Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Ο Ρωμανός ο Μελωδός σήμερα


Δημήτρης Γ. Ιωάννου
Ομολογώ ότι όταν διάβασα ολόκληρο ύμνο του Ρωμανού του Μελωδού, απογοητεύτηκα αρχικά. Θεώρησα περισσότερο το κοντάκιό του κήρυγμα, ομιλία, και λιγότερο πραγματική ποίηση. Ο λόγος είναι, όπως άρχισα να καταλαβαίνω βαθμιαία, ότι αυτό που λέμε «ποίηση» δεν ήταν το ίδιο στην αρχαία Ελλάδα, αργότερα στο Βυζάντιο, και κατόπιν σήμερα. Ιδού τι εννοώ: η επική ποίηση πχ της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε για να απαγγέλλεται προφορικά, για να ακούγεται, και όχι να «διαβάζεται». Η ποίηση είναι πρωτίστως και ήχος. Είναι μια επισήμανση από τις πιο βασικές, που δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν οι ομηριστές, οι οποίοι μάλιστα αποκωδικοποίησαν και πολλές από τις τεχνικές της προφορικότητας (στερεοτυπικές λέξεις και φράσεις, τυπικές σκηνές κλπ). Γενικά, η ποίηση είναι «άκουσμα», μουσική, κάτι από το οποίο μας απομάκρυνε βαθμιαία η κουλτούρα της τυπογραφίας, που δεν αναπτύχθηκε τυχαία στον Προτεσταντικό κόσμο («ανάγνωση» της Βίβλου, και όχι μελώδηση αυτής, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια η Βίβλος περιλαμβάνει πάμπολλα ποιητικά κομμάτια). Στην σύγχρονη ποίηση, ολοένα και περισσότερο ο αναγνώστης ψάχνει να βρει -υποτίθεται- το «νόημα», ενώ βέβαια το Νόημα στην ουσία καταλαμβάνει εμάς. Όσο πιο πολύ η ποίηση έγινε υπόθεση κρυμμένων διανοημάτων ή ολοένα και πιο εξεζητημένων αισθημάτων, που κρύβουν, δήθεν, και αυτά μια απόκρυφη «σημασία», τόσο πιο πολύ άρχισε να ξεφεύγει από την ουσία της. Το αποτέλεσμα ήταν να καταλήξει στις γνωστές αυτο-αναφορικές εκδοχές της, τις όντως δίχως «νόημα» -αυτή τη φορά με την έννοια της αλήθειας.
Στάθηκα  όμως σε μια παρατήρηση, πολύ βοηθητική, ενός μελετητή του Ρωμανού, ο οποίος είπε ότι, για να αντιληφθεί κανείς την αξία των «ρητορικών σχημάτων» του, από τα οποία είναι άλλωστε γεμάτος και ο Ακάθιστος Ύμνος (ομοιοτέλευτα, ομοιοκατάληκτα, ομοιοκάταρκτα, παρηχήσεις κλπ), θα πρέπει να προσπαθήσει να διαβάσει κάποιο κοντάκιο μεγαλόφωνα. Αυτή είναι η αλήθεια: έτσι θα αναφανεί η μουσικότητα του κειμένου, με την έννοια του «ρυθμού», και όχι πια της «ρητορικής». Ας σκεφθούμε πχ πόσο βοηθά τον ακροατή ενός ποιήματος μια αντίθεση του τύπου, «χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς ∙ χαίρε βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς» (από τον Ακάθιστο),  όπου μάλιστα με την ισοσυλλαβία αλλά και το ομοιοτέλευτο των δύο ημιστιχίων εντυπώνεται αμέσως η όλη εικόνα, ως θεολογική αλήθεια και ως ευλαβής ευρυθμία, στο νου (και όχι την «διάνοια») του πιστού. Άλλωστε, τι είναι η μουσική, πέρα από μια μεγάλη «ρητορεία», από μια μαγεία δηλαδή του λόγου και του αισθήματος;
Για να επιστρέψουμε στον Ρωμανό, μπορεί να το αντιληφθεί κανείς αυτό, αν παρακολουθήσει τον διάλογο που βάζει πχ ο ποιητής να κάνουν ο Αδάμ και η Εύα, όταν μαθαίνουν το γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Ενσάρκωσης του Χριστού. Λέγει λοιπόν η Εύα τα εξής: «Πληροφορήθητι, ἄνερ (=σύζυγε) τοῖς λόγοις μου. Οὐ γάρ εὑρήσεις μοι πάλιν πικρά σοι συμβουλεύουσαν. Τα ἀρχαῖα γάρ παρῆλθεν και νέα πάντα δείκνυσιν ὁ τῆς Μαριάμ γόνος Χριστός. Τούτου τῆς  νοτίδος (=δροσερής, σαν από άνθη υγρασίας) ὀσφράνθητι καί εὐθέως ἐξάνθησον, ὡς στάχυς ὀρθώθητι. Τό γάρ ἔαρ σε ἔφθασεν, Ἰησοῦς Χριστός πνέει ὡς αὔρα γλυκερά. Τόν καύσωνα  ᾖς ἀποφυγών τόν αὐστηρόν (=αφού αποφύγεις τον φοβερό καύσωνα, μέσα στον οποίο βρισκόσουν), δεῦρο ἀκολούθει μοι πρός Μαριάμ, καί αὐτῆς πρό τῶν ποδῶν ἐρριμένους θεωροῦσα εὐθέως σπλαγχνισθήσεται ἡ  κεχαριτωμένη».   
Πράγματι, αν «διαβάσει» κανείς αυτό το κείμενο χωρίς να το «ακούσει», θα το περάσει για ηθικολογία μεταμφιεσμένη σε υμνωδία. Αν όμως αρχίσει να το απαγγέλλει μεγαλόφωνα,  είναι βέβαιο ότι καταρχήν θα διαπιστώσει και θα αισθανθεί πολύ πιο έντονα τον δραματικό, θεατρικό του χαρακτήρα (για τον οποίο άλλωστε ο Ρωμανός θεωρείται από μερικούς γεννήτορας του μεσαιωνικού θρησκευτικού δράματος). Ο Αδάμ πράγματι συνομιλεί με την Εύα,  και η μεταξύ τους συνδιάλεξη είναι μια αληθινή συζυγική συνομιλία, όχι απλώς αφορμή να ειπωθούν κάποιες αλήθειες. Συμβαίνει όμως, ως αληθείς «προπάτορες», ως γενάρχες μάλιστα του ανθρωπίνου γένους, γονείς και αρχέτυπα των λοιπών ανθρώπων, να ζουν τον «ρυθμό» της ιστορίας πολύ καλύτερα από όσο τον έζησε και ο μεγαλύτερος επαναστάτης, ιδεολόγος κλπ Στην συνέχεια, και αφού ο ακροατής καταλάβει ότι ο ποιητής υπομνηματίζει μια βιβλική ιστορία, θα σταματήσει το δίχως άλλο στον παράξενο στίχο: «μύρισε την ευωδιαστή δροσιά του Χριστού κι άνθησε κι εσύ αμέσως, σήκω ψηλά όπως σηκώνεται ένα στάχυ…». Εδώ και πέφτει το  ποιητικό βάρος του κειμένου, δεδομένου ότι είναι γνωστό το δογματικό μέρος, το οποίο όμως αν δεν μεταφραστεί -με έννοια πολύ βαθιά- στον κόσμο των αισθήσεων, θα μείνει ψυχρός λόγος. Ας μην ξεχνάμε ότι οι λεγόμενες μεταφορές αποκαλύπτουν την πιο μεγάλη αλήθεια: πχ ο Κύριος είπε «Εγώ ειμί η οδός», το «Πιστεύω» λέγει για τον Χριστό επίσης ποιητικά ότι είναι «φως εκ φωτός» κλπ. Ο Ρωμανός αποφαίνεται ότι ο Χριστός είναι μια «μυρωδάτη δροσιά» - και όντως είναι. «Γίνε κι εσύ δροσερό λουλούδι, γίνε κι εσύ ένα στάχυ…», λέγει ο ποιητής στον Αδάμ, και η ποίησή του είναι διάσπαρτη από μια τέτοια γλυκιά μεταφορικότητα, πολύ ήπια, θαυμαστά μειλίχια. Είναι μια μεταφορικότητα πάντερπνη- αυτή πρωτίστως είναι ο Ρωμανός. Η «αισθαντικότητά» του αυτή, για να την πούμε έτσι, θυμίζει κάποιους στίχους από την αρχαία λυρική ποίηση, κάποιες ομηρικές επίσης περικοπές, Σολωμό, όχι όμως Ελύτη (και ας τον αγαπά ο τελευταίος πολύ), όχι Σεφέρη, μήτε Ρίτσο, μήτε Βρεττάκο κλπ. Είναι κάτι ιδιαίτερο, με παρελθόν ωστόσο αλλά και συνέχεια. Από την άλλη, έχει δίκιο ο Ελύτης, που θεωρεί ότι αυτή η μεταφορικότητα προκαταλαμβάνει τον υπερρεαλισμό (έναν υπερρεαλισμό όμως εξημερωμένο, σαν και αυτόν των μεγάλων Ελλήνων υπερρεαλιστών, και όχι το βίαιο, ενστικτώδες και ωμό «παράλογο» πχ των Γάλλων). Η ποίηση αρχίζει να ζωντανεύει ακόμη περισσότερο, όταν λέγεται ότι ο Χριστός αναζητεί τον Αδάμ όπως «η άνοιξη σε κυνηγά», πως ο Χριστός επίσης «είναι αύρα δροσερή», πως «πνέει» κατεπάνω στον Αδάμ τον άνεμο της ευφροσύνης.
 Στην απάντησή του ο πρωτόπλαστος λέγει ότι μυρίζει πράγματι αυτή την άνοιξη και βλέπει εκείνο το «άψαυστο», δηλαδή «άπιαστο», ανέγγιχτο ξύλο της ζωής, που φύλαττε ένα Χερουβίμ στον Παράδεισο, για να μην το γευτούν οι πρωτόπλαστοι, καθώς ήταν ακόμη ανώριμοι. Το βλέπει, λέγει, να φυτρώνει τώρα δα μέσα στην αγκαλιά της Παναγίας. Και εξακολουθεί να είναι «άψαυστο», δηλαδή ακατάληπτο. Αισθάνεται επίσης να φυσά όντως εκείνο το αγέρι, που πρωτοένιωσε όταν φύσηξε ζωογόνο πάνω του, τον καιρό που ήταν ακόμη σκόνη, πηλός, μεταβάλλοντάς τον σε άνθρωπο. Αυτό το μυρωδάτο αεράκι τον δυναμώνει τώρα και τρέχει να προσκυνήσει αυτήν που ανθίζει τον καρπό της ζωής! Πού να  πρωτοσταθεί κανείς; Στο ότι το ξύλο της ζωής φυτρώνει, και είναι μάλιστα το νήπιο Χριστός στην αγκαλιά της Μαρίας, ότι φυτρώνει πάντα ως κάτι «ανέγγιχτο», που όμως το αγγίζει η Παναγία; Στο ότι ο Αδάμ  θυμάται πώς ήταν τα πράγματα όταν ακόμη ήταν χώμα, πηλός, και περιγράφει κατά συνέπεια το χώμα τι ένιωσε όταν έγινε άνθρωπος; Είναι αυτό που λέγει ο Σολωμός σε μια του σημείωση σχετική με τον «Κρητικό»: «ήταν (αυτό που ένιωσε ο ήρωας) εντύπωση ανεκδιήγητη, οποίαν κανείς ίσως δεν εδοκίμασε, ει μη ο πρώτος άνθρωπος (ο Αδάμ), όταν επρωτοανάπνευσε, και ο ουρανός, η γη και η θάλασσα, πλασμένα γι’ αυτόν, ακόμη εις όλη τους την τελειότητα, αναγαλλιάζανε μέσα εις την ψυχή του». Και γράφει ο μέγας ποιητής της νεώτερης Ελλάδας τα εξής για το πρώτο αηδόνι που εμφανίστηκε στον κόσμο, που κάθισε επίσης πάνω στο πρώτο ανθισμένο δεντρί: «Κι ο αέρας ο αμόλυντος, το δέντρο που ’χε ανθίσει, το καρτερούσαν ν’ ανεβεί να πρωτοκιλαϊδήσει». Αυτά λέγονται εδώ, αλλά με μια ποίηση, όπως είπαμε, προφορικότητας.
                           *****************
Στο σημείο αυτό τυχαία σταχυολογούμε μερικές ακόμη φράσεις σχετικές με την άνοιξη, τα άνθη, την βλάστηση, που τόσο αγαπά να αναφέρει στους ύμνους του ο Ρωμανός, πράγμα όχι τυχαίο: ας θυμηθούμε τον ρόλο των λουλουδιών σε κάποιους αρχαίους λυρικούς ποιητές. Λέγεται λοιπόν κάπου για τον Θεάνθρωπο ότι είναι «ο καρπός των αγαθών», που, όπως υπέροχα αναφέρεται, «καρφώθηκε», σταυρώθηκε. Σε έναν άλλο ύμνο, η φωνή της Παναγίας, που λικνίζει τον γιο της σαν μια απλή μητέρα του λαού, φτάνει στα σκοτεινά λιβάδια του Άδη, γίνεται «η φωνή ενός χελιδονιού», και η Εύα, ακούγοντας το χελιδόνισμα, σκουντά τον Αδάμ, με σκοπό να τον ξυπνήσει από τον «ισοθάνατον ύπνον». Του μιλά για την Ενσάρκωση. Η Εύα λοιπόν, έστω και πεθαμένη, παρακολουθεί πάντα, όντας μητέρα, τα νανουρίσματα του πάνω κόσμου, και αμέσως καταλαβαίνει ποιο είναι το «νανούρισμα» της Παναγίας. Ειδοποιεί τον Αδάμ, του οποίου ο ύπνος είναι «ισοθάνατος»- αν πρόκειται κάποιος να γρηγορεί, όσο αυτό είναι δυνατόν και στον κάτω κόσμο, αυτή είναι η γυναίκα. Αυτή δίνει λοιπόν και το ψυχοδυναμικό ξύπνημα στον άνδρα, τον Αδάμ, που «κοιμάται βαρέως», έχει απονεκρωθεί εντελώς –πόσο φτωχός και ρηχός δεν είναι αλήθεια ο σύγχρονος «φεμινισμός». Αλλού πάλι, όταν ο Χριστός ανασταίνεται, εμφανίζεται η Μητέρα του ως περιστερά, η Μητέρα – περιστέρι θα λέγαμε κάπως διαφορετικά (το περιστέρι είναι που εικονίζει την Παναγία και όχι το αντίθετο, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί το συνώνυμο, την πηγή μάλλον της ειρήνης), να προτρέπεται από τον ίδιο τον Υιό της να φέρει στα χείλη της «έναν κάρφο (=κλαδί) ελαίας». Πρόκειται για το ειρηνικό μήνυμα της Ανάστασης. Αντιθέτως, σε άλλα κείμενα οι εχθροί του Χριστού χαρακτηρίζονται ως «χόρτος», όπως ο αρχιερέας που τον δικάζει, ο οποίος αποκαλείται «καθήμενον χόρτον», ξερόχορτο που κάθεται, ενώ ο Κύριος είναι «η φωτιά που έχει δεθεί», «το πυρ δεδεμένον». Μόνη της η φωτιά έχει δέσει τον Εαυτό Της (αλήθεια, πόσο υπερρεαλιστική εικόνα, «μια δεμένη φωτιά»!), γιατί, αν λυθεί, θα πυρποληθεί στις φλόγες όλη η κτίση!
                                         *****************
Μια άλλη παρατήρηση που ομολογώ ότι με βοήθησε πολύ να χαρώ την ποίηση του Ρωμανού, είναι το ότι έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, πράγμα που βέβαια εύκολα γίνεται αντιληπτό, ωστόσο -εδώ είναι το σημαντικό- περιγράφει την ιστορία με δημώδη, λαϊκό τρόπο. Το όλο ύφος είναι γνήσια, όχι επίπλαστα, «λαϊκότροπο», «τρέπεται» δηλαδή προς το λαό, τόσο που φαίνεται συχνά η αφήγηση να είναι «αφελής». Ακόμη και τα ιερά Πρόσωπα της Εκκλησίας «εκλαϊκεύονται» κι αυτά, κατά το δυνατόν, έρχονται και πλησιάζουν συγκαταβατικά την ψυχολογία του απλού ανθρώπου. «Ο Χριστός έγινε ένας από μας, εκτός μόνο από την αμαρτία», αυτό το μήνυμα κυριαρχεί παντού. Τα πρόσωπα είναι άγια με απλό τρόπο, και πονηρά πάλι όπως ο λαός καταλαβαίνει την πονηριά. Ας πάρουμε το κοντάκιο της Βαϊοφόρου, που το έχει μεταφράσει μάλιστα πολύ ωραία ο Νίκος Καρούζος –κοντά στα άλλα, του χρωστάμε κι αυτό. Εκεί λοιπόν, τα μικρά παιδιά, αυτά που υμνούν τον Χριστό, όταν μπαίνει στην Ιερουσαλήμ, «βαγιόκλαδα ἀνεμίζοντας», χαίρονται πολύ γιατί είναι τώρα πια βέβαια ότι δεν πρόκειται κανείς να βάλει χέρι πάνω τους, να τα ξανασκοτώσει, όπως παλιότερα έκανε ο Ηρώδης.   Συμβαίνει δηλαδή τα νήπια που σφαγίασε ο Ηρώδης και αυτά της Βαϊοφόρου να έχουν μια μόνο φωνή και ψυχή. Τα παιδιά είναι παιδιά, αυτό ξέρει ο λαός –δεν καταλαβαίνει και πολλά από τις «εξατομικεύσεις», καθώς ο σημερινός πολιτισμός μετέβαλε ακόμη και τα παιδιά σε «άτομα». Λένε ότι «ἄλλη δὲ θάρθει μαυρίλα», δηλαδή θάνατος («θυμούνται» που πέθαναν οι φίλοι τους, τα νήπια της Βηθλεέμ, παρόλο που δεν ξέρουν καν τι είχε συμβεί τότε), και φωνάζουν ότι δεν πρόκειται πότε «νὰ (μας) χαλάσουν τόσα σμήνη ἀπὸ βρέφη» - ξέρουν πολύ καλά τι θα πει «ομαδική σφαγή! Πάνω από όλα χαίρονται γιατί ο Κύριος σταυρώνεται για όλους τους «κακόμοιρους ἀνθρώπους». Τα παιδιά αντιλαμβάνονται, επιπροσθέτως, πολύ καλύτερα την «κακομοιριά» σε όλες τις νοηματικές αποχρώσεις της, γι’  αυτό και ο Ρωμανός τα βάζει να τραγουδούν όλα αυτά. Εδώ το «κακόμοιροι» σημαίνει ωστόσο «ανήμποροι, απροστάτευτοι», γι’ αυτό και ως μέρος αυτής της κατηγορίας ανθρώπων εντάσσουν και τον εαυτό τους, που έχουν ανέμελη, ξέγνοιαστη («ἔμορφη») ζήση. Γίνεται όμως αναφορά και «(σ)τοὺς ξεκρέμαστους γερόντους», γιατί το παιδικό βλέμμα παρατηρεί και κρίνει τους «μεγαλύτερους», που  δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι οι πολύ ηλικιωμένοι είναι «ξεκρέμαστοι», τότε και ακόμη περισσότερο σήμερα.
Στο ίδιο ύμνο, για να φανεί περισσότερο η αχαριστία των ανθρώπων, που σταύρωσαν τον Χριστό, ο Ρωμανός βάζει μέσα στους διώκτες του Κυρίου, εκτός από εκείνους που ήταν παρόντες στην ανάσταση του Λαζάρου (το Ευαγγέλιο αναφέρεται στους εχθρούς του Ιησού, που έγιναν πιο απηνείς διώκτες όταν έμαθαν την έγερση του νεκρού φίλου Του), και άλλους ακόμη πολλούς αυτόπτες μάρτυρες. Βάζει εκείνους που κουβαλούσαν «με πόνο …στοὺς ὤμους τους… τὸ γυιὸ τῆς χήρας (της Ναϊν), αλλά κι αυτούς που είδαν «τὸ δράμα τοῦ Ἰάειρου πατέρα», και κατόπιν την ανάσταση της κόρης του. Γενικά, αυτόπτες μάρτυρες σε όλες τις αναστάσεις νεκρών που θαυματούργησε ο Κύριος, απλοί άνθρωποι, «αχθοφόροι» (εδώ ωστόσο λέγεται και με την έννοια «αυτοί που άγγιξαν για τα καλά το νεκρό σώμα, αυτοί που έψαυσαν τον ίδιο τον θάνατο»), μαζί βέβαια με τους άρχοντες, τις αρχές και τις εξουσίες, μισούν τον Χριστό, γιατί είπε «εγώ ειμί η αλήθεια», γιατί κήρυξε την αγάπη για τον εχθρό. Η αχαριστία φαίνεται έτσι πολύ καλύτερα, γίνεται πιο χειροπιαστή, την καταλαβαίνει και ο πλέον «αγράμματος» (οι «εγγράμματοι» σημειωτέον μασκαρεύουν ακόμη και τα πάθη τους, τα παρουσιάζουν σαν αρετές). «Εσύ σήκωνες τον νεκρό γιο της χήρας, είδες τι θα πει ‘‘πεθαμένος’’ (άλλο χαρακτηριστικό των «αγραμμάτων» είναι ότι δεν μασκαρεύουν τον θάνατο) που αναστήθηκε, και τώρα κραυγάζεις εναντίον του Χριστού»; Παρακάτω, μιλώντας για τον Μωυσή, που πρώτος περιφρονήθηκε από τους Ιουδαίους, ο Ρωμανός τον παρουσιάζει περίπου ως έναν περιφρονημένο αδικημένο και πικραμένο ηγέτη, κάποιον μάλιστα εντελώς απλό γέροντα, που ο λαός του τον παραπέταξε σε μια γωνιά και αυτός τώρα συλλογιέται τα δεινά του –πουθενά δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει ότι ο Μωυσής «υπεροχικά» αδιαφόρησε για την χαμέρπεια των «πληβείων», των αδαών. Ο Μωυσής είναι ένας γέροντας που κλαίει σε μια ερημιά - τόσο «αφελής», αλλά και τόσο παράλληλα αληθινή είναι αυτή η εικόνα. Ακόμη και ο Χριστός, χωρίς βέβαια να απουσιάζει ή πολύ περισσότερο να λέγεται κάτι που να μη συστοιχεί στο δόγμα, ιστορείται ως «τοῦ πνεύματος ὁ ἡγεμόνας ὁ ἡσύχιος καὶ πράος», που όμως «καβάλα σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο φτάνει ὁλοπρόθυμα νὰ πάθει καὶ τὰ πάθη νὰ νεκρώσει». Λέγεται ότι «καβάλα σ᾿ ἕνα ἄλογο πλάσμα… (λαχταρούσε) τῶν λογικῶν πλασμάτων τὴν ἀπολύτρωση». «(Πόσο) παράξενο …ἤτανε νὰ βλέπεις ἀπάνω στοῦ φτωχούλη γαϊδαράκου τὴν ἀθώα ράχη, ἐκεῖνον ποὺ φέρεται στοὺς χρυσίζοντες ὤμους τῶν αἰθέριων Χερουβίμ». Με έντονα ρεαλιστικό τρόπο παρουσιάζεται η «ανθρωπινότητα» του  Χριστού, που διαλέγει ένα φτωχούλικο ζωάκι, απλό και ταπεινό, με την «αθώα ράχη» (η φράση αυτή κρύβει μεγάλη πίκρα, όσον αφορά το ζώο - συνώνυμο της υπακοής και της υπομονής), προκειμένου να φανεί ότι ο Κύριος έγινε πράγματι «ένας από μας». Ο Κύριος ανακατεύτηκε «με τα άλογα πλάσματα», μάζεψε τους απόκληρους ανθρώπους, αλλά και τα πιο περιφρονημένα ζωντανά. Και γενικά, ο Ρωμανός παντού κάνει επίκληση στο φρόνημα του απλού λαού, που από τότε μέχρι σήμερα φαίνεται ότι δεν άλλαξε και πολύ: το φιλότιμο, η αχαριστία, η ανάγκη για ομορφιά, η φιλία, η προδοσία, η μητρότητα, η μαθητεία, το δέος, η φιλοξενία, η πλεονεξία, η αυτοθυσία, η παλληκαριά αλλά και η δειλία, όλα αυτά συνθέτουν τις θετικές και αρνητικές αξίες του, τον «κώδικα τιμής» του απλού ανθρώπου. Τώρα όμως υπάρχει μια ιδιοτυπία: όλα αυτά στρέφονται προς το Χριστό. Με τι φιλότιμο πρέπει να αγαπάς τον Σωτήρα! Τι παλληκαριά να του συμπαραστέκεσαι! Τι κακό η αχαριστία και η προδοσία κλπ. Έτσι στραμμένη προς τον Χριστό, όλη αυτή η ηθική εκχριστιανίζεται θαυμαστά. «Αφού θυσιάστηκες για μένα εσύ ο Παντοδύναμος, αφού πόνεσες, γιατί κι εγώ να μην πονέσω για σένα;», λέγει ο λαϊκός άγιος, και είναι άγιος. Και ας μην έχει διαβάσει το Γεροντικό. Δεν πειράζει… Ο απλός ευλαβής κόσμος έχει άλλωστε το δικό του Γεροντικό.
                                       ******************
Αυτή η εικόνα παιδικής απλότητας και αδολότητας, αυτή η λαϊκή ηθική και ο «αφελής» τρόπος παρουσίασης των ιερών χαρακτήρων, ισοζυγιάζεται ωστόσο απο μια βαθιά αίσθηση του θείου μεγαλείου και ιεροπρέπειας, η οποία και λειτουργεί αντιδιαστικτικά, πλουτίζοντας κατά πολύ το όλο ποιητικό αποτέλεσμα. Ιδού κάποιες σχετικές εκφράσεις, παρμένες απο την προαναφερθείσα ωδή: ο Χριστός δογματίζεται ως ο «Ἔνθρονος ἀπάνω στὰ οὐρανόθρεφτα, τὰ ἡλιοφόρα πλάτη», είναι Αυτός που «δεχόταν (πριν ενσαρκωθεί) μαβιὰ δοξολογήματα… ἀγγέλων», είναι «Ὁ Λόγος ὁ προαιώνιος», ο φερόμενος «(επάνω) στοὺς χρυσίζοντες
ὤμους τῶν αἰθέριων Χερουβίμ», «ὁ προαιώνιος κάτοικος τοῦ ὕψους», «τοῦ πνεύματος ὁ ἡγεμόνας», «ὁ δυσανάβατος», Αυτός που επαναφέρει «στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ» και πολλά άλλα τέτοια, όλα ειπωμένα με βαθιά συνείδηση του δόγματος (που και πάλι όμως διαπερνά η ποίηση, όπως πχ όταν λέγονται οι δοξολογίες των αγγέλων «μαβιές»!) Όλες αυτές οι εκφράσεις προεκτείνουν και καλλιεργούν και αναπτύσσουν αισθητικά μια ήδη υπάρχουσα εικονοποιία, στην οποία όμως εμφυσούν νέα πνοή. Από την μια λοιπόν έχουμε να κάνουμε με τον Θεό ως «Αυτόν που φτώχυνε για μας», που ταπεινώθηκε για χάρη μας, και από την άλλη με τον Φοβερό Παντοκράτορα. Τα ίδια θα συμβούν σε λίγο και με την Παρθένο Μαρία, που απο την μια, όπως είπαμε, παριστάνεται ως αδύναμη, τρυφερή μητέρα, ενώ από την άλλη ως η μεγαλειώδης Υπέρμαχος Στρατηγός του Ακαθίστου -ακόμη και αν δεν έγραψε τον Ακάθιστο ο Ρωμανός, αυτή η ποιητική διαπλοκή μεγαλειώδους και πενιχρού πρώτη φορά ξετυλίγεται τόσο γόνιμα στο έργο του. Αυτό επεκτείνεται ακόμη και στην ίδια τη φύση: από τη μια τα απλά λουλουδάκια, τα κλαδάκια, τα φύλλα, τα αρώματα και τα πουλιά της άνοιξης, και από την άλλη οι τρομερές κοσμικές δυνάμεις, που είτε αντιμάχονται τον Θεό, ο Άδης ιδωμένος ως ένα αρχετυπικό ζοφερό κοσμικό στοιχείο, και από την άλλη η φύση ως «ο κόσμος του Θεού», ως το σύνολο της Κτίσεως. Ο κόσμος ως η θαυμαστή δημιουργία του Θεού, που λαχταρά να έρθει ο Κύριος, και όταν έρχεται αφήνει θριαμβευτική ιαχή. Και ο ποιητής δίχως πρόβλημα μετακινείται από την μια στην άλλη ποιητική «εκδοχή» αυτού του κόσμου- κάτι μέσα στη δυναμική της ίδιας της γλώσσας (πχ τι διφορούμενη και σε πόσα διαφορετικά ποιητικά περιβάλλοντα λειτουργεί η λέξη «κόσμος»!) πρέπει να τον βοηθά σ’ αυτό. Και όλα αυτά περιγράφονται, ενώ αναπτύσσεται παράλληλα η όλη διαλεκτική της Ιστορίας ως του παλιού και του καινούργιου, του Αδάμ και του Νέου Αδάμ, της Εύας και της νέας Εύας, του Μωυσή και του Νέου Μωυσή. Εκτυλίσσεται το ανθρώπινο δράμα μέσα από το σχήμα της υπόσχεσης και της εκπλήρωσης.
Θα κλείσουμε τη σύντομη αυτή περιγραφή με το εξής μικρό, αλλά τόσο ωραίο απόσπασμα, που συνδυάζει θεολογική αλήθεια, τολμηρή εικονοποιία και τερπνότητα αισθήματος:
«τοιαύτην ὕλην (=δάσος) λογισμῶν τῆς Μαρίας στοιβαζούσης ἐν τ  δία καρδία ἐνέπνευσεν ὁ πύρινος και ὡς χαίτην την δειλίαν κατεύκασεν…». Δηλαδή, ενώ η Παρθένος Μαρία στοίβαζε σαν «δάσος» πολλές σκέψεις  αμφιβολίας κατά τον Ευαγγελισμό  και δειλιούσε να γίνει Αυτή Μητέρα του Ίδιου του Θεού, ήρθε ένας πύρινος άνεμος, ο Γαβριήλ. Αυτός ο άνεμος έκαψε την «χαίτη», δηλαδή τα «κλαδιά», την φυλλωσιά των λογισμών. Και η Μαρία έγινε «υψηλοτέρα των Χερουβίμ»…
Σημ. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε θερμά και τον π. Ανανία Κουστένη, για το πολύτιμο έργο του, να «αναστήσει» τους ύμνους του αγίου Ρωμανού του Μελωδού στα νέα ελληνικά, μια προσπάθεια η οποία αξίζει να αναδειχθεί ευρύτερα και να τύχει μεγάλης προσοχής.
πηγή: Aντίφωνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου