Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Το σκοινί

 


Κυκλοφορούσε με ένα χοντρό σκοινί, δεμένο σε θηλιά στα χέρια του. Μουρμούραγε συνεχώς λέξεις που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Καθώς περνούσε κάποιοι τρόμαξαν και σταυροκοπήθηκαν, οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά και έκλεισαν πόρτες και παράθυρα. Οι μαγαζάτορες κατέβασαν τα ρολά τους και σταμάτησαν τις μουσικές. Μόνο δυο τρεις από τους πιο αυθάδεις του χωριού δε φοβήθηκαν. Γεροδεμένοι και χειροδύναμοι αλλά με λιγοστό μυαλό, βάλθηκαν να τον περιγελούν. Προσπάθησα να τους προειδοποιήσω μα δεν με άκουσαν. "Φύγε από δω Παραμυθά, που έχεις πιστέψει τις ιστορίες που φτιάχνεις" μου φώναξαν και συνέχισαν να τον κοροϊδεύουν. Αυτός κάποια στιγμή διέκοψε τη πορεία και το μουρμουρητό του και τους έδειξε με το δεξί του χέρι. Ο ένας από τους δύο του πέταξε μια πέτρα που τον πέτυχε στο κεφάλι και του το μάτωσε. Έτρεξα κοντά του και του έδωσα ένα κομμάτι ύφασμα, να το βάλει σαν επίδεσμο. "Μη τους δίνεις σημασία και μη κρατήσεις κακία" του ψιθύρισα. "Αργά πια γι' αυτό...Πολύ αργά", απάντησε και σηκώθηκε να φύγει προς το δάσος ενώ οι δυο παληκαράδες γελούσαν. Τον είδα να χάνεται στα δέντρα. Πήγα και ζήτησα στο καφενείο του χωριού -τώρα πια η ζωή επανερχόταν στα φυσιολογικά της- μέρος να περάσω το βράδυ για να γράψω το τέλος της ιστορίας μου το πρωί. Μου πρόσφερε ευγενικά ένα δωμάτιο ένας χωριανός. Την άλλη μέρα το πρωί, έγραψα το τέλος. Και οι δυο αχρείοι είχαν αυτοκτονήσει. Ο ένας με μαχαίρι και ο άλλος με το όπλο του το κυνηγετικό. Παράξενο. Κανείς τους δεν κρεμάστηκε...

Bathory - Gods of Thunder of Wind and of Rain

 


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η ταφή

 


Βρέθηκα σε ένα παλιό κοιμητήριο. Πλήθος κόσμου παρακολουθούσε την ταφή. Με θρήνους, με μοιρολόγια και λυγμούς. Σαν τελείωσε πλησίασα τον Νεκροθάφτη. "Τι κηδεία ήταν αυτή, που είχε τόσο κόσμο;", τον ρώτησα. Σαν με είδε με αναγνώρισε. "Εσύ δεν είσαι ο Παραμυθάς; Γράψε για τούτη τη κηδεία τότε. Μάθε πως οι άνθρωποι αυτοί κηδεύσανε την ελπίδα του τόπου τους. Γι' αυτό έκλαιγαν τόσο πολύ". Έμεινα σιωπηλός για λίγο, αναλογιζόμενος τα λόγια του Νεκροθάφτη. Μετά είπα: "Την ελπίδα; Δεν ξέρω...Συνήθως γράφω για έρωτες που πέθαναν, για φιλίες που χάθηκαν, για σχέσεις που δεν γεννήθηκαν ποτέ...Για τον θάνατο της ελπίδας όμως; Δύσκολο θέμα...Μα αυτή δεν πεθαίνει τελευταία; Τότε πώς υπήρχαν τόσοι άνθρωποι στη κηδεία της;" Ο Νεκροθάφτης γέλασε δυνατά και τα ανακατωμένα γένια του κινήθηκαν σαν να ήταν ζωντανά. "Κι αυτοί νεκροί είναι. Απλά δεν τους έχω θάψει ακόμα. Πού να τους προλάβω όλους;" μου είπε με το συνηθισμένο κυνικό του ύφος. Κοίταξα ξανά τους ανθρώπους που απομακρύνονταν. Δεν μου φάνηκαν νεκροί καθόλου. Αλλά ο θάνατος δεν είναι δική μου ειδικότητα. Είναι τομέας του Νεκροθάφτη. Αυτός ξέρει καλύτερα το θέμα. Εμένα η ειδικότητά μου είναι να διηγούμαι ιστορίες...

My Dying Bride - Black Voyage

 


Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Ο παραμυθάς

 


Σε κάθε της βήμα, άνθιζε η γη. Σε κάθε πνοή της μοσχοβολούσε ο αέρας. Τα μαλλιά της, κόκκινα, μακριά, έφερναν την αυγή καθώς τα τίναζε απαλά με το ολόλευκο χέρι της. Κάποτε ο άνεμος με έφερε μπροστά της. Υποκλίθηκα βαθιά και χαιρέτησα με τον δέοντα σεβασμό. Εκείνη χαμογέλασε και τα πουλιά γύρω μας άρχισαν να κελαηδούν εκκωφαντικά. Ύστερα με κοίταξε και ένα λεπτό σύννεφο μελαγχολίας σκέπασε το πρόσωπό της. "Θα με ακολουθούσες στο νέο βασίλειο που θα πάω, τώρα που οι μέρες μου σε τούτη εδώ τη γη τελείωσαν;". Έμεινα για λίγο αμίλητος. Ήξερα πως δεν υπήρχε χώρος για εμένα στο καράβι που σύντομα θα σήκωνε τις άγκυρές του και πως οι άνεμοι δεν θα με άφηναν σε ένα βασίλειο για πολύ καιρό. "Κυρά μου, ξέρεις πως ταξιδεύω με τους ανέμους και αυτοί δε σταματούν να φυσούν ποτέ. Καταγράφω τις ιστορίες πλασμάτων θαυμαστών σαν και του λόγου σου και τις διηγούμαι. Αν μείνω στη νέα σου χώρα, πώς θα μαθαίνω τις ιστορίες τους και σε ποιον θα τις διηγούμαι; Θα ήμουν ευτυχισμένος να μείνω κοντά σου, το γνωρίζεις, μα η ευτυχία δεν είναι στη μοίρα μου γραμμένη. Οι περιπλανώμενοι παραμυθάδες είμαστε εδώ για να λέμε τις ιστορίες ανθρώπων απλών και πλασμάτων μαγικών. Τίποτα περισσότερο δεν υπάρχει για εμάς". Χαμογέλασε ξανά, με αγκάλιασε ζεστά και μου έδωσε ένα φιλί. Ύστερα με αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να αναχωρήσει. Καθώς τη χαιρετούσα, φύσηξε ξανά και ο άνεμος με πήρε για άλλα μέρη που καινούριες ιστορίες θα μπορέσω να μαζέψω. 

The Clan Destined - A Beautiful Start to the End of the World

 


Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Το παραμύθι

 


Ένα απαλό αεράκι φύσηξε εκείνο το βράδυ. Τόσο απαλό που ελάχιστοι το αισθάνθηκαν. Ήταν όμως αρκετό για να ρίξει το τελευταίο πέταλο του καταραμένου ρόδου. Η πύλη έμεινε κλειστή, ο δρόμος μπροστά στον πύργο έρημος και η Πεντάμορφη κάπου μακριά. Η κατάρα δεν έσπασε ποτέ. Όλα έμειναν όπως ήταν. Μαγεμένα, σκοτεινά, θλιμμένα. Το Τέρας δε θα γίνει πρίγκηπας ξανά. Θα μείνει ένα τέρας που θα σκορπά τον τρόμο αναζητώντας την αγάπη. Μα κι αν τη βρίσκει δε θα μπορεί πια να την αναγνωρίσει. Θα συνεχίσει να την κυνηγά. Ένα ένστικτο που θα τον συντροφεύει όσο οι αιώνες θα περνούν. Ήμουν εκεί όταν ξέσπασε σε κλάματα, κατανοώντας ποια μοίρα τον περίμενε. Μάζεψα τα δάκρυά του και πότισα τον κήπο του. Μαύρα κρίνα γεννήθηκαν που όταν τα φυσά και ο πιο ελαφρύς άνεμος - σαν εκείνον που έριξε το τελευταίο πέταλο- βγάζουν μια μουσική τόσο μελαγχολική που το φεγγάρι και ο ήλιος σκυθρωπιάζουν. Τον είδα κι αυτόν μια φορά. Να τρέχει στο δάσος σαν αγρίμι ενώ ο ουρανός ήταν τόσο σκοτεινός σαν πέπλο μοιρολογίστρας. Δεν προσπάθησα να του μιλήσω. Τι είχα άλλωστε να πω; Πήρα τον δρόμο που οδηγούσε μακριά. Μακριά από τον πύργο του. Μακριά από το σπίτι εκείνης που αγάπησε. Μακριά από τα παραμύθια που το τέλος τους δεν είναι πια χαρούμενο...

Nocturnal Rites - Still Alive

 


Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Ο αγώνας

 


Την είδα να κυνηγά ένα δέντρο εκείνο το πρωί. Το δέντρο έτρεχε τόσο γρήγορα που οι ρίζες του σχεδόν δεν φαίνονταν. Μα κι εκείνη δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Ποτέ δεν το έβαζε. Με το ποτιστήρι της γεμάτο νερό έτρεχε ξοπίσω του και δεν άφηνε την απόσταση ανάμεσά τους να μεγαλώσει. Όλοι κοιτούσαμε με ενδιαφέρον. Οι γάτες, οι σκύλοι, τα πουλιά, δυο ποντίκια, τα άλλα δέντρα και εγώ. Σχηματίσαμε μια πρόχειρη εξέδρα και στοιχηματίζαμε αν τελικά το δέντρο θα ξεφύγει από το πότισμα ή αν η κοπέλα θα καταφέρει να το ποτίσει. Το δέντρο φαινόταν να κουράζεται και η κοπέλα μείωνε την απόσταση. Τόσο πολύ που σύντομα θα μπορούσε να το ποτίσει. Κι εκεί που όλα φαίνονταν να έχουν τελειώσει...σκόνταψε και το νερό χύθηκε από το ποτιστήρι. Στην εξέδρα μας οι επευφημίες και οι φωνές απογοήτευσης έγιναν ένα. Ανάλογα με το που είχε ποντάρει ο καθένας ήταν κι οι αντιδράσεις μας. Εγώ, που είχα ποντάρει στη κοπέλα, χρωστούσα εβδομήντα ευρώ σε εκείνον τον αχώνευτο παπαγάλο. Καθώς τον πλήρωνα, η κοπέλα πέρασε από μπροστά μου. "Συγγνώμη" μου είπε. "Δεν πειράζει. Καλός αγώνας. Την επόμενη φορά" της είπα και χαμογέλασα. Πάντα ήμουν φίλος του "ευ αγωνίζεσθαι". Κι ας το πληρώνω πότε πότε...

Savatage - Morning Sun

 


Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Ο αλαφροίσκιωτος

 


Κάποιοι έλεγαν πως υπνοβατούσε. Άλλοι πως ήταν τρελός. Μα η αλήθεια είναι άλλη. Έκλεψε κάποτε το μαντήλι μιας νεράιδα, που την παρακολουθούσε να χορεύει σε μία πηγή. Είχε ακούσει τον θρύλο πως αν κλέψεις το μαντήλι μιας νεράιδας αυτή μένει μαζί σου. Μα ο θρύλος είναι ψέμα. Η νεράιδα δεν έμεινε μαζί του, δεν παντρεύτηκαν και δεν έκαναν παιδιά. Έφυγε μακριά αφού πρώτα τον καταράστηκε για το θράσος του. Το μαντήλι δέθηκε πάνω του και δε μπόρεσε να το βγάλει ποτέ. Και από τότε βλέπει νεράιδες και βρικόλακες, καλικάντζαρους και ξωτικά, χαμόδρακες και φαντάσματα. Ακόμα και τη μαύρη μόρα. Όλα τα δαιμόνια τα αόρατα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Σιγά σιγά έχασε τα λογικά του και τριγυρίζει με περπάτημα ελαφρύ όταν το λυκόφως σιγά σιγά δίνει τη θέση του στο σκοτάδι. Λένε πως δε γέρασε ούτε μισό λεπτό από εκείνη τη στιγμή που δέθηκε με της νεράιδας το μαντήλι και πως τα μάτια του δεν ξανάκλεισαν ώστε ο ύπνος να του δώσει ξεκούραση γλυκιά. Τον είδα κι εγώ να πηδάει σαν τριζόνι από ταράτσα σε ταράτσα ενώ το φεγγάρι φώτιζε αχνά τη σιλουέτα του. Τον άκουσα να σιγοτραγουδά ένα σκοπό άγνωστο στα δικά μου τα αυτιά. Σταυροκοπήθηκα και είπα μια προσευχή. Μα μέχρι να τελειώσω ήταν ήδη μακριά. Χάθηκε μέσα στη νύχτα σαν τα στοιχειά που μόνο εκείνος μπορούσε να τα δει. 

Blind Guardian - Mordred's Song

 


Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Μια συνηθισμένη μέρα

 


H μέρα ξεκίνησε όπως συνήθως. Απαίσια. Ο καφές δε βοήθησε. Άνοιξα το παράθυρο για να μπει αέρας μα μπήκε μόνο θόρυβος και φωνές. "Ωραία μέρα για να πεθάνεις" είπα και ετοιμάστηκα να βγω έξω. Μόλις βγήκα, ένας ποντικός που καθάριζε με λίμα τα νύχια του με χαιρέτησε. Έπειτα μπήκε στο μικρό του αυτοκινητάκι και απομακρύνθηκε με ταχύτητα. Ένα περιστέρι προσγειώθηκε μπροστά μου. Έφτιαξε τη γραβάτα του, ίσιωσε το σακάκι του και με ύφος επιτιμητικό σχολίασε: "Ποντικοί! Πολύ επικίνδυνοι όταν οδηγούν". "Ε, δεν έχουν όλοι φτερά όπως εσύ" του απάντησα. Με κοίταξε με το ίδιο ύφος και είπε: "Ούτε κι εσύ έχεις" και πέταξε μακριά. Δίκιο είχε. Δεν έχω φτερά, ούτε αυτοκίνητο. Μα δεν έχω και που να πάω. Περιμένω τον επόμενο άνεμο να με παρασύρει εκεί που θέλει. Α! Άρχισε να φυσάει! Καιρός να φεύγω...

Saxon - The Eagle Has Landed

 


Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Το χάλι

 


Ο νυχτερινός ουρανός έγινε ξάφνου κόκκινος. Έπειτα πήρε χρώμα σμαράγδινο. Ένα άστρο με φως εκτυφλωτικό διέγραψε καθοδική πορεία σαν μετεωρίτης. Γύρισα στο ξωτικό που έπινε δίπλα μου τη μπύρα του. "Πέφτουν ακόμα άγγελοι από τον ουρανό;" το ρώτησα. "Έχουνε πέσει πριν από χρόνους αμέτρητους. Απλά εσύ τους βλέπεις τώρα", μου είπε και κατέβασε τη μπύρα μονορούφι αφήνοντας στο τέλος ένα ρέψιμο. Κοίταξα ξανά στον ουρανό. Είχε πάρει το χρώμα του το συνηθισμένο και τα άστρα φαίνονταν με δυσκολία λόγω των φώτων της πόλης. Πήρα το βιβλίο αλχημείας που διάβαζα πριν με διακόψει το παράξενο φαινόμενο και συνέχισα να διαβάζω από εκεί που το είχα αφήσει. "Κι αν μπορέσω να βρω τον τρόπο να μετατρέπω το νερό σε μπύρα;" ρώτησα, "τι θα πεις τότε, κοντό πλάσμα;" "Δε χρειάζεται φιλοσοφική λίθος γι' αυτό. Το κάνουν ήδη με βύνη και λυκίσκο, βλάκα" μου απάντησε. Είμαι σίγουρος πως κι αυτό κάποτε ήταν άγγελος που έπεσε κι η πτώση του το έκανε τόσο κοντό. Γι' αυτό έχει γίνει έτσι πικρόχολο. Εγώ πάλι καμία δικαιολογία δεν έχω για το χάλι μου...

Crimson Glory - Azrael

 


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Τεκίλα

 


Ήταν μια συνάντηση αποχαιρετισμού. Αυτός θα έφευγε, εκείνη θα έμενε. Ήπιαν καφέ, μίλησαν, γέλασαν. Σαν ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, εκείνη τον αγκάλιασε και έκανε να τον φιλήσει. Έτσι του φάνηκε τουλάχιστον. Αν και ήθελε πολύ να φιληθούν, ξαφνιάστηκε και πισωπάτησε. Έχασε λίγο την ισορροπία του και χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Η στιγμή χάλασε περισσότερο με την εμφάνιση της συγκατοίκου της. Ακούγοντας την ιστορία του γέλασα και αυτός φάνηκε θιγμένος. Τον χτύπησα ελαφριά στη πλάτη και τον παρηγόρησα κερνώντας τον μια τεκίλα. Δεν τελειώνουν όλες οι ιστορίες όμορφα ή με κάποιο δίδαγμα. Κάποιες τελειώνουν με μια γκάφα. Όπως τούτη εδώ. Άσπρο πάτο!

Aerosmith - Dream On

 


Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ο οξύθυμος σαμουράι

 


Στην μακρινή Ιαπωνία, πριν εκατοντάδες χρόνια, ζούσε ένας οξύθυμος σαμουράι. Δεν το είχε σε τίποτα να τραβήξει το σπαθί του και να σκοτώσει όποιον τον προσέβαλλε, τον έβριζε, τον κοιτούσε στραβά ή απλά τον κοιτούσε. Κάποτε συνάντησε έναν χωρικό. Εκείνος τον χαιρέτισε με τρόπο που ο σαμουράι θεώρησε ανάρμοστο. Τράβηξε αμέσως το σπαθί κατάνα και όρμηξε να τον κόψει από πάνω προς τα κάτω. Ο χωρικός, ο οποίος είχε βγει να μαζέψει αγριολούλουδα για τη γυναίκα του, σήκωσε αντανακλαστικά ένα από τα λουλούδια που κρατούσε για να αμυνθεί. Καθώς τα υπόλοιπα λουλούδια έπεφταν στο χώμα, η λάμα βρήκε το υψωμένο λουλούδι και έσπασε σε δυο κομμάτια. Ο σαμουράι έμεινε άφωνος αρχικά. Κατόπιν συνήλθε, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον χωρικό και έφυγε. Οι γεροντότεροι της περιοχής λένε πως έγινε μοναχός και μπορεί κανείς ακόμα και σήμερα να τον δει να περιδιαβαίνει σιγοψάλλοντας τους ανθισμένους αγρούς. 

Rainbow - Rainbow Eyes

 


Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Ένα πουλάκι μου 'πε

 


Καθώς περπατούσα στο δρόμο μία μέρα, ήρθε ένα πουλάκι και κάθισε στο κλαδί ενός δέντρου. Από εκεί μου φώναξε με ανθρώπινη λαλιά και μου είπε πως φέρνει μαντάτα που με αφορούν. Το κοίταξα με μια κάποια αδιαφορία και συνέχισα το δρόμο μου. "Πουλιά που μιλάνε" σκέφτηκα. "Τι άλλο θα βρουν για να μας διαφημίσουν προϊόντα που δε χρειαζόμαστε...Αυτό ο κόσμος πάει από το κακό στο χειρότερο." Άφησα το πτηνό να φωνάζει πως μου έχει νέα και συνέχισα το δρόμο μου. Άκου πουλιά που μιλάνε. Μα αν είναι δυνατόν!

Rainbow - Temple of the King

 


Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Η αναζήτηση

 


Ένας άνεμος αναζητούσε κάποτε την ευτυχία. Μα δε μπορούσε να τη βρει όσο κι αν έψαχνε. Όσο δεν την έβρισκε, τόσο πιο πολύ φυσούσε. Άρχισε κάποια στιγμή -από κούραση άραγε, από απογοήτευση ή από άλλον λόγο κανείς δε ξέρει- να κάνει κύκλους και να ψάχνει στο ίδιο μέρος. Και όσο μεγάλωναν οι κύκλοι, μεγάλωνε και ο θυμός του, μεγάλωνε και η έντασή του. Τον άνεμο αυτόν άλλοι τον είπαν τυφώνα άλλοι ανεμοστρόβιλο και άλλοι κυκλώνα. Αλλά όπως και να τον είπαν αυτός δε νοιάστηκε. Συνεχίζει να ψάχνει κυκλικά να βρει λίγη ευτυχία. Αν κάποτε βρει και σταματήσει να σαρώνει τη γη, κανείς δε ξέρει. Μπορούμε όμως να του ευχηθούμε να τα καταφέρει κάποτε. Και για το δικό μας καλό...

Running Wild - Riding The Storm

 


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Το τραγούδι της καρδερίνας

 


Κάποτε ένα αηδόνι ερωτεύτηκε μία καρδερίνα. Έπαψε τότε να κελαηδά τις πολλές μελωδίες του και τραγουδούσε μόνο το τραγούδι της καρδερίνας. Εκείνη δεν έδωσε όμως καμία σημασία. Όμως το αηδόνι συνέχισε να λέει το ίδιο τραγούδι. Με τον καιρό χάθηκαν οι νότες, το κελάηδημα έγινε μονότονο και στο τέλος μετατράπηκε σε κρώξιμο. Σιγά σιγά άλλαξε και το φτέρωμα του αηδονιού καθώς μαύρισε. Έτσι, λέει ο θρύλος, πως γεννήθηκε το πρώτο κοράκι.

Thrax Punks - Δέντρο

 


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Προσευχή

 


Κάποτε ένας μοναχός αποφάσισε να γίνει ερημίτης. Αποτραβήχτηκε σε ένα καλύβι σε κάποια βουνοκορφή των Κραβάρων. Εκεί προσευχόταν μέρα και νύχτα. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, τον βρήκε ο θάνατος την ώρα της προσευχής. Όπως και ήταν αναμενόμενο. Και εκεί τελείωσε η προσευχή του και η ιστορία που γράφω. 

1000mods - Vidage

 


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Αυτό που γυάλιζε

 


Ένα όνειρο ξύπνησε στον κόσμο μας ένα πρωί. Ενθουσιασμένο από τη περιπέτεια που θα είχε την ευκαιρία να ζήσει, άρχισε ευθύς την εξερεύνηση. Παρατήρησε τη θλίψη, την δυσκολία της χαράς, την φαυλότητα και την υποκρισία. Τρόμαξε από την κατάσταση και θέλησε να ξαναγυρίσει στα δικά του μέρη. Δεν έβρισκε όμως τρόπο. Μέχρι που κάτι είδε να γυαλίζει, ξεχασμένο σε μια γωνιά ενός πάρκου. Έσκυψε, το μάζεψε και του έριξε μια ματιά. Σε μια στιγμή άνοιξε διάπλατα μπροστά του ο δρόμος του γυρισμού. Καθώς περπατούσε στο δρόμο πίσω του έκλεινε η πύλη για τον δικό μας κόσμο. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε από τη τσέπη του αυτό που είχε βρει και το πέταξε μέσα από τη μισόκλειστη πια πύλη. Αυτός ο κόσμος ήταν ήδη πολύ σκοτεινός για να του στερήσει έστω και ένα ξεχασμένο παιδικό χαμόγελο...

Samsara Blues Experiment - Second Birth

 


Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αρμονία

 


Όταν την αγκάλιαζε, έκλεινε στα χέρια του την ορμή των νερών του ποταμού. Τη δροσιά της σκιάς των δέντρων. Το άρωμα των λουλουδιών. Τη φρεσκάδα που ανέδυαν οι θάμνοι. Το βλέμμα της ήταν το βλέμμα των άγριων αρπακτικών μα το άγγιγμά της είχε την τρυφεράδα των ζαρκαδιών που κατέβαιναν να δροσιστούν. Αποφάσισαν να μείνει για πάντα στα όνειρά του και κάθε που η σελήνη γέμιζε λίγο πιο πάνω από τα μισά της, την επισκεπτόταν εκεί. Μα δεν του έφτανε. Οι επισκέψεις γίνονταν ολοένα και συχνότερες μέχρι που κατοίκησε μόνιμα στα μέρη των ονείρων. Οι δικοί του ανησύχησαν και με έστειλαν να τον φέρω πίσω. Τον βρήκα εκεί, στα όνειρά του να κάθεται ευτυχισμένος. Έλαμπε με μια πληρότητα που δεν είχα ξαναδεί. Τον χαιρέτισα, πήρα λίγο νερό από το ποτάμι που κυλούσε μπροστά του και έφυγα πριν εκείνη έρθει. Δεν ήθελα να διαταράξω εκείνη την αρμονία που είχαν συνθέσει. Πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις που γεννά η απορία, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Από το νερό έφτιαξα ένα ομοίωμά του και το έδωσα στους συγγενείς του. Είναι ακόμα μαζί τους. Μα όταν το φεγγάρι γεμίζει λίγο πάνω από τα μισά του το πιάνει μελαγχολία. Φροντίζω να το επισκέπτομαι και να του λέω ιστορίες από δάση μακρινά που τα διατρέχουν μεγάλα ποτάμια. Του αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες. 

VIC - Age of Aquarius

 


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Βραδινό ταξίδι

 


Ήταν αργά τη νύχτα. Το λεωφορείο ανέβαινε τον στριφογυριστό επαρχιακό δρόμο. Το ελαφρύ κούνημα και η κούραση της μέρας βάρυναν στα μάτια του. Έγειρε στο παράθυρο και αποκοιμήθηκε σχεδόν. Ένιωσε μια αναπνοή -που είχε άρωμα σαν του φεγγαριού- να μπλέκεται με τη δική του. Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε στο παράθυρο. Αντί να δει το είδωλό του είδε το πρόσωπό της. Είδε τα μάτια της, γαλαζοπράσινα να λάμπουν. Το δέρμα της λευκό να φέγγει στο μαύρο της νύχτας. Τα μαλλιά της να απλώνονται πιο σκοτεινά κι από τις σκιές του δάσους. Τινάχτηκε απότομα. Λένε πως από εκείνη τη στιγμή, δέθηκαν τα όνειρά του. Πως εκείνη ήταν ένα στοιχειό που τρεφόταν από ανάσες και όνειρα. Και πως κι εκείνη ήταν φτιαγμένη από όνειρα κι ανάσες. Λένε πολλά. Τι να ισχύει δεν ξέρω. Δεν ταξιδεύω νύχτα ποτέ. 

Graveyard - Ain't Fit to Live Here

 


Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Ερωτήματα...

 


Τον συνάντησα στην ερημιά να κοιτάζει τη μικρή φωτιά που είχε ανάψει. Ήταν σκεπτικός. Το βλέμμα του σκοτεινό. Τον ρώτησα τι τον απασχολούσε. "Είμαι ένα με το σύμπαν. Αν ένας κόκκος άμμου πέσει στην άλλη άκρη του γαλαξία, θα το καταλάβω. Μα δεν μπορώ να κατανοήσω τούτο: Τι μπορείς να κάνεις με τον έρωτα τον απαγορευμένο; Με εκείνον που ούτε θέριεψε ποτέ αλλά ούτε έσβησε και απέμεινε να σιγοκαίει;". Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω. Μετά είδα δίπλα του έναν κουβά. Τον πήρα και κατέβηκα στο ρυάκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Γέμισα τον κουβά με νερό και γυρνώντας πίσω, τον άδειασα επάνω στη φωτιά. Έσβησε κάνοντας ένας τσιριχτό ήχο και αφήνοντας λίγο καπνό στη θέση της. "Εντάξει τώρα;" τον ρώτησα. Με κοίταξε και άφησε ένα μικρό χαμόγελο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του. Καβάλησα τη φτερωτή κάμπια μου και ετοιμάστηκα να φύγω. "Πού θα πας;" με ρώτησε. "Στην άλλη άκρη του γαλαξία. Αλλά φαντάζομαι πως αυτό το ήξερες ήδη" είπα και σπιρούνισα το γιγάντιο έντομο. Σύντομα πετούσαμε στο διάστημα...

Stone Rebel - Apocalypse

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Η Πυξίδα (A Compass) Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 


https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/browse?volume=162&issue=3&page=38

Όλα τα πράγματα είναι λέξεις που ανήκουν σ' εκείνη τη γλώσσα
στην οποία Κάποιος ή Κάτι, νύχτα και μέρα,
καταγράφει την ατέλειωτη φλυαρία που είναι, καθαυτή,
η ιστορία του κόσμου. Και μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα

η Ρώμη και η Καρχηδόνα, εκείνος κι εσύ κι εγώ,
η ζωή μου που δεν μπορώ να συλλάβω, αυτό το επώδυνο βάρος
του να είσαι αίνιγμα, τυχαιότητα ή κώδικας,
κι όλη η ακατάληπτη βαβούρα της Βαβέλ κυλά μπροστά μας.

Πίσω από το όνομα βρίσκεται εκείνο που δεν έχει όνομα·
σήμερα ένιωσα τη σκιά του να έλκει
αυτή τη γαλάζια βελόνα, στο τρεμάμενο πέρασμά της,

καθώς δείχνει την επιρροή του προς το πιο μακρινό στενό,
με κάτι από σύννεφο που το είδες σε όνειρο
και κάτι από πουλί που σαλεύει μέσα στον ύπνο του.

Forsaken - Dies Irae (Days Of Wrath)

 


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Το μελάνι των ονείρων

 


Λένε για τους έρωτες εκείνους που ποτέ δεν εκπλήρωσαν το πεπρωμένο τους ιστορίες πολλές. Μία από αυτές λέει ότι τους έγραψε στης μοίρας το βιβλίο κάποιο πνεύμα σήμερα ξεχασμένο. Μια θεότητα που κανένας πλέον δε θυμάται. Επειδή όμως δεν έβρισκε μελάνι κανονικό, πήρε από εκείνο που γράφουνε στα όνειρα. Στα όνειρα όμως τα γραπτά δεν διαβάζονται. Τα γράμματα χορεύουν και δεν κάθονται ποτέ στο ίδιο μέρος. Οι λέξεις είτε πετάνε είτε αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που τις κοιτάς. Τούτο το μελάνι χρησιμοποίησε εκείνη η ξεχασμένη θεότητα (ή μήπως να ήταν κάποιος δαίμονας που ήθελε ανθρώπους να βασανίσει; ). Γι' αυτό και οι έρωτες οι καταδικασμένοι ποτέ δεν πήρανε την μορφή που έπρεπε. Έμειναν ατέλειωτοι, να αλλάζουνε μορφή κάθε φορά που κάποιος τους κοιτάζει. Τα γράμματά τους αλλάζουν θέση συνεχώς κι οι έρωτες παίρνουν άλλα ονόματα. 

Manilla Road - Road of Kings

 


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Όταν λούζει τα μαλλιά της

 


Λέει μια ιστορία πως όταν εκείνη έλουζε τα μαλλιά της η φύση γύρω της σιγούσε. Ούτε τα πουλιά κελαηδούσαν ούτε τα αρπακτικά γύρευαν να κυνηγήσουν. Ακόμα και τα νερά του ποταμιού που λουζόταν σταματούσαν τη βοή τους και γίνονταν ήρεμα σαν τα νερά της λίμνης. Λένε πως κάποτε ένα γεράκι την είδε από ψηλά να λούζεται και έκοψε το πέταγμα του κι έπεσε και σκοτώθηκε στα βράχια. Ακόμα και τα όνειρα έπαυαν εκείνη την ώρα. Κάποτε κάποιος που ονειρευόταν είδε την πύλη του ονείρου του να κλείνει απότομα και έμεινε ανάμεσα στο όνειρο και το ξύπνημα για πάντα παγιδευμένος. Ακόμα και ο ήλιος γλύκαινε τα καλοκαίρια τη ζέστη του και οι άνεμοι σταματούσαν το χειμώνα για να λουστεί χωρίς ενόχληση. Πέρασα μια φορά από τα μέρη εκείνα και όλα αυτά μου τα διηγήθηκαν οι πεταλούδες που πετούσαν κοντά της. Αυτές έχουν πέταγμα αθόρυβο και δεν χρειάζεται να σταματήσουν. Όσο κι αν το ήθελα δεν τη συνάντησα. Όμως στο μέρος που πήγαινε κάθε φορά να λουστεί ήταν πάντα ανθισμένα μικρά κρινάκια σε χρώμα ασημί. Αν τα ακουμπούσες έβγαζαν μια γλυκιά μελωδία που θύμιζαν τα μαλλιά της την ώρα που τα χτένιζε. Ήταν η στιγμή που μπορούσαν οι ήχοι και πάλι να ακουστούν.

Warlord - Deliver Us From Evil

 


Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Πτώση

 


Ήταν η ώρα που η πρώτη νυχτερίδα διέσχισε τον απογευματινό ουρανό. Λίγο πριν βραδιάσει. Την κοίταζα να πετάει σαν τρελή. Σήκωσα το χέρι μου και τη χαιρέτισα. Εκείνη με έναν ελιγμό, ασύμμετρο όπως και το πέταγμα της, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Έπειτα πέταξε ψηλά, έγινε φωτεινή σαν άστρο και πέρασε την ατμόσφαιρα. Πέρα από χώρο και χρόνο. Τη ζήλεψα. Άπλωσα τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ετοιμάστηκα για πτήση. Πέταξα αλλά δεν έγινα αστέρι. Έμεινα νυχτερίδα.

Το δείπνο του ιερέα

 


του T. CROFTON CROKER.


Λέγεται από εκείνους που υποτίθεται πως γνωρίζουν τέτοια πράγματα, ότι οι «Καλοί Άνθρωποι», δηλαδή οι νεράιδες, είναι κάποιοι από τους αγγέλους που εκδιώχθηκαν από τον ουρανό. Αυτοί έπεσαν στη γη και στάθηκαν στα πόδια τους, ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοί τους, που ήταν πιο βεβαρημένοι από την αμαρτία, βυθίστηκαν ακόμη πιο κάτω, σε έναν χειρότερο τόπο.


Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ένα χαρούμενο πλήθος από νεράιδες χόρευε και σκαρφιζόταν κάθε λογής τρελές σκανταλιές ένα λαμπρό φθινοπωρινό βράδυ, προς το τέλος του Σεπτεμβρίου. Η γιορτή τους γινόταν όχι μακριά από το Ίντσεγκίλα, στα δυτικά της κομητείας του Κορκ. Ήταν ένα φτωχό χωριό, παρόλο που διέθετε στρατώνα. Τα μεγάλα βουνά και οι άγονες πέτρες που το περιτριγύριζαν ήταν αρκετά για να σκορπίσουν τη φτώχεια σε οποιοδήποτε μέρος. Οι νεράιδες όμως δεν ανησυχούσαν για τέτοια πράγματα, αφού μπορούσαν να αποκτήσουν ό,τι επιθυμούσαν μόνο με μια ευχή. Το μόνο που τις απασχολούσε ήταν να βρίσκουν απόμερες γωνιές, μέρη όπου κανείς δεν θα ερχόταν να χαλάσει τα παιχνίδια τους.


Πάνω σε ένα καταπράσινο κομμάτι χλόης δίπλα στο ποτάμι, οι μικροσκοπικές υπάρξεις χόρευαν κυκλικά με ξεγνοιασιά. Τα κόκκινα σκουφάκια τους πηγαινοέρχονταν στο φως του φεγγαριού καθώς πηδούσαν, κι όμως τα πηδήματά τους ήταν τόσο ανάλαφρα ώστε οι σταγόνες της δροσιάς που έτρεμαν κάτω από τα πόδια τους δεν μετακινούνταν καθόλου. Γύριζαν ασταμάτητα, στριφογύριζαν, έσκυβαν, αναπηδούσαν και εκτελούσαν κάθε λογής χορευτικές φιγούρες, ώσπου μία από αυτές φώναξε:


«Σταματήστε, σταματήστε το χτύπημα των ποδιών!

Τελειώνει η διασκέδασή μας.

Από τη μυρωδιά καταλαβαίνω

πως ένας παπάς έρχεται προς τα εδώ!»


Αμέσως όλες οι νεράιδες το έβαλαν στα πόδια. Κρύφτηκαν κάτω από τα πράσινα φύλλα των λουλουδιών, ώστε τα κόκκινα σκουφάκια τους να μοιάζουν με κατακόκκινα άνθη. Άλλες τρύπωσαν πίσω από πέτρες και βάτα, άλλες κάτω από την όχθη του ποταμού, και άλλες σε τρύπες και χαραμάδες κάθε είδους.


Η νεράιδα δεν είχε κάνει λάθος. Από τον δρόμο που φαινόταν από το ποτάμι ερχόταν ο πατήρ Χόριγκαν καβάλα στο πόνι του. Σκεφτόταν ότι είχε αργήσει πολύ και πως θα τερμάτιζε το ταξίδι του στην πρώτη καλύβα που θα συναντούσε.


Έτσι σταμάτησε στο σπίτι του Ντέρμοντ Λίρι, σήκωσε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε λέγοντας:


— Η ευλογία μου σε όλους τους παρόντες.


Δεν χρειάζεται να πούμε πως ο πατήρ Χόριγκαν ήταν καλοδεχούμενος όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν ήταν πιο ευσεβής ούτε πιο αγαπητός στην περιοχή. Ο Ντέρμοντ όμως στενοχωριόταν, γιατί δεν είχε τίποτε να προσφέρει στον ιερέα για βραδινό πέρα από τις πατάτες που η γυναίκα του —την οποία αποκαλούσε «η γριά», παρότι δεν είχε κλείσει ακόμη τα είκοσι πέντε— έβραζε στο τσουκάλι πάνω στη φωτιά.


Του ήρθε τότε στον νου το δίχτυ που είχε ρίξει στο ποτάμι. Είχε περάσει λίγη ώρα μόνο, άρα οι πιθανότητες να είχε πιάσει ψάρι ήταν μικρές. Ωστόσο σκέφτηκε:


«Δεν χάνω τίποτε να πάω να δω. Και ίσως, αφού το χρειάζομαι για το δείπνο του παπά, να με περιμένει ήδη εκεί ένα ψάρι.»


Κατέβηκε λοιπόν στην όχθη και βρήκε στο δίχτυ έναν σολομό τόσο όμορφο όσο κανένας άλλος που είχε πηδήξει ποτέ στα νερά του ποταμού Λι. Όταν όμως πήγε να τον βγάλει, το δίχτυ τραβήχτηκε από τα χέρια του. Δεν κατάλαβε ούτε πώς ούτε από ποιον. Ο σολομός ξέφυγε και άρχισε να κολυμπά χαρούμενα με το ρεύμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.


Ο Ντέρμοντ κοίταξε λυπημένος την ασημένια γραμμή που άφηνε το ψάρι στο φεγγαρόφωτο. Έπειτα χτύπησε το πόδι του στο χώμα και μουρμούρισε:


— Να σε βρει πικρή κακοτυχία μέρα και νύχτα, παλιόψαρο απατεώνα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που μου ξέφυγες έτσι. Κι είμαι βέβαιος πως κάποιο κακό πνεύμα σε βοήθησε. Δεν ένιωσα το δίχτυ να τραβιέται λες και το τραβούσε ο ίδιος ο διάβολος;


— Αυτό δεν είναι αλήθεια, είπε μια μικρή νεράιδα που ξεπρόβαλε μπροστά του. Ήμασταν μόνο δεκαοχτώ που τραβούσαμε από την άλλη πλευρά.


Πίσω της ακολουθούσε ολόκληρο πλήθος από τις συντρόφισσές της.


— Μην ανησυχείς για το δείπνο του παπά, συνέχισε. Αν του κάνεις μία ερώτηση εκ μέρους μας, θα έχει μπροστά του το καλύτερο τραπέζι που είδε ποτέ άνθρωπος πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου.


— Δεν θέλω καμία σχέση μαζί σας, απάντησε αποφασιστικά ο Ντέρμοντ. Σας ευχαριστώ για την προσφορά, αλλά ξέρω καλύτερα από το να πουλήσω τον εαυτό μου για ένα γεύμα. Και είμαι βέβαιος πως ο πατήρ Χόριγκαν νοιάζεται περισσότερο για την ψυχή μου απ' ό,τι για οτιδήποτε θα μπορούσατε να του προσφέρετε.


Η νεράιδα επέμεινε.


— Θα του κάνεις τουλάχιστον μία ευγενική ερώτηση για λογαριασμό μας;


Ο Ντέρμοντ το σκέφτηκε αρκετή ώρα. Δεν έβλεπε κακό στο να μεταφέρει απλώς μια ερώτηση.


— Καλά, αυτό μπορώ να το κάνω. Αλλά δεν θέλω τίποτε από το δείπνο σας. Να το θυμάστε.


— Τότε πήγαινε και ρώτησε τον παπά αν οι ψυχές μας θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση, όπως οι ψυχές των καλών χριστιανών. Και αν μας θέλεις το καλό, φέρε μας γρήγορα την απάντησή του.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στην καλύβα. Οι πατάτες ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι και η γυναίκα του έδινε στον πατέρα Χόριγκαν τη μεγαλύτερη απ' όλες, κατακόκκινη και αχνιστή.


Ύστερα από δισταγμό είπε:


— Με την άδειά σας, πάτερ, μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση;


— Ποια είναι αυτή; ρώτησε ο ιερέας.


— Συγχωρήστε το θάρρος μου, αλλά θα ήθελα να μάθω αν οι ψυχές των Καλών Ανθρώπων θα σωθούν κατά την Τελευταία Κρίση.


Ο πατήρ Χόριγκαν τον κοίταξε αυστηρά.


— Ποιος σου είπε να με ρωτήσεις αυτό, Λίρι;


— Δεν θα πω ψέματα, πάτερ. Οι ίδιοι οι Καλοί Άνθρωποι με έστειλαν. Είναι χιλιάδες εκεί κάτω στην όχθη και περιμένουν την απάντηση.


— Τότε πήγαινε πίσω, είπε ο ιερέας, και πες τους να έρθουν οι ίδιοι να με ρωτήσουν. Με μεγάλη μου χαρά θα απαντήσω σε αυτήν ή σε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση έχουν.


Ο Ντέρμοντ επέστρεψε στις νεράιδες, που μαζεύτηκαν γύρω του ανυπόμονα. Μόλις όμως άκουσαν πως έπρεπε να παρουσιαστούν μπροστά στον παπά, σκόρπισαν πανικόβλητες προς κάθε κατεύθυνση. Περνούσαν δίπλα του τόσο γρήγορα και τόσο πολλές, που ο καημένος ζαλίστηκε και έχασε τον προσανατολισμό του.


Όταν συνήλθε, αρκετή ώρα αργότερα, γύρισε στην καλύβα του. Έφαγε τις σκέτες πατάτες μαζί με τον πατέρα Χόριγκαν, ο οποίος δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό. Ο Ντέρμοντ όμως δεν μπορούσε να μην το θεωρεί μεγάλη αδικία: ο παπάς είχε λόγια αρκετά δυνατά ώστε να διαλύσουν τις νεράιδες σαν καπνό, κι όμως δεν είχε ούτε μια μπουκιά παραπάνω για το δείπνο του· ενώ ο εξαίσιος σολομός που είχε πιάσει στο δίχτυ του είχε χαθεί με τόσο παράξενο τρόπο.

Cirith Ungol - King of the Dead

 


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Το ξύπνημα

 


Δεν της άρεσε όπως την είχαν βάλει να ξαπλώσει. Ένιωθε στριμωγμένη και είχε ήδη αρχίσει να πιάνεται. Τα φώτα και ο καπνός που τύλιγαν τον χώρο έκαναν την ξεκούραση σχεδόν αδύνατη. Μα τι στην ευχή έκαναν αυτοί οι άνθρωποι; Δεν είχαν ιδέα από φιλοξενία και νοικοκυριό. Αλλά κι αυτή δεν είχε σκοπό να χαλάσει την ξεκούρασή της για να τους δώσει μαθήματα. Ήταν εκεί για να χαλαρώσει. Επιτέλους φέρανε το κάλυμμα για τα μάτια της. Τώρα θα μπορούσε να ηρεμήσει. Μα μερικά ξαφνικά κουνήματα του κρεβατιού την εκνεύρισαν και πάλι. Και οι φωνές...πόσο ενοχλητικές. Το τελευταίο σκούντημα στο κρεβάτι έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Σηκώθηκε πέταξε ότι την σκέπαζε και έβαλε τις φωνές. Ένας πανικός με ουρλιαχτά και φωνές επεκράτησε. Κοίταξε γύρω της και γέλασε. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το θέαμα ανθρώπων να τρέχουν μέσα σε ένα νεκροταφείο θα ήταν τόσο αστείο. Μια στιγμή! Νεκροταφείο. Και αυτό το ξύλινο κρεβάτι...ωχ!

Solitude Aeturnus - Seeds of the Desolate

 


Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Βράδυ

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν μπήκε στο σπίτι. Την κοιτούσα καθώς πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο περπατώντας τόσο ελαφρά που σχεδόν έπλεε στον χώρο. Δεν άφηνε κανένα ίχνος πίσω της παρά μόνο το άρωμά της. Ένα άρωμα απερίγραπτο μα και αξέχαστο. Δε θυμόμουν να είχε χτυπήσει την πόρτα ούτε να της είχα ανοίξει εγώ. Στην πραγματικότητα η πόρτα ήταν κλειστή και κλειδωμένη. Την ακολουθούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο αλλά σε κανένα δεν τη προλάβαινα. Δε μιλούσε, δε με κοιτούσε. Απλά κινούνταν. Ξαφνικά σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος μου. Χαμογέλασε αχνά και κινήθηκε με ταχύτητα προς εμένα. Θαρρώ πως πέρασε από μέσα μου. Άκουσα να γελά μελωδικά πίσω μου. Μόλις γύρισα όμως δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν πουθενά. Είχε φύγει. Η πόρτα παρέμενε κλειδωμένη, οι μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα κλειστά. Κοίταξα έξω από ένα παράθυρο. Μια πεταλούδα της νύχτας πετούσε στο φως της λάμπας του δρόμου. Μια νυχτερίδα την πλησίασε αθόρυβα και την άρπαξε πετώντας μακριά. Συνειδητοποίησα πως διψούσα. Ήπια λίγο νερό και έπεσα για ύπνο. Είχα μια κουραστική μέρα να με περιμένει...

Running Wild - Black Hand Inn

 


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Προειδοποίηση

 


"Με παρακολουθούν! Με παρακολουθούν σας λέω!", τον βρήκα να φωνάζει. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος κάτω από το μπαλκόνι του. Ήταν σε μάλλον έξαλλη κατάσταση. Κάποιος είπε πως είχε καλέσει ήδη την αστυνομία. "Να τες! Συνωμοτούν για να μου κλέψουν το σπίτι! Ξυπνήστε! Μετά θα έρθει η σειρά σας!" συνέχισε να φωνάζει δείχνοντας τις δεκαοχτούρες που είχαν μαζευτεί στο ηλεκτροφόρο καλώδιο απέναντι από το μπαλκόνι του. Η αλήθεια είναι ότι τα γκρίζα πουλιά, παρατηρούσαν με πολύ ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα. Σύντομα ήρθε η αστυνομία. Ανέβηκαν πάνω, μπήκαν στο διαμέρισμα, του έπιασαν κουβέντα και σιγά σιγά τον κατέβασαν κάτω. Μπήκαν όλοι μαζί στο περιπολικό και μετά από λίγη ώρα ο κόσμος διαλύθηκε. Οι δεκαοχτούρες παρέμειναν να κοιτούν. Πέρασα ξανά από το σπίτι του μετά από λίγες ημέρες. Έμαθα πως θα νοσηλευόταν για λίγο καιρό. Κοίταξα προς το μπαλκόνι. Οι δεκαοχτούρες είχαν χτίσει μια φωλιά...

Cruachan - The Crow

 



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Το Νησί του Ίνισφρι - W.B.Yeats

 


https://www.poetryfoundation.org/poems/43281/the-lake-isle-of-innisfree

Θα σηκωθώ και θα πάω τώρα, θα πάω στο Ίνισφρι,

μια μικρή καλύβα εκεί να χτίσω, από πηλό και λυγαριές·

εννέα σειρές φασόλια θα 'χω εκεί, μια κυψέλη για τη μέλισσα,

και θα ζήσω μόνος στο ξέφωτο που βουίζει από μελίσσια.


Κι εκεί θα βρω λίγη γαλήνη, γιατί η γαλήνη στάζει αργά,

στάζει από τα πέπλα της αυγής ως εκεί που τραγουδά ο γρύλος·

εκεί το μεσονύχτι είναι όλο μια λαμπυρίδα, και το μεσημέρι πορφυρή φεγγοβολή,

και το βράδυ γεμάτο από φτερά σπίνων.


Θα σηκωθώ και θα πάω τώρα, γιατί πάντα, μέρα και νύχτα,

ακούω το νερό της λίμνης να παφλάζει σιγανά στην ακτή·

ενώ στέκομαι στον δρόμο ή στα γκρίζα πεζοδρόμια,

το ακούω στα κατάβαθα της καρδιάς.

Angra - No Pain for the Dead


 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Παραμύθια

 


Κάποτε, υπήρχε κάποιος που όταν ήταν νέος συνάντησε μια κοπέλα. Του φάνηκε τόσο όμορφη. Κάποια στιγμή χάθηκαν με τη κοπέλα και από τότε γυρίζει με ένα βιβλίο παραμυθιών μαζί του, γυρεύοντάς την. Τον συνάντησα ένα μεσημέρι και τον κέρασα καφέ. " Την είδες;" με ρώτησε. Έγνεψα αρνητικά. " Βέβαια όχι. Αν την είχες δει, θα έψαχνες κι εσύ με ένα βιβλίο παραμυθιών να τη βρεις. Μόνο εκεί, σε αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χωρέσει η ομορφιά της. Κρίμα για σένα..." είπε, κι έφυγε χοροπηδώντας. Μόλις απομακρύνθηκε, έβγαλα από την τσάντα μου ένα βιβλίο παραμυθιών και άρχισα να ψάχνω μια όμορφη κοπέλα που είχα συναντήσει κάποτε. Όλοι δεν έχουμε ένα τέτοιο;

Gamma Ray - Free Time

 


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Γλάροι

 


Ένας τύπος έστειλε μήνυμα σε μια κοπέλα. Εκείνη απέφυγε να το απαντήσει. Εκείνος περίμενε κάποια απάντηση έστω τις επόμενες μέρες. Δεν ήρθε ποτέ. Πέταξε μαζί με τους γλάρους που κάθε πρωί πετάνε πάνω από τις θάλασσες και τα νησιά. Κάποιοι λένε πως ακόμα περιμένει εκείνη την απάντηση. Κάποιοι άλλοι λένε πως ήρθε, δεν του άρεσε και την αγνόησε. Κάποιοι ορκίζονται πως κι εκείνος πέταξε με τους γλάρους. Κι εγώ τον είδα να πετάει ένα πρωινό προς το πέλαγος. Κι έτσι αποφάσισα να γράψω την ιστορία του.

Yngwie Malmsteen - I' m my own enemy

 


Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Η ΜΑΝΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ



https://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_paraloges_next.html#11

 [Το άγριον άσμα περί του μυσαροϋ εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ' εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.

Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ' ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).]


Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάη λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι' ο Κωσταντής 'ς το δάσκαλο να πάη,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρη.

Βρίσκει την πόρτα νανοιχτή, την πόρτα νανοιγμένη,

βρίσκει τη μάννα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι.

"Ας είναι ας είναι, μάννα μου, κι' α δε σ' ομολογήσω,

κι' α δεν το πω τ'αφέντη μου, ν' αδικοθανατίσω.

-Τι είδες, μωρέ, και τι θα πης, και τι θα μολογήσης;

-Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω."

Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυα,

και 'ς το κελλάρι τό μπασε και σαν τ' αρνί το σφάζει,

σα μακελλάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

'Σ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ναίμα στάζει,

και 'ς το τηγάνι τό βαλε για να το τηγανίση.


Και να σου κι' ο Ανδρόνικος 'ς τους κάμπους καβαλλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τάρματά του,

φέρνει ταλάφια ζωντανά, ταγρίμια μερωμένα,

φέρνει κ' ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντη παιχνίδι.

Κοντοκρατεϊ το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

"Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;

-Τον έλουσα, τον άλλαξα, και 'ς το σκολειό τον πήγα."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του και 'ς το σκολειό πηγαίνει.

"Δάσκαλε, πού ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;

-Δυο μέραις έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;

- 'Σ της πεθεράς μου το στειλα, κι' όπου κι' αν είναι θά ρθη."

- Φτερνιά δίνει ταλόγου του, 'ς της μάννας του πηγαίνει.

- "Μάννα μου, που είναι ό Κωσταντης και που είναι το παιδί μου;

-Έχω δυο μέραις να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι' α δεν το ιδώ ως το βραδύ θενά παραλοήσω."

Φτερνιά δίνει ταλόγου του 'ς το σπίτι του πηγαίνει.

"Σκύλα, και πού είν' ο Κωσταντης, ο μικροκωσταντϊνος;

-Κάπου παγνίδι νεύρηκε και θελά παιγνιδίζη.

-Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύρτο της καρδιάς μου."


Το συκωτάκι τού βαλε 'ς ένα ασημένιο πιάτο.

Πρώτη μπουκιά νοπού βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

"Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι' Οβριός άπέταξέ με,

κι' αν είσαι κι' ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με."

Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κυττάει,

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κ' έκόντεψε να πέση.

Μα ναντρεϊώθη κ' έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και 'ς το λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι,

λιανά λιανά την έκοψε, 'ς τον ήλιο την απλώνει,

κι' από τον ήλιο 'ς το σακκί, κι' απ'το σακκί 'ς το μύλο.

Κι' ο μύλος εξεράλεθε κ' η φτερωτή ετραγούδα.

"Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε ταλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για νά ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,

για νά ρχουνται κ' οι όμορφαις να παίρνουν κοκκινάδι."


Marillion - Blind Curve: Vocal Under a Bloodlight / Passing Strangers / Mylo / Perimeter Walk / Threshold...

 


Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Η κλήση

 


Ήταν αργά το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το κοίταξα με μισό μάτι. Τι να θέλουν τέτοια ώρα; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, το τηλέφωνο είχε χτυπήσει και το πρωί, και λίγο πριν το μεσημέρι και μετά προς το απόγευμα χωρίς να το σηκώσω. Οπότε ήταν κάπως λογικό να χτυπά και τώρα. Αποφάσισα να το αγνοήσω και πάλι. Έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στην κουζίνα. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το ποτήρι μου με νερό όταν ήρθε ο σκύλος μου κρατώντας το τηλέφωνο στα δόντια του. Αποφάσισα να το σηκώσω το αναθεματισμένο, αφού τόσο πολύ επέμενε που έβαλε τον σκύλο μου να το φέρει σε μένα, αλλά τα σάλια του συμπαθούς τετράποδου το βραχυκύκλωσαν μάλλον, με κάποιον τρόπο, και έκλεισε. Χαμογέλασα και ήπια το νερό μου. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγη βραδινή δροσιά. Με το που άνοιξα όμως, δεκάδες κινητά τηλέφωνα που είχαν κουρνιάσει στα καλώδια του ρεύματος, απέναντι από το παράθυρό μου άρχισαν να χτυπούν μανιασμένα. Εκείνη την ώρα το δικό μου κινητό, που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, άνοιξε ξανά, άρχισε να χτυπάει και πετώντας βγήκε από το παράθυρο. Πήγε και έκατσε μαζί με τα άλλα κινητά, χτυπούσε μαζί τους για κάμποση ώρα και μετά ξαναμπήκε στο σπίτι από το ίδιο παράθυρο. Έκτοτε είναι ήσυχο στο κομοδίνο. Αυτή ήταν η ιστορία. Δεν έχει άλλο. 

Uriah Heep - The Wizard

 


Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Το τέλος του κόσμου

 


Εκείνο το απόγευμα όλοι βγήκαν στους δρόμους. Δεν ξέρω ποιος την είπε πρώτος αλλά η είδηση κυκλοφόρησε παντού: Έρχεται ένας τεράστιος μετεωρίτης, ο οποίος θα συγκρουστεί με τον πλανήτη μας και θα φέρει το τέλος του κόσμου. Μέσα στον πανικό την είδα. Όμορφη όπως πάντα και ελαφρώς στον κόσμο της. Ο οποίος, λογικά, θα τελείωνε μαζί με τον κόσμο των υπόλοιπων. Αδιάφορη για το πλήθος των αλλοφρόνων που έτρεχε γύρω της σπάζοντας βιτρίνες, κλέβοντας ή λέγοντας προσευχές και αποχαιρετισμούς.  Της φώναξα και τη ρώτησα τι κάνει ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Μου είπε ότι έψαχνε χάπια για τη ναυτία. Είχε σκοπό να ανέβει πάνω στον μετεωρίτη και να ταξιδέψει μαζί του. Με ό,τι θα απέμενε μετά τη σύγκρουση με τη Γη δηλαδή. Μπήκε σε ένα φαρμακείο και μετά από λίγο βγήκε και αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το περίπτερο. Μου είπε πως ήταν έτοιμη. Της ευχήθηκα καλό ταξίδι και πήγα να βρω κάτι να φάω. Δε βρήκα κάτι αλλά ούτε και ο μετεωρίτης έπεσε ποτέ στη Γη. Αλλά ήταν μια ενδιαφέρουσα ημέρα το δίχως άλλο. 

Yes - It Can Happen

 


Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Ιρλανδία

 


Κάποτε μια φίλη μου, μου είπε ότι ήθελε να είναι Ιρλανδία. Προσπάθησα να την πείσω πως δεν μπορεί να γίνει Ιρλανδία πριν αν γίνει νησί. Και είναι πολύ δύσκολο για μια κοπέλα να γίνει νησί. Αυτή όμως επέμενε και θύμωσε μαζί μου. Τελικά σηκώθηκε και έφυγε, αποφασισμένη να γίνει Ιρλανδία. Καιρό μετά έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τα νησιά της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Καθώς έβλεπα αυτούς τους περίεργους και όμορφους βράχους στο μέσω της θάλασσας κάτι γνώριμο διέκρινα! Ανάμεσά τους την είδα να πλέει στη θάλασσα! Είχε γίνει νησί! Μόλις κατάλαβε ότι την βλέπω, γύρισε προς στην κάμερα το κεφάλι της και μου φώναξε χαμογελαστή: "Στο είπα!"... Μα πώς στην ευχή ήξερε ότι τη βλέπω εκείνη τη στιγμή; Μήπως κι εγώ, είχα γίνει θάλασσα;

Αβεσαλώμ και Ετέρη - Ένας Γεωργιανός μύθος

 


https://detskie-skazki.com/en/georgian-fairy-tales/abesalom-and-eteri.html

Μια φορά κι έναν καιρό, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα —ή ίσως και να υπήρχε— ζούσαν μαζί ένας φτωχός άντρας και η γυναίκα του. Τα γηρατειά πλησίαζαν, όμως παιδιά δεν είχαν. Θα είχαν μείνει άτεκνοι, αλλά η γυναίκα ικέτευσε τον άντρα της:

«Πήγαινε στη μάντισσα, να μας πει το ριζικό μας. Ίσως πει κάτι, ίσως μας συμβουλεύσει ή μας δώσει κάποιο γιατρικό».

Ο άντρας πήγε. Η μάντισσα του είπε το ριζικό, του έδωσε τρία μήλα και είπε:

«Αν η γυναίκα σου ζητήσει φαγητό, δώσε της δύο μήλα. Αν ζητήσει νερό, δώσε της το τρίτο, και θα αποκτήσετε παιδί».

Ο χωρικός έκανε ό,τι του ειπώθηκε. Η γυναίκα του γέννησε μια κόρη.

Την ονόμασαν Ετέρη.


Με κάθε μέρα που περνούσε, η Ετέρη γινόταν όλο και πιο όμορφη. Ήταν τόσο θελκτική, τόσο λαμπερή, που ακόμα και ο ήλιος που ανέτειλε δεν μπορούσε να συγκριθεί με την ομορφιά της.


Όμως η συμφορά τούς χτύπησε την πόρτα: η μητέρα της Ετέρης πέθανε, και ο πατέρας της έφερε στο σπίτι μια δεύτερη γυναίκα για να γίνει η κυρά του σπιτιού. Έπειτα πέθανε και ο πατέρας της, αφήνοντας την Ετέρη ορφανή κάτω από την κηδεμονία της κακιάς μητριάς. Η μητριά βασάνιζε το φτωχό κορίτσι, χωρίς να της δίνει καθόλου ησυχία.

Έστειλε την Ετέρη να βοσκήσει την αγελάδα, της έδωσε ένα αδράχτι, μια τούφα βαμβάκι και μια κόρα ψωμί, λέγοντας:

«Κοίταξε αυτό το ψωμί να σου κρατήσει μέχρι το βράδυ».


Μια μέρα, μετά από ένα μακρύ ημερολόγιο βασάνων, η Ετέρη, κουρασμένη και πεινασμένη, ανέβηκε το βράδυ σε ένα δέντρο, χώθηκε στα κλαδιά του και αποκοιμήθηκε.


Σε εκείνο το δάσος κυνηγούσε ο γιος του βασιλιά όλου του κόσμου, ο Αβεσσαλώμ. Είδε την Ετέρη πάνω στο δέντρο. Η ομορφιά της τον συγκλόνισε και την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Ο Αβεσσαλώμ φώναξε στην Ετέρη:


«Έλα σε μένα, Ετέρη,

Γίνε δική μου.

Μαγεμένος από την ομορφιά σου —

θα σε κάνω γυναίκα μου».


«Όχι», απάντησε η Ετέρη, «τι σόι γυναίκα είμαι εγώ για σένα;


Εσύ είσαι σπουδαίος, κραταιός και δοξασμένος,

αιώνια τιμημένος από τους προγόνους σου.

Για μένα ούτε ο ήλιος δεν λάμπει,

ζω σαν ορφανή σε αυτόν τον κόσμο.

Για σένα δεν είμαι παρά ένα παιχνίδι,

δεν είμαι ταίρι για έναν πρίγκιπα.

Θα με αφήσεις σύντομα,

και η ζωή μου θα γίνει κατάρα».


Ο Αβεσσαλώμ ορκίστηκε ότι δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ, δεν θα την πρόδιδε ποτέ:


«Ο Θεός στέλνει φως από τον ουρανό ψηλά.

Εδώ κάτω, ο Αβεσσαλώμ στέκει.

Αν σε προδώσω,

ας με ξεχάσει ο Θεός,

ας πέσει η πανοπλία μου από πάνω μου,

ας στερέψουν τα νερά στην έρημο,

ακόμα κι αν ήταν απέραντα σαν θάλασσα.

Ας χαθεί το φαγητό μου σε ένα ταξίδι επτά χρόνων».


Η Ετέρη πίστεψε στους όρκους του Αβεσσαλώμ και δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Ως σημάδι της πίστης του, ο Αβεσσαλώμ της έδωσε ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή και την πήρε στο παλάτι του.


Ο Αβεσσαλώμ είχε έναν σύμβουλο που τον έλεγαν Μούρμαν. Ο Αβεσσαλώμ τον έστειλε με χαρμόσυνα νέα στην αδελφή του, τη Μαρέχ:

«Φέρνω στο σπίτι γυναίκα, τη χρυσομάλλα Ετέρη. Ετοίμασε τα γαμήλια ενδύματα».


Έφεραν την Ετέρη στο παλάτι και την έντυσαν με βασιλική φορεσιά. Ο Αβεσσαλώμ έγραψε γράμματα σε όλα τα βασίλεια, καλώντας τους πάντες στον γάμο του. Έστειλε τον Μούρμαν να παραδώσει τα γράμματα. Καθώς ο Μούρμαν ταξίδευε, κυριεύτηκε κι αυτός από έρωτα για την Ετέρη. Ονειρευόταν:

«Πού είναι ο άνθρωπος που θα φυτέψει το μίσος στην καρδιά του Αβεσσαλώμ για την Ετέρη, ώστε να μου τη δώσει;»

Καθώς ίππευε, τον συνάντησε ο διάβολος:

«Πού πας, Μούρμαν, και τι σκέφτεσαι τόσο βαθιά;»

Ο Μούρμαν του τα είπε όλα.

«Γιατί να πας μακριά;» είπε ο διάβολος. « Θα σου δώσω ένα φίλτρο που θα κάνει τον Αβεσσαλώμ να ξεαγαπήσει την Ετέρη και να σού τη δώσει. Μόνο υποσχέσου μου την ψυχή σου ως αντάλλαγμα».

«Αχ, δεν θα λυπόμουν ούτε την ψυχή μου αν η Ετέρη γινόταν δική μου», είπε ο Μούρμαν.

«Τότε γράψε στο χαρτί ότι δεν θα αθετήσεις τον λόγο σου, και η Ετέρη θα γίνει δική σου».

Ο Μούρμαν υπέγραψε το χαρτί και το έδωσε στον διάβολο.


Ο διάβολος πήρε το χαρτί και είπε:

«Μόλις ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρευτούν, πάρε μια χούφτα κεχρί και ρίξ' το αθόρυβα πάνω στην Ετέρη. Μάθε τούτο: σκουλήκια θα την καλύψουν, και όσο κι αν την καθαρίζουν, δεν θα τα καταφέρουν, μέχρι να την αγγίξει το δικό σου χέρι».

Ο διάβολος επέστρεψε στο λημέρι του, και ο Μούρμαν, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, πήγε σπίτι του. Ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη παντρεύτηκαν, και καθώς έβγαιναν από την εκκλησία, ο Μούρμαν έριξε μια χούφτα κεχρί πάνω στην Ετέρη.

Αμέσως, σκουλήκια κάλυψαν την Ετέρη. Προσπάθησαν να την καθαρίσουν, αλλά τα σκουλήκια μόνο πληθαίνανε. Ο Αβεσσαλώμ, βασανισμένος, οδήγησε την Ετέρη έξω και δήλωσε μπροστά σε όλο τον λαό:


«Τη Δευτέρα ενωθήκαμε,

την Τρίτη η ώρα του αποχωρισμού έφτασε.

Ας χαρούν τώρα και ας τραγουδήσουν

όσοι ζήλεψαν την ευτυχία μας.

Φεύγω αμέσως για κυνήγι.

Ποιος θα πάρει την Ετέρη από μένα;»


Το όνειρο του Μούρμαν έγινε πραγματικότητα. Γονάτισε μπροστά στον Αβεσσαλώμ και παρακάλεσε:


«Βασιλιά, είμαι πιστός σε σένα μέχρι θανάτου,

δώσε σε μένα τη φτωχή Ετέρη!»


Ο Αβεσσαλώμ έδωσε την Ετέρη στον Μούρμαν. Μόλις το χέρι του Μούρμαν άγγιξε την Ετέρη, εκείνη θεραπεύτηκε, και όλα τα σκουλήκια εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ο Μούρμαν την πήρε, και έγινε γυναίκα του.


Ο Αβεσσαλώμ αρρώστησε αφού έχασε την Ετέρη. Ο έρωτας γι' αυτήν έκαιγε μέσα του, βασανίζοντάς τον.

Μην μπορώντας να το αντέξει, ο Αβεσσαλώμ στράφηκε στον Μούρμαν με μια παράκληση:


«Πες μου, για χάρη του ήλιου,

πώς είναι η Ετέρη μου;»


Ο Μούρμαν απάντησε:


«Θέλεις να μάθεις, βασιλιά ισάξιε των ουρανών,

πώς ζει η Ετέρη μου;

Έχω χτίσει ένα κρυστάλλινο κάστρο,

οι πύργοι του φτάνουν στους ουρανούς.

Εκεί ζει η Ετέρη μου,

πιο όμορφη από θαυμαστούς κύκνους.

Εννέα στοργικές συνυφάδες

την προσέχουν όλες με αγάπη,

και η πεθερά της πλέκει

τα χρυσά της μαλλιά.

Εννέα κουνιάδοι στέκονται στην πύλη,

το βλέμμα τους σπινθηρίζει σαν διαμάντι,

και στη στέγη του κάστρου, ο πεθερός της

περήφανα φρουρεί το κάστρο».


Όταν ο Αβεσσαλώμ το άκουσε αυτό, ο έρωτάς του για την Ετέρη θέριεψε ακόμη περισσότερο. Αρρώστησε βαριά. Αποφασισμένος να απομακρύνει τον Μούρμαν και να διεκδικήσει πίσω την Ετέρη, τον κάλεσε και τον διέταξε:

«Πήγαινε και φέρε μου το νερό της αθανασίας. Ίσως με θεραπεύσει».

Ο Μούρμαν σκέφτηκε: «Το κακό κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου». Ζήτησε διορία εννέα ημερών και έφυγε. Πήγε στην Ετέρη:


«Άφησέ με να ξεκουραστώ σήμερα

πάνω στο εκτυφλωτικό σου στήθος.

Αύριο με στέλνουν στο Αλγκέτι —

ένα μακρύ ταξίδι βρίσκεται μπροστά μου.

Πέτρες θα φράξουν το μονοπάτι μου,

ακόμα και τα λιοντάρια φοβούνται αυτόν τον δρόμο.

Μόνο βάσανα με περιμένουν,

ο κόπος μου θα πάει χαμένος —

στις εννέα θεραπευτικές πηγές

πρέπει να ξεκινήσω την αυγή

για να φέρω το ζωογόνο νερό».


Η Ετέρη είπε:


«Θα βγάλω τα μετάξια και τα σατέν μου,

θα καλυφθώ με ένα σάλι,

θα πάρω μια στάμνα μαζί μου,

και θα φέρω νερό από το ποτάμι.

Δεν θα μπω σε κανένα σπίτι γείτονα,

ούτε στο σπίτι του αδελφού σου.

Αν μπω, θα βγω σαν αδελφή.

Πίστεψε τον λόγο μου».


Ο Μούρμαν πέρασε τη νύχτα με την Ετέρη.


«Είθε αυτή η νύχτα να είναι μακρά,

είθε η αυγή να μην κοκκινίσει.

Αύριο το χάδι των αγαπημένων χειλιών

δεν θα ζεσταίνει πια την καρδιά μου».


Το πρωί, ο Μούρμαν ζήτησε από την αδελφή και τη μητέρα του:

«Να την προσέχετε, να την καλομαθαίνετε, ώστε ούτε αεράκι ούτε αχτίδα ήλιου να μην την αγγίζει».

Όμως ο Αβεσσαλώμ γινόταν όλο και χειρότερα. Πέθαινε, και δεν υπήρχε γιατρικό γι' αυτόν... Η αδελφή του, η Μαρέχ, βγήκε έξω κλαίγοντας και παρακαλώντας:

«Ο αδελφός μου πεθαίνει. Αν μπορεί κάποιος να βοηθήσει, βρείτε έναν τρόπο να τον σώσετε».

Της είπαν:

«Ίσως είναι ο έρωτάς του για την Ετέρη που τον σκοτώνει. Φέρε του το φτερό ενός κορακιού, καλοψημένο ψωμί, κόκκινο κρασί και το φτερό ενός περιστεριού — και θα δεις».


Η Μαρέχ τα έφερε όλα και τα απέθεσε στο κρεβάτι, δίπλα στον αδελφό της. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε, πήρε το φτερό του περιστεριού και είπε:

«Όσο λευκό κι αν είσαι, φτερό του περιστεριού, η Ετέρη είναι ακόμα πιο λευκή». Πήρε το ψωμί και είπε: «Όσο καλό κι αν είσαι, η Ετέρη είναι ακόμα καλύτερη». Πήρε το κόκκινο κρασί και είπε: «Όσο κόκκινο κι αν είσαι, κρασί, τα μάγουλα της Ετέρης είναι πιο λαμπερά από σένα». Πήρε το φτερό του κορακιού και είπε: «Όσο μαύρο κι αν είσαι, φτερό του κορακιού, τα μάτια και τα φρύδια της Ετέρης είναι ακόμα πιο μαύρα».

Έπειτα είπε στην αδελφή του:


«Σήκω γρήγορα, Μαρέχ, αστέρι μου,

και τρέξε στην Ετέρη.

Αν σε ρωτήσει για μένα,

πες της τα πάντα μέσα από την καρδιά σου».


Η Μαρέχ πήγε στην Ετέρη. Όμως η Ετέρη γνώριζε ήδη για την ασθένεια του Αβεσσαλώμ. Ξέγελασε την πεθερά της, έφυγε από το σπίτι, μπήκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ, κάθισε κάτω από μια λεύκα και έκλαψε. Μέσα στα δάκρυά της, η Ετέρη αποκοιμήθηκε στον κήπο του Αβεσσαλώμ. Η Μαρέχ έφτασε, είδε την Ετέρη να κοιμάται και της φώναξε:


«Σε έψαχνα από το πρωί μέχρι τη γεμάτη ομίχλη νύχτα,

κι όμως εσύ κοιμάσαι ήσυχα στον σκιερό κήπο.

Το χρυσό σου κούμπωμα έχει λυθεί,

το κρυστάλλινο, λευκό σου στήθος λάμπει,

και οι μαύρες σου μπούκλες είναι άτακτα σκορπισμένες,

σαν αφρός σε ένα κύμα που φουσκώνει».


Η Ετέρη δεν την άκουσε. Η Μαρέχ φώναξε ξανά:


«Ήρθα σε σένα, Ετέρη,

διώχνοντας τον γλυκό σου ύπνο.

Ξεπερνάς ακόμα και τα αστέρια

και το φεγγάρι με την ακτινοβόλα ομορφιά σου.

Η άνοιξη έχει ήδη φτάσει,

είθε τα ηλιοβασιλέματα να σβήσουν.

Σήκω, ακριβή μου Ετέρη,

θεράπευσε τον αδελφό μου γρήγορα.

Θα πάρω ένα φτυάρι στα χέρια μου

και θα καθαρίσω το μονοπάτι για σένα,

θα στρώσω θαυμαστό μάρμαρο

μέχρι το κατώφλι του παλατιού.

Θα σου χτίσω ένα κάστρο

από διαμάντια και τιρκουάζ,

θα ντύσω τις κάμαρες μέσα

με ξύλο έβενου.

Για να ανασαίνεις δροσιά,

λεύκες θα περιβάλλουν το κάστρο·

για να μην μαυρίσεις,

μετάξι θα καλύπτει τον θρόνο σου·

για να μην σκοντάψει το πόδι σου

σε πέτρα,

θα στρώσω την ευρύχωρη αυλή

με χρυσά χαλιά».


Η Ετέρη σηκώθηκε και είπε:

«Μόνο και μόνο για να θεραπεύσω τον αδελφό σου, πώς θα μπορούσα να μην πάω;»

Έφτασε. Ο Αβεσσαλώμ πέθαινε ήδη. Όμως, μόλις άκουσε τον ήχο των βημάτων της, σηκώθηκε και μίλησε:


«Ήρθες σε μένα, Ετέρη,

ας τραγουδήσουν οι θάλασσες και η στεριά.

Κοιτάζοντας μέσα στα άρρωστα μάτια μου,

εμφύσησες δύναμη στην ψυχή μου.

Ανάμεσα στις βλεφαρίδες μου, βλέπω —

ένας μαγικός κήπος ανθίζει,

και η καρδιά μου φλέγεται από ευγνωμοσύνη

για σένα, Ετέρη.

Ήρθες, αλλά εγώ, Ετέρη,

ήδη αποχωρίζομαι τη γη.

Ο Θεός με καλεί στον ουρανό,

στην αιώνια, γαλήνια σιωπή».


Η Μαρέχ πλησίασε για να παρηγορήσει τον αδελφό της:


«Αδελφέ, αν μπορείς να δεις,

κοίτα — η Ετέρη ήρθε».


Ο Αβεσσαλώμ είπε:


«Ας έρθει πιο κοντά».


Η Ετέρη είπε:


«Είναι ήδη στην πόρτα.

Ο δρόμος της είναι εύκολο να μετρηθεί»,


και μπήκε μέσα. Ο Αβεσσαλώμ γύρισε προς το μέρος της, την κοίταξε και πέθανε.

Η Ετέρη πλησίασε και γραπώθηκε πάνω στον Αβεσσαλώμ. Έπειτα στάθηκε όρθια, πήρε το μαχαίρι που της είχε δώσει και είπε:


«Το μαχαίρι του Αβεσσαλώμ

είναι στην τσέπη μου.

Το αποφάσισα εδώ και καιρό:

όταν έρθει η ώρα,

θα το τραβήξω,

τη λαβή προς τον φίλο μου,

την κόψη προς τον εαυτό μου.

Θα πεθάνω ήσυχα,

θα πεθάνω μαζί σου,

σκεπτόμενη εσένα.

Ας μας θάψουν

στην άκρη του δρόμου

κάτω από έναν τύμβο,

σκεπασμένους με φύλλα

και θαμμένους με χώμα,

μαζί, εσένα κι εμένα.

Ας ανθίσει ένα τριαντάφυλλο

πάνω από τον τάφο μας,

ανασαίνοντας το δροσερό αγέρι.

Ας τιτιβίζουν τα πουλιά

και ας μεγαλώνουν τα μικρά τους

πάνω από τον απλό τύμβο.

Ας κυλάει μια πηγή

αιώνια από τον τύμβο,

και από πάνω της, ένα χρυσό κύπελλο

ας λάμπει φωτεινά με χαρά.

Ας πίνει κάθε ταξιδιώτης

από εκείνο το κύπελλο

ιαματικό νερό,

κι ας μας αποχαιρετά

εδώ, ανάμεσα στα χωράφια!»


Κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της και πέθανε.

Πράγματι, ο Αβεσσαλώμ και η Ετέρη τάφηκαν μαζί.


Αβεσσαλώμ και Ετέρη.

Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.


Ο Μούρμαν επέστρεψε, βρήκε τον τάφο του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης, τον έσκαψε και ξάπλωσε ανάμεσά τους.

Ένας αγκαθωτός θάμνος φύτρωσε στον τάφο του, ενώ τριαντάφυλλα και βιολέτες φύτρωσαν στους τάφους του Αβεσσαλώμ και της Ετέρης. Το τριαντάφυλλο και η βιολέτα απλώνονται το ένα προς το άλλο, λαχταρώντας να αγκαλιαστούν, αλλά ο αγκαθωτός θάμνος στέκεται ανάμεσά τους, κρατώντας τα χωριστά. Και κάτω από τα πόδια του Μούρμαν, κουτάβια βγήκαν και ούρλιαζαν.


Καλό το παραμύθι — καλός κι ο παραμυθάς.

Καλό το κρασί — καλά να το πιεις.