Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο τρελός του χωριού

 


Λένε για εκείνον τον τρελό, πως χάθηκε μέσα στο δάσος των σκιών. Πως αφέθηκε στα πλάσματα της νύχτας να τον οδηγήσουν στα ανίερα μονοπάτια τους. Πως πήγε στα μέρη εκείνα που κανένας καλός άνθρωπος και λογικός δεν πηγαίνει. Ανέβηκα σε έναν άνεμο που φυσούσε προς εκείνο το δάσος και τον άφησα να με οδηγήσει. Πράγματι το δάσος ήταν σκοτεινό αρκετά. Περπάτησα λίγη ώρα στο μονοπάτι που με πήγε ο άνεμος μέχρι που βγήκα σε ένα ξέφωτο. Εκεί τον βρήκα να κάθεται και να μιλά με πλάσματα αλλόκοτα. Γρύπες και μονόκερους, σφίγγες και κενταύρους μπόρεσα να ξεχωρίσω. Σαν με είδε, χαμογέλασε μάλλον ειρωνικά. "Ήρθες να γράψεις την ιστορία μου Παραμυθά; Να πεις για τον τρελό που τον κλέψαν οι σκιές και μιλά με πλάσματα παράξενα σε μέρη που άνθρωποι καλοί και λογικοί το πόδι δεν πατούν;", μου είπε με φωνή θλιμμένη. "Δεν με έκλεψε καμιά σκιά. Εκείνοι οι καλοί και λογικοί με έδιωξαν με την κακία τους και τη σκληρότητά τους. Και τούτα τα πλάσματα πολύ λιγότερο αλλόκοτα είναι από των "καλών" ανθρώπων τις συμπεριφορές. Το πόδι τους δεν το πατούν εδώ όχι επειδή το μέρος είναι διαβολικό. Δεν τολμούν αν έρθουν εδώ επειδή θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν τις θέσεις και τις ανέσεις τους. Αυτή είναι η αλήθεια" μου είπε "και όχι οι παλαβομάρες που ακούγονται στον κόσμο σας ως λογική". Άνοιξα τη τσάντα μου και έβγαλα το φλασκί με το ουίσκι. Πάντα κουβαλάω ένα τέτοιο μαζί μου. Για ώρα ανάγκης. "Να κεράσω;" ρώτησα και αμέσως μου έδειξε μια ξύλινη κούπα που είχε κοντά του. Έχυσα το νερό που είχε μέσα και έβαλα λίγο ποτό. Τσουγκρίσαμε και ήπιαμε από μια γουλιά σιωπηλοί. Τα πλάσματα εκείνου του δάσους μαζεύτηκαν γύρω μας και σχημάτισαν μια τεράστια παρέα. Έμεινα αρκετές ημέρες μαζί του και με τα πλάσματα εκείνα. Ήρθα να βρω μια ιστορία να σας διηγηθώ μα βρήκα κάτι καλύτερο. Τον άνθρωπο. Εκείνον που έψαχνε με το φανάρι του ο Διογένης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου