Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Η μουσική

 


 Ήταν μια ήσυχη γειτονιά. Φιλική, απλή, ίσως και λίγο βαρετή. Τους τελευταίους μήνες όμως είχαν αυξηθεί τα άσχημα περιστατικά. Τσακωμοί, βιαιοπραγίες, μικροκλοπές και άλλα τέτοια. Με κάλεσε μια οικογένεια -τετραμελής- της οποίας η αδιασάλευτη κάποτε ηρεμία είχε ταραχτεί πολύ πέρα από το συνηθισμένο χωρίς καμία εμφανή αιτία. Ήταν πεπεισμένοι πως κάτι υπερφυσικό υπήρχε στην όλη υπόθεση. 

Τους επισκέφθηκα για έναν καφέ μια και με τη γυναίκα με συνέδεε φιλική σχέση. Μου είπαν όλα τα περιστατικά εκρήξεων που είχαν βιώσει. Μου επεσήμαναν πως η ένταση υπήρχε σε ολόκληρη τη γειτονιά και όχι μόνο σε αυτούς. Ανεξήγητη, ξαφνική, σαν μια πυρκαγιά που σάρωνε τα πάντα. Και μετά...πλήρης ηρεμία. Σαν κάποιο χέρι να πατούσε έναν διακόπτη. 

Δε μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Δεν αισθανόμουν κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα. Κάποιο βάρος, κάποια έστω αόρατη ομίχλη που να πλακώνει το μέρος. Τίποτα. Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου ενώ ήμασταν όλοι σιωπηλοί. Η μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος  ήταν ανοιχτή και ένας δροσερός, ευχάριστος αέρας έμπαινε στο σαλόνι. Πρόσεξα ότι μόλις ξεκίνησε κάποια κιθάρα να ακούγεται. Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα προς τη μεριά του ήχου. Ένας μουσικός του δρόμου έπαιζε τις μελωδίες του. Σκέφτηκα πόσο συμπαθώ τους μουσικούς του δρόμου. Αυτός όμως...Η μουσική του δεν ήταν συνηθισμένη. Δεν εννοώ το μουσικό στυλ αλλά αυτή την ίδια τη μουσική. Ακουγόταν κάπως...απόκοσμη, σαν να μην είχε γραφτεί από άνθρωπο και σαν να μην απευθυνόταν σε ανθρώπινα αυτιά. Κάτι το ξένο, τα αταίριαστο, το βλάσφημο θα μπορούσα να πω, υπήρχε στις ίδιες τις νότες...

Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από έντονες φωνές. Γύρισα και κοίταξα προς το σαλόνι. Ένας απίστευτος καυγάς είχε στηθεί. Ο άντρας της φίλης μου ούρλιαζε στα παιδιά και αυτή τον έσπρωχνε φωνάζοντας υστερικά. Αλλά και τα δυο τους παιδιά, δυο αγόρια γύρω στα 12 και 13 είχαν μια απίστευτα επιθετική διάθεση. Μπήκα μέσα και προσπάθησα μάταια να τους ηρεμήσω. Ήταν σαν να μην με έβλεπαν. Ήμουν εντελώς αόρατος γι' αυτούς. 

Πισωπάτησα σαστισμένος. Έβλεπα πως η κατάσταση χειροτέρευε και ήμουν εντελώς ανίκανος να κάνω κάτι. Και εκεί που ετοιμαζόμουν για τα χειρότερα...τα πάντα ηρέμησαν. Όσο απροειδοποίητα ξεκίνησε αυτός ο απίστευτος τσακωμός τόσο απότομα τελείωσε. Όλοι έκατσαν στις θέσεις τους και έβλεπα την οργή που πριν λίγο έκαιγε στα μάτια τους τώρα να σβήνει σιγά σιγά όπως σβήνει η δίψα της γης την ώρα που πέφτει μια απαλή βροχή.

Οι τέσσερις τους έμειναν σαστισμένοι. Χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τον λόγο που οδήγησε σε αυτή την έκρηξη μα με πλήρη συνείδηση των όσων άσχημων ξεστομίστηκαν. Τώρα την θέση των ουρλιαχτών και των σπρωξιών είχαν πάρει οι τύψεις και η βουβαμάρα...Η βουβαμάρα! Αυτό ήταν! Η ησυχία! Η μουσική σταμάτησε ακριβώς την ώρα που σταμάτησε ο τσακωμός. Ρώτησα τη φίλη μου για τον μουσικό του δρόμου. Μου είπε πως είχε λίγο καιρό που εμφανίστηκε στη γειτονιά τους. Λίγους μήνες. 

Έφυγα γρήγορα από το διαμέρισμα και κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας τη σκάλα. Βγήκα στον δρόμο. Ο κιθαρίστας χάιδευε την κιθάρα του χαμογελώντας με έναν τρόπο που έδειχνε πως μάλλον παρωδούσε το πραγματικό χαμόγελο, κοιτώντας προς εμένα. Τον πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Έκανα να βγάλω ένα κέρμα για να του δώσω.

"Βλέπεις να έχω κάπου να μου αφήσεις χρήματα;" μου είπε. Η φωνή του έκρυβε πάγο και φωτιά ταυτόχρονα. 

"Όχι. Δε βλέπω. Περίεργο για έναν μουσικό του δρόμου. Σχεδόν όσο περίεργο να παίζει αυτή τη μουσική. Θα ορκιζόμουν ότι ανθρώπινα χέρια δε μπορούν αν κάνουν τη κιθάρα να βγάλει αυτές τις μελωδίες" του απάντησα. 

"Χέρια; Σου μοιάζουν με χέρια αυτά;" είπε και τέντωσε τα άκρα του. 

Είχε δίκιο. Δεν ήταν χέρια. Δεν ήταν τίποτα ανθρώπινο ή ζωώδες που να υπάρχει σε τούτο τον πλανήτη. Αν έπρεπε να το περιγράψω, θα έλεγα ότι θύμιζε έναν ανίερο συνδυασμό φτερών, πλοκαμιών και ποδιών σαύρας. Έκανα ένα βήμα πίσω ταραγμένος. Τα μάτια του είχαν γίνει εντελώς μαύρα, τόσο που δε ξεχώριζαν τα μέρη τους. Είχαν γίνει ένα. Προσπάθησα να μαζέψω όσο κουράγιο και ψυχραιμία μπορούσα. Δεν τα κατάφερα. "Γιατί ταλαιπωρείς αυτούς τους ανθρώπους;" ρώτησα μετά από πολύ κόπο με φωνή τρεμάμενη. 

"Γιατί όχι;" κάγχασε..."Υπάρχει τίποτα πιο διασκεδαστικό από αυτό; Τίποτα πιο όμορφο από το να ρίχνεις τους σπόρους του χάους στο σαθρό έδαφος της ανθρώπινης ύπαρξης και τη συγκομιδή των καρπών του; Είναι η τροφή μου άνθρωπε!" συνέχισε στον ίδιο τόνο. 

Τον κοίταξα κατάματα. Η ανθρώπινη όψη του είχε επανέρθει. Το ίδιο και η ψυχραιμία μου. "Τι θα γίνει λοιπόν;" τον ρώτησα.

Έβαλε την κιθάρα του στη θήκη της, σηκώθηκε και τίναξε το παντελόνι του. "Αν περιμένεις κάποιου είδους μεταφυσική μονομαχία μεταξύ μας, θα σε απογοητεύσω", είπε. "Κάτι τέτοιο δε θα ήταν διασκεδαστικό. Άσε που θα γινόμασταν θέαμα και δεν το θέλω. Η δουλειά μου στηρίζεται στην διακριτικότητα άλλωστε" είπε και ξεκίνησε να φεύγει. Σταμάτησε και με κοίταξε. "Να ξέρεις ότι πολύ εύκολα θα σε συνέτριβα. Ξέρω τις αδυναμίες που κρύβονται μέσα σου. Να το θυμάσαι αυτό"...

Τον κοιτούσα να χάνεται στους δρόμους της πόλης. Αναστέναξα με ανακούφιση. Κράτησα όσο πιο θαρραλέα στάση μπορούσα, μα βαθιά μέσα μου ήξερα πως τα λόγια του δεν ήταν μια κούφια απειλή. Και πως η επόμενη συνάντησή μας θα είναι πολύ, μα πολύ, πιο δυσάρεστη για εμένα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου