Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Η αξία των επιστολών της Έμιλυ Ντίκινσον

Αποτέλεσμα εικόνας για ντικινσον ποιηματα

poeticanet.gr

ΦΡΟΣΩ ΜΑΝΤΑ


ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΗΣ ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ




Η Έμιλυ Ντίκινσον θεωρείται ίσως η κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια του 19ου αιώνα, η οποία ανέτρεψε τα λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής της, αψηφώντας τις υπάρχουσες νόρμες, αδιαφορώντας για τους συμβατικούς κανόνες της ποίησης και εντρυφώντας σε μια ευρεία θεματολογία και ποικίλες αναζητήσεις. Θεωρώντας πως η «Δημοσίευση ισοδυναμεί με τον Πλειστηριασμό της Διάνοιας» (Ποίημα 709), δεν εξέδωσε έργα της, αν και είχε αρκετές ευκαιρίες και δυνατότητες ίσως επειδή το «σπασμωδικό της μέτρο» δεν γινόταν αποδεκτό και εκείνη δεν επιθυμούσε να το αλλάξει. Όσον αφορά την προσωπική της ζωή, ήταν ο «Μύθος», η «Μοναχή» του Άμχερστ, της γενέτειρας της, μια λευκοντυμένη φιγούρα που επέλεξε την απομόνωση για τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής της.

Ωραία. Και μετά ανοίγει κανείς τα ποιήματα και διαβάζει για τις «Παράφορες νύχτες» και «την καρδιά στ¢ αραξοβόλι» (Ποίημα 249), ανοίγει τις επιστολές της και διαβάζει για «Μια αγάπη τόσο μεγάλη [που] την τρομάζει, χιμά μες την καρδούλα της – αποδιώχνει το αίμα και την αφήνει ξέπνοη και κατάχλομη στο μπράτσο του δυνατού αγέρα—» (Επιστολή 248) κι αναρωτιέται: «Πρόκειται για το ίδιο άτομο;» Μια παθιασμένη γυναίκα, που δεν φαντασιώθηκε απλά κάποια μεγάλη αγάπη μα τη βίωσε κιόλας και ας απογοητεύτηκε οικτρά, ξεπηδά από κάθε στίχο και κάθε γραμμή• ένα ελεύθερο πνεύμα που αντιστάθηκε στην ισοπεδωτική μόρφωση της εποχής της και στις ασφυκτικές πιέσεις να ενδώσει στη μεγάλη θρησκευτική αφύπνιση• ένα άτομο που έδινε και ζητούσε υπερβολικά πολλά• μια ψυχή που επέλεξε την εκλεκτή της παρέα και σφάλισε την πόρτα επειδή δεν μπορούσε να σταματήσει για τον Θάνατο.

Η ανάγνωση των επιστολών της για κάποιον που γνωρίζει ελάχιστα την Έμιλυ Ντίκινσον μέσα από την ποίησή της αποτελεί μια πρωτόφαντη εμπειρία. Σελίδα μετά τη σελίδα, μια καινούρια Έμιλυ φανερώνεται μπροστά στα μάτια του: ικετευτική και απαιτητική, τρομαγμένη και τρομοκρατική, αντάρτισσα και σκλάβα, ανοιχτόμυαλη και παλιομοδίτισσα, πλημμυρισμένη χαρά μα και οδύνη, μια Έμιλυ που ακόμα και μέσα στην ίδια επιστολή αποκαλύπτεται και αποκρύπτεται, εξελίσσεται και παραμένει ακλόνητη στις εμμονές της, εφορμά και αναδιπλώνεται, επιβάλλει και παρακαλά, επιπλήττει και κολακεύει—και ακατάπαυστα εκπλήττει.

Κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου στη Μετάφραση-Μεταφρασεολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών μετέφρασα ένα μέρος από τις 1054 επιστολές της Ντίκινσον που έχουν διασωθεί. Καλύπτουν ένα χρονικό φάσμα 50 περίπου ετών και απευθύνονται σε ένα ευρύ κύκλο γνωστών, συγγενών, φίλων και ανθρώπων των γραμμάτων. Χωρίς αμφιβολία υπήρξαν πολύ περισσότερες — υπολογίζεται πως αυτές που διασώθηκαν αποτελούν μόνο το δέκα τοις εκατό όσων έστειλε — (Seawall) οι οποίες όμως δεν διατηρήθηκαν από τους παραλήπτες τους, είτε επειδή δεν συνειδητοποίησαν την αξία του περιεχομένου τους, είτε ακριβώς επειδή δεν ήθελαν να δημοσιοποιηθεί. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως τα παιδιά του Αιδεσιμότατου Γουάντσγουρθ (Charles Wadsworth), ενός από τους πιθανούς Κυρίους και Αφέντες της, ή οι ανιψιές του Δικαστή Λορντ, της τελευταίας μεγάλης της αγάπης, κατέστρεψαν τις επιστολές της για ευνόητους λόγους. Πολλοί από τους παραλήπτες αρνήθηκαν να παραδώσουν τις επιστολές που είχαν στην κατοχή τους θεωρώντας τη δημοσιοποίησή τους ιεροσυλία στη μνήμη των νεκρών, ενώ οι Νόρκρος, οι εξαδέλφες της, παρέδωσαν αντίγραφα των επιστολών που περιείχαν λογοκριμένα αποσπάσματα. Ο ίδιος ο Όστιν, ο αδελφός της, παρέδωσε στην Μέιμπελ Τοντ, την ερωμένη του και πρώτη επιμελήτρια έκδοσης των ποιημάτων και επιστολών της Έμιλυ, πολλές επιστολές αφού πρώτα είχε ανεπιτυχώς προσπαθήσει να σβήσει οποιαδήποτε αναφορά υπήρχε σε αυτές στη σύζυγό του. Η Millicent Todd Bingham γράφει πως αν οι λέξεις που ο Όστιν ήθελε να διαγράψει «ήταν με μολύβι, απλά τις έσβηνε» (Bingham 54) ενώ αν ήταν «με πένα, απλά έκοβε μέρος της σελίδας, άλλοτε μικρότερο, άλλοτε κι ολόκληρη τη σελίδα». (ο.π.) 

Μετά το θάνατό της, η αδελφή της Λαβίνια, ως κληρονόμος της Έμιλυ εκτελώντας τις οδηγίες της διαθήκης της και ακολουθώντας το έθιμο της εποχής, κατέστρεψε όλες τις επιστολές που είχε λάβει η Ντίκινσον, αν και αργότερα «μετάνιωσε πικρά αφού ανάμεσα τους βρίσκονταν επιστολές από παραλήπτες πασίγνωστους σε όλη τη χώρα». (Erkilla όπως αναφέρεται στη Martin) Ευτυχώς τα ποιήματά της γλίτωσαν την πυρά εφόσον δεν υπήρχαν σαφείς οδηγίες ως προς αυτά. Μετά την περιπετειώδη πρώτη έκδοση των ποιημάτων της η Μέιμπελ Τοντ επιμελήθηκε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό επιστολών που εκδόθηκαν το 1894 και προσέφεραν μια διαφορετική οπτική γωνία σε ένα άτομο το μεγαλείο και την αξία του οποίου ούτε ή ίδια του η οικογένεια δεν μπορούσε να συλλάβει. Η πρώτη που ανέφερε και προσέφερε τις επιστολές ήταν η παιδική φίλη της Ντίκινσον, Αμπάια Ρουτ. Προσέγγισε την Τοντ και της είπε πως «δεν είχε ξεχάσει ποτέ τις εξαιρετικές της εκθέσεις». (Leiter 384) Στη συνέχεια η Βίνι (Λαβίνια) και η Τοντ προσπάθησαν να βρουν τις επιστολές που ήταν διασκορπισμένες παντού και να τις «βγάλουν από τις κρυψώνες τους» (ο.π.) με μεγάλο κόπο. Όταν ο πρώτος τόμος των επιστολών κυκλοφόρησε το 1894, το κοινό δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα και πουλήθηκαν ελάχιστα αντίτυπα. 12 χρόνια αργότερα, η επόμενη εκτεταμένη έκδοση προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και ένας κριτικός της Boston Transcript έγραψε πως αποτελούσαν «κασετίνα με πολύτιμους λίθους. Ούτε ένα κοχύλι, μόνο μαργαριτάρια. Φράσεις που είναι ποιήματα σε σύνοψη». (339) 

Τι κάνει τις επιστολές τόσο σημαντικές; Πέρα από το γεγονός πως χρονικά καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και παρέχουν πληροφορίες — όσες επιθυμεί η Ντίκινσον — στους παραλήπτες — αναγνώστες της, αποτυπώνουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της, περιγράφουν με ευγλωττία και παραστατικότητα τις καθημερινές της φοβίες, τις προσωπικές της μάχες, τις ήττες και τις νίκες της, τη σταδιακή της απομάκρυνση από τον υπόλοιπο κόσμο, τη χαρά και την απόγνωσή της, τον κυκλοθυμικό της χαρακτήρα. Δεδομένου πως από το 1860 δεν έβγαινε από το σπίτι του Πατέρα της, οι επιστολές αποτελούσαν για εκείνη τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας με τους εκλεκτούς της, τον ομφάλιο λώρο της με την κοινωνία. Άλλες ήταν πολυσέλιδες, δυσνόητες επιστολές με τις οποίες ζητούσε λογοτεχνική επιβράβευση ή ενθάρρυνση, άλλες ήταν τρυφερές επικλήσεις για πνευματική συντροφικότητα, επιβεβαίωση πως υπήρχε κάπου μια αδελφή ψυχή που δεν θα την ξεχνούσε. Άλλες ήταν σημειώματα που συνόδευαν ανθοδέσμες, φρούτα, γλυκίσματα και αρκετές αντικαθιστούσαν ό,τι δεν ήταν σε θέση να δώσει στους παραλήπτες. Στις εξαδέλφες της, όταν πέθανε ο πατέρας τους, έγραψε πως αφού δεν μπορεί να προσευχηθεί, τραγουδά για εκείνες και τους στέλνει ένα ποίημα. Ο κάθε παραλήπτης ικανοποιούσε και κάποια διαφορετική πνευματική ή συναισθηματική της ανάγκη και γι' αυτό η ίδια επιζητούσε να κάνει την ανάλογη εντύπωση και υιοθετούσε και το αντίστοιχο ύφος. Όταν έγραφε στον Χίγκινσον, τον εκδότη του Μηνιαίου Ατλαντικού και μέντορά της για περίπου μια εικοσαετία, για παράδειγμα, ο τόνος της ήταν αφελής, προέτασσε την υποτιθέμενη ελλιπή της μόρφωση και την απειρία της υποβιβάζοντας την πραγματική της διάνοια για να κολακεύσει τον εγωισμό του και να διατηρήσει την επαφή της με έναν άνθρωπο των γραμμάτων. Σε σημειώματα ή γράμματα στον ανιψιό της το ύφος της είναι απλό και παιχνιδιάρικο, ενώ απευθυνόμενη στις εξαδέλφες της εμφανίζεται λιγότερη επιφυλακτική. Ο αδελφός της, ο Όστιν, μετά τον θάνατό της «…χαμογελά. Λέει πως δίχως αμφιβολία η Έμιλυ υποκρινόταν σε εκείνες τις επιστολές, την ξέρει πολύ καλά, απ' την καλή κι απ' την ανάποδη, κανείς άλλος δεν την ξέρει τόσο καλά όσο αυτός». (Seawall) Δεν συμμερίζεται κανείς όμως εύκολα τη βεβαιότητά του, αφού όπως αποδεικνύεται διέφυγαν της προσοχής του όχι μόνο σημαντικά συμβάντα στη ζωή της μα και το μέγεθος της διάνοιάς της και του έργου της. Ωστόσο, η Έμιλυ πράγματι υιοθετούσε κάποια «πανούργα μεταμόρφωση». (Farr) και υποδυόταν κάποια πτυχή της προσωπικότητάς της κάθε φορά που έγραφε ανάλογα με τα συναισθήματα που επιθυμούσε να διεγείρει, την εντύπωση που ήθελε να δημιουργήσει, την αντίδραση που επεδίωκε να προκαλέσει.


Επιπλέον οι επιστολές θεωρούνται «το υφολογικό εργαστήριό της» (Leiter 340) κυρίως κατά τη δεκαετία του 1850. Αποτελούσαν το μέσο για την εξερεύνηση της ζωής και της ανάπτυξης δεξιοτήτων που θα έβρισκαν το δρόμο τους στην τέχνης της. Εκεί «εξερεύνησε τα λογοτεχνικά της αποθέματα και προσδιόρισε τη θεματολογία της, τον τόνο και τις καλλιτεχνικές στρατηγικές» (ο.π.) που θα χαρακτήριζαν την ποίησή της. 


Φρόσω Μαντά

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bianchi, Martha Dickinson. The Life and Letters of Emily Dickinson. New York: Biblo and Tannen, 1971.
Bingham, Millicent Todd. Emilly Dickinson's Home. New York: Harper's and Brothers Publishers, 1955.
Farr, Judith. The Passion of Emily Dickinson. Cambridge MA: Harvard University Press, 1992.
Leiter, Sharon: Critical Companion to Emily Dickinson. New York: Facts On File Books, 2006.
Martin, Wendy. The Cambridge Companion to Emily Dickinson. New York: Cambridge University Press, 2002.
Sewall, Richard B. The Life of Emily Dickinson. New York: Farrar, Straus, and Giroux, 1997.


               Επιστολή 29 προς τον Τζόελ Νόρκρος, 11 Ιανουαρίου 1850

Πολυαγαπημένε από όλους τους αγαπημένους Θείους.
    Ο Ύπνος με παρέσυρε μακριά, κι ένα όνειρο διάβηκε, ένα όνειρο πολύ αλλόκοτο, και περίεργο – ήταν ένα προειδοποιητικό όνειρο – Οφείλω να μην το κρύψω από αυτόν που τον αφορά – Ο Θεός να σε φυλάει άμα χωρατεύεις με οράματα τόσο παράξενα – το Πνεύμα της αγάπης σε θερμοπαρακαλεί – το Πνεύμα του φύλακα αγγέλου – και οι βοηθοί πάντες να σε κρατήσουν – και να σε εμποδίσουν να πέσεις! Κι ονειρεύτηκα – κι είδα μια συντροφιά που άνθρωπος να τη μετρήσει δεν μπορούσε – όλοι άντρες στη νιότη τους – όλοι δυνατοί κι ατρόμητοι – κι ούτε που αισθάνονταν το φορτίο τους λόγω της δύναμής τους – ούτε λιποψυχούσαν – ούτε κουράζονταν. Κάποιοι φρόντιζαν τα κοπάδια τους και κάποιοι άνοιγαν πανιά στη θάλασσα – κι ωστόσο άλλοι διατηρούσαν φανταχτερά καταστήματα, κι εξαπατούσαν τους αλαφρόμυαλους που πήγαιναν να ψωνίσουν. Έκαναν τη ζωή να μοιάζει με καλοκαιριάτικη μέρα – χόρευαν με τη συνοδεία του λαούτου – τραγουδούσαν στιχάκια από παλιά τραγούδια – κι οι κανάτες με το ροδαλό κρασί πήγαιναν κι έρχονταν – Κάποιος υποσχόταν να αγαπά τους φίλους του και κάποιος άλλος ορκιζόταν να μην υπεξαιρέσει χρήματα από κανένα φτωχό – κι ένας άντρας είπε ένα ψέμα στην ανιψιά του – όλοι αμάρτησαν – κι ωστόσο δεν έχασαν τις ζωές τους. Σύντομα κάτι άλλαξε – οι νέοι γέρασαν – τα κοπάδια απέμειναν δίχως ποιμένα – τα πλοία έπλεαν μοναχά – κι ο χορός σκόλασε – και το κρασοπότηρο ήταν αδειανό – κι η καλοκαιριάτικη μέρα ψύχρανε – Ω τρόμος στα πρόσωπα τότε! Ο Έμπορος ξερίζωσε τα μαλλιά του – κι ο Ποιμένας έτριξε τα δόντια του – κι ο Ναυτικός κρύφτηκε – και προσευχόταν να πεθάνει. Κάποιοι συνδαύλισαν τη πυρακτωμένη φωτιά – κάποιοι άνοιξαν το στόμα του σεισμού – οι αέρηδες κατηφόρισαν με δρασκελιές στη θάλασσα – κι οι όφεις σύρριξαν τρομακτικά. Ω πόσο πολύ τρόμαξα και φώναξα να δω ποιοι ήταν – που ανέμεναν μαρτύρια – αφουγκράστηκα – και μέσα από το λάκκο ανέβηκε η δική σου φωνή! Δεν μπορούσες να βγεις έξω είπες – καμία βοήθεια δεν έφτανε εκεί κάτω – εσύ το είχες κάνει αυτό το κακό στον εαυτό σου – σε παράτησα να πεθάνεις μοναχός – μα δεν μου έκρυψαν τίποτα από το έγκλημά σου – μια υπόσχεση δεν κράτησες στη γη – και τώρα ήταν πολύ αργά πια να εξιλεωθείς. Απορείς άραγε με τον πανικό μου – με κατηγορείς που έσπευσα να στο πω; Δεν ήταν όλα όνειρο – μα ξέρω πως θα βγει αληθινό παρεκτός κι αν πάψεις να αμαρτάνεις τώρα – δεν είναι πολύ αργά να κάνεις το σωστό. Καταλαβαίνεις άραγε τους υπαινιγμούς αναρωτιέμαι – μαντεύεις το νόημα – δεν ξύπνησε ακόμα μέσα σου η αλήθεια. Εσύ αλητήριε εκτός συναγωνισμού – απαράμιλλε δράστη εγκλημάτων – παλιοτόμαρο πρωτάκουστο – ένοχε διατάραξης της δημόσιας ειρήνης – «μουτζούρα και κενό της δημιουργίας»  — θερμαστή των κρατικών φυλακών – magnum bonum δότη υποσχέσεων – τσάτρα πάτρα παραβάτη υποσχέσεων — Ω πως αλλιώς να σε πω; Η κ. Κοντλ  θα σε αποκαλούσε «τζέντλεμαν» — αυτό μάλλον ακούγεται υπερβολικά καλό. Η κ. Πάρτινγκτον  «εξαίρετο τύπο» — ούτε αυτό στέκει– καλώ τη φύση ολόκληρη να σε γραπώσει – φωτιά να σε κάψει– νερό να σε πνίξει – το φως να σε σβήσει – θύελλες να σε σκίσουν — άγριοι λύκοι να σε κατασπαράξουν – κεραυνός να σε χτυπήσει – κι η βροντή να σε ζαβλακώσει – οι φίλοι να σ' εγκαταλείψουν – κι οι εχθροί να σιμώσουν κι οι αγχόνες να σείουν μα ποτέ να μην κρεμάσουν το σπίτι που μέσα του τριγυρνάς! Η ευχή μου να μην πιάσει – η κατάρα μου να καταδιώξει το σώμα που βαστά το πνεύμα σου! Οποιαδήποτε άλλη συμφορά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή θα αναζητηθεί και θα σου προωθηθεί άμεσα. Πως θα τις αντέξεις όλες – θα καταθλίψουν – και θα λυγίσουν τη ζωή από το βάρος τους άραγε; Μακάρι αυτά να έφταναν – μα δεν αποζητώ τέτοια αποτελέσματα – θα τα υποφέρεις σαν Σαλαμάνδρα. Θα τα δεχόσουν πιο ψύχραιμα κι απ¢ τον παλιομοδίτη το Δανιήλ. Ο σαρκασμός – ή ο χλευασμός του κόσμου σ' αγγίζει; «Κάψε φλόγα – ζέστη βράσε – απ' τη ζέστα φρύνε σκάσε– Σ' έχω πια καταραστεί – και καταραμένος να 'σαι». 
     Δεν θυμάσαι ένα γράμμα που επρόκειτο να λάβω όταν επέστρεψες στη Βοστόνη – πόσο μεγάλο και πόσο πλατύ –πόσο ψηλό – ή βαθύ πρέπει να είναι – πόσα βαγόνια έπρεπε να βουλιάξει – ή πόσες άμαξες να αναποδογυρίσει – ή το ταρακούνημα της γης όταν θα έφτανε – Δεν έχεις την παραμικρή θύμηση των καρδιών που θα αλάφρυνε – τα μάτια που θα σπίθιζαν και τη ζωή που θα κρατούσε περισσότερο με τη χαρά που θα έφερνε – μια πολύ ατυχής ανάμνηση – ο ιδιοκτήτης αξίζει τον οίκτο μας! Να είχες κουλό χέρι – ή τυφλό μάτι – θα μιλούσαμε για συμβιβασμό – μα έστειλες γράμμα στον πατέρα μου – γι αυτό δεν απομένει τίποτα άλλο παρά να παλέψουμε. Πόλεμος Κύριε –«η φωνή μου είναι για πόλεμο»  Θα ήθελες να δοκιμάσεις μια μονομαχία – ή μήπως είναι πολύ ήσυχη για τα γούστα σου – όπως και να χει θα σε σκοτώσω – και μπορείς να διευθετήσεις τις υποθέσεις σου έχοντας αυτό το τέλος στο μυαλό. Μπορείς να πάρεις Χλωροφόρμιο αν θες – και θα σε πάρω μακριά απ¢ το άγγιγμα του πόνου εν ριπή οφθαλμού. Η τελευταία μονομαχία δεν μου πήρε παραπάνω από πέντε λεπτά όλα κι όλα – συμπεριλαμβανομένου και του «τυλίγματος των σκεπασμάτων της κλίνης του γύρω του – και την παράδοσή του σε ευφραντικά όνειρα».  Οι νόμοι για το λιντσάρισμα περιλαμβάνουν αξιοθαύμαστες προβλέψεις για τις συζύγους – και τα ορφανά – για αυτό οι μονομαχίες τώρα μου φαίνονται αλλιώτικες. Θα λείψεις λίγο στον Θείο Λόρινγκ – και τη Θεία Λαβίνια στα σίγουρα – μα οι δοκιμασίες χτυπούν και τις καλύτερες των οικογενειών – και πιστεύω πως συνήθως συμβαίνουν για καλό – μας δίνουν νέες ιδέες – κι εκείνες δεν προσφέρονται για χλεύη. Πως είναι η υγεία σου και στο σώμα και στο μυαλό από τότε που ανέβηκες να μας δεις; Πως κοιμάσαι τα βράδια – μήπως σου κόπηκε η όρεξη; Αυτά είναι αλάθητα συμπτώματα, κι είπα απλά να ρωτήσω – δεν έκανα κανένα κακό ελπίζω. Το κακό είναι κάτι που πάντα σκοπεύω να κρατήσω σε απόσταση – μα με κάποιο τρόπο οι προθέσεις μου κι εγώ δεν συνηχούν όπως θα όφειλαν – ακόμα κι οι πέτρες που ρίχνω στα σκυλιά του γείτονά μου θα πετύχουν άλλους ανθρώπους– και δεν θα πετύχουν μόνο – αυτό είναι το ελάχιστο της υπόθεσης – μα επιμένουν να ρίχνουν το φταίξιμο σε μένα αντί στις πέτρες – και μου λένε πως πονάει το κεφάλι τους – ειλικρινά αυτή είναι η μεγαλύτερη κουταμάρα στα χρονικά. Θα ταίριαζε σε μια ιστορία που διάβασα – κάποιος σημάδεψε έναν άλλο με ένα γεμάτο όπλο – κι αυτό τον πυροβόλησε κι εκείνος πέθανε – κι οι άνθρωποι πέταξαν τον ιδιοκτήτη του όπλου στη φυλακή – και στη συνέχεια τον κρέμασαν για φόνο. Ένα ακόμα θύμα της παρανόησης της κοινωνίας, τίποτα άλλο – τέτοια πράγματα δεν πρέπει να επιτρέπονται – σίγουρα αξίζει να ζεις σε ένα τόσο ηλίθιο κόσμο όσο αξίζει κι ο λαιμός κάποιου – και προκαλεί κάματο. Η ζωή δεν είναι ό,τι δηλώνει. Τώρα όταν μπω στο δωμάτιο σου και ξεριζώσω την καρδιά σου για να πεθάνεις – σε σκοτώνω – κρέμασέ με αν θες – μα αν σε μαχαιρώσω ενώ κοιμάσαι το στιλέτο θα φταίει – δεν είναι δική μου δουλειά – δεν έχεις δικαίωμα να με κατηγορήσεις γι' αυτό περισσότερο απ' όσο θα είχες για οποιοδήποτε άλλο πράγμα μπορώ να σκεφτώ. Πιστεύω ακράδαντα — και ελπίζω ειλικρινά – πως κι οι δυο καταλαβαίνουμε και τη θανατική ποινή, και ο ένας τον άλλον γιατί είναι τόσο κουραστικό να σε λογαριάζουν από λάθος κατάστιχα όταν τα σωστά είναι άφαντα.
    Οι φίλοι σου στην πόλη είναι ακέραιοι – ή ήταν στον τελευταίο απολογισμό – αν και έχω αρκετές μέρες να πάω στους Κέλογκ. Ωστόσο, δεν έχω δει ούτε τον Γιατρό ούτε τον Νεκροθάφτη εδώ γύρω, και έτσι θα αναλάβω την τρομερή ευθύνη να σε διαβεβαιώσω πως είναι ζωντανοί, και υγιείς. Θα αντιληφθείς πως το σύνολο αντιπροσωπεύει το μέρος εδώ πέρα – όντας μια από εκείνες τις δεντρογαλιαστικές υποθέσεις που θα ήταν καλύτερα να αφήσουμε την τσαπατσουλιά στην ησυχία της. Δεν βρήκες τη Σουζάνα σου ακόμα; «Τα ρόδα θα μαραθούν –ο καιρός γρήγορα περνά – Κυρά της Ομορφιάς»  Γνωρίζεις ολόκληρο τον ύμνο με το παραπάνω οπότε δεν χρειάζεται να σου τον θυμίζω εγώ. Το Άμχερστ σφύζει από διασκέδαση αυτόν το χειμώνα – μακάρι να ήσουν εδώ να δεις! Οι βόλτες με τα έλκηθρα είναι όσες κι άνθρωποι – γεγονός που φέρνει στο μυαλό μου την ιδέα της πολύ άφθονης αφθονίας. Πως θα σου φανεί η εικόνα, δεν με νοιάζει καθόλου – μα υποθέτω πως μπορείς να δεις την ομοιότητα αν της ρίξεις το κατάλληλο φως. Τα πάρτι δεν χορταίνουν διασκέδαση – επειδή όλοι οι καλοί είναι πιασμένοι για να παραστούν σε χορούς από μια βδομάδα πριν – μορφονιοί διατίθενται κατά παραγγελίαν – οι κορασίδες χαμογελούν σαν τα πρωινά του Ιουνίου — Ω! τι σπουδαία πόλη είναι αυτή! Ο Χορός – «μα πολύ σπουδαιότερη είναι ετούτη ». «Ώρα απ' το πρόσχαρο κύπελλο να πιούμε», κ.τ.λ. Εσύ είσαι λάτρης του τραγουδιού — νομίζω – και με εντατική και φιλόπονη εξάσκηση μπορεί και να τα μάθεις αυτά τα δυο πριν σε ξαναδώ. Η άσκηση δεν έβλαψε ποτέ κανένα – και δεν πρόκειται να αρχίσει τώρα.
    Καλά είστε όλοι – πως είναι τα παιδιά – παρακαλώ δώσε την αγάπη όλου του δικού μας σπιτικού σε όλα τα μέλη της δικού σου. Μην εξαιρέσεις τον Ξάδερφο Άλμπερτ εκ μέρους μου! Η Βίνι ήρθε να σε δει – έγραψε τι εξαίσια πέρασε. Νιώθουμε μοναξιά χωρίς αυτήν – ελπίζουμε να αντέξουμε μέχρι να γυρίσει. Θα μου γράψεις πριν πας προς τα κει; Επικοινωνία οποιασδήποτε μορφής θα γίνει δεκτή με ευγνωμοσύνη.
Εμιλί – Πιστεύω.
Τα ευγενή μου σέβη στους κυρίους – Γουάιτ – και Λίβιτ.  Οι εκλεκτότερες ουράνιες ευλογίες ας τους ακολουθούν — και το κακό ας προσπερνά χωρίς να στρίβει ούτε από τη δεξιά – ούτε από την αριστερά. Πρέπει να την προσέχουμε ιδιαιτέρως την αριστερά χείρα – καθώς οι πιθανότητες να βρίσκονται εκεί είναι περισσότερες. «Ο Θεός να σας ευλογεί» στο Γουίλιαμ Χάσκελ – και αβρά μηνύματα σε όλους τους υπόλοιπους φίλους μου.
     Ο Όστιν για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν πήγε στη Βοστόνη. Έφαγε σχεδόν ολόκληρες τις διακοπές του διαβάζοντας την Ιστορία του Χιούμ – που σχεδόν τον αποτέλειωσε.
[...]

                 
         Επιστολή 30 προς την Τζέιν Χάμφρεϊ, 23 Ιανουαρίου 1850

Αγαπημένη Τζέιν.
      Σου έχω γράψει ένα σωρό γράμματα από τότε που έφυγες – όχι απ' τα γράμματα που πάνε σε ταχυδρομεία – και ταξιδεύουν σε ταχυδρομικούς σάκους – μα αλλόκοτα – μικρά σιωπηλά γράμματα – πλημμυρισμένα τρυφερότητα – και γεμάτα αυτοπεποίθηση – ωστόσο, χωρίς απόδειξη ύπαρξης για σένα – συνεπώς άκυρα – σίγουρα δεν θα τα απαντήσεις – και θα απαντούσες σε γράμματα από χαρτί, και μελάνι – θα δοκιμάσω κι εγώ ένα τέτοιο – αν και δεν θα έχει ούτε τη μισή αξία των άλλων. Εκείνα τα έγραφα νύχτα – όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος κοιμόταν – όταν μόνο ο Θεός έμπαινε ανάμεσά μας – και δεν μας άκουγε ψυχή. Λόγος να κλείσω την πόρτα κανένας — ούτε να ψιθυρίζω ντροπαλά – ούτε να φοβάμαι μήπως και μας πάρει το αυτί αυτών που αφουγκράζονται – γιατί το σκότος τους κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του για να μην ανακατευτούν – και τα μπράτσα του είναι ρωμαλέα και στιβαρά. Δεν ήξερα αν κάπου—κάπου ξαγρυπνούσες – κι έλπιζα να 'γραφες μ' αυτή την πένα του πνεύματος – και σε ουράνιο χαρτί. Το έκανες άραγε ποτέ – κι ήμασταν μαζί κάποιο απ' αυτά τα βράδια; Σ' αγαπώ αλήθεια – και σε θυμάμαι Τζέιν – και προσπάθησα να σε πείσω για αυτό με τα μάτια – μα δεν είναι εύκολο να προσπαθήσω έτσι όπως είμαστε τώρα στο σπίτι – η Βίνι μακριά – και τα χέρια μου μόνο δυο – όχι τέσσερα, ή πέντε όπως έπρεπε να είναι – και τόσες πολλές ανάγκες – κι εγώ τόσο πολύ βολική — κι ο χρόνος μου τόσο ασήμαντος – και το γράψιμό μου τόσο περιττό – και κατέληξα όντως στο συμπέρασμα πως μάλλον θα ήμουν κακούργα άνευ προηγουμένου αν χρησιμοποιούσα έστω κι ένα κλάσμα δευτερολέπτου για έναν τόσο ανόσιο σκοπό όπως το να γράψω ένα φιλικό γράμμα – γιατί τι ανάγκη είχα εγώ από συμπαράσταση – ή πολύ λιγότερο από τρυφερότητα – και ποιος να τ' ακούσει – από φίλους – το νου σου στο σπίτι – και το φαγητό – σκούπισε αν νιώθεις κακοδιάθετη – τίποτα πιο δυναμωτικό από την άσκηση – πιο αναζωογονητικό – αρωγός στην απομάκρυνση τέτοιων ανοησιών – η δουλειά μας δυναμώνει, και μας φτιάχνει το κέφι – κι αν πεις για την κοινωνία ποια γειτονιά τόσο γεμάτη όσο η δική μου; Οι κουτσοί – οι χωλοί – κι οι τυφλοί – οι γέροι – οι αρρωστιάρηδες – οι κατάκοιτοι – κι οι υπέργηροι — οι άσχημοι, κι οι ενοχλητικοί – οι απόλυτα μισητοί για μένα – όλοι αυτοί εδώ να τους δεις – και να σε δουν – μια ευκαιρία σπάνια ν' αποκτήσω πραότητα — κι υπομονή – κι υποταγή – και για να γυρίσω την πλάτη μου σ' αυτόν τον πολύ αμαρτωλό, και φαύλο κόσμο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ρέπω σε άλλα πράγματα – κι ο Σατανάς τα καλύπτει με λουλούδια, κι απλώνω το χέρι να τα κόψω. Το μονοπάτι του καθήκοντος φαντάζει πράγματι ιδιαιτέρως απεχθές – και το μέρος που επιθυμώ να πάω πολύ πιο ευχάριστο – πολύ περισσότερο – είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις το λάθος παρά το σωστό, πόσο πολύ πιο απολαυστικό να είσαι σατανικός παρά καλός, δεν απορώ που οι καλοί άγγελοι κλαίνε – κι οι κακοί τραγουδάνε. Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που σε είδα Τζέιν – κι ειλικρινά μου λείπεις αληθινά – οι μέρες θα κυλούσαν ταχύτερα αν βρισκόσουν εσύ στο τέλος τους– κι αν μπορούσα να δω την κουκούλα της κάπας σου σίγουρα θα αισθανόμουν καλύτερα – πόσο θα 'θελα να ήσουν εδώ. Ο χρόνος κύλησε τόσο γρήγορα που δεν είχαμε χρόνο να σκεφτούμε – αν το 'ξερα πως θα σε έπαιρνε μαζί του θα είχα οπωσδήποτε σκεφτεί. Μόνο ένα πολύ αργά ακόμα να το βάλω με τα υπόλοιπα – ένα ακόμα να με κατηγορεί – και να με κοιτάζει λυπημένα με μεγάλα – σκοτεινά μάτια – και θα υπάρξουν κι άλλα – κι άλλα αν ζήσουμε και συμβάλουμε στην πραγματοποίησή τους. Ήταν τόσο ευχάριστο να σ' έχω εδώ – να ξέρω πως θα μπορούσα να σε δω – ώστε βούλιαξα σε μια αποχαύνωση — και δεν ήξερα – δεν νοιαζόμουν – ούτε σκεφτόμουν πως δεν θα μπορώ να σε βλέπω πάντα — κι ενώ εγώ κοιμόμουν εσύ ξεθώριασες και χάθηκες πολύ μακριά – κι όταν ξύπνησα είχες φύγει. «Μα που είμαι – πως ήρθα εδώ – ποιος με έβαλε μέσα – ποιος θα με βγάλει έξω – που είναι ο υπηρέτης μου – που είναι οι φίλοι μου – δεν έχεις κανένα». Ο ίδιος ο αθάνατος Πίκγουικ  δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατάπληκτος από εμένα όταν βρέθηκε ψυχή τε – και σώματι και – πνεύμα στο μαντρί που είναι ο εαυτός μου όταν μου είπαν πως αυτή έφυγε – έφυγε! Έφυγε πως – ή που – ή γιατί – ποιος την είδε να φεύγει – βοήθεια – κρατήστε – δέστε – και φρουρήστε την – βάλτε την στις Κρατικές — φυλακές – στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα – βγάλτε το μαστίγιο με τις μακριές άκρες – πεδικλώστε της τα πόδια – και δώστε της αρκετές καμτσικιές και κάντε την να μετανιώσει πικρά που έφυγε. Λένε πως διδάσκεις στο Γουόρεν – είσαι ευτυχισμένη – και ξέρω πως είσαι καλή – γιατί κανείς άλλος εκτός από τους καλούς δεν είναι ευτυχισμένος – αποφεύγεις την οδό του πειρασμού – αποφεύγεις εκείνον που σε βάζει σε πειρασμό — δεν σκόπευα να σε κάνω κακό κορίτσι – μα εγώ ήμουν – και είμαι – και θα είμαι – κι ήμουν μαζί σου τόσο πολύ που ήταν αναπόφευκτο να σε μολύνω. Αισθάνεσαι ποτέ μοναξιά στο Γουόρεν – αισθάνεσαι μόνη χωρίς εμένα – που είμαι πολύ μόνη αυτό είναι σίγουρο – μα θέλω να ξέρω.
     Η Βίνι ξέρεις πως λείπει – και είναι ξεκάθαρο πως νιώθω μοναξιά – είμαι μόνη – ολομόναχη. Έγραψε πως έλαβε νέα σου – και σου έγραψε κι η ίδια – σου είπε πως νοσταλγεί το σπίτι; ήξερε πως τα γράμματά της σε μένα θα ήταν οικογενειακές υποθέσεις – και δεν μπορεί να μου πει τίποτα απολύτως – δεν τολμά άλλωστε – κι ούτε θα 'θελα να το κάνει. Όταν έμαθα πως η Βίνι έπρεπε να φύγει, γαντζώθηκα σε σένα σαν την πάντοτε πιο αγαπημένη μου φίλη – μα όταν άνοιξε ο τάφος – και σας κατάπιε και τις δυο – άρχισα τη μουρμούρα – και θεώρησα πως είχα το δικαίωμα να το κάνω – κι ούτε — έχω αλλάξει γνώμη ακόμα. Μου αρέσει να είμαι στριμμένη – και πιεστική – κι ανάποδη – έπειτα θυμάμαι εσένα – και νιώθω πως κάνω το σωστό για σένα κατά κάποιο τρόπο – και για μένα – γεγονός που ξαλαφρώνει τη συνείδησή μου μια χαρά. Ω αποκρουστικέ χρόνε – και χώρε – και ποταπό οικοτροφείο που προσπαθείς να μας κρατήσεις χώρια – γέλα τώρα αν κάνεις κέφι – μα στο μέλλον θα ουρλιάζεις! Οχτώ βδομάδες να με τσιγκλάνε με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά τους – πόσο τις μισώ – και πως θα ¡θελα να τις βλάψω! Είναι διεστραμμένο να μιλώ έτσι Τζέιν – τι μπορώ να πω, πως δεν είναι; Εκ διεστραμμένης καρδίας διεστραμμένοι λόγοι εξέρχονται– ας την καθαρίσουμε σαρώνοντάς την – κι ας τη ξεσκονίσουμε να φύγουν οι αράχνες – και να τη στολίσουμε — και να την ετοιμάσουμε για τον Κύριο! Ένα σωρό πράγματα συμβαίνουν αυτόν τον καιρό — οι δυο τελευταίες εβδομάδες ξεχείλιζαν από διασκέδαση. Ο Όστιν αγωνιζόταν να διαβάσει την Ιστορία του Χιουμ – κι η ολοκλήρωση της ανάγνωσης σηματοδότησε γενικευμένο πανδαιμόνιο. Η εκστρατεία ξεκίνησε με μια βόλτα με έλκηθρα με ένα πολύ μεγαλοπρεπές σχέδιο στο οποίο η αγαπημένη μου Τζέιν θα είχε συμπεριληφθεί με μεγάλη χαρά – αν βρισκόταν στην πόλη – μια δεκαμελής ομάδα από εδώ συνάντησε μια ισάριθμη ομάδα από το Γκρίνφιλντ – στον αγρό Σάουθ—Ντίρφιλντ το βράδυ μετά την Πρωτοχρονιά – και κάναμε τρέλες – παιχνίδια με γρίφους — σεργιάνι επ' αόριστον – μουσική – συζήτηση – και βραδινό – που παρατέθηκε με το πλέον μοντέρνο στιλ• γυρίσαμε σπίτι στις δύο – και δεν μας πείραξε καθόλου αυτό το επόμενο πρωί – γεγονός που όλοι θεωρήσαμε πολύ αξιόλογο. Τη σκυτάλη πήραν δραματικές σκηνές στο σπίτι του Προέδρου – μια παρέα Παγοδρόμων ακολούθησε κατά πόδας – και τελευταίες και καταϊδρωμένες αρκετές ευχάριστες κοινωνικές συγκεντρώσεις. Και που να σου πω και για το πάρτι universale στο σπίτι του Σίντνει Άνταμς –κι ένα confindentiale στο σπίτι του Τεμπ Λίνελ. Πόσο μας λείπει η φίλη μας όταν τα κάνουμε όλα αυτά! Θα τα αντάλλαζα όλα ευχαρίστως για μια βραδιά συζήτησης με τις φίλες που αγαπώ – μα δεν είναι δυνατό. Αν έπιαναν όλες οι προσευχές μας δεν θα ¡χαμε και τίποτα για να προσευχηθούμε – πρέπει να «υποφέρουμε – και να είμαστε δυνατοί».  Θα είμαστε άραγε δυνατοί – τα δεινά δεν θα εξασθενίσουν αυτήν την ανθρώπινη ύπαρξη – δυναμώνει ναι μα όχι εμάς – μα ό,τι έδωσε ο Θεός, κι ότι θα μας πάρει— πενθούν τα σώματά μας φωναχτά. Δεν ξέρουμε πως αυτός είναι ο Θεός – και θα προσπαθήσουμε να μείνουμε ατάραχοι – αν κι εμείς στα αλήθεια θα προτιμούσαμε να παραπονεθούμε. Ο Σύλλογος Κοπτικής και Ραπτικής άρχισε τις εργασίες του ξανά – και πραγματοποίησε την πρώτη του σύσκεψη την περασμένη εβδομάδα – τώρα όλοι οι φτωχοί θα λάβουν βοήθεια – εκείνοι που κρυώνουν θα ζεσταθούν – εκείνοι που ζεσταίνονται θα δροσιστούν – οι πεινασμένοι θα χορτάσουν — οι διψασμένοι θα ξεδιψάσουν – οι κουρελιάρηδες θα ντυθούν – και τούτος ο ταλαίπωρος — αναποδογυρισμένος κόσμος θα ξανασταθεί στα πόδια του με την αρωγή τους – γεγονός που θα μας ευχαριστήσει λίαν όλους. Δεν παρευρίσκομαι – παρά την απόλυτη επιδοκιμασία μου — γεγονός που πρέπει να σπαζοκεφαλιάζει σφόδρα το κοινό. Έχω ήδη καταγραφεί ως ένα από αυτά τα καντήλια που έχουν σχεδόν σβήσει– και πολλοί προσεύχονται για την σκληροκαρδία μου. Ο Σπένσερ βελτιώνεται με αργούς ρυθμούς – είπε πως έλαβε νέα σου πριν λίγο καιρό – κι έδειχνε πολύ ικανοποιημένος. Κι η Άμπι Χάσκελ είναι πολύ καλύτερα — πιστεύω ειλικρινά πως θα ζήσουν παρά τον «άγγελο του θανάτου». Τον Τόλμαν δεν τον είδα –υποθέτω πως ακόμα μαραζώνει — και δεν μπορώ να πω πως τον κατηγορώ βάσει των δεδομένων της υπόθεσης. Δεν θα σου πω τι τον βασανίζει – γιατί είναι προσωπικό θέμα – και δεν θα πρέπει να ξέρεις! Πως μπορείς να είσαι τόσο άσπλαχνη Τζέιν – θα τον σκοτώσει σίγουρα – και θα το 'χεις βάρος εσύ αν γίνει. Γράψε μου σύντομα αγάπη μου!
                                                                                                    Πολύ ειλικρινά δική σου

             Επιστολή 34 προς τον Τζορτζ Γκουλντ, Φεβρουάριος του 1850

Magnum bonum,  τσάτρα—πάτρα, διαβόλια et τριβόλια, et επιστράτευση σε πόλεμουμ, ο άνθρωπος αναμορφώνουμ, η ζωή τέλειουμ, mundum  αλλάζουμ, όλα τα πράγματα πετούμ;
    Κύριε, επιθυμώ μια συνομιλία συναντήστε με την ανατολή, ή το λιόγερμα ή τη νέα σελήνη – το μέρος είναι επουσιώδες. Στα χρυσά, ή στην πορφύρα, ή σε τσουβάλι – αδιαφορώ για την περιβολή. Με σπαθί, ή με πένα, ή με αλέτρι – τα όπλα δεν πιάνουν μία μπροστά στον χειριστή. Με άμαξα, ή με κάρο, ή με τα πόδια, το όχημα χώρια απ' τον άντρα. Με την ψυχή, ή το πνεύμα, ή το σώμα, όλα το ίδιο μου κάνουν. Με οικοδεσπότη ή δίχως, στη λιακάδα ή στην καταιγίδα, στον ουρανό ή στη γη, με κάποιο τρόπο ή με κανένα τρόπο – προτείνω, κύριε, να σας δω.
    Και όχι απλά να δω, μα μια κουβεντούλα, κύριε, ή ένα τετ—α—τετ, μια συνομιλία, μια ανάμιξη αντιθέτων διανοιών είναι αυτό που προτείνω να κάνουμε. Νιώθω κύριε πως θα συμφωνήσουμε. Θα είμαστε ο Δαβίδ και ο Ιωνάθαν, ή ο Δάμων και ο Φιντίας, ή ακόμα καλύτερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Θα συζητήσουμε διεξοδικά αυτά που μάθαμε στις γεωγραφίες μας, κι ακούσαμε από τον άμβωνα, τον τύπο και το Κατηχητικό.
     Αυτή είναι έντονη γλώσσα κύριε, μα παρόλα αυτά αληθινή. Για αυτό ζήτω η Βόρεια Καρολίνα, μιας και βρισκόμαστε σ' αυτό το σημείο.
    Η φιλία μας κύριε, θα αντέξει μέχρι ο ήλιος κι η σελήνη να μην φτάνουν άλλο πια στη χάση τους, μέχρι να δύσουν τα άστρα, και τα θύματα να εγερθούν για να λαμπρύνουν την ύστατη θυσία. Θα είμαστε άμεσοι, εντός εποχής, εκτός εποχής, θα φροντίζουμε, περιποιούμαστε, λατρεύουμε, καταπραΰνουμε, προσέχουμε, υπηρετούμε, αμφιβάλλουμε, απέχουμε, αναμορφώνουμε, ανυψώνουμε, καθοδηγούμε. Όλα τα εκλεκτά πνεύματα όσο μακρινά κι αν είναι, είναι δικά μας, δικά μας δικά τους• υπάρχει ένα ρίγος συμπάθειας – μια κυκλοφορία αμοιβαιότητας – cognationem inter nos!  Είμαι η Ιουδίθ η ηρωίδα των Απόκρυφων, κι εσείς ο ρήτορας της Εφέσου.
    Αυτό το αποκαλούν μεταφορά στη χώρα μας. Μην τη φοβάστε, κύριε, δεν δαγκώνει. Αλλά αν ήταν ο Κάρλο  μου! Ο Σκύλος είναι η ευγενέστερη μορφή Τέχνης, κύριε. Μπορώ να πω με κάθε ασφάλεια η πιο ευγενής – τα δίκια της κυράς του διαφεντεύει – παρόλο που τη ζήση του ξοδεύει – παρόλο που στο θάνατο οδεύει!
    Μα ο κόσμος κοιμάται εν αγνοία και σφάλματι, κύριε, κι εμείς πρέπει να είμαστε κοκόρια που λαλούν, και κορυδαλλοί που κελαηδάνε, κι ένας ανατέλλων ήλιος για να τον ξυπνήσει, αλλιώς θα ξεριζώσουμε την κοινωνία, και θα την φυτέψουμε σε ένα διαφορετικό μέρος. Θα χτίσουμε Πτωχοκομεία, και υπερβατικές Κρατικές Φυλακές, και ικριώματα – μ' ένα φύσημα θα σβήσουμε τον ήλιο, και τη σελήνη, και θα ενθαρρύνουμε τις εφευρέσεις. Το Άλφα θα φιλήσει το Ωμέγα – έφιπποι θα ανέβουμε το λόφο της δόξας – Αλληλούια, χαιρετήστε όλοι!
                                                                                                             Αληθινά δική σας,
                                                                                                                              Σ.

        Επιστολή 77 προς τη Σούζαν Γκίλμπερτ, πιθανόν Φεβρουάριος 1852

Ευχαριστώ τις αγαπημένες μικρές χιονονιφάδες, που πέφτουν σήμερα και όχι κάποια αδιάφορη καθημερινή, όταν ο κόσμος και οι φροντίδες του κόσμου θα έβαζαν τα δυνατά τους να με κρατήσουν μακριά από τη φευγάτη μου φίλη — κι ευχαριστώ κι εσένα, αγαπημένη μου Σούζι, που δεν κουράζεσαι ποτέ από μένα, ή τουλάχιστον ποτέ δεν μου το λες, και που όταν ο κόσμος είναι ψυχρός, κι η καταιγίδα αναστενάζει τόσο μελαγχολικά, είμαι βέβαιη πως έχω ένα γλυκό καταφύγιο, ένα κρησφύγετο από την καταιγίδα! Χτυπούν οι καμπάνες, Σούζι, στο βορά και στην ανατολή, και στο νότο, κι η καμπάνα του δικού σου χωριού, κι οι άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, ανυπομονούν να πάνε στην εκκλησία• εσύ μην πας Σούζι, όχι στη δική τους συνάθροιση, μα έλα μαζί μου αυτό το πρωινό στην εκκλησία μες στις καρδιές μας, εκεί που οι καμπάνες δεν σταματούν να χτυπούν, κι ο ιεροκήρυκας που τον λένε Αγάπη – θα μεσολαβήσει εκεί για εμάς!
    Θα πάνε όλοι εκτός από εμένα, στο συνηθισμένο οίκο συνάθροισης, να ακούσουν το συνηθισμένο κήρυγμα• η δριμύτητα της καταιγίδας είχε την ευγένεια να με καθηλώσει• και καθώς κάθομαι εδώ Σούζι, μόνη με τους αέρηδες κι εσένα, νιώθω βασιλικά όπως παλιά κι ακόμα περισσότερο, επειδή γνωρίζω πως ούτε φτωχοδιάβολος δεν θα εισβάλει σε αυτή τη μοναξιά, αυτή τη δικιά μας γλυκιά Κυριακή. Και σε ευχαριστώ για το πολυάκριβό σου γράμμα, που ήρθε τη νύχτα του Σαββάτου, όταν όλος ο κόσμος ήταν ασάλευτος σε ευχαριστώ για την αγάπη που μου έφερε, και για τις χρυσαφένιες του σκέψεις, και τα αισθήματα πετράδια απαράλλακτα, που ήμουν σίγουρη πως μάζεψα ολόκληρα καλάθια με μαργαριτάρια! Θρηνώ αυτό το πρωινό, Σούζι, που δεν έχω κανένα γλυκό ηλιοβασίλεμα πρόχειρο να σου επιχρυσώσω μια σελίδα, ούτε κανέναν όρμο τόσο γαλάζιο – ούτε καν μια καμαρούλα ψηλά—ψηλά πάνω στον ουρανό, σαν τη δική σου, να μου δώσει ουράνιες σκέψεις, να τις δώσω σ' εσένα. Ξέρεις πως πρέπει να σου γράψω, κάτω, κάτω στο γήινο πεδίο – κανένα ηλιοβασίλεμα εδώ, κανένα άστρο ούτε καν ένα κομμάτι λυκόφως να μπορέσω να το κάνω ποίημα – και να σου στείλω! Ωστόσο, Σούζι, θα υπάρχει ρομάντζο στο ταξίδι του γράμματος σε σένα – σκέψου τους λόφους και τα λαγκάδια, και τα ποτάμια που θα περάσει, και τους οδηγούς και τους επόπτες της αμαξοστοιχίας που θα σπεύσουν να στο φέρουν• και πες μου δεν θα είναι ένα ποίημα απ' αυτά που όμοιό του δεν γράφεται; Σε σκέφτομαι αγαπημένη Σούζι, τώρα, δεν ξέρω πως ή γιατί, αλλά όλο και πιο τρυφερά με το πέρασμα κάθε μέρας, κι ο γλυκός μήνας της υπόσχεσης σιμώνει όλο και πιο πολύ• κι ο Ιούλιος μου φαίνεται τόσο αλλιώτικος – κάποτε φαινόταν στεγνωμένος και ξερός – και καθόλου δεν τον αγαπούσα λόγω της ζέστης του και της σκόνης• μα τώρα Σούζι, ο μήνας όλου του χρόνου ο καλύτερος• προσπερνώ τις βιολέτες – και την πρωινή δροσιά, και το πρώιμο Ρόδο και τους Κοκκινολαίμηδες• θα τα ανταλλάξω όλα αυτά με την λάβρα και την καυτή μεσημβρία, όταν θα μπορώ να μετρώ τις ώρες και τα λεπτά μέχρι να έρθεις – Ω Σούζι, συχνά σκέφτομαι πως θα δοκιμάσω να σου πω πόσο πολύ πολύτιμη είσαι, και πως όλο σε ψάχνω, μα οι λέξεις δεν έρχονται, αν κι έρχονται τα δάκρυα, και κάθομαι απογοητευμένη – ωστόσο λατρεμένη μου, τα ξέρεις όλα αυτά – τότε γιατί προσπαθώ να σου τα πω; Δεν ξέρω μα όταν σκέπτομαι τους αγαπημένους μου, χάνεται όλη μου η λογική, και πράγματι φοβάμαι μερικές φορές πως πρέπει να φτιάξω ένα νοσοκομείο για τους αθεράπευτα παράφρονες, και να με αλυσοδένω εκεί κάτι τέτοιες στιγμές, για να μην σε πληγώσω.
    Πάντα όταν λάμπει ο ήλιος, και πάντα όταν έχουμε καταιγίδα, και πάντα πάντα Σούζι, σε θυμόμαστε, και τι άλλο υπάρχει εκτός από το να θυμόμαστε; Δεν θα σου πω, επειδή ξέρεις! [...] Αγαπημένη μου Σούζι, όλα σου τα γράμματα περιέχουν πράγματα γλυκά και πολλά για τα οποία θα μπορούσα να μιλήσω, μα ο χρόνος λέει όχι – ωστόσο μην νομίζεις πως τα ξεχνώ – Ω όχι – είναι ασφαλή στο σεντουκάκι τους που δεν μαρτυρά τα μυστικά τους — δεν τα φτάνει ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά – μα όταν η ώρα που ονειρευόμαστε – φτάσει – τότε Σούζι, υπόσχομαι να τα φέρω, και θα περάσουμε ώρες φλυαρώντας και φλυαρώντας για αυτά – εκείνες οι πολύτιμες θύμησες φίλων – πόσο τις αγαπούσα, και πόσο τις αγαπώ τώρα – τίποτα εκτός από τη Σούζι την ίδια δεν μου είναι ούτε κατά το ήμισυ τόσο αγαπητό. Σούζι δεν σε ρώτησα αν είσαι εύθυμη και καλά – και δεν μπορώ να σκεφτώ γιατί, εκτός από το ότι υπάρχει κάτι αέναο σε εκείνους που πολυαγαπάμε, αθάνατη ζωή και σφρίγος• πράγματι μοιάζει πως όλες οι αρρώστιες και συμφορές, θα τρέπονταν σε φυγή, δεν θα αποτολμούσαν να τους βλάψουν, και Σούζι, παρόλο που σε παίρνουν από εμένα, σε κατατάσσω με τους αγγέλους, και ξέρεις η Βίβλος μας λέει – «οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον».  Μα αγαπημένη Σούζι, είσαι καλά, και γαλήνια, γιατί δεν θέλω να σε κάνω να κλάψεις λέγοντας, είσαι ευτυχισμένη; Μην δίνεις σημασία στη μουτζούρα, Σούζι. Είναι επειδή δεν κράτησα την αργία της Κυριακής!
…...


    Ποιος σ' αγαπά περισσότερο, και σ' αγαπά καλύτερα, και σε σκέφτεται όταν οι άλλοι αναπαύονται;
                                                                                                           Αυτή είναι η Εμιλί—
           
Επιστολή 184 προς τον Τζον Γκρέιβς, τέλος Απριλίου 1856

Είναι Κυριακή – τώρα – Τζον – κι όλοι έχουν πάει στην εκκλησία – οι άμαξες πάει πέρασαν, κι εγώ βγήκα στο φρέσκο γρασίδι να ακούσω τα τροπάρια.
    Τρεις τέσσερις από τις Κότες μας μ' ακολούθησαν, και καθίσαμε πλάι—πλάι – κι ενώ κακαρίζουν και ψιθυρίζουν, θα σου πω τι βλέπω σήμερα, και τι εύχομαι να 'βλεπες κι εσύ –
    Θυμάσαι τον ετοιμόρροπο τοίχο που μας χωρίζει από τον κ. Σουίτσερ – και τις ετοιμόρροπες λεύκες και τα αειθαλή – κι άλλα ετοιμόρροπα – που πετάνε βλαστούς, και ξεθωριάζουν, και ρίχνουν τα άνθη τους μέσα σε ένα απλό δωδεκάμηνο – λοιπόν – εδώ είναι, κι οι ουρανοί πάνω μου πιο αίθριοι κι από Ιταλία, ρίχνουν τη γαλανή τους ματιά κάτω – πάνω – κοίτα! μακριά – μια λεύγα από εδώ, στο δρόμο για τον Παράδεισο! Κι οι Κοκκινολαίμηδες είναι εδώ – μόλις γύρισαν σπίτι – και τα τρελόχαρα Κοράκια – κι οι Καρακάξες — και θα με πιστέψεις – στη ζωή μου, να 'την μια αγριομέλισσα — όχι σαν κι αυτές που φέρνει το καλοκαίρι – Τζον – σοβαρά, ανδροπρεπείς μέλισσες, μα ένα είδος Δανδή, ντυμένες με ρούχα φανταχτερά. Έχω πολλά εύθυμα — να σου δείξω, αν ήσουν μαζί μου Τζον, πάνω σ' αυτό το Απριλιάτικο χορτάρι – μετά υπάρχουν πιο λυπηρά στοιχεία – εδώ κι εκεί, λείψανα φτερών, που τόσο φτεροκόπησαν, πέρυσι – φτέρωμα σε αποσύνθεση, σπίτι αδειανό, όπου διέμενε ένα πουλί. Εκεί που οι περσινές μύγες, έκαναν τις αγγαρείες τους, και σωριάστηκαν τα περσινά τριζόνια! Κι εμείς επίσης, πετάμε – φυλλορροούμε – Τζον – και το τραγούδι «ενθάδε κείται», χείλη που τώρα μας αγαπούν σύντομα – θα το έχουν σιγοτραγουδήσει και θα έχουν τελειώσει.
   Να ζεις, και να πεθαίνεις, και να ανυψώνεσαι ξανά θριαμβευτής, και την επόμενη φορά, να δοκιμάζεις τα φτερά σου στα υψίπεδα τ' ουρανού – δεν είναι θέμα αυτό για σχολιαρόπαιδα!
    Η σκέψη πως μπορούμε να είμαστε Αιώνιοι είναι φαιδρή – τη στιγμή που ο αιθέρας κι η γη είναι γεμάτα με ζωές που χάθηκαν – και τέλειωσαν – κι αλαζονική επίσης, αυτή η επαγγελία της Ανάστασης! Δώσε μου συγχαρητήρια – Τζον – Παλικάρι – και «στην υγειά σου» — έχουμε ο καθένας ένα ζευγάρι ζωές, και δεν υπάρχει χρεία να φειδόμαστε, εκείνο «που τώρα είναι» —
    
    …

                     Επιστολή 186 προς τον Τζον Γκρέιβς, πιθανόν 1856

Ώστε έτσι λοιπόν Τζον – Απών;
    Τότε κι εγώ σηκώνω το καπάκι απ' το σεντούκι με τα Φαντάσματά μου, κι απιθώνω ακόμα ένα εκεί μέσα, μέχρι την Ανάσταση – μετά θα συνάξω στον Παράδεισο, τ' άνθη που έπεσαν εδώ, και στ' ακρογιάλια της θάλασσας του Φωτός, θα ψάξω τους χαμένους μου κόκκους άμμου.
                                                                                                                    Η Ξαδ. σου – 
                                                                                                                       Εμιλί.

                      Επιστολή 248 προς άγνωστο παραλήπτη, αρχές 1862;

Ω, το προσέβαλα – [Δεν ήθελε άραγε αυτό να του πω την αλήθεια] Η Μαργαρίτα – Η Μαργαρίτα – να το προσβάλει – που υποτάσσει τη δική της ασημαντότερη ζωή στη δική του πιο πειθήνια κάθε μέρα – που μόνο ζητά – μια αποστολή – κάτι να κάνει για την αγάπη του – κάποιον ασήμαντο τρόπο που δεν βάζει με το νου της να ευχαριστήσει εκείνον τον αφέντη –
    Μια αγάπη τόσο μεγάλη που την τρομάζει, χιμά μες την καρδούλα της – αποδιώχνει το αίμα και την αφήνει ξέπνοη (ολόκληρη) και κατάχλομη στο μπράτσο του δυνατού αγέρα –
    Η Μαργαρίτα – που ποτέ δεν δείλιασε σε τούτον τον φρικαλέο αποχωρισμό, μα βάσταξε τη ζωή της τόσο σφιχτά για να μη τη δει εκείνος την πληγή – που θα του προσέφερε απάγκιο στον παιδιάστικο κόρφο της – μόνο που δεν ήταν αρκετά μεγάλος για ένα Καλεσμένο τόσο μέγα – αυτή η Μαργαρίτα – να στεναχωρήσει τον Κύριό της – κι όμως αυτό (αυτή) συχνά έκανε γκάφες – Ίσως πρόσβαλε το γούστο του – ίσως οι παράξενοι – Χωριάτικοι τρόποι της έθιξαν την πιο εκλεπτυσμένη του φύση. Η Μαργαρίτα τα ξέρει όλα αυτά – μα πρέπει άραγε να μην της δοθεί άφεση – δίδαξέ την, μέντορα λεπτότητα – δίδαξέ την μεγαλοπρέπεια – Αργόστροφη όπως είναι με τα ζητήματα των πατρικίων – Ακόμα κι ο τρυποφράχτης στη φωλιά του μαθαίνει περισσότερα από όσα τολμά η Μαργαρίτα – 
   Χαμηλά στο γόνατο που κάποτε σήκωνε το βάρος της σε [αρχοντικό] άφατο ξαπόσταμα [τώρα] η Μαργαρίτα γονατίζει κατηγορούμενη – πες της το [παράπτωμά] σφάλμα της – Αφέντη – αν είναι αρκετά μικρό για να το ακυρώσει με τη ζωή της, [η Μαργαρίτα] είναι ικανοποιημένη – μα τιμώρησε την μην την αποπέμπεις – κλείστην στη φυλακή, Κύριε, — μόνο δεσμεύσου πως θα συγχωρήσεις – κάποια στιγμή – πριν το μνήμα, και τη Μαργαρίτα δεν θα την πειράξει – Θα ξυπνήσει κατ' ομοίωσίν σου.
    Η Κατάπληξη με τσιμπά πιότερο από τη Μέλισσα – που δεν με τσίμπησε ποτέ – μα έβγαζε εύθυμη μουσική με όλη της τη δύναμη όπου κι αν πήγαινα – η Κατάπληξη σπαταλά τις σάρκες μου, είπες πως δεν είχα κρέας πάνω μου για χάσιμο –
    Ξεχείλισες το νερό πάνω από το Φράγμα στα καστανά μου μάτια – 
    Έχω ένα βήχα μεγάλο σαν δαχτυλήθρα — μα δεν δίνω δεκάρα γι αυτό – έχω ένα ινδιάνικο Πελέκι στα πλευρά μου μα εκείνο δεν με πονάει και πολύ. [Αν εσύ] Ο αφέντης της της δίνει περισσότερες μαχαιριές –
    Δεν θα 'ρθει σε κείνη άραγε – ή θα την αφήσει να τον αναζητήσει, δίχως να νοιάζεται [για οτιδήποτε] πόσο καιρό περιπλανιέται [εκεί έξω] αρκεί να φτάσει σ' αυτόν επιτέλους.
    Ω πως κοπιάζει ο ναύτης, σαν πλημμυρίζει η βάρκα του –ω πως τραβιούνται απ' τη ζωή οι ετοιμοθάνατοι, μέχρι να φτάσει ο άγγελος. Αφέντη – άνοιξε τη ζωή σου διάπλατα, και δέξου με εκεί μέσα για πάντα, δεν θα νιώσω ποτέ μου κούραση – δεν θα κάνω ποτέ φασαρία όταν θα θες να είσαι σιωπηλός. Θα είμαι [ευτυχισμένη] [ως] το καλύτερό σου κοριτσάκι – δεν θα με δει κανείς άλλος, μόνον εσύ – μα αυτό αρκεί — δεν θα θελήσω τίποτα άλλο – κι ο Ουρανός θα με απογοητεύσει μόνο – επειδή δεν μου είναι τόσο ακριβός


                Επιστολή 261 προς τον κ. Χίγκινσον, 25 Απριλίου 1862

Κύριε Χίγκινσον,
    Η καλοσύνη σας απαιτούσε ευγνωμοσύνη νωρίτερα – μα ήμουν άρρωστη – και γράφω σήμερα, από το μαξιλάρι μου.
    Σας ευχαριστώ για την εγχείριση – δεν ήταν τόσο οδυνηρή όσο υπέθετα. Σας φέρνω κι άλλα – όπως ζητήσατε – αν και δεν διαφέρουν – 
     Όταν οι σκέψεις μου είναι ξέντυτες – μπορώ να κάνω τη διάκριση, μα όταν τις βάζω σε Ενδύματα – μοιάζουν όμοιες, και μουδιασμένες.
     Ρωτήσατε πόσο χρονών είμαι; Δεν έγραψα κανένα στίχο – εκτός από κάνα δυο 
— μέχρι φέτος το χειμώνα – Κύριε —  
     Έζησα έναν τρόμο – από το Σεπτέμβριο – που δεν μπορούσα να τον πω σε κανένα – και γι αυτό τραγουδώ, όπως κάνει τ' αγόρι όταν περνάει απ' το Κοιμητήριο – επειδή φοβάμαι – Ζητάτε να μάθετε τα Βιβλία μου – Για Ποιητές – Έχω τον Κιτς – και τον Κύριο και την Κυρία Μπράουνινγκ. Από Πεζά – τον Κύριο Ράσκιν – τον Σερ Τόμας Μπράουν – και την Αποκάλυψη. Πήγα στο σχολείο – μα με τον τρόπο που εσείς το εννοείτε – δεν είχα καμία μόρφωση. Όταν ήμουν Κοριτσάκι, είχα ένα φίλο, που μου δίδαξε την Αθανασία – μα τολμώντας να φτάσει πολύ κοντά, ο ίδιος – δεν επέστρεψε ποτέ – Λίγο μετά, ο Δάσκαλός μου, πέθανε – κι εδώ και αρκετά χρόνια, το Λεξικό μου – ήταν ο μοναδικός μου σύντροφος – Μετά βρήκα έναν ακόμα – μα δεν του έφτανε που ήμουν μαθήτριά του – γι αυτό άφησε τη Γη.
    Ρωτάτε για τους Συντρόφους μου οι Λόφοι – Κύριε – και το Λιόγερμα – κι ένας Σκύλος – μεγάλος σαν κι εμένα, που μου αγόρασε ο Πατέρας μου – είναι καλύτεροι από Ανθρώπους – επειδή ξέρουν – μα δεν μιλούν – κι ο θόρυβος στη Λιμνούλα, το Μεσημέρι – σκεπάζει εκείνον του Πιάνου μου. Έχω έναν Αδελφό και μια Αδελφή – Η Μητέρα μου δεν ενδιαφέρεται για τη σκέψη – και ο Πατέρας, πολύ απασχολημένος με τις Δικογραφίες του – για να δώσει σημασία σε ό,τι κάνουμε – Μου αγοράζει πολλά Βιβλία – μα με εκλιπαρεί να μην τα διαβάζω – επειδή φοβάται πως τραντάζουν το Μυαλό. Είναι θρησκευόμενοι – εκτός από εμένα – κι απευθύνονται σε μια Έκλειψη, κάθε πρωί – την οποία αποκαλούν «Πατέρα» τους. Μα φοβάμαι πως η ιστορία μου σας καταπονεί – θα ήθελα να μάθω – Θα μπορούσατε να μου πείτε πώς να μεγαλώσω – ή μήπως αυτό δεν μεταδίδεται – όπως η Μελωδία – ή Μαγεία;
    Μιλάτε για τον Κύριο Γουίτμαν – δεν διάβασα ποτέ το Βιβλίο του – μα μου είπαν πως ήταν επαίσχυντος – 
    Διάβασα την «Περίσταση» της Δεσποινίδας Πρέσκοτ, μα με ακολουθούσε, στο Σκοτάδι – γι αυτό την απέφυγα – 
      Δύο εκδότες Περιοδικών ήρθαν στο Σπίτι του Πατέρα μου, φέτος το χειμώνα – και ζήτησαν το Μυαλό μου – κι όταν τους ρώτησα «Γιατί», μου είπαν πως ήμουν φιλάργυρη – κι εκείνοι, θα το χρησιμοποιούσαν για τον Κόσμο – 
      Δεν μπορούσα να ζυγίσω ή ίδια – τον Εαυτό μου –
      Το μέγεθός μου φαινόταν μικρό – σε μένα – διάβασα τα Κεφάλαιά σας στον Ατλαντικό — και ένιωσα τιμή για εσάς – ήμουν σίγουρη πως δεν θα απορρίπτατε μια εκμυστηρευτική ερώτηση – 
    Αυτά είναι – Κύριε – ό,τι μου ζητήσατε να σας πω;
                                                                                                                       Η φίλη σας,
                                                                                                                   Ε – Ντίκινσον.


                       Επιστολή 265 προς τον κ. Χίγκινσον, 7 Ιουνίου 1862

Αγαπητέ φίλε.
    Το γράμμα σας δεν μου προκάλεσε Μέθη, επειδή έχω ξαναδοκιμάσει Ρούμι – το Ντομίνγκο δεν έρχεται παρά μόνο μια φορά – ωστόσο απολαύσεις μεγάλες σαν τη γνώμη σας ελάχιστες δοκίμασα, κι αν προσπαθούσα να σας ευχαριστήσω, δάκρυα θα μου 'δεναν τη γλώσσα –
    Ο Δάσκαλός μου όταν πέθαινε μου είπε πως θα 'θελε να ζήσει μέχρι να γίνω ποιήτρια, μα ο Θάνατος έμοιαζε πολύ με Όχλο και δεν μπορούσα να του επιβληθώ – τότε – Κι όταν πολύ αργότερα – ένα απρόσμενο φως στους Οπωρώνες, ή μια καινούρια λόξα του αγέρα μου αποσπούσε την προσοχή – ένιωθα μια παραλυσία, εδώ – που οι Στίχοι απλά ανακουφίζουν –
    Το δεύτερο γράμμα σας με εξέπληξε, και για μια στιγμή, ταλαντεύτηκα – δεν το θεωρούσα πιθανό. Το πρώτο σας – δεν προκάλεσε ατίμωση, επειδή οι Αληθείς – δεν ντρέπονται – σας ευχαρίστησα για την αμεροληψία σας – μα δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τα Κουδουνάκια που με το καμπάνισμα τους κατασίγαζαν την Περιπλάνησή μου – Ίσως το Βάλσαμο, φάνηκε καλύτερο, επειδή πρώτα, με αφαιμάξατε.
    Χαμογελώ στην υπόδειξή σας να καθυστερήσω να «δημοσιεύσω» — αφού κάτι τέτοιο είναι τόσο αλλότριο στη σκέψη μου, όσο και το Ουράνιο Στερέωμα στο Πτερύγιο του Ψαριού –
    Αν μου ανήκε η φήμη, δεν θα μπορούσα να της διαφύγω – αν όχι, κι η μεγαλύτερη μέρα δεν θα μου έφτανε για το κυνήγι της – κι η επιδοκιμασία του Σκύλου μου, θα με εγκατέλειπε – έτσι – Η θέση μου στο Ξυπόλητο Τάγμα είναι καλύτερη – 
Βρίσκετε το μέτρο μου «σπασμωδικό» — βρίσκομαι σε κίνδυνο – Κύριε –
    Με βρίσκετε «ανεξέλεγκτη» — δεν έχω κανένα «Δικαστήριο».
Θα είχατε λίγο χρόνο να γίνετε ο «φίλος» που νομίζετε πως χρειάζομαι; Είμαι μικρή το δέμας – δεν θα 'πιανα και πολύ χώρο στο Γραφείο σας – ούτε θα έκανα πολύ Σαματά σαν το Ποντίκι, που  τους Διαδρόμους σας –
    Αν μου επιτρέπατε να σας φέρνω αυτά που κάνω – όχι τόσο συχνά που να σας σκοτίζω – και να σας ρωτώ αν το είπα ξεκάθαρα – αυτό θα ήταν έλεγχος, για εμένα —
    Ο Ναύτης δεν βλέπει το Βορρά – μα ξέρει πως η Βελόνα μπορεί –
«ἐξέτεινας χεῖράς   εν τη σκοτία»  κι εναποθέτω το δικό μου, και τρέπομαι σε φυγή – δεν έχω κανέναν Σάξονα τώρα –
…        
    Μα, θα γίνετε ο Μέντοράς μου, κ. Χίγκινσον;
                                                                                                                        Η φίλη σας
                                                                                                              Ε. Ντίκινσον —          
   
                            
          Επιστολή 562 προς τον Ότις Λορντ, πιθανόν 1878

    Δεν το ξέρεις πως είσαι πιο ευτυχισμένος όταν παρακρατώ και δεν χορηγώ – δεν ξέρεις πως το «Όχι» είναι η πιο ατίθαση λέξη που εμπιστευόμαστε στα χέρια της Γλώσσας;
    Το ξέρεις, αφού όλα τα ξέρεις – [το πάνω μέρος της σελίδας κομμένο]…να πλάγιαζα τόσο σιμά στον πόθο σου — να τον άγγιζα καθώς περνούσα, αφού είμαι ανήσυχη στον ύπνο και συχνά θα ταξίδευα μακριά απ' την Αγκάλη σου όλη την ευτυχισμένη νύχτα, μα εσύ θα με σήκωνες ψηλά και θα με 'παιρνες πίσω, έτσι δεν είναι, αφού μόνο εκεί αποζητώ να βρίσκομαι – λέω, αν αισθανόμουν τον πόθο κοντύτερα – απ' ότι στο αγαπημένο μας παρελθόν, ίσως να μην μπορούσα να αντισταθώ να τον ευγνωμονήσω, μα πρέπει, επειδή θα ήταν το σωστό
    Η «Αναβαθμίδα» είναι του Θεού – Γλυκέ μου – για τη δική σου μεγάλη χάρη – όχι για τη δική μου – δεν θα σε αφήσω να περάσεις απέναντι – μα είναι όλη δική σου, κι όταν είναι σωστό, θα σηκώσω τις Μπάρες, και θα σε εναποθέσω στα Βρύα – Εσύ μου έδειξες τη λέξη.
    Ελπίζω να μην έχει διαφορετική αμφίεση φτιαγμένο απ¢ τα χέρια μου. Είναι Αγωνία που σου την κρύβω εδώ και καιρό το να σε αφήσω να με αφήσεις, πεινασμένη, μα ζητάς τη θεϊκή Κόρα κι αυτό θα καταδίκαζε το Ψωμί.
    Εκείνο το ερημικό Λουλούδι
    Στολίσου — [το φύλλο έχει κοπεί]
    Διάβαζα ένα βιβλιαράκι – επειδή μου ράγισε την Καρδιά θέλω να ραγίσει και τη δική σου – Θα το θεωρήσεις δίκαιο; Το διαβάζω συχνά, μα όχι αφότου σε αγάπησα – μου φαίνεται πως αυτό κάνει τη διαφορά – κάνει τη διαφορά σε όλα. Ακόμα και το σφύριγμα κάποιου Αγοριού που διαβαίνει αργά τη Νύχτα ή το Χαμηλό [;] κάποιου Πουλιού – [το φύλλο είναι κομμένο] Σατανάς» — αλλά και πάλι αυτά που δεν έχω ακούσει είναι η γλυκιά πλειονότητα – η Βίβλος λέει πολύ σκανταλιάρικα, πως ο «ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρμένοι οὐ μὴ πλανηθῶσι»•  τι λέει για την «πεπλανημένη» Γυναίκα; Ρώτα τη ερεθισμένη σου Γραφή.
    Μπορεί να σε εκπλήσσει που μιλώ για το Θεό – τον γνωρίζω ελάχιστα, μα ο Θεός Έρωτας δίδαξε τον Ιεχωβά σε πολλές αμόρφωτες Διάνοιες – η Μαγεία είναι σοφότερη από εμάς –


               Επιστολή 785 προς τις εξαδέλφες Νόρκρος, τέλος Νοεμβρίου 1882

Αγαπημένες ξαδέλφες,
    Ήλπιζα να σας γράψω νωρίτερα, αλλά ο θάνατος της μητέρας αποσβόλωσε το πνεύμα μου.
    Απάντησα σε μερικές ερωτήσεις αγάπης, μα έγραψα λίγα διορατικά. Δεν είχε καμία σχέση με τη θεία που ξέρατε. Η σπουδαία αποστολή του πόνου επικυρώθηκε – μετεξελίχτηκε σε τρυφεράδα από την έμμονη οδύνη, έτσι η μητέρα που πέθανε τώρα ήταν μεγαλύτερη απ' ότι αν είχε πεθάνει νωρίτερα. Εγκόσμιος αποχωρισμός δεν υπήρχε. Γλίστρησε μέσα απ' τα δάχτυλά μας σαν νιφάδα που την μαζεύει ο άνεμος, κι είναι τώρα πια κομμάτι του χιονόλοφου που ονομάζεται «το άπειρο».
    Δεν ξέρουμε που βρίσκεται, αν και τόσο πολλοί μας λένε.
    Πιστεύω πως ο Πλάστης μας με κάποιο τρόπο θα μας περιβάλλει με στοργή — πως Εκείνος που μας έδωσε τούτη την εκπληκτική γη έχει τη δύναμη ακόμα περισσότερο να εκπλήξει εκείνο που ο Ίδιος δημιούργησε. Πέραν αυτού όλα είναι σιγαλιά…
    Η μητέρα ήταν πολύ όμορφη όταν πέθανε. Τα Σεραφείμ είναι επιβλητικοί καλλιτέχνες. Ο καταυγασμός που έρχεται μόνο μια φορά κοντοστάθηκε στα χαρακτηριστικά της, και το να την απιθώσουμε στον τάφο έμοιαζε σαν να κρύβει κανείς μια εικόνα• μα το χορτάρι που δέχτηκε τον πατέρα μου θα αρκέσει για την καλεσμένη του, εκείνη που της ζήτησε μπροστά στον ιερέα να τον επισκέπτεται σ' όλη του τη ζωή.
    Δεν ξέρω με τι μοιάζει η Αιωνιότητα. Κατακλύζει τα πάντα γύρω μου σαν τη θάλασσα.
    … Σας ευχαριστώ που με θυμάστε. Η Θύμηση – πανίσχυρη λέξη.
«Δέδωκάς μοι πρὸ καταβολῆς κόσμου». 
                                                                                                                         Με αγάπη,
                                                                                                                               Έμιλυ.
      
   
              Επιστολή 868 προς τη Σούζαν Γκίλμπερτ, αρχές Οκτωβρίου 1883

Αγαπημένη Σου –
    Το Όραμα της Αθάνατης Ζωής εκπληρώθηκε –
    Τελικά πόσο απλά έρχεται η Βαθεία Αντίληψη! ὁ ἐπὶ τόπον Πλέων  κι όχι η Θάλασσα, ανακαλύπτουμε πως μας αποσβολώνει.
    Ο Γκίλμπερτ αγαλλίαζε στα Μυστικά –
    Η Ζωή του μ' αυτά λαχάνιαζε – Με τι φοβέρα Φωτός, κραύγαζε «Μην το πεις, Θεία Έμιλυ!» Τώρα ο αναληφθείς Συμπαίκτης μου οφείλει να καθοδηγήσει εμένα. Δείξε μας, πολυλογά Μέντορα, την Οδό προς εσέ και μόνο! 
     Μίζερη στιγμή δεν έζησε – γεμάτη Θεία Δώρα η Ζωή του – τα Παιχνίδια του πιο ξέφρενα απ' του Δερβίση ήτανε –
    Τούτο το πλάσμα Χάση δεν ήτανε – Ταξίδευε απ' τη Φέξη –
    Τέτοιο ζύγιασμα των φτερών, δεν έδυσε ποτέ –
    Τον βλέπω στ' Άστρο, και συναπαντώ τη γλυκιά του γρηγοράδα σ' όλα τα πετούμενα – Σάλπιγγα η Ζωή του, που ξελαρυγγιάζεται ως να σβήσει, Ηχώ η Ελεγεία του – έκσταση το Θρηνητικό του Άσμα – 
    Χάραμα και Μεσημβρία μαζί.
    Για ποιο λόγο να περιμένει, αδικημένος μόνο απ´ τη Νύχτα, που σε μας την άφησε –
    Δίχως κανένα στοχασμό, ο μικρός μας Αίας μετρά σπιθαμή προς σπιθαμή το σύμπαν –
    
                                         Πέρνα στο Ραντεβού σου με το Φως,
                                         Δίχως λαβωματιά εσύ λαβωμένοι εμείς –
                                         Τσαλαβουτάμε αργά προς το Μυστήριο
                                         Που εσύ δρασκέλισες με μιας!
                                                                                                                               Έμιλυ.


Η Φρόσω Μαντά γεννήθηκε στην Αταλάντη Φθιώτιδας το 1965. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και εργάζεται στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εδώ και μια εικοσαετία. 
Αποφοίτησε από το Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μετάφραση επιστολών της Έμιλυ Ντίκινσον και η επιστολοβιογραφία της αποτέλεσε τη διπλωματική της εργασία. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου