Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Τρίτη φορά αυτόν το μήνα...

 


Είχε νυχτώσει όταν γύρισε πια σπίτι του. Κουρασμένος και γεμάτος χώματα, τίναξε το παντελόνι του και τα παπούτσια του πριν μπει μέσα. Άνοιξε τη πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια του και προχώρησε προς το σαλόνι. Πήγε στην κουζίνα και βρήκε τη γυναίκα του να πλένει δυο πιατάκια και μία κούπα. Τη χαιρέτισε με ένα νεύμα κι εκείνη ανταπέδωσε σιωπηλά. Πήγε στη κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις παντόφλες του και πήρε μια αλλαξιά εσώρουχα και πιτζάμες. Στη συνέχεια μπήκε στο μπάνιο για να πλυθεί. Η γυναίκα του σκούπισε τα χέρια της με μια πετσέτα και πήγε στο σαλόνι. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και πληκτρολόγησε έναν αριθμό. Στο τρίτο χτύπημα μια βαριά αντρική φωνή απάντησε. Η γυναίκα τότε είπε: "Γραφείο κηδειών εκεί; Πάλι σηκώθηκε. Τρίτη φορά αυτόν το μήνα. Ναι, κάνει μπάνιο τώρα. Φέρτε ένα καλύτερο φέρετρο αυτή τη φορά. Να κλείνει καλύτερα. Και να ρίξετε περισσότερο χώμα από πάνω".

Threshold - Sunseeker

 


Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Σταματώντας τον χρόνο

 


Μετά από καιρό ενδελεχούς μελέτης, τα κατάφερε! Βρήκε τον τρόπο να σταματήσει το χρόνο. Θα κάρφωνε όλους τους δείκτες των ρολογιών! Θα ξεκινούσε πρώτα από τα δημόσια ρολόγια των κτιρίων και των εκκλησιών και μετά ένα προς ένα θα κανόνιζε και τα ρολόγια των σπιτιών και των χεριών!

Ξεκίνησε με ζήλο τη δουλειά του. Προσεκτικά κινήθηκε από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα. 

Κι αφού τελείωσε με τα ρολόγια των κτιρίων, άρχισε τα ιδιωτικά ρολόγια. Σπίτι με σπίτι, χέρι με χέρι. 

Τελικά τα κατάφερε! Σταμάτησε όλους τους δείκτες σε όλο τον κόσμο! Σταμάτησε τον χρόνο. Χρειάστηκαν χρόνια και χρόνια δουλειάς αλλά τα κατάφερε! 

Γύρισε θριαμβευτικά στο σπίτι του. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του. Άκουσε έναν περαστικό έξω από το παράθυρό του. Άνοιξε το παράθυρο και του φώναξε. Τον ρώτησε τι ώρα είναι, έτσι για να επιβεβαιώσει τον θρίαμβό του. Εκείνος κοίταξε το ρολόι στον καρπό του χεριού του και του απάντησε. 

Μόλις είδε το ρολόι του περαστικού χλόμιασε. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια προσπάθειας, κάποιος είχε ανακαλύψει το ψηφιακό ρολόι...

Danzig - How the Gods Kill

 


Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Μέλισσες στο διάστημα

 


Κάποια μέρα ένα κυνηγός, καθώς περπατούσε προσεκτικά στο δάσος γυρεύοντας κάποιο θήραμα, έφτασε σε ένα ξέφωτο. Εκεί μια όμορφη κοπέλα μάζευε λουλούδια. Κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα. Λίγο πιο πέρα, ένα σμήνος αγριομέλισσες αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι για το διάστημα. Κανείς δεν ξέρει αν έφτασαν στον προορισμό τους. Ούτε ο κυνηγός ούτε και η κοπέλα ενδιαφέρθηκαν να μάθουν. 

Αντιπαράθεση

 


Έτυχε κάποτε ν' απολυθεί κάποιος από τη δουλειά του κι εκεί που πήγαινε στον δρόμο, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν που είχε αγοράσει μια φρατζόλα γλυκό ψωμί και πήγαινε στο σπίτι του. 

Αυτό είναι όλο. 


Δανιήλ Χαρμς - Βρέχει γριές και άλλες ιστορίες - εκδ. Κοβάλτιο

Calexico - Alone Again Or

 


Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Το αναψυκτικό



Μπήκε στο σπίτι κι έκλεισε τη πόρτα πίσω. Σκούπισε τον ιδρώτα και έβγαλε τα παπούτσια. Επιτέλους θα ξεκουραζόταν. Άκουσε έναν ήχο περίεργο από τη κρεβατοκάμαρα. Πνιχτό, έντονο μα και τρυφερό. Περπάτησε αργά, διστακτικά σχεδόν. Μπήκε μέσα ανοίγοντας την πόρτα και έβγαλε ένα "ουπς". 

Ένα ζευγάρι μπλεγμένο σε ερωτικές περιπτύξεις. Κοίταξε με σαστιμάρα, κοίταξαν με έκπληξη. Το περιβάλλον γνώριμο μα διαφορετικό. Το κρεβάτι ξένο και οι τοίχοι σε άλλο χρώμα βαμμένοι. Είχε μπει σε λάθος διαμέρισμα ξανά. Η παραβίαση κλειδαριών είχε γίνει δεύτερη φύση πια.

Γύρισε να φύγει ζητώντας συγγνώμη, χαμογελαστά κι αμήχανα. Έμειναν να κοιτούν αποσβολωμένοι. Πριν φύγει έκανε μια στάση στη κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο, κοίταξε ξύνοντας το κεφάλι, πήρε ένα κουτί αναψυκτικό και έφυγε. Και η κλοπή είχε γίνει δεύτερη φύση.

Ευτυχώς οι γείτονες έδειχναν πια μια κάποια κατανόηση...

Άνεμος, νερό, πέτρα - Octavio Paz

 


https://www.poetryfoundation.org/poems/58334/wind-water-stone

Το νερό σκάβει την πέτρα,
ο άνεμος σκορπά το νερό,
η πέτρα σταματά τον άνεμο.
Νερό, άνεμος, πέτρα.

Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
η πέτρα είναι ένα κύπελλο νερού,
το νερό δραπετεύει και γίνεται άνεμος.
Πέτρα, άνεμος, νερό.

Ο άνεμος τραγουδά στο στριφογύρισμά του,
το νερό ψιθυρίζει καθώς περνά,
η ακίνητη πέτρα μένει ακίνητη.
Άνεμος, νερό, πέτρα.

Το καθένα είναι το άλλο και κανένα:
διασταυρώνονται και χάνονται
μέσα από τα άδεια ονόματά τους:
νερό, πέτρα, άνεμος.

-----

Water hollows stone,

wind scatters water,

stone stops the wind.

Water, wind, stone.


Wind carves stone,

stone's a cup of water,

water escapes and is wind.

Stone, wind, water.


Wind sings in its whirling,

water murmurs going by,

unmoving stone keeps still.

Wind, water, stone.


Each is another and no other:

crossing and vanishing

through their empty names:

water, stone, wind.


Birdeatsbaby - The Trouble

 


Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Μανιφέστο!

 


Τις φόρμες δεν τηρώ

μήτε μέτρο με νοιάζει

μου φτάνει ό,τι γράφω

κάποιον να ταράζει

-

Να ντύνεται με μουσική

που παίζει στο μυαλό μου

και τον κάθε ειδικό

να κάνει αντίπαλό μου

-

Να γράφω θέλω μοναχά

η κούτρα τι κατεβάζει

και θα 'τανε ιδανικό

τα νεύρα σας να σπάζει!

Θρήνοι Ιερεμίου - Πρώτος θρήνος

 


Εισαγωγή: Αφού ο Ισραήλ οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία και η Ιερουσαλήμ ερημώθηκε, ο Ιερεμίας κάθισε κλαίγοντας και άρχισε αυτόν τον θρήνο για την πόλη:


1. Πώς απόμεινε έτσι μόνη η πόλη που άλλοτε έσφυζε από λαό; Έγινε σαν χήρα εκείνη που ήταν η πρώτη ανάμεσα στα έθνη. Η αρχόντισσα των επαρχιών κατάντησε τώρα να πληρώνει φόρο υποτελείας.


2. Κλαίει απαρηγόρητα μες στη νύχτα και τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της. Κανείς δεν βρέθηκε να την παρηγορήσει από όλους εκείνους που την αγαπούσαν. Όλοι οι φίλοι της την πρόδωσαν και έγιναν εχθροί της.


3. Ο λαός του Ιούδα ξεριζώθηκε μέσα στην ταπείνωση και τη σκληρή σκλαβιά. Ζει τώρα ανάμεσα στα έθνη και δεν βρίσκει ανάπαυση. Όλοι όσοι τον καταδιώκουν τον πρόλαβαν σε ώρα στενοχώριας.


4. Οι δρόμοι της Σιών πενθούν, γιατί δεν έρχεται πια κανείς στις γιορτές. Όλες οι πύλες της ρήμαξαν, οι ιερείς της αναστενάζουν, οι κοπέλες της σέρνονται στην αιχμαλωσία κι η ίδια πνίγεται στην πίκρα.


5. Εκείνοι που την καταπιέζουν έγιναν αφέντες της και οι εχθροί της ευημερούν, γιατί ο Κύριος την ταπείνωσε για τις πολλές της αμαρτίες. Τα νήπιά της πήραν τον δρόμο της σκλαβιάς μπροστά από τον κατακτητή.


6. Χάθηκε από τη θυγατέρα Σιών όλη η ομορφιά της. Οι άρχοντές της έγιναν σαν τα κριάρια που δεν βρίσκουν βοσκή· περπατούν εξαντλημένοι μπροστά από αυτόν που τους κυνηγά.


7. Μέσα στη δυστυχία και τον διωγμό της, η Ιερουσαλήμ θυμήθηκε όλα τα πλούτη που είχε στα παλιά χρόνια. Τώρα που ο λαός της έπεσε στα χέρια του εχθρού και δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει, οι εχθροί την είδαν και γέλασαν με την καταστροφή της.


8. Βαριά αμάρτησε η Ιερουσαλήμ, γι' αυτό και κατάντησε αξιοθρήνητη. Όσοι την τίμησαν τώρα την περιφρονούν, γιατί είδαν τη γύμνια της. Κι η ίδια αναστενάζει και στρέφει αλλού το πρόσωπο από ντροπή.


9. Η ακαθαρσία της φαίνεται πάνω στα ρούχα της· δεν σκέφτηκε πού θα κατέληγε. Η πτώση της ήταν τρομακτική και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγορήσει. «Δες, Κύριε, την ταπείνωσή μου, γιατί ο εχθρός αποθρασύνθηκε».


10. Ο καταπιεστής άπλωσε το χέρι του σε όλους τους θησαυρούς της. Είδε ξένα έθνη να μπαίνουν στο αγιαστήρι της, εκεί που Εσύ είχες απαγορεύσει να πατήσουν.


11. Όλος ο λαός της στενάζει ψάχνοντας για ψωμί. Έδωσαν τα πολύτιμα υπάρχοντά τους για λίγο φαγητό, ίσα για να κρατηθούν στη ζωή. «Κοίταξε, Κύριε, και δες πόσο με εξευτέλισαν».


12. Κι εσείς που περνάτε από τον δρόμο, σταθείτε και δείτε: Υπάρχει πόνος σαν τον δικό μου πόνο; Δείτε τι με βρήκε, πώς με ταπείνωσε ο Κύριος τη μέρα της οργής Του.


13. Έστειλε φωτιά από ψηλά που διαπέρασε τα κόκαλά μου. Έστησε παγίδα στα πόδια μου και με ανάγκασε να γυρίσω πίσω. Με παράτησε έρημη, να υποφέρω όλη μέρα.


14. Σαν ζυγός δέθηκαν πάνω μου οι αμαρτίες μου, πλέχτηκαν με τα χέρια Του και ανέβηκαν στον σβέρκο μου· η δύναμή μου με πρόδωσε. Ο Κύριος με παρέδωσε σε χέρια που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω.


15. Ο Κύριος εξόντωσε όλους τους δυνατούς άνδρες μου. Κάλεσε στρατό εναντίον μου για να τσακίσει τους εκλεκτούς μου. Σαν σε πατητήρι πάτησε ο Κύριος την παρθένα θυγατέρα του Ιούδα.


16. Γι' αυτά εγώ κλαίω. Τα μάτια μου τρέχουν δάκρυα, γιατί μακριά μου βρίσκεται εκείνος που θα με παρηγορούσε και θα μου έδινε κουράγιο. Τα παιδιά μου χάθηκαν, γιατί ο εχθρός νίκησε.


17. Η Σιών απλώνει τα χέρια της, μα κανείς δεν την παρηγορεί. Ο Κύριος διέταξε οι γείτονες του Ιακώβ να γίνουν εχθροί του. Η Ιερουσαλήμ έγινε ανάμεσά τους σαν κάτι το μιαρό.


18. Δίκαιος είναι ο Κύριος, γιατί εγώ παρακούσαμε τις εντολές Του. Ακούστε, όλοι οι λαοί, και δείτε τον πόνο μου. Οι κοπέλες μου και οι νέοι μου σύρθηκαν στην αιχμαλωσία.


19. Φώναξα τους εραστές μου, μα εκείνοι με γέλασαν. Οι ιερείς και οι προεστοί μου πέθαναν μέσα στην πόλη, ενώ έψαχναν λίγο φαγητό για να ζήσουν.


20. Δες, Κύριε, τη θλίψη μου. Τα σπλάγχνα μου ταράζονται και η καρδιά μου σπαράζει μέσα μου, γιατί επαναστάτησα σκληρά. Έξω με θερίζει το σπαθί, μέσα στο σπίτι βασιλεύει ο θάνατος.


21. Άκουσαν τον στεναγμό μου, μα κανείς δεν με παρηγορεί. Όλοι οι εχθροί μου έμαθαν τη συμφορά μου και χάρηκαν που Εσύ το έκανες. Φέρε τη μέρα που υποσχέθηκες, για να πάθουν κι αυτοί ό,τι έπαθα εγώ.


22. Ας έρθει μπροστά Σου όλη η κακία τους· τιμώρησέ τους όπως τιμώρησες εμένα για όλα μου τα σφάλματα. Γιατί οι στεναγμοί μου είναι αμέτρητοι και η καρδιά μου είναι βαριά.

JILL TRACY "Pulling Your Insides Out"

 


Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ο Άξιος Πολίτης

 


Βλέπω πως σιχαίνεσαι

τον παράνομο ληστή 

το χέρι ενώ φιλάς

του μέγα εφοπλιστή

-

Τα σάλια σου πως τρέχουν

μπροστά στον τραπεζίτη

μ' ευκολία όταν λες

τον άστεγο, αλήτη

-

Αυστηρός να 'σαι κριτής 

του υφιστάμενού σου

τη διαφθορά να συγχωράς 

του κάθε υπουργού σου

-

Χαίρεσαι τα ψίχουλα

που ζητιανιά σου δίνουν

την ώρα που παχαίνουν

το αίμα σαν σου πίνουν

-

Κι εσύ υποστηρικτής

του κόμματος αστείος

ατομιστής μοιραίος

μα κι εντελώς γελοίος...


Οξεία Γωνία - Eugène Guillevic

 



https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse?volume=116&issue=5&page=93

Το αμέσως καλύτερο πράγμα από το να είσαι κύκλος

Θα ήταν να κάνεις τον εαυτό σου γωνία


Και, αν όχι να ζεις ήσυχα,

Να επιτίθεσαι στο περιβάλλον σου,


Και ύστερα να βρίσκεις ανάπαυση

Σ’ ένα όνειρο πως κλείνεις


Την πλευρά που πάντα μένει

Ανοιχτή προς τον ξένο.

Tiger Lillies Rime of the Ancient Mariner

 


Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Δουλεία

 


Μακριά σου, μια φωνή 

μου έλεγε να τρέξω,

προτού με μαύρο δάκρυ

το πρόσωπό μου βρέξω

-

Όμως δεν την άκουσα

κι αγνόησα τελείως

την προειδοποίηση,

αβίωτος ο βίος

-

Μου έφαγες τα νιάτα

με έριξες στα σκυλιά,

το 'ξερα, δεν έπρεπε

να σε βρω ποτέ, δουλειά!



Dirty Granny Tales - Earth

 


Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Το γελοίον του πράγματος

 


Μες στη σοβαρότητα

το γέλιο σου να πνίγεις

τον καθρέφτη πολεμάς

με πάθος ν' αποφύγεις

-

Εγώ είμαι πάντα στο συν

εσύ μένεις στο μείον

αφού δε μπορείς να δεις

στο πράγμα το γελοίον

-

Κι ενώ τη γραβάτα σου

επιμελώς θα δένεις

δε πα'  να 'χεις χρήματα

χαρά θα ζητιανεύεις

Ελένη Τσαλιγοπούλου - Οι Σκιές

 


Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Όμορφη ζωή!

 


Αφράτα είν' τα σύννεφα

τα άνθη μυρωδάτα

άφαντη η τύχη μου

και μαύρα τα μαντάτα!

-

Ο ήλιος λάμπει φωτεινός

πετούνε τα πουλάκια

τα νεύρα μου συγκρατούν

πολύχρωμα χαπάκια

-

Κι εκείνη που αγάπησα

-Τι ομορφιά! Τι κάλλος!-

Χαμογελώντας προσπερνά

την αγκαλιάζει άλλος! 


Αναστασία Μουτσάτσου - Πέρασε η μπόρα

 


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Πορδές και βήχες(senryu)

 


Νωρίς το πρωί

παράθυρο ανοίγω - 

πορδές και βήχες


*senryu: ιαπωνική μορφή ποιήματος που έχει τη φόρμα του haiku αλλά ασχολείται με τη ζωή στην πόλη συνήθως με σατιρικό ή χιουμοριστικό τρόπο

Σύγχρονη Ποίηση Dalit: Φωνές Αντίστασης και Ταυτότητας

 


https://bangalorereview.com/2024/02/seven-dalit-poets-speak-their-mind-through-their-poems-curated-by-dr-abhijit-khandkar/

Ο Δρ. Abhijit Khandkar, ποιητής Dalit και γιατρός στο επάγγελμα, επιμελείται το έργο επτά σύγχρονων ποιητών Dalit, οι οποίοι μιλούν για ποικίλα ζητήματα που αφορούν τη ζωή τους και, κατά συνέπεια, αντικατοπτρίζονται στα γραπτά τους. Το να μπορούμε να αναγνωρίσουμε, να συμμετάσχουμε και να κατανοήσουμε μια τέτοια ποίηση σημαίνει επιστροφή στις ίδιες τις ρίζες του πολιτισμού μας, της αγωνίας μας και όλων όσων περιλαμβάνει η λογοτεχνία μας.


Dalit είναι κάποιος που ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά έχει οριστεί από την πράξη τού να είναι «ανέγγιχτος». Έτσι, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος γράφει ένα ποίημα, αυτό γίνεται όχημα όχι μόνο αυτοέκφρασης (όπως συμβαίνει με άλλους ποιητές), αλλά μια αναπόφευκτη εξερεύνηση των συνθηκών που καθόρισαν τον ποιητή εν γνώσει ή εν αγνοία του. Πραγματοποιείται ένα είδος καταγραφής, όπου ο ποιητής αποτυπώνει κάθε τέτοιο συναίσθημα και συμβάν που χρησιμοποιεί όχι μόνο για να πολεμήσει τις συνθήκες του, αλλά και για να ευαισθητοποιήσει τους γύρω του για τα γεγονότα που οδηγούν σε τέτοιες συνέπειες.


Τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ από επτά ποιητές Dalit, αναδεικνύουν το ταξίδι της ανακάλυψης του σκοπού της ζωής τους μέσα από την ανάγνωση και τη γραφή. Σε αυτά τα ποιήματα θα βρείτε όχι μόνο μια αργή επεξεργασία του διαγενεακού τραύματος, αλλά και μια ανάγκη να μοιραστούν με άλλους αυτές τις εμπειρίες, κάτι που βοηθά στην οικοδόμηση ενός λόγου γύρω από το τι σημαίνει να είσαι Dalit, που τελικά θα οδηγήσει σε μια πλήρη κατάρρευση και διατάραξη των θεμελίων του συστήματος των καστών.


Ποίημα 1: MANA MANDI (ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΑΣ)

– SHRIPAD SINNAKAAR


Η καρδιά της πόλης πάλλεται με φώτα ονείρων

(πιο έντονα στο φωτεινό φωσφορίζον πράσινο του σταυρού με τη λέξη Medical

γραμμένη πάνω του) —

από τον μόχθο των mana mandi. Οι πολλές φλέβες της απλώνονται

σαν δίχτυ ή δασική πυρκαγιά

(αλλά σε χαμηλή φλόγα για να μην καούν τα chicken parottas)

παραμερίζοντας πλαστικά στις άκρες σε μπούκλες ιβίσκου

μαζεμένες σε λιχνιστήρια.

Ο δρόμος είναι ένα χωράφι που καλλιεργεί πολλές γλώσσες που γλείφουν τους πάντες σε δράση—

κινούμενος ενάντια στον δεσποτισμό της πίσσας.

Εδώ, αυτή η πείνα που δεν περιορίζεται στα σύνορα των σωμάτων μας,

χαράζουμε τους δικούς μας δρόμους, ώστε εδώ να μπορούμε να περπατάμε χωρίς να νιώθουμε καταπατητές.

Οι δρόμοι ραγίζουν σε μαγαζιά κάτω από το φως της λάμπας που χρησιμοποιείται για να περάσει

η κλωστή στο μάτι της βελόνας

καθώς σοφοί ράφτες ράβουν σωρούς από φθαρμένα σάρι, σεντόνια και αποκόμματα σατέν μαζί

σε παχιά ζεστά παπλώματα που ξεπερνούν σε μέγεθος

ακόμα και το μήκος των σπιτιών μας· αν ο δρόμος αντεπιτεθεί μέσα από

τις αντανακλάσεις μας σε τρίτο πρόσωπο στις γυάλινες πόρτες του καταστήματος δερμάτων,

λιώνει στα πλάγια

από το πρώτο διαισθητικό άγγιγμα ενός παιδιού·

το βλέμμα κοφτερό σαν μάσκαρα,

απαλό σαν βροχή που αμφισβητεί τον δρόμο.

Στη διασταύρωση—

δύο οχήματα συγκρούονται, μαζευόμαστε σε κύκλο

μπράτσο με μπράτσο για να παρακολουθήσουμε το θέαμα των γλωσσών που πεθαίνουν να μιλούν

ξεβουλώνοντας στη βαλβίδα στη μέση,

κάτι διαμορφωτικό

κάτω από το δέρμα απλωμένο σαν μπλε μουσαμάς

με τρύπες στο μέγεθος των ματιών μας πάνω από τη μεταλλική γέφυρα.

Αυτός ο δρόμος που κάποτε ήταν κατώφλι, είναι και το σώμα μας.

Mana mandi έχουν πεθάνει εδώ.

Οι γλώσσες μάς προσκαλούν: Ελάτε, μπορείτε να φτύσετε εδώ.


Βιογραφικό: Ο Shripad Sinnakaar είναι ποιητής από τη Βομβάη και κάτοχος μεταπτυχιακού στη Φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο του Μουμπάι. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στα The White Review, Dalit Art Archive και Sassoon Docks Art Festival. Διευθύνει ένα λογοτεχνικό εγχείρημα που ονομάζεται «Flamingos in Mithi».


Σχόλια Επιμελητή: Το βλέμμα του ποιήματος δεν είναι απλώς επαναστατικό αλλά εορταστικό. Επαναστατεί και γιορτάζει την ύπαρξη, τους αγώνες και τις ζωές των ανθρώπων που απωθούνται στο περιθώριο λόγω της κοινωνικής ιεραρχίας. Σε μια εποχή που οι κατέχοντες την εξουσία, υπό το πρόσχημα της ανάπλασης, επιδιώκουν να εκτοπίσουν ανθρώπους από τα σπίτια τους, αυτό το ποίημα στέκεται ως προπύργιο αντίστασης. Η τελευταία γραμμή συνοψίζει την περιφρόνηση: «Οι Mana Mandi έχουν πεθάνει εδώ. Οι γλώσσες μάς προσκαλούν: Ελάτε, μπορείτε να φτύσετε εδώ».


Ποίημα 2: Θεατρίνος (Theatrist)

– Aashika Shivangi Singh


Ανάβω ένα κερί στο δωμάτιό μου

Κοιτάζοντας επίμονα το άγαλμα του Βούδα πάνω στο τραπέζι μου,

έρχεσαι από πίσω·

με κοιτάζεις

το χέρι σου στον ώμο μου

το βάρος του υψώνει ένα αμφιθέατρο της αρχαίας Ελλάδας στις κλείδες μου

και στη σκηνή του, εσύ ερμηνεύεις

σπρώχνοντας το σώμα σου τυλιγμένο σε κουρέλια μέσα στο πηγάδι

ουρλιάζοντας ιστορίες γυναικών – που τις μάσησαν ωμές,

παιδιών που σφαγιάστηκαν σε πολέμους.

Παρακολουθώ με τα μάτια κλειστά

Στην άλλη πλευρά της σκηνής· επανεμφανίζεσαι

κλαίγοντας, φωνάζοντας το όνομά μου.

Σηκώνομαι από το κοινό, βαδίζω προς το μέρος σου

αλλά τότε φτάνει ο εραστής σου, σε φιλάει.

Σου κρατάω το χέρι

επιστρέφω από την Ελλάδα· στο δωμάτιό μου

γυρίζω προς εσένα, κοιτάζοντας επίμονα

όπως όταν η φωνή σου τρυπάει τον ορίζοντα

Εσύ στη σκηνή, τραγουδώντας τραγούδια νοσταλγίας

Ρωτάω: «Ποιον χαρακτήρα παίζεις τώρα;

Από ποια ιστορία έχεις αναδυθεί;

Αυτή η μελαγχολία – Είσαι λυπημένη;

Χαμένη στη μελέτη κάποιας σύνθεσης, είσαι;»

Δεν απαντάς σε καμία από τις ερωτήσεις μου.

Σηκώνομαι από την καρέκλα μου

κρατάω τα τρεμάμενα δάχτυλά σου,

αντηχούν από δονήσεις

Τα μάτια σου είναι στεγνά, τα χείλη σου σκασμένα

το σώμα σιωπηλό

Σβήνω το κερί έτσι

Αυτό το μούδιασμα είναι το σημάδι

Ο θεατρίνος μου χρειάζεται αγάπη.


Βιογραφικό: Η Aashika Shivangi Singh ασχολείται με την ποίηση από την ηλικία των 13 ετών. Σήμερα εργάζεται ως ανεξάρτητη δημοσιογράφος και κάνει μεταπτυχιακό στην Κοινωνιολογία.


Σχόλια Επιμελητή: Αυτό το ποίημα παραθέτει την αφοσίωση στον Βούδα δίπλα στην αφοσίωση στον εραστή. Χτίζει πάνω στο θέμα του διαλογισμού και απογειώνεται σε πτήσεις φαντασίας, πόθου και αποδοχής που καταλήγουν στην επιθυμία. Η ποίηση των Dalit αφορά τόσο τον αισθησιασμό όσο και την ωμότητα και την εξέγερση.


Ποίημα 3: Μάνα, δεν θα σε πω μάγισσα (Ma, I Won’t Call You a Witch)

– Raju Solanki


Το γάλα σου είναι το νέκταρ μου

Μάνα, πώς μπορώ να σε πω μάγισσα;

Θα συγχωρήσω εκείνους που σε εγκατέλειψαν και πέταξαν στο εξωτερικό για την Πράσινη Κάρτα.

Δεν θα ζηλέψω τα λευκά κοστούμια και τα λαμπερά παπούτσια τους.

Ας απολαύσουν τη ζεστή γειτνίαση του Λευκού Οίκου.

Θα αντηχώ κάθε φορά που με φωνάζεις.

Θα ξεχάσω την έγκυο γυναίκα μου που κουβαλάει ακαθαρσίες στο κεφάλι της.

Τον πατέρα μου που μοχθεί, οργώνοντας στα χωράφια κάτω από τον καυτερό ήλιο.

Τους αδελφούς μου που μεταναστεύουν με το καμίνι των βιαιοτήτων στο κεφάλι.

Θα τα ξεχάσω όλα, δεν θα βγάλω λέξη.

Η σεμνότητά σου είναι ανεκτίμητη, Μάνα.

Θα εκτοπιστώ στα δάση και στις κοιλάδες και στους δρόμους της πόλης.

Επίτρεψέ τους να χτίσουν το φράγμα Sardar Sarovar, εμπορικά κέντρα,

λούνα παρκ και καταφύγια πάνω στο στήθος μου.

Δεν θα σε ενοχλήσω.

Αν και με πρόδωσες και ευνόησες εκείνον.

Αυτός είναι ο αδελφός μου, ο πατέρας μου, ο αφέντης μου, ο σωτήρας μου.

Η σαγιονάρα του στο στόμα μου, Μάνα.

Ας λαμπρύνουν τα ούρα του τις Γραμματείες, τους Σεβαστούς Οίκους και τα Κοινοβούλιά σου

για την αιωνιότητα.

Θα σταυρωθώ στον σταυρό του πατριωτισμού

σε κάθε πόλεμο του Kargil, Μάνα.

Το αίμα μου του «ανέγγιχτου» χαιρετά τη σκόνη σου.

Μάνα, θα σε έλεγα ποτέ μάγισσα;


Βιογραφικό: Ο Raju Solanki είναι αναγνωρισμένος ακτιβιστής Dalit, ποιητής και συγγραφέας από το Γκουτζαράτ. Έχει γράψει αρκετά βιβλία και έχει πρωτοστατήσει στη μετάφραση των έργων του Δρ. Ambedkar στα Γκουτζαράτι.


Σχόλια Επιμελητή: Ο ποιητής, με έναν εξαντλημένο, συγκρατημένο αλλά και αιχμηρό σαρκαστικό τόνο, ορκίζεται να είναι εκεί για τη Μητέρα Πατρίδα του, παρόλο που εκείνη τον έχει πάντα διακρίνει αρνητικά και του έχει προκαλέσει μεγάλο τραύμα. Υπόσχεται την αφοσίωσή του παρά την προδοσία.


Ποίημα 4: Supernova

– Gautam Vegda


Άκου, μωρό μου που πρόκειται να γεννηθείς,

Να είσαι προετοιμασμένο για τη μάχη

Όπως ήμασταν όλοι μας.

Βρήκα έναν υπόνομο πιο ισχυρό

Από τη μαύρη τρύπα,

Το φως δεν μπορεί να ξεφύγει από τη δεύτερη

Αλλά τα δικαιώματά σου συνεχίζουν να

Απορροφώνται αλάνθαστα από τον πρώτο,

Η μαύρη τρύπα απορροφά τα πάντα εκτός από τα δικαιώματά σου.

Η μάχη για την αξιοπρέπεια είναι για εμάς πνευματικότητα.

Γίνε το αστέρι στη ατέλειωτη σκοτεινή ύλη,

Μην αφήσεις την πυρηνική σου σύντηξη να σβήσει.

Λάμψε όλο και πιο δυνατά.

Αν καταρρεύσεις, μην ανησυχείς, παιδί μου.

Μια σούπερνοβα θα συμβεί από εσένα,

Νέα αστέρια θα γεννηθούν.

Κρουστικά κύματα και κοσμικές ακτίνες

Θα ταράξουν μια δομή αιώνων.

Τα αστέρια, παιδί μου, δεν μπορούν να δεσμωθούν.


Βιογραφικό: Ο Gautam Vegda είναι ποιητής που γράφει στα Αγγλικά, εικονογράφος και διδακτορικός ερευνητής από το Γκουτζαράτ.


Σχόλια Επιμελητή: Ο ποιητής εξερευνά τη σπάνια θεματική της ταυτότητας Dalit μέσω της επιστημονικής φαντασίας. Ο «υπόνομος» (manhole) είναι για τους περιθωριοποιημένους μια πολύ πιο τρομερή πραγματικότητα από τις μαύρες τρύπες. Παρά την απόγνωση, το ποίημα παραμένει ελπιδοφόρο.


Ποίημα 5: Αγώνας, Αγώνας, Αγώνας (Agitation, Agitation, Agitation)

– Anjali Tayade (μτφρ. Shardool Thakur)


Του είπα –

«Τώρα έλα και εσύ στον αγώνα

Ανάλαβε κάποιο ρόλο στον αγώνα».

Είπε –

«Μόλις πρόσφατα τελείωσα την εκπαίδευσή μου

Και ψάχνω για δουλειά

Έλα αργότερα…»

Βρήκε δουλειά, άρχισε να εργάζεται.

Πήγα πάλι σε αυτόν

και επανέλαβα –

«Τώρα έλα και εσύ στον αγώνα

Ανάλαβε κάποιο ρόλο στον αγώνα».

Απάντησε –

«Μόλις πρόσφατα έπιασα δουλειά

Τώρα σκέφτομαι να παντρευτώ

Εσύ γυρνάς τόσο πολύ

Γιατί δεν με βοηθάς να βρω μια πλούσια νύφη να παντρευτώ;»

Τελικά παντρεύτηκε.

Έκανε παιδιά.

Τα παιδιά του μεγάλωσαν

Και παντρεύτηκαν,

Κάνοντάς τον παππού.

Αγόρασε ένα αυτοκίνητο

και ένα Μπανγκαλόου.

Τον επισκέφτηκα στο Μπανγκαλόου του.

Και πάνω που ετοιμαζόμουν να τον ικετεύσω να συμμετάσχει στον αγώνα,

Κάλεσε τους πάντες στο σαλόνι.

Τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τις νύφες του, τα εγγόνια του.

Όλοι συγκεντρώθηκαν.

Με παρουσίασε λέγοντας:

«Εδώ είναι ένας ανιδιοτελής εθελοντής που πέρασε όλη του τη ζωή στον αγώνα»

Και τι άλλο;

Με τίμησε με μια εσάρπα και μια καρύδα!

Ήρθα σπίτι.

Έβγαλα την εσάρπα, την πέταξα

Βρόντηξα την πόρτα πίσω μου

Αγκαλιάζοντας σφιχτά το πορτρέτο του Babasaheb,

Έκλαψα με οδύνη –

«Jai Bhim!

Jai Bhim!

Jai Bhim…»


Σχόλια Επιμελητή: Συχνά η ρουτίνα της ζωής εμποδίζει τους ανθρώπους από το να συμμετάσχουν σε ένα κίνημα. Αυτό το ποίημα είναι ένας ύμνος για εκείνους που δεν αισθάνονται απλώς τα λόγια του Ambedkar, αλλά τα ζουν με κόστος και θυσία.


Ποίημα 6: Ω Μεγάλε Ποιητή (Oh Great Poet)

– Daya Pawar


Έι Valmiki,

λοιπόν, θα έπρεπε να ψάλλω τους επαίνους σου;

Εσύ, ο μεγαλύτερος ποιητής όλων.

Βλέποντας τον θάνατο ενός γερανού,

η συμπονετική σου καρδιά ξεχείλισε ως το χείλος.

Και εσύ γεννήθηκες έξω από το χωριό

εκεί όπου γεννιόταν μόνο η θλίψη.

Τα σκυθρωπά πρόσωπα των ανδρών στο χωριό

οργωμένα από τις έγνοιες

δεν είδαν ποτέ μια ανθισμένη άνθιση.

Τις διαπεραστικές κραυγές τους για απελευθέρωση

πραγματικά δεν τις άκουσες;

Έστω και μια σταγόνα από το αίμα σου

γιατί δεν ζωντάνεψε, να εγερθεί σε τρελή αγωνία;

Εσύ να ψάλλεις επαίνους για το Ram-Rajya,

ω Μεγάλε Ποιητή!

Κι εκεί ένα βουνό απανθρωπιάς

είχε καταρρεύσει.

Ω Μεγάλε Ποιητή!

Πώς να σε πω καν Μεγάλο Ποιητή…

Για να εκθέσεις αυτή την αδικία, την καταπίεση

αν είχες γράψει έστω και ένα shloka,

θα είχα χαράξει το όνομα σου

στην καρδιά μου αντί γι' αυτό.


Σχόλια Επιμελητή: Ο Daya Pawar εκφράζει την οδύνη του για τον Valmiki, ο οποίος ενώ έγραψε το έπος Ramayana, δεν έγραψε ούτε έναν στίχο για την αδικία των καστών. Είναι μια κριτική στην οικειοποίηση των αγώνων των περιθωριοποιημένων από την κυρίαρχη κουλτούρα.


Ποίημα 7: Αδάμ / Σχεδόν ένα ποίημα για τη Γιορτή του Πατέρα

– Daniel Sukumar


Τι κάνεις

όταν είσαι ο πρώτος άνθρωπος

στα πιο απομακρυσμένα βάθη του διαστήματος;

Ένα μέρος που κανένας άνθρωπος πριν από εσένα

δεν έχει φτάσει.

Όπου κοιτάζεις πίσω

μόνο για να δεις τα δικά σου βήματα.

Όλο το σύμπαν σου,

ένα εκατομμύριο μίλια μακριά

κοιτάζοντας τη ζωή τους μέσα από εσένα.

Κάποιοι από αυτούς έχυσαν ιδρώτα,

δάκρυα και αίμα για εσένα

για να είσαι εκεί που είσαι τώρα.

Τι κάνεις

όταν είσαι ο πρώτος

στην οικογένειά σου

που αποφοιτά,

που πιάνει δουλειά,

που νοικιάζει ποτέ

ένα σπίτι με γυάλινο μπαλκόνι

στην ίδια πόλη όπου ο πατέρας σου

κάποτε άστεγος,

κοιμόταν δίπλα στη λίμνη.

Τι κάνεις

όταν κοιτάζεις γύρω σου

για να μη δεις κανέναν καθώς παρασύρεσαι

σε αχαρτογράφητες περιοχές

αυτού του κοινωνικού κόσμου,

ένα μέρος που κανένας άνθρωπος στην οικογένειά σου

δεν έχει φτάσει;

Ένα μέρος που μπορεί να σε σκοτώσει

για ένα λάθος;

Τι κάνεις

όταν δεν έχεις πρότυπα

και είσαι χάλια στο να γίνεις και εσύ ένα;

Υπάρχει μόνο τόση πίεση

από τις ενοχές που μπορεί να αντέξει η καρδιά σου

πριν παραιτηθεί,

σαν μια σχισμένη διαστημική στολή

μέσα σε ένα αστέρι που πεθαίνει.


Βιογραφικό: Ο Daniel Sukumar είναι ποιητής από το Μπανγκαλόρ, του οποίου το έργο εστιάζει σε ανείπωτες και άβολες αλήθειες.


Σχόλια Επιμελητή: Το ποίημα εξερευνά το δίλημμα και την ενοχή αυτού που «τα κατάφερε», το βάρος του να είσαι ο πρώτος που ξεφεύγει και το κενό που νιώθει κανείς όταν δεν έχει μονοπάτι να ακολουθήσει.

Π. Μουζουράκης - Το σαλάμι

 



Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Στη Σπιναλόγκα αδερφές μου!



Σαν σε πρωταντίκρισα 

με χτύπησε καταιγίδα 

φύλλο που το μασουλαγε 

μια λιμασμένη ακρίδα 

-

Μία φωνουλα μέσα μου 

με προειδοποιούσε 

Να μείνω μακριά πολύ 

συναγερμό βαρούσε 

Εγώ όμως δεν άκουσα 

κίνησα να σου μιλήσω 

σ' ένα χαντάκι έπεσα 

Φτου! Να σου... 

- άντε μη βρίσω 

-

Εσύ εκεί αδιάφορη 

με κοίταξες πριν πέσω

ούτε καν μου έγνεψες 

Ε, φταίω να σε ξεχ...

-

Ζεν μάθημα ξεκινώ

πιλάτες μα και γιόγκα 

κουρέλια είναι τα νεύρα μου 

Φεύγω για Σπιναλόγκα!!!


Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Έτσι τρελαίνεσαι

 


Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Σκυλίσια ζωή

 


Εσύ δε μπόρεσες να πεις

ποτέ πως μ' αγαπούσες

με τ' όνομά μου φώναζες

το σκύλο που κρατούσες

-

Κι εγώ ξοπίσω έτρεχα

λαγωνικό χαμένο 

κι αν κάποτε σε έβρισκα 

με έλεγες βλαμμένο

-

Κάποτε με θυμήθηκες

και σφύριξες να έρθω

μάταια περίμενες 

να με δεις να τρέχω

-

Γιατί εκείνη τη στιγμή

να έρθω δε μπορούσα

σα σκύλος με πόδι όρθιο

την πόρτα σου ουρούσα!


Άγαμοι Θύται - Το Μέγα το Μυστήριο της Ζωής

 


Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Παραλογή κωμική

 


Ένα αηδόνι ζύγωσε 

το νέο να μου φέρει

αμέσως το διέκοψα:

"Δεν μ' ενδιαφέρει"

-

Το πτηνό όμως ήτανε

τελείως κακιασμένο

αμέσως με κουτσούλησε

το κακομαθημένο

-

"Αυτά δεν τα έκανες

στα δημώδη ποιηματάκια

εκεί ήσουν ευπρεπές

σαν τα άλλα τα πουλάκια"

-

Καθώς έψαχνα μαντίλι

την κουτσουλιά να σβήσω

τ' άκουσα να χασκογελά

εκεί, λίγο πιο πίσω

-

"Το νέο που έφερνα

π' αρνήθηκες να μάθεις

είναι πως στο κεφάλι

με κουτσουλιά 'θεάθης!!!"



Apurimac - Χελιδονάκι (Papel De Plata)

 


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Κυριακή του Θωμά

 


Κυριακή είν' του Θωμά

και πώς να το πιστέψω

για ένα χαρτί ανύπαρκτο

έτσ' άσχημα να μπλέξω

-

Μήτε η ωραιότητα

μήτε τ' αρχαίο κάλλος

δε με γλιτώσανε 

σαν ξέσπασε ο σάλος

-

Πήγε τόσος τσαμπουκάς

τόσες μαγκιές χαμένες

καλά που δεν με πήρανε

με τρεις βέργες βρεγμένες

-

Μα που θα πάει ο τροχός

και πάλι θα γυρίσει

τούτος ο κουτός λαός

ξανά θα με ψηφίσει



Μ. Πασχαλίδης - Σαν των ματιών σου τις βαφές

 


Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Αρλεκίνοι

 


Θαρρώ πως τελικά 

σε τούτη δω τη χώρα

τα χρόνια όσα δε φέρνουνε

δε φέρνει ουτ' η ώρα

Εδώ ζει ένας λαός

μόνιμα κοιμισμένος

που το ζητά η κούτρα του

να είναι ο ριγμένος

Να θέλει ξεροκόμματο

στο πιάτο πεταμένο,

να 'χει τον κάθε άρχοντα

απ' το φαϊ σκασμένο

Κι αυτή τη κακομοιριά

να καλολιβανίζει,

με σκέψεις βαθυστόχαστες

τη τύχη του να βρίζει

Μη περιμένετε αδέρφια μου

ξαστεριά να γίνει,

στην κατάντια θα χορεύουμε

ανόητοι αρλεκίνοι


Thomas Love Peacock: Ουράνιο Τόξο

 


https://www.poetryfoundation.org/poems/56146/the-rain-bow


Η μέρα επέρασε μέσα σε θύελλες, μα όχι δίχως

στιγμές πρόσκαιρης γαλήνης. Τα δυτικά σύννεφα,

αργά διαλυόμενα, αποκαλύπτουν τον ένδοξο ήλιο,

μεγαλοπρεπή στην δύση του. Η υδάτινη ανατολή

λάμπει με το πολύχρωμο τόξο του Ουρανού.


Το χαιρετούμε ως υπόσχεση πως λαμπρότεροι ουρανοί

θα ευλογήσουν το ερχόμενο πρωί. Έτσι κυλά η μέρα,

η σύντομη σκοτεινή μέρα της ζωής· έτσι, με θύελλες

και φευγαλέες λιακάδες ποικιλμένη. Στο τέλος της,

όταν πλησιάζει η φοβερή ώρα που σπάζει κάθε δεσμό,

κάθε συναλλαγή με τον κόσμο, η Θρησκεία χύνει

τα νεραϊδένια χρώματα της Ελπίδας στον ενάρετο νου,

και, σαν το ουράνιο τόξο πάνω στ’ απογευματινά σύννεφα,

δίνει τη φωτεινή υπόσχεση πως μια ευτυχέστερη αυγή

θα διώξει τη νύχτα και τη σιωπή του τάφου.

Ριφιφί - Φίλα με

 


Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η νεκροφόρα

 


Σκάνδαλο εδώ

υποκλοπή εκεί

μια μίζα παραπέρα

κοίτα που τ' αποφάσισαν

να φαν'

και τον αέρα!

-

Κοιμάμαι εγώ 

κοιμάσαι εσύ

κοιμάται όλ' η χώρα,

όταν ξυπνήσουμε 

δε θα 'χει μείνει τίποτα

μόνο η νεκροφόρα


Υπόγεια Ρεύματα - Σαν Έρημα Καράβια

 


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Φευγάτος



Να φύγω θέλω μακριά
αλλά προς τα που δε ξέρω
άμυαλο νέο με λέγαν κάποτε
τώρα ξεκούτη γέρο
-
Μα τι κι αν γέρασα
και γκρίζαρε το μαλλί μου
και άσχημα μαντάτα
έχω στη χολή μου
-
Να μείνω σ' ένα μέρος 
κακό είναι για μένα πράγμα
τον αέρα κάποιος σαν να έκοψε
μ' ένα μεγάλο φράγμα
-
Και αν το σώμα μείνει εδώ
το μυαλό εκεί θα πάει 
που οι γλάροι κρώζουν ψηλά
και άνθρωπος δε πατάει
-
Και ίσως κάποια μέρα
σ' ένα μέρος να ριζώσω
εκεί θα γίνω τροφή αγριμιών
το πνεύμα μου σαν παραδώσω



Θλίψη - Grief



Όταν η θλίψη σού έρχεται σαν μωβ γορίλας

πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό.

Πρέπει να της προσφέρεις ό,τι απέμεινε

από το δείπνο σου· το βιβλίο που προσπαθούσες να τελειώσεις

πρέπει να το αφήσεις στην άκρη

και να της φτιάξεις έναν χώρο να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού σου,

με τα μάτια της να μετακινούνται από το ρολόι

στην τηλεόραση και πάλι πίσω.

Δεν φοβάμαι. Έχει ξανάρθει εδώ

και πλέον μπορώ να αναγνωρίσω το βάδισμά της

καθώς πλησιάζει στο σπίτι.

Κάποια βράδια, όταν ξέρω πως έρχεται,

ξεκλειδώνω την πόρτα, ξαπλώνω ανάσκελα,

και μετράω τα βήματά της

από τον δρόμο μέχρι το κεφαλόσκαλο.

Απόψε φέρνει μαζί της ένα μολύβι και μια στοίβα χαρτί,

μου λέει να γράψω τα ονόματα

όλων όσων γνώρισα ποτέ,

και τους χωρίζουμε σε ζωντανούς και νεκρούς

για να μπορεί να διαλέγει κάθε όνομα στην τύχη.

Της βάζω να ακούσει το αγαπημένο της άλμπουμ του Willie Nelson

γιατί της λείπει το Τέξας

αλλά δεν ρωτάω το γιατί.

Σιγοτραγουδάει λίγο,

όπως κάνει ο αδερφός μου όταν σκαλίζει τον κήπο.

Καθόμαστε για μια ώρα

ενώ εκείνη μου λέει πόσο παράλογος υπήρξα,

να κλαίω στην ουρά του ταμείου,

να αρνούμαι να φάω, να αρνούμαι να κάνω ντους,

όλο αυτό το κάπνισμα και όλο αυτό το ποτό.

Τελικά απλώνει ένα από τα βαριά

μωβ μπράτσα της γύρω μου, γέρνει

το κεφάλι της πάνω στο δικό μου,

και ξαφνικά τα πράγματα αρχίζουν να μοιάζουν ρομαντικά.

Οπότε της λέω,

τα πράγματα μοιάζουν ρομαντικά.

Εκείνη τραβάει ένα άλλο όνομα, αυτή τη φορά

από τους νεκρούς,

και στρέφεται προς το μέρος μου με εκείνον τον τρόπο που κάνουν οι γονείς

για να σε κάνουν να νιώσεις αμηχανία ή ντροπή για κάτι.

Ρομαντικά; Λέει,

διαβάζοντας το όνομα δυνατά, αργά

ώστε να συναισθάνομαι κάθε συλλαβή, κάθε φωνήεν

να τυλίγεται γύρω από τα κόκαλα σαν νέος μυς,

τον ήχο του σώματος εκείνου του ανθρώπου

και πόσο απερίσκεπτο είναι,

πόσο αμέλεια, το ότι το όνομά του βρίσκεται στη μία στοίβα και όχι στην άλλη.

----

When grief comes to you as a purple gorilla

you must count yourself lucky.

You must offer her what’s left

of your dinner, the book you were trying to finish

you must put aside

and make her a place to sit at the foot of your bed,

her eyes moving from the clock

to the television and back again.

I am not afraid. She has been here before

and now I can recognize her gait

as she approaches the house.

Some nights, when I know she’s coming,

I unlock the door, lie down on my back,

and count her steps

from the street to the porch.

Tonight she brings a pencil and a ream of paper,

tells me to write down

everyone I have ever known,

and we separate them between the living and the dead

so she can pick each name at random.

I play her favorite Willie Nelson album

because she misses Texas

but I don’t ask why.

She hums a little,

the way my brother does when he gardens.

We sit for an hour

while she tells me how unreasonable I’ve been,

crying in the check-out line,

refusing to eat, refusing to shower,

all the smoking and all the drinking.

Eventually she puts one of her heavy

purple arms around me, leans

her head against mine,

and all of a sudden things are feeling romantic.

So I tell her,

things are feeling romantic.

She pulls another name, this time

from the dead,

and turns to me in that way that parents do

so you feel embarrassed or ashamed of something.

Romantic? She says,

reading the name out loud, slowly

so I am aware of each syllable, each vowel

wrapping around the bones like new muscle,

the sound of that person’s body

and how reckless it is,

how careless that his name is in one pile and not the other.

 

 

Dolly Parton - Jolene

 


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Μοιρολόι

 


Το φέρετρο σαν προχωρά 

θρηνείς τον πεθαμένο

άκου τον λόγο τον σοφό

που 'χω απ' τη ζωή βγαλμένο

-

Απ' το φέρετρο να 'σαι μπροστά

ή  ακολούθησέ το

αφού μέσα δεν είσαι εσύ

αντί για κλάμα, γλέντησέ το!

Chris de Burgh - The Traveller

 


Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Σκρουτζ Μπλουζ

 


Λίγους στίχους σου 'γραψα

πλυμένους με σαπούνι

νέος τους ξεκίνησα,

τώρα κρατώ μπαστούνι

-

Πάντα εσένα θαύμαζα

τα πλουμιστά φτερά σου 

η βάρκα μου όμως έπλεε

αντίθετα στα νερά σου

-

Εσύ με έβλεπες παιδί

με μάτια θολωμένα

νομίζω πως μας είχανε

τα δυο μας ματιασμένα

-

Ποτέ μου δε το μπόρεσα

σφιχτά να σε κρατήσω

Αγαπημένε μου παρά

να σε πολυαβγατίσω!

Queen - Who Wants To Live Forever

 



Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Μεταμόρφωση...σχεδόν!

 


Βίγκαν μου είπες έγινες

και δεν τρως πια μαρίδα

μα τα ψητά βλεφάριαζες

με μάτι σαν γαρίδα

-

Άλλαξες γούστα μουσικά

κι έγειρες στην κουλτούρα

μα σαν ακούσεις λαϊκά

σε πιάνει μια λιγούρα

-

Μου λες διαβάζεις πια

μόνο φιλοσοφία

μα τα κουτσομπολιά

μαθαίνεις με μανία

-

Με τη ψυχολογία

πλέον ασχολείσαι 

σαν σε πιάσει ζήλεια σου

με τίποτα δε συγκρατείσαι

-

Μάταιη προσπάθεια έκανες 

το ίματζ να αλλάξεις

στο νερό τρύπα έσκαψες

πρόσεχε μη βουλιάξεις!