Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Το σκοινί

 


Κυκλοφορούσε με ένα χοντρό σκοινί, δεμένο σε θηλιά στα χέρια του. Μουρμούραγε συνεχώς λέξεις που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει. Καθώς περνούσε κάποιοι τρόμαξαν και σταυροκοπήθηκαν, οι γυναίκες μάζεψαν τα παιδιά και έκλεισαν πόρτες και παράθυρα. Οι μαγαζάτορες κατέβασαν τα ρολά τους και σταμάτησαν τις μουσικές. Μόνο δυο τρεις από τους πιο αυθάδεις του χωριού δε φοβήθηκαν. Γεροδεμένοι και χειροδύναμοι αλλά με λιγοστό μυαλό, βάλθηκαν να τον περιγελούν. Προσπάθησα να τους προειδοποιήσω μα δεν με άκουσαν. "Φύγε από δω Παραμυθά, που έχεις πιστέψει τις ιστορίες που φτιάχνεις" μου φώναξαν και συνέχισαν να τον κοροϊδεύουν. Αυτός κάποια στιγμή διέκοψε τη πορεία και το μουρμουρητό του και τους έδειξε με το δεξί του χέρι. Ο ένας από τους δύο του πέταξε μια πέτρα που τον πέτυχε στο κεφάλι και του το μάτωσε. Έτρεξα κοντά του και του έδωσα ένα κομμάτι ύφασμα, να το βάλει σαν επίδεσμο. "Μη τους δίνεις σημασία και μη κρατήσεις κακία" του ψιθύρισα. "Αργά πια γι' αυτό...Πολύ αργά", απάντησε και σηκώθηκε να φύγει προς το δάσος ενώ οι δυο παληκαράδες γελούσαν. Τον είδα να χάνεται στα δέντρα. Πήγα και ζήτησα στο καφενείο του χωριού -τώρα πια η ζωή επανερχόταν στα φυσιολογικά της- μέρος να περάσω το βράδυ για να γράψω το τέλος της ιστορίας μου το πρωί. Μου πρόσφερε ευγενικά ένα δωμάτιο ένας χωριανός. Την άλλη μέρα το πρωί, έγραψα το τέλος. Και οι δυο αχρείοι είχαν αυτοκτονήσει. Ο ένας με μαχαίρι και ο άλλος με το όπλο του το κυνηγετικό. Παράξενο. Κανείς τους δεν κρεμάστηκε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου