Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αρμονία

 


Όταν την αγκάλιαζε, έκλεινε στα χέρια του την ορμή των νερών του ποταμού. Τη δροσιά της σκιάς των δέντρων. Το άρωμα των λουλουδιών. Τη φρεσκάδα που ανέδυαν οι θάμνοι. Το βλέμμα της ήταν το βλέμμα των άγριων αρπακτικών μα το άγγιγμά της είχε την τρυφεράδα των ζαρκαδιών που κατέβαιναν να δροσιστούν. Αποφάσισαν να μείνει για πάντα στα όνειρά του και κάθε που η σελήνη γέμιζε λίγο πιο πάνω από τα μισά της, την επισκεπτόταν εκεί. Μα δεν του έφτανε. Οι επισκέψεις γίνονταν ολοένα και συχνότερες μέχρι που κατοίκησε μόνιμα στα μέρη των ονείρων. Οι δικοί του ανησύχησαν και με έστειλαν να τον φέρω πίσω. Τον βρήκα εκεί, στα όνειρά του να κάθεται ευτυχισμένος. Έλαμπε με μια πληρότητα που δεν είχα ξαναδεί. Τον χαιρέτισα, πήρα λίγο νερό από το ποτάμι που κυλούσε μπροστά του και έφυγα πριν εκείνη έρθει. Δεν ήθελα να διαταράξω εκείνη την αρμονία που είχαν συνθέσει. Πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις που γεννά η απορία, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Από το νερό έφτιαξα ένα ομοίωμά του και το έδωσα στους συγγενείς του. Είναι ακόμα μαζί τους. Μα όταν το φεγγάρι γεμίζει λίγο πάνω από τα μισά του το πιάνει μελαγχολία. Φροντίζω να το επισκέπτομαι και να του λέω ιστορίες από δάση μακρινά που τα διατρέχουν μεγάλα ποτάμια. Του αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου