Σε κάθε της βήμα, άνθιζε η γη. Σε κάθε πνοή της μοσχοβολούσε ο αέρας. Τα μαλλιά της, κόκκινα, μακριά, έφερναν την αυγή καθώς τα τίναζε απαλά με το ολόλευκο χέρι της. Κάποτε ο άνεμος με έφερε μπροστά της. Υποκλίθηκα βαθιά και χαιρέτησα με τον δέοντα σεβασμό. Εκείνη χαμογέλασε και τα πουλιά γύρω μας άρχισαν να κελαηδούν εκκωφαντικά. Ύστερα με κοίταξε και ένα λεπτό σύννεφο μελαγχολίας σκέπασε το πρόσωπό της. "Θα με ακολουθούσες στο νέο βασίλειο που θα πάω, τώρα που οι μέρες μου σε τούτη εδώ τη γη τελείωσαν;". Έμεινα για λίγο αμίλητος. Ήξερα πως δεν υπήρχε χώρος για εμένα στο καράβι που σύντομα θα σήκωνε τις άγκυρές του και πως οι άνεμοι δεν θα με άφηναν σε ένα βασίλειο για πολύ καιρό. "Κυρά μου, ξέρεις πως ταξιδεύω με τους ανέμους και αυτοί δε σταματούν να φυσούν ποτέ. Καταγράφω τις ιστορίες πλασμάτων θαυμαστών σαν και του λόγου σου και τις διηγούμαι. Αν μείνω στη νέα σου χώρα, πώς θα μαθαίνω τις ιστορίες τους και σε ποιον θα τις διηγούμαι; Θα ήμουν ευτυχισμένος να μείνω κοντά σου, το γνωρίζεις, μα η ευτυχία δεν είναι στη μοίρα μου γραμμένη. Οι περιπλανώμενοι παραμυθάδες είμαστε εδώ για να λέμε τις ιστορίες ανθρώπων απλών και πλασμάτων μαγικών. Τίποτα περισσότερο δεν υπάρχει για εμάς". Χαμογέλασε ξανά, με αγκάλιασε ζεστά και μου έδωσε ένα φιλί. Ύστερα με αποχαιρέτησε και ετοιμάστηκε να αναχωρήσει. Καθώς τη χαιρετούσα, φύσηξε ξανά και ο άνεμος με πήρε για άλλα μέρη που καινούριες ιστορίες θα μπορέσω να μαζέψω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου