Ένα απαλό αεράκι φύσηξε εκείνο το βράδυ. Τόσο απαλό που ελάχιστοι το αισθάνθηκαν. Ήταν όμως αρκετό για να ρίξει το τελευταίο πέταλο του καταραμένου ρόδου. Η πύλη έμεινε κλειστή, ο δρόμος μπροστά στον πύργο έρημος και η Πεντάμορφη κάπου μακριά. Η κατάρα δεν έσπασε ποτέ. Όλα έμειναν όπως ήταν. Μαγεμένα, σκοτεινά, θλιμμένα. Το Τέρας δε θα γίνει πρίγκηπας ξανά. Θα μείνει ένα τέρας που θα σκορπά τον τρόμο αναζητώντας την αγάπη. Μα κι αν τη βρίσκει δε θα μπορεί πια να την αναγνωρίσει. Θα συνεχίσει να την κυνηγά. Ένα ένστικτο που θα τον συντροφεύει όσο οι αιώνες θα περνούν. Ήμουν εκεί όταν ξέσπασε σε κλάματα, κατανοώντας ποια μοίρα τον περίμενε. Μάζεψα τα δάκρυά του και πότισα τον κήπο του. Μαύρα κρίνα γεννήθηκαν που όταν τα φυσά και ο πιο ελαφρύς άνεμος - σαν εκείνον που έριξε το τελευταίο πέταλο- βγάζουν μια μουσική τόσο μελαγχολική που το φεγγάρι και ο ήλιος σκυθρωπιάζουν. Τον είδα κι αυτόν μια φορά. Να τρέχει στο δάσος σαν αγρίμι ενώ ο ουρανός ήταν τόσο σκοτεινός σαν πέπλο μοιρολογίστρας. Δεν προσπάθησα να του μιλήσω. Τι είχα άλλωστε να πω; Πήρα τον δρόμο που οδηγούσε μακριά. Μακριά από τον πύργο του. Μακριά από το σπίτι εκείνης που αγάπησε. Μακριά από τα παραμύθια που το τέλος τους δεν είναι πια χαρούμενο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου