έργο, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, βρέθηκε πνιγμένος στον Βόσπορο. Από τον Πίθηκο Ξουθ ένα στιγμιότυπο:


«– Σὲ παρακαλῶ, ἀξιέραστε Σουλτανίτζα, μὴν ὐβρίζης τὸν ἔρωτά μου διὰ προτάσεων ἀναξίων τῆς μεγαλοπρεπείας τοῦ χαρακτῆρός μου· ἐξ ἐναντίας καθικετεύω νὰ δεχθῇς τὸν στολισμὸν τοῦτον ὡς μικρὸν δῶρον, ἐκ μέρους μου διὰ τὴν πλησιάζουσαν ἐορτὴν τῶν Γενεθλίων μου.


– Οὐδέποτε, οὐδέποτε θέλω στέρξει τὸ τοιοῦτον.


Ἀλλ’ ὁ Καλλίστρατος γονατίσας ἐνώπιον τῆς Σουλτανίτζας, καὶ λαβὼν τὴν χεῖρα αὐτῆς ἐντὸς τῶν δύο αὐτοῦ χειρῶν καὶ σφίγγων μεθ’ ὅσης εἶχε δυνάμεως ἔκραξε: δὲν θέλω ἐγερθῆ ἐντεῦθεν, ἐὰν σκληρὰ δὲν συγκατανεύσῃς εἰς τὴν αἴτησίν μου ταύτην».


«Ο πολυπαθής» του Παλαιολόγου είναι από τα πρώτα νεοελληνικά μυθιστορήματα :


«Είχον την τύχην να σύρω την προσοχήν εμπόρου, όστις ήξευρε τινάς λέξεις ιταλικάς, και μαθών ότι γνωρίζω αυτήν την γλώσσαν, με εμίσθωσε διά να τον διδάξω την αριθμητικήν. Ευχαριστήσας την Ειμαρμένην και δι’ αυτήν την μικράν της παραμυθίαν, ήρχισα το διδασκαλικόν επάγγελμα με τόσην επιτυχίαν, ώστε μετά τριμηνίαν ο τεσσαρακοντούτης και πολυγένειος μαθητής μου επροχώρησεν αρκετά και σπανίως πλέον μετεχειρίζετο τον κομβολογικόν πίνακα, με τον οποίον οι Ρώσοι συνηθίζουν εν γένει να λογαριάζουν».


***


Κλείνουμε με το έργο «Θάνος Βλέκας» (1855) του Παύλου Καλλιγά, που αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο αγαπητά της περιόδου, ενώ θεωρήθηκε πρόδρομος της ηθογραφίας. Ο Παύλος Καλλιγάς (Σμύρνη, 1814-1896) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος, ιστορικός, λογοτέχνης και πολιτικός. Ένα δείγμα:


«Μετὰ τὸ μεσονύκτιον οἱ ἱππεῖς ἔφθασαν εἰς τὴν καλύβην τοῦ Θάνου, ἀλλ’ οὐδένα εὗρον ἐντὸς αὐτῆς. Ἀνάψαντες φῶς παρετήρησαν ἴχνη πρόσφατα παρουσίας ἀνθρώπων, ὅθεν ὑπέθεσαν, ὅτι ἴσως λείπουν οἱ κάτοικοι τῆς καλύβης καταγινόμενοι εἰς τὰ ἔργα των ἢ εἰς κρυφὰς συνεννοήσεις, ἀλλ’ ὅτι μέχρι τῆς πρωΐας θέλουν ἐπιστρέψει. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καλύβη δὲν παρεῖχε κατάλληλον θέσιν διὰ τοὺς ἵππους των, κατέβησαν εἰς τὸ ἁλώνιον καὶ τοὺς ἔδεσαν μεταξὺ τῶν θημωνιῶν διὰ νὰ τρώγουν τὸ ἄχυρον. Τοιουτοτρόπως, ἔλεγον, ἂν ὑποπτεύωνταί τι ὁ Θάνος καὶ ἡ μήτηρ του, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν καλύβην δὲν θέλουν μᾶς ἰδεῖ. Ἡ νὺξ ἦτο τερπνοτάτη, οἱ ἀστέρες ἔλαμπον ἐπὶ τοῦ στερεώματος καὶ αὖρα λεπτὴ ἐδίωκε πτερυγίζουσα πανταχόθεν τὸ καῦμα τῆς ἡμέρας».


Στο τρίτο μέρος θα ασχοληθούμε με θεατρικά έργα της περιόδου, ενώ σε επόμενες ενότητες θα μιλήσουμε ξεχωριστά για δύο σημαντικά έργα της περιόδου: «Πάπισσα Ιωάννα» (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη και «Λουκής Λάρας» (1879) του Δημήτριου Βικέλα.


* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Misanthrope - Visionnaire

 


Θηρίο

 


Σαν θηρίο πρωτόγονο

έρχεσαι να με κατασπαράξεις

κι εγώ θήραμα πρόθυμο

προσφέρομαι στα νύχια σου

και λαχταρώ

τη θανάσιμη δαγκωματιά σου

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

POWERWOLF - 1589

 


Στιλέτο

 




Η καλοκαιρινή ψιχάλα

καυτή πάνω μου πέφτει

δάκρυα κάποιου θεού

που κοιμάται προδομένος.

Στον αχνό που βγαίνει από τη γη

βλέπω τη μορφή σου,

μια οπτασία οδυνηρή,

ένα αιχμηρό στιλέτο.

Κόψε με, μη διστάζεις

ζεστό αίμα θα τρέξει

να ανακατευτεί με το νερό

που πάνω στο χώμα βράζει


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Ο Ελληνικός Ρομαντισμός (1830-1880) - Η Ποίηση της περιόδου

 


https://edromos.gr/o-ellinikos-romantismos-1830-1880/

του Θανάση Μουσόπουλου*


 Οι δύο αιώνες νεοελληνικού λόγου, που δηλώνει η σειρά των κειμένων μας, ξεκινούν με την ίδρυση του κράτους. Όπως σημειώνει στην «Ιστορία της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας» ο Λίνος Πολίτης (Θεσσαλονίκη 1969): «Με την αποκατάσταση του ελληνικού κράτους ύστερ’ από τον δεκάχρονο αγώνα της Επανάστασης αρχίζει και για την πολιτική και για την πνευματική ιστορία μια καινούρια εποχή» (σελ. 44).


Όπως γράφω σε ένα παλιότερο κείμενό μου: «Η κατάσταση μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους είναι ασφυκτική και εκρηκτική. Τα “Απομνημονεύματα” του στρατηγού Μακρυγιάννη αντικατοπτρίζουν πιστά την κατάσταση. Οι Φαναριώτες επικρατούν σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Επιβάλλεται η “καθαρεύουσα” και ο ρομαντισμός.


Παρά την απωθητικότητα του σημερινού αναγνώστη προς τα δημιουργήματα της περιόδου αυτής, μερικά ποιητικά έργα διασώζουν στα ποιήματά της το κλίμα της περιόδου.


Στην πεζογραφία η “Πάπισσα Ιωάννα” του Εμμανουήλ Ροΐδη και ο “Θάνος Βλέκας” του Παύλου Καλλιγά ξεχωρίζουν και διαβάζονται ως τις μέρες μας. Στο χώρο του Θεάτρου η “Βαβυλωνία” του Δημήτριου Βυζάντιου είναι μια από τις καλύτερες κωμωδίες του νεοελληνικού δραματολογίου» (Θ. Μουσόπουλου, Προσεγγίσεις στη Λογοτεχνία της Β΄ ενιαίου λυκείου, 1999, σελ. 13).


Για τους Φαναριώτες έχουμε ήδη αναφερθεί σε προηγούμενη ενότητα [«Νεοελληνική Λογοτεχνία 1669-1821» (18/11/23)]. Να προσθέσουμε ότι μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, έρχονται στο νέο εθνικό κέντρο κουβαλώντας εμπειρία και παιδεία. Η διανόηση του νέου ελληνισμού κατά κύριο λόγο αποτελείται από Φαναριώτες της Κωνσταντινούπολης και του απόδημου ελληνισμού, κυρίως από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Αυτοί αποτελούν και τον κορμό όχι μόνο της νεοελληνικής λογοτεχνίας της περιόδου 1830-1880, αλλά και του πολιτισμού εν γένει.


Οι Φαναριώτες εισάγουν στην Αθηναϊκή Λογοτεχνία τον Ρομαντισμό, ένα γενικότερο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη και Αμερική κατά τον 19ο αιώνα, σε όλες τις τέχνες, και όχι μόνο. Ο Ρομαντισμός, σε αντιδιαστολή με τον τότε επικρατούντα κλασικισμό, χαρακτηρίζεται από στροφή στη φαντασία και στο συναίσθημα, από επιστροφή στη φύση, γενικότερα από μια ελευθερία στη μορφή και στην έκφραση. Μπορούμε να προσθέσουμε τη στροφή στο ένδοξο παρελθόν, τις πατριωτικές κορώνες, τη χρήση της καθαρεύουσας – ή και της αρχαΐζουσας, μερικές φορές τη μελαγχολία και το πομπώδες ύφος.


Στην πρώτη ενότητα θα αναφερθούμε στην ποίηση της περιόδου, ενώ στην επόμενη θα προσεγγίσουμε την πεζογραφία και το θέατρο.


***


Όπως σημειώνει ο Λίνος Πολίτης, «παρ’ όλη την καθαρεύουσα και παρ’ όλον τον ρομαντισμό, δίπλα στους πολλούς μέτριους ή κακούς ποιητές ξεχωρίζουν οι λίγοι που αρθρώνουν μια γνησιότερη λυρική φωνή και κατορθώνουν κάποτε να μεταβάλουν και το ρομαντισμό και την καθαρεύουσα σε αρετή» (Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, 1969, σελ. 46).


Η πρώτη ομάδα φαναριωτών ποιητών είναι δύο αδέλφια και ένας ξάδελφός τους.


Ο Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έζησε στην Αθήνα, πεζογράφος και ποιητής. Το εκτενές ποίημά του «Ο Οδοιπόρος» (1831) θεωρείται το πρώτο του αθηναϊκού ρομαντισμού.


Ένα απόσπασμα από τον «ΔΙΘΥΡΑΜΒΟ ΕΙΣ ΤΗΝ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ»:


Σεβασθήτε τους ολίγους ημάς άνδρας του αγώνος!

Σεις ω παίδες! ημάς όσους αυτός σέβεται ο χρόνος

Εις καλύβας πενιχράς

Εκρεμάσετε δεμένες των πασάδων της Βτράτης

Των πασάδων της Αιγύπτου, των πασάδων της Βαγδάτης

Τας μακράς αλογουράς;

Είχετε σεις τους μεγάλους και λαμπρούς ημών αγώνας;

Είχετε σεις Θερμοπύλαις, είχετε σεις Μαραθώνας;

Είχετε σεις Πλαταιάς;

Αι εικόνες σας διήλθον τας οδούς της Γερμανίας;

Σας επεκελέσθη ζώντας εις το βήμα της Γαλλίας

Λαφαγέτης ή Φοάς;

Εις το έδαφος πατούντες, το αισθάνθητε σεις τρέμον

Από Νείλον εις Ευφράτην, από Ταίναρον εις Αίμον;


Ο Αλέξανδρος Σούτσος (Κωνσταντινούπολη 1803 – Σμύρνη 1863), αδελφός του Παναγιώτη, ασχολήθηκε με ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Το έργο του έχει σατιρικό χαρακτήρα, που χτυπούσε τους πολιτικούς της εποχής του.


Ένα χαρακτηριστικό δείγμα για τον νόμο περί τύπου του Όθωνα:


Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό, / Σούτσ’ ελεύθερε με λέγει, συχαρίκια σε ζητώ / Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου / και ιδού το σχέδιόν μου: / Είν’ ελεύθερος ο τύπος φτάνει μόνο να μη θίγει / της αρχής τους υπαλλήλους, τους κριτάς, τους υπουργούς μας / και των υπουργών τους φίλους. / Είν’ ελεύθερος ο τύπος, φτάνει μόνο να μη γράφει!


Ξάδελφος των προηγούμενων είναι ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Κωνσταντινούπολη 1809 – Αθήνα 1892). Εκτός από ποιητής και πεζογράφος, ήταν καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης. Περίφημο είναι το ποίημα « Διονύσου πλους » που αποτελείται από εκατό πεντάστιχες στροφές.


Ἡ ἔκτασις τοῦ ἀχανοῦς

Αἰγαίου ἐκοιμᾶτο,

κ’ ἔβλεπες δύω οὐρανούς·

ὁ εἷς ἦν ἄνω κυανοῦς,

γλαυκὸς ὁ ἄλλος κάτω.


Αἱ διαλείπουσαι πνοαὶ

τοῦ ἔαρος ἐφύσων

ἀμφίβολοι καὶ ἀραιαί·

μακρὰν δ’ ἐφαίνοντ’ ὡς σκιαὶ

αἱ κορυφαὶ τῶν νήσων.


Περίφημο είναι και το τραγούδι «Ο ελεύθερος Έλλην» που αρχίζει:


Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά

στους βράχους πέφτει χιόνι

μες στ’ άγρια, στα σκοτεινά,

μέσα στας πέτρας, στα στενά,

ο Έλλην ξεσπαθώνει.


Οι επόμενοι ποιητές δημιουργούν στα χρόνια της παρακμής του ελληνικού ρομαντισμού. Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (Αθήνα 1843-1873), γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ασχολήθηκε με θέατρο και ποίηση. Πέθανε νέος από εγκεφαλικό. «Ματαιότης Ματαιοτήτων», ένα απόσπασμα:


Ματαιότης! λέγουν όσοι κύπτοντες υπό το γήρας

Της νεότητος φθονούσι την ακμαίαν ηλικίαν·

Και τα σκωριώντα όπλα παρατάττοντες της πείρας,

Την σταγόνα της πικρίας ρίπτουσιν εις την καρδίαν.

[…] Είναι όνειρον ο βίος· αλλά τώνειρον εκείνο

Κάλλιον γλυκύ ας είναι και με ρόδα ας κοσμήται.

Συνεχούς οδύνης μάλλον σύντονον χαρά προκρίνω

Λησμονείται η οδύνη, η χαρά δεν λησμονείται.


Ο Σπυρίδων Βασιλειάδης (Πάτρα 1845 – Παρίσι 1874) πέθανε επίσης νέος από φυματίωση. Ασχολήθηκε με ποίηση και θέατρο. Ενώ ο Αχιλλέας Παράσχος (Ναύπλιο 1838 – Αθήνα 1895) είναι από τους τελευταίους εκπροσώπους του ρομαντισμού. Λέγει ο Βασιλειάδης:


Είναι τυφλή η μοίρα μας, γριά ξεμωραμένη / χώνει στη γη το σμάραγδο, στη νύχτα άστρα ραίνει / στον ξηραμένο πλάτανο πλέκει κισσού κλωνάρια / στολίζει και το θάνατο με νιες και παλικάρια!


Κλείνουμε με το ποίημα Εις το Ωρολόγιον της αγοράς του Αχιλλέως Παράσχου:


Βάλτε φωτιά και κάψτε το στους τέσσερες αγέρες

Σκορπίσετε την σκόνη του· σημάδι να μη μείνη·

Είναι ντροπή τόσου καιρού να στέκεται ημέρες,

Ολόρθη η αδιάντροπη αυτή ευγνωμοσύνη…

Γκρεμίστε το· δεν ξέρετε στο έθνος τί αξίζει·

Στο έθνος; σ’ όλους τους λαούς, στην τέχνη, στη σοφία·

Διαμάντι κάθε πέτρα του, διαμάντι μας κοστίζει·

Μία του Ικτίνου ξεστεριά, μια σκέψι του Φειδία!


Στην επόμενη ενότητα θα αναφερθούμε στην Πεζογραφία και στο Θέατρο της περιόδου 1830-1880.


* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Nightwish - Nemo

 


Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Ο χορός

 


Με το αίμα μου υπέγραψα

να σε αποκτήσω

Μα τρέχει ο χρόνος τώρα,

σώνεται η άμμος στην κλεψύδρα

κι εσύ είσαι πια μακριά

Μ' ένα γέλιο σαρκαστικό

ο Μεφιστοφελής

εκστατικά μπροστά στα μάτια μου χορεύει