Την συνάντησα αναπάντεχα. Περπατούσα χωρίς κάποιον προορισμό, γυρεύοντας κάποια ιστορία να διηγηθώ όταν οι δρόμοι μας συναντήθηκαν. Με χαιρέτησε εγκάρδια και μου χαμογέλασε ζεστά. Εγώ μάλλον μάλλον αμήχανα. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελα να δω. Πολλές από τις ιστορίες που διηγούμαι είναι δικές της με κάποιον τρόπο. Το κακό είναι ότι το ήξερε. Και ζήτησε το μερτικό της. "Γράψε κάτι και για μένα" είπε καθώς απομακρυνόταν. Δε μπορώ να αρνηθώ. Κάποτε την θεωρούσαν θεά. Τη θυμάμαι να κρατά τη σελήνη στο ένα χέρι και το πέπλο του νυχτερινού ουρανού στο άλλο. Θυμάμαι πιστοί να έρχονται μπροστά στα πόδια της και να την προσκυνούν. Να της αφήνουν δώρα. Κι εκείνη, άλλοτε καταδεκτική τα δέχονταν και άλλοτε απόμακρη τα απέρριπτε. Πετούσε επάνω στα φτερά του ύπνου και επισκέπτονταν τους εκλεκτούς της στα όνειρά τους όπου και τους χάριζε την εύνοιά της. Την άλλη μέρα τα μάτια τους θολά και ανίκανα να εστιάσουν, αποτελούσαν το σημάδι της επίσκεψής της. Κάποιοι, οι πιο ευνοημένοι, δέχονταν συχνότερες επισκέψεις μέχρι που ο μακάριος θάνατος τους έβρισκε στον ύπνο τους. Σιγά σιγά, εξαιτίας της αύξησης των απωλειών, άρχισαν να τη φοβούνται. Μετά να την τρέμουν και στο τέλος να τη μισούν. Ακόμα κρατούσε τη σελήνη και τον νυχτερινό ουρανό, μα τα νύχια στα χέρια της ήταν πια γαμψά. Τα δόντια της έμοιαζαν με του τσακαλιού και τα μάτια της πετούσαν φωτιές. Με τον καιρό κλήθηκαν άνθρωποι που ήξεραν να εξορκίζουν τέτοια πλάσματα. Η αγάπη μειώθηκε, ο φόβος θέριεψε, οι εξορκισμοί την έδιωξαν...Ξεχάστηκε...Μόνο λίγοι θυμόμαστε πια της μέρες της δόξας της. Μόνο εγώ ξέρω τη φύση της τη πραγματική. Γιατί αυτός που γράφει ιστορίες έχει το προνόμιο και να γνωρίζει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου