"Και τι να γίνετε άραγε με εκείνους τους έρωτες; Εκείνους που ποτέ δεν αποκάλυψαν την ύπαρξή τους; Που έμειναν καλά κρυμμένοι στις καρδιές των ανθρώπων και μόνο σε κάποιο όνειρο βρήκαν διέξοδο; Πόσο θα άλλαζε η ζωή αν είχαν φανερωθεί; Και οι ίδιοι; Θα επιζούσαν; Θα συμβιβάζονταν; Θα φθείρονταν μέχρι εξαφανίσεως;"
Αυτές τις σκέψεις έκανα όταν με επισκέφθηκε αργά το βράδυ ένα ξωτικό. Μόλις είχε φτάσει από την Ιρλανδία όπως με ενημέρωσε. Το καλωσόρισα και του έβαλα λίγο από το ιρλανδικό ουίσκι που πάντα φυλάω στο σπίτι για τέτοιες περιπτώσεις.
Άναψε τη πίπα του, κοίταξε το γραπτό μου που αποτύπωνα τις παραπάνω σκέψεις, γέλασε και ήπιε μια γερή γουλιά. Μετά μίλησε με την τραχιά φωνή του και την βαριά ιρλανδική προφορά του(ο διάλογος γινόταν στα αγγλικά αφού δε γνωρίζω κέλτικα αλλά ούτε και το ξωτικό τα μιλούσε) : "Άσ' τα αυτά. Βάλε ένα ποτηράκι και για σένα και φέρε την τράπουλα. Έχω μπόλικο χρυσάφι να ποντάρω".
Πράγματι, έβαλα και σε μένα ουίσκι, έφερα την τράπουλα και ξεκινήσαμε το παιχνίδι. Κάποιος κέρδισε και κάποιος έχασε αλλά δεν έχει σημασία ποιος. Ήταν άλλωστε μια όμορφη βραδιά με κάμποσα "βρώμικα" ανέκδοτα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου