Μιά μάννα εἶχε ἐννιά τζη γιούς καί μιά τζη θυγατέρα,
στά σκοτεινά τήν ἔλουγε, στό φέγγος τή χτενίζει,
στό φεγγαράκι τ' ἀργυρό τήνε σουραδοπλέκει.
Ἡ γειτονιά δέν τό 'ξερε πώς εἶχε θυγατέρα.
Προξενητάδες ἤρθανε ἀπό τή Βαβυλώνα,
νά πάρουνε τήν Ἀρετή πολύ μακριά στά ξένα.
Οἱ ὀχτώ ἀδελφοί δέ θέλανε, ὁ Κωσταντῖνος θέλει:
— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα,
νά 'χω κι' ἐγώ παρηγοριά στά ξένα πού γυρίζω.»
— «Ὄμορφος εἶσαι, Κωσταντῆ, μ' ἄσχημ' ἀπελοήθης,
ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος ποιός πά' νά τήνε φέρη;»
— «Δός τηνε, μάννα, δός τηνε, τήν Ἀρετή στά ξένα.
ἄν τύχη ὁ χρόνος βίσεχτος, ἐγώ θά πά' τή φέρω.»
Καί δίδει την ἡ μάννα της τήν Ἀρετή στά ξένα.
Γυρίζει ὁ χρόνος βίσεχτος, οἱ ἐννιά ἀδελφοί πεθάνα
κι' ἔμεινε ἡ μάννα μοναχή σάν καλαμιά στόν κάμπο.
Σ' ὅλα τά μνήματ' ἔκλαιγε, σ' ὅλα μοιρολογᾶτο
καί τό μνημί τοῦ Κωσταντῆ ἀναθεμάτιζέ το:
— «Ἀνάθεμά σε Κωσταντῆ καί σύ καί τό καλό σου.»
Τό τόσο μυριανάθεμα ὁ Κωσταντής βαρέθη,
κάνει τό μνῆμα τ' ἄλογο καί τό λαζάρι σέλλα
καί τά κιβουροχάλικα σκάλες καί χαλινάρια,
παίζει βιτσιά τοῦ μαύρου του, στή Βαβυλώνα φτάνει.
Βρίσκει τήν κόρη στό χορό μέ τρεῖς παπαδοποῦλες.
— «Καλῶς τόνε τον Κωσταντῆ πού φέρνει τό μαντᾶτο.
Ἄν εἶναι θλίψη, νά θλιφτῶ κι' ἄν εἶ' χαρά, ν' ἀλλάξω
κι' ἄν εἶναι γιά τό γάμο σου, ὁλόχρυσα νά βάλω.»
— «Δέν εἶναι θλίψη νά θλιφτῆς μηδέ χαρά ν' ἀλλάξης
μηδέ καί γιά τό γάμο μου, ὁλόχρυσα νά βάλης·
ἡ μάννα σου σέ ζήτησε καί θέλει σε νά πάης.
Ἀπου τή χέρα τήν ἁρπᾶ, στό μαῦρο τήν καθίζει,
παίζει βιτσιά τ' ἀλόγου του, σάν τόν ἀέρα πάει...
Δεύτερη σελίδα:
Ἡ παρουσία καί ἡ μορφή τῶν βρικολάκων
Καί ὄντεν ἐπερνούσανε ἀπού τόν Ἅι Γιώργη,
Γροικᾶ ἡ κόρη μιά φωνή παράξενη καί λέει:
— «Γιά δέ κοράσιο ὄμορφο τό σέρνει ἀποθαμένος.»
— «Γροικᾶς το, Κωσταντῖνο μου, τ' ἀηδόνι εἶντα λέει;»
— «Γροικῶ το, Ἀρετοῦσα μου, καί τό γνωρίζω κιόλας.»
Καί ὄντεν ἐπερνούσανε στά μνήματα ἀπέξω:
— «Κατές τώρ', Ἀρετοῦσα μου, στό σπίτι μας νά πάης;»
— «Κατέχω, Κωσταντῖνο μου, στό σπίτι μας νά πάω,
μά γιάντα, ἀδερφάκι μου, μ' ἀφίνεις εἰς τό δρόμο;»
Ἡ κόρη δέν ἐπρόφταξε νά 'πή 'ναν ἄλλο λόγο
κι' ὁ Κωσταντῆς ἐχάθηκε στή μέση τῶ μνημάτω
Παίρνει τ' ἡ παραπόνεσι, στό σπίτι της καί πάει,
βρίσκει τσοί πόρτες σφαλιστές καί τά κλειδιά παρμένα
καί τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Φωνάζει τη μαννούλα της ὀγιά νά τῆς ἀνοίξη
— «Ἄν εἶσαι ἀέρας, πήγαινε, ἄν εἶσαι ὁ Χάρος, διάβα
κι' ἄν εἶσαι ὁ Πικροχάροντας δέν ἔχω μπλιό παιδάκια.»
— «Ἄνοιξε, μάννα μ' ἄνοιξε, μά γώ 'μ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα.»
— «Δεῖξε τόν ἀρραβῶνα σου ἀπό τήν κλειδωνιάστρα,
κι' ἄν εἶσ' ἡ γι' Ἀρετοῦσα μου, εγώ θά σοῦ ἀνοίξω.»
Δείχνει τόν ἀρραβῶνα της κι' ἐτότες τῆς ἀνοίγει,
μά ὥστε νά καλογνωριστοῦν, ἀπόθανεν ἡ μάννα
κι' ἀπόμεινε ἡ γι' Ἀρετή ἔρημη καί παντρέρμη.
— «Θέ μου, καί κάμε με πολύ, πουλί καί λωλοπούλι,
γιά νά γυρίζω στά στενά καί κλαίω τ'ς ἀδερφούς μου.»
Κι' ὁ Θεός τήνε λυπήθηκε, σάν ἀστραπή τήν κάνει
Από το βιβλίο: Στέλιος Α. Μουζάκης, Ο Αφορισμός, οι Βρικόλακες και η αντιμετώπισή τους, εκδ. Ηρόδοτος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου