Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

Το Πέταγμα των Γλάρων

Μίνα Μπουλέκου


Αμέτρητα κοπάδια γλάρων είχαν σκεπάσει τον ουρανό με τις φωνές τους, μια ολόκληρη αποικία είχε εμφανιστεί στο θόλο του απέραντου ουρανού του μικρού νησιού, αγκαλιάζοντας κάθε ακτή και κάθε βράχο με το αέρινο πέταγμα τους.
Για τον καπετάνιο συμβόλιζαν την ελευθερία και το πέταγμα της ψυχής σε άλλους κόσμους μακρινούς και ονειρικούς πέρα απ’ τα σύνορα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθε φορά που ατένιζε τον γαλάζιο ουρανό δάκρυζε και αναπολούσε τη ζωή που έζησε και όλα αυτά που είχαν χαραχθεί στη μνήμη του, θύμησες άλλοτε χαρούμενες και άλλοτε πικρές, όμως έλεγε πάντοτε, έτσι είναι η ζωή ποτέ μπουνάτσες και πότε φουρτούνες αλλά ο καλός καραβοκύρης στη φουρτούνα φαίνεται και χαμογελούσε σαν λεβέντης που ήταν.
Ο Καπετάν Μιχάλης ζούσε στην Αμοργό, την ιδιαίτερη πατρίδα του και συντροφιά του τα τελευταία χρόνια ήταν η μεγάλη του αγάπη η θάλασσα και οι παφλασμοί των κυμάτων. Κάθε μέρα έβγαινε στα ανοιχτά του πελάγους με το καΐκι του, άπλωνε τα δίχτυα του υπομονετικά και αγνάντευε το βαθύ πέλαγος που απλωνόταν μπροστά του!
Χαιρόταν η ψυχή του Καπετάνιου και μέσα στην θρυμματισμένη του θύμηση αναπολούσε τις χαρές και τις πίκρες της ζωής του. Οι ψιχάλες της θάλασσας ήταν αρκετές για να ζεστάνουν την καρδιά του. «Ολάκερη ζωή μου είσαι εσύ θάλασσα… και οι φτερωτοί φίλοι μου» μονολογούσε κάθε φορά και έμοιαζε ευτυχισμένος που μπορούσε ακόμη να αντικρίζει τα θαύματα της φύσης.
Ένα πρωινό ο Καπετάνιος είχε μια απροσδόκητη και ευχάριστη επίσκεψη στο καΐκι του, όπως καθόταν στοχαστικός κάθε μέρα και αγνάντευε τη θάλασσα πριν ξεκινήσει πάλι για να βγάλει τον άρτον ημών τον επιούσιον. Είχε έρθει ο μικρός του εγγονός ο Νικόλας για να τον δει. Φώναζε από μακριά «Παππού μου που είσαι, μου έλειψες πολύ είχα τόσες μέρες να σε δω» και εκείνος μόλις τον αντίκρισε γέλασε η ψυχή του και του ’πε αγόγγυστα «μέρες καρτερούσα να σε δω γιέ μου». Και ο μικρός αναφώνησε από χαρά «ήρθα να με πας βόλτα σήμερα» και τράβηξαν και οι δυο τους για ένα όμορφο θαλασσινό ταξίδι παρέα με τους γοργόφτερους φίλους τους, που σκέπαζαν τον ουρανό και αγκάλιαζαν την χρυσοπόρφυρη ακτή με τα φτερουγίσματα τους, βουτώντας πότε στα γαλάζια και ήρεμα νερά και πότε στα ανταριασμένα κύματα.
Ο καπετάνιος ένιωθε τόσο χαρούμενος που θα χε παρέα τον όμορφο εγγονό του και ο Νικόλας ήταν τόσο ενθουσιασμένος. «Παππού μου σε ευχαριστώ που μου κάνες το χατίρι να με πάρεις μαζί σου στα ασημένια κύματα» και ο καπετάν Μιχάλης ένιωθε περήφανος. Τον αγαπούσε πάρα πολύ και ο Νικόλας τον λάτρευε. Είχαν ένα ξεχωριστό ψυχικό δέσιμο από τη μέρα που γεννήθηκε ο μικρός και γλυκός μάγος, λες και ένα σκίρτημα άνοιξης άγγιξε την καρδιά του σκληρού και μοναχικού Καπετάνιου με μικρές μικρές σταλαγματιές αγάπης και στοργής για το θαύμα της νέας ζωής που είχε έρθει για να γλυκάνει και τη δική του ζωή.
Ο ήλιος είχε ζεστάνει για τα καλά με τις χρυσές του ακτίνες του και την λιγοστή παγωνιά που είχε απομείνει από την πρωινή αύρα. Η ομίχλη που σκέπαζε τον ουρανό έμοιαζε με αιθέρια πέπλα που ξεμάκραιναν σιγά σιγά στο βαθύ γαλάζιο του απέραντου ουρανού.
Ο Καπετάν Μιχάλης ανοίχτηκε με τη βάρκα του στην αγκαλιά της θάλασσας μαζί με τον Νικόλα πλάι πλάι να ανακαλύψουν νέες θαλασσινές περιπέτειες που θα άγγιζαν ολοκληρωτικά την ψυχή τους, καθώς θα θυμόντουσαν όλα αυτά που έζησαν εκείνη τη μαγική μέρα.
Η ανάσα της θάλασσας πλημμυρισμένη από το ιώδιο και από τους ανεπαίσθητους παφλασμούς των κυμάτων ήταν το οξυγόνο του Καπετάνιου που πλημμύριζε τα σωθικά του. Ο Νικόλας κρατούσε το χέρι του παππού του χαμογελώντας του και του έλεγε:
«Παππού μου είσαι ένας σπουδαίος καπετάνιος» και εκείνος περήφανος τον κοιτούσε και τον καμάρωνε. «Αχ Θεέ μου έλεγε και ξαναλέγε τι άλλο να θέλω από τη ζωή μου πια; Όλα τα έζησα σ’ αυτή τη θάλασσα!» Δεν ήθελε κάτι άλλο απ’ τη ζωή του εκείνη τη στιγμή, παρά μονάχα μια ζεστή και τρυφερή αγκαλιά από τον αγαπημένο του εγγονό.
«Παππού μου του ψιθύρισε με λαχτάρα ο Νικόλας, ξέρω ότι εσύ είσαι ο Καπετάνιος της ζωής αλλά έχω μια απορία μήπως μπορείς να μου λύσεις ένα μυστήριο;» Ο Καπετάν Μιχάλης τον κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας και του και του είπε «τι θέλεις παλικάρι μου», «θέλω να μου πεις αν υπάρχουν γοργόνες ανυπομονώ να τις γνωρίσω, μου έχουν πει ότι το σώμα τους είναι το μισό ανθρώπινο και το άλλο μισό ψάρι… είναι αλήθεια παππού μου;» και τότε ο Καπετάνιος πήρε το σοβαρό του ύφος και του είπε «και βέβαια Νικόλα μου είναι αλήθεια και τώρα θα σου διηγηθώ ένα μύθο που ξέρουν όλοι οι ναυτικοί. Την ιστορία μιας γοργόνας που ήταν η αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Σύμφωνα με την μυθολογία ο Μέγας Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί στην αδερφή του το νερό της αθανασίας, το οποίο είχε αποκτήσει αφού σκότωσε το δράκο που το φύλαγε. Η αδερφή του όμως το έχυσε πριν προλάβει ο αδερφός της να το χρησιμοποιήσει κι έτσι αυτός την καταράστηκε να γίνει ψάρι από την μέση και κάτω και να πλανιέται μέσα στις θάλασσες, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθεί σε γοργόνα. Εκείνη όμως γνωρίζοντας το κακό που είχε κάνει στον αδερφό της, δεν του κράτησε κακία και με αγωνία σταματά από τότε τα καράβια που θα βρεθούν στο δρόμο της και ρωτά τους ναυτικούς … «ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;» … και αν πάρει την σωστή απάντηση, «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», τότε ικανοποιημένη χάνεται στα βάθη της θάλασσας, αλλιώς η βύθιση του πλοίου και ο πνιγμός του πληρώματος είναι βέβαιος!!
Ο μικρός τρόμαξε μονάχα για μια στιγμή και του είπε ανυπόμονα «Εσύ Παππού μου έχεις συναντήσει από κοντά γοργόνες; σου έχουν μιλήσει; » Και ο Καπετάνιος είπε στον μικρό του εγγονό «μικρέ μου πειρατή απ’ όλα έχει τούτη η Θάλασσα είναι ένας μεγάλος μυστικός θησαυρός και ακόμη ανεξερεύνητος από τα μάτια των ανθρώπων. Όταν θα μεγαλώσεις και εσύ και θα ταξιδέψεις θα ανακαλύψεις έναν δικό σου κόσμο, όπως όλοι μας σε αυτή τη ζωή» και συνέχισαν την βόλτα τους στα ανοιχτά της θάλασσας παρέα με τους γλάρους που αγκάλιαζαν τον ουρανό απ’ άκρη σ’ άκρη σε μια υπέροχη πανδαισία. Ο καπετάνιος στάθηκε για λίγο με τη βάρκα του απλώνοντας τα δίχτυα του. Ο μικρός είχε ενθουσιαστεί με τι μαεστρία ο παππούς του ψάρευε και μάζευε μέσα στη θάλασσα όλα αυτά τα ψάρια.
Του φώναζε με λαχτάρα «Παππού μου κοίτα σπαρταρούν τα ψαράκια, μήπως να τα αφήσεις λίγο ακόμη να παίξουν και αυτά ξένοιαστα και χαρούμενα; » και έτσι πέρασαν ολόκληρη τη μέρα τους παρέα, μια μέρα που δεν ξέχασαν ποτέ ούτε ο Καπετάνιος αλλά ούτε και ο Νικόλας.
«Μα τι μέρα και αυτή έλεγε και ξανάλεγε», μονολογούσε ο Καπετάν Μιχάλης και ένιωθε μια απέραντη ευτυχία να έχει τυλίξει τα σωθικά του, λες και μετά από τόσα χρόνια ατέρμονης αναζήτησης στα πέλαγα που είχε ζήσει, είχε βρει επιτέλους τον θησαυρό που έψαχνε μια ολόκληρη ζωή. Βαθιά συγκινημένος πήρε το χέρι του Νικόλα και οι δυο τους αγκαλιασμένοι πια, τράβηξαν κατά το σούρουπο στην αμμουδιά και υποσχέθηκαν να κρατήσουν αυτή τη μέρα σαν φυλαχτό τις κρύες και παγωμένες μέρες και νύχτες του χειμώνα!

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες της Θάλασσας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου