Ήταν απογευματάκι και ακολουθούσα κατά την αγαπημένη μου συνήθεια, ένα από εκείνα τα χελιδόνια που μέσα στην άνοιξη κρατούν λίγες από τις σταγόνες του περασμένου χειμώνα. Τα ξεχωρίζει κανείς γιατί όλη τη μέρα κοιμούνται και φυλάνε τα όνειρά τους για να πετάνε μαζί τους μόλις σουρουπώσει. Τα όνειρα τούτα αρέσκονται συχνά να παίζουν και να ενώνονται με τις σταγόνες του χειμώνα που τα χελιδόνια φυλάνε στα φτερά τους και να δημιουργούν μουσικά χρώματα τα οποία όταν ενηλικιωθούν παίρνουν τη θέση των αστεριών που πεθαίνουν μόνα κι έρημα στο κρύο του διαστήματος.
Τούτο το χελιδονάκι όμως πετούσε διαφορετικά από τα άλλα. Και τα όνειρά του δεν έπαιζαν καθόλου με του χειμώνα τις σταγόνες αλλά κάθονταν σιωπηλά στη ράχη του. Η περιέργειά μου φούντωσε και το ακολούθησα να δω που θα πάει. Πράγματι, ύστερα από λίγο ακούστηκε ένα σφύριγμα διαπεραστικό, από εκείνα που μόνο οι ονειροπόλοι και οι αιθεροβάμονες μπορούν ν' ακούσουν και το πτηνό σαν κυνηγόσκυλο εκπαιδευμένο διέγραψε πορεία ταχύτατη προς την πηγή του ήχου.
Μόλις έστριψα στη γωνία ενός γκρίζου κτιρίου που το θυμάμαι από παλιά να κλαίει και να θρηνεί για τα χρώματα που είχε χάσει, είδα το χελιδόνι να έχει μπει μέσα σε ένα κλουβί. Γνώρισα την κατασκευή από βιβλία αρχαία όσο και η βιβλιοθήκη της βυθισμένης Ατλαντίδας. Τούτα τα κλουβιά πρωτοχρησιμοποίησαν οι άνθρωποι για να κλείσουν τις λέξεις τους σε γράμματα. Φτιαγμένα από μετάξι που παρήγαγαν στα εργαστήρια της Εριντού, απαλό μα και ισχυρό, τόσο που λέγεται πως ακόμα και ο ίδιος ο Σατανάς όταν κάποτε μπλέχτηκε σε δίχτυα από τέτοιο μετάξι, αναγκάστηκε να πληρώσει για τον ελευθερώσουν εκείνοι οι προϊστορικοί ψαράδες πνευμάτων. Ακόμα και ο Ενώχ το βιβλίο του το έντυσε με ύφασμα από το μετάξι αυτό για να μη μπορέσει ποτέ κανένας μάγος να το ανοίξει.
Πλησίασα τον άνθρωπο που κρατούσε το κλουβί κι έκλεινε ψέλνοντας στίχους του Σολομώντα το πορτάκι του. Χρώματα φερμένα από φάσματα άγνωστα στο μάτι του ανθρώπου χόρευαν στο παντελόνι του και το πουκάμισο που φορούσε λευκό, αστραφτερό, εξέπεμπε μουσική με οκτώ νότες απλωμένες πάνω σε εξάγραμμο. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα, μακριά με φολίδες στη κάθε τρίχα τους, το πρόσωπό του χαμογελούσε στη Δύση και οργιζόταν στην Ανατολή. Τα μάτια του έλεγαν πιο πολλές ιστορίες από τη γλώσσα του, η οποία είχε τρεις απολήξεις που σαν μαστίγια χτυπούσαν τη γλώσσα του. Ήταν αδύνατος, με χέρια δυνατά και γοργά ποδάρια. Ένα φλάουτο κρεμόταν τη δεξιά του πλευρά και γι' αυτό έγερνε ελαφρά προς την αριστερή όταν ήθελε να σφυρίξει.
"Από τις ημέρες του Αδάμ, έχει άνθρωπος να με πλησιάσει", μου είπε. "Από τότε που το πρώτο αίμα έβαψε το χώμα που πήρε ο Θεός για να φτιάξει τους ανθρώπους" του απάντησα. Χαμογέλασε, κοίταξε το χελιδόνι στο κλουβί, που θλιμμένο περίμενε τον ύπνο να του χαρίσει όνειρα που ίσως κάποτε ελεύθερα θα πετούσαν, γύρισε σε μένα και είπε: "Τούτο ήταν το χελιδόνι το δικό μου. Τότε που τα όνειρα των χελιδονιών και των ανθρώπων ήταν κοινά και που τα πνεύματα περπατούσαν ελεύθερα στη γη. Η μοίρα του είναι η μοίρα μου. Η πτώση μου, δική του και όταν εγώ ποτέ ελευθερωθώ, θα ελευθερωθεί κι εκείνο. Μη σου περνάνε σκέψεις ανόητες, μη προσπαθήσεις κάτι που για τους ανθρώπους δε γράφτηκε ποτέ". Τον κοίταξα, μαγεμένος από την ομορφιά του και αηδιασμένος από τη φρίκη της όψης του. "Όσα γράφτηκαν οι άνθρωποι τα πράττουν και όσα δε γράφηκαν γι' αυτούς τα ονειρεύονται όταν το φεγγάρι κλίνει το κεφάλι του και αποκοιμιέται. Ποια είναι η ελευθερία για εκείνον που κάποτε αντάλλαξε του γερακιού τις φτερούγες με τα φτερά της μύγας; Θαρρείς πως το χελιδόνι τούτο θα πετάξει μακριά σου σαν έρθει η ώρα εκείνη ή τις σταγόνες του χειμώνα θα κρατά στις φτερούγες του πάνω από το διψασμένο σου κεφάλι;" τον ρώτησα.
Με κοίταξε σιωπηλός. Πήρε το φλάουτο, έγειρε αριστερά και έπαιξε έναν σκοπό που γράφτηκε πριν οι άνθρωποι μπορέσουν για πρώτη φορά να σφυρίξουν με το στόμα τους. Φως σκοτεινό τύφλωσε για λίγο τα μάτια μου. Όταν έσβησε, είχε εξαφανιστεί κι εκείνος και το κλουβί με το χελιδόνι. Στη θέση του είχε μείνει ένα κλειδί. Επάνω του χαραγμένα γράμματα από την εποχή πριν των Αζτέκων τα πρώτα είδωλα να σκαλιστούν έγραφαν: "Τούτο το κλειδί εκείνα που είναι γραμμένο να μείνουν σφαλιστά ανοίγει. Αυτός που θα το χρησιμοποιήσει, είτε ανόητος είτε σοφός, ας προσέξει τι θα ξεκλειδώσει. Η σοφία και η ανοησία της ίδια πλευράς νομίσματα πάντα ήταν". Πήρα το κλειδί και το πέρασα από έναν κρίκο χάλκινο που κάποτε μου είχε δώσει μια ιέρεια της Αιγύπτου πριν εμφανιστεί εκεί ο πολιτισμός των Μπαντάρι. Συνέχισα το δρόμο μου, σφυρίζοντας έναν σκοπό που λένε κάποιοι δεισιδαίμονες ότι γράφτηκε πριν οι άνθρωποι αρχίσουν να πεθαίνουν και πως γι' αυτό έκανε τους νεκρούς να χορεύουν κάτω από τη γη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου