Μετρά τα κέρδη
με περισσή λαχτάρα
Μόνη του χαρά
Στην τρίχα ντυμένος πάντα
όχι γέρος γύρω στα σαράντα
και νέο να τον πεις υπερβολή
έχει και πέτρα στη χολή
Το βράδυ έτοιμος για γύρα
ξεκινά με παγωμένη μπύρα
αλλά κι αυτή πια τον βαραίνει
στη τουαλέτα γοργά τον στέλνει
Και πάνω που γόης μοιάζει
το χέρι του νιώθει να μουδιάζει
τι το ΄θελε να κάνει τον γοητευτικό
τώρα του έρχεται εγκεφαλικό
Μα τι είναι αυτό που τώρα βλέπει
στο παγωμένο ποτήρι άφησε το χέρι
του το μούδιασε το κρύο
κι όχι το επερχόμενο αντίο
Μυαλό αποφάσισε να βάλει
για να μη τη πατήσει πάλι
αντί να κάνει τον εικοσάρη
κανένα κουτί χαμέμηλο να πάρει
Αυτός που αποφασίζει αν
δεν έχει μυαλό καθόλου
το αποτέλεσμα το τελικό
καλό δε θα 'ναι διόλου
Γι' αυτό αντί με σκέψεις
να γεμίζω το μυαλό μου
με ανοησίες προτιμώ
να περνάω τον καιρό μου
Τι να το κάνω να μπορώ
να λέω σοφές κουβέντες
αν δε γενώ διάσημος
τ' αφήνω στις καλένδες
Με έναν πνιχτό ήχο η πρώτη φτυαριά έπεσε. Το πρώτο χώμα έσκασε πάνω στο φέρετρο κάνοντας έναν ελαφρύ θόρυβο. H σύζυγος και η κόρη του μακαρίτη έμπηξαν τα κλάματα. Ίσως επειδή ο δικός τους άνθρωπος είχε φύγει. Ίσως επειδή αυτός μπορεί να έφυγε αλλά τα χρέη του δεν πήγαν μαζί του και βάραιναν τώρα τις δυο γυναίκες. Κανείς δε μπορούσε να είναι βέβαιος αν έκλαιγαν για το θάνατό του ή για τη ζωή τους που χαράμισαν με τούτον τον ανεπρόκοπο μπεκρή. Καυγατζής, τεμπέλαρος, χαρτοπαίκτης και άλλα πολλά προσωνύμια περνούσαν από τις σκέψεις των δύο γυναικών. Παραδίπλα, κάμποσα μέτρα για την ακρίβεια, ένας γείτονας, από αυτούς που δε του μίλησαν ποτέ παρά μόνο για να παραπονεθούν για κάποιο θόρυβο ή για το παρκάρισμα του αυτοκινήτου, ψιθύρισε με μια δόση χαιρεκακίας στον διπλανό του: "ε, αφού πήγε και εμβολιάστηκε, τι περίμενε; Θα γλίτωνε; Μου τα έχουν πει οι γιατροί εμένα, πώς θερίζουν οι παρενέργειες αλλά δε το λέει κανείς..." Ο άλλος του έγνεψε καταφατικά χωρίς να τον πολυακούει αφού το μυαλό του ήταν στις δουλειές που άφησε για να τρέχει στη κηδεία ενός τύπου που ποτέ δε συμπάθησε. Να ερχόταν τουλάχιστον και καμιά όμορφη γυναίκα σε τούτη τη κηδεία...Μα πού να τη βρει αυτός ο χαμένος την όμορφη γυναίκα για να έρθει στη κηδεία του, σκέφτηκε και έπνιξε ένα γέλιο που αν του ξέφευγε, σίγουρα θα τον έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση. Καθώς οι φτυαριές διαδέχονταν η μία την άλλη, ο κόσμος περνούσε μπροστά από τη χήρα και τη κόρη για να συλλυπηθούν. Ένα μίγμα οίκτου, μειδιάματος και λέξεων που έβγαιναν από τα χείλη με τρόπο τέτοιο ώστε να ακούγεται σαν φτέρνισμα που κόβεται στη μέση αποτελούσαν τα συλλυπητήρια. Ο ένας νεκροθάφτης, ο πιο βιαστικός, άθελά του, μάλλον άθελά του δηλαδή, εκείνη την ώρα χτύπησε το πόδι του συναδέλφου του με το φτυάρι. Ο άλλος αφού έσκουξε πονεμένος, κατακοκκίνησε και πριν ο πρώτος προλάβει να ψελλίσει κάποια συγγνώμη- αν και δεν έδειχνε τέτοια διάθεση- σήκωσε το φτυάρι του και κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα στον μηρό του συναδέλφου του. Εκείνος βρίζοντας αισχρά όρμηξε με μπουνιές να πάρει το αίμα του πίσω διαπιστώνοντας ότι την ίδια ιδέα και με την ίδια ορμή είχε και ο άλλος. Ακολούθησε μια βίαιη σύγκρουση με τους ανθρώπους που είχαν έρθει για τη κηδεία και είχαν ήδη ξεκινήσει να κουτσομπολεύουν τον κεκοιμημένο, να παρακολουθούν σοκαρισμένοι και να λένε βαρύγδουπες εκφράσεις που αφορούσαν την έλλειψη σεβασμού προς τον νεκρό που οι ίδιοι είχαν στολίσει και με το παραπάνω ως μέθυσο, τεμπέλη, αχαϊρευτο κλπ τόσο κατά τη διάρκεια της κηδείας αλλά και πριν και αμέσως μετά από αυτήν. Οι φωνές των παρευρισκόμενων και η κάπως αργοπορημένη επέμβαση των ψυχραιμοτέρων, ίσως και οι πολλές γροθιές που έπεσαν, έφεραν το τέλος του καυγά. Οι δυο νεκροθάφτες έπιασαν και πάλι τα φτυάρια, όχι για να ανοίξουν ο ένας το κεφάλι του άλλου, αλλά για να συνεχίσουν το έργο τους. Κουνώντας τα κεφάλια με αποδοκιμασία αλλά και κρυφογελώντας, οι θρηνούντες απομακρύνθηκαν, με τελευταίες τη γυναίκα και τη κόρη του νεκρού. Είχε έρθει επιτέλους η ώρα για τον καφέ και τα κουλουράκια. Το φέρετρο είχε κλείσει από ώρα και κανείς δε μπόρεσε να δει το χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο νεκρό του πρόσωπο...
Τι κι αν ο ήλιος από ψηλά αργά με τηγανίζει
η σκέψη μου σε εσένα συνεχώς γυρίζει
κι αν η αφυδάτωση κάποια στιγμή αναίσθητο μ' αφήσει
με τη γλυκιά σου τη φωνή θα πεις "άστε τον να ψοφήσει"...
Χθες το βράδυ, ανέβηκα στη ταράτσα. Ρίχνοντας σε μια γωνία φως με τον φακό μου, είδα μια παρέα από τρεις κατσαρίδες να παίζουν ανέμελα στον τοίχο, στο πεζούλι, στο τσιμέντο. Με μια απίστευτη χάρη και αρμονικότητα στις κινήσεις του είχαν μετατρέψει έναν μικρό, για εμάς τους θηριώδεις ανθρώπους χώρο σε μια τεραστίων -γι' αυτές - διαστάσεων, παιδική χαρά. Η χαρά, η συντροφικότητα, η έλλειψη δόλου ήταν παραπάνω από εμφανή στα παιχνιδιάρικα τρεξίματά τους και στη χαρούμενη κίνηση των κεραιών τους. Το όλο θέαμα με έξανε να σκέφτομαι με πόση ευκολία συνθλίβουμε και εξολοθρεύουμε αυτά τα μικρά πλασματάκια τα οποία συχνά πυκνά παρουσιάζουν δείγματα εξαιρετικής ευφυίας και συναισθημάτων. Ας πούμε, τούτοι οι τρεις μικροί μασκαράδες έχουν γίνει αντικείμενο παρακολούθησης εδώ και τέσσερις νύχτες αφού μόλις βραδιάζει βγαίνουν στο ίδιο σημείο της ταράτσας και παίζουν. Σαν να έχουν δώσει προκαθορισμένο ραντεβού. Και ενώ στη πρώτη μας συνάντηση πανικοβλήθηκαν όταν, από τη δεύτερη βραδιά και μετά, ανακάλυψαν πως δεν αποτελώ κίνδυνο και καμία διάθεση δεν έχω να τις εξοντώσω, δείχνουν εκτός από μια ξεγνοιασιά όταν τις πλησιάζω και μια κάποια φιλοπερίεργη διάθεση. Μελετούμε ο ένας τον άλλον. Πιθανόν την ώρα που γράφω τούτο εδώ το κείμενο κι αυτές με τη σειρά τους με κάποιο τρόπο να μοιράζονται τις σκέψεις τους για τον περίεργο άνθρωπο που τις παρακολουθεί και γελάει μαζί τους αντί να τις κυνηγήσει να τις πατήσει. Όλα αυτά βέβαια όσο μένουν έξω από το σπίτι. Γιατί αν μπουν μέσα, ε, τότε έχουμε πόλεμο!!!
Αρέσκομαι όταν το καλοκαίρι έχει για τα καλά μπει και η ζέστη του είναι πιο ενοχλητική και από τη γκρίνια του προϊσταμένου μου, να βγάζω στο μπαλκόνι μια ομπρέλα θαλάσσης, μια καρέκλα από μπαμπού, ένα τσαμπί μπανάνες, ένα ποτήρι με κάποιο χυμό με όσο το δυνατόν πιο περίεργο χρώμα και μια πολύχρωμη πετσέτα. Με τον τρόπο τούτο πετυχαίνω πετυχαίνω να δημιουργήσω μια τροπική-εξωτική ατμόσφαιρα ανάλογη με αυτή κάποιου καταπληκτικού ασιατικού ή λατινοαμερικάνικου προορισμού. Είναι μια πικρή αλήθεια ότι αισθάνομαι γερασμένος. Αλλά από την άλλη ζω σε ένα κόσμο που η ηλικία δε παίζει πια και τόσο σπουδαίο ρόλο. Παίζουν όμως τα χρήματα. Κι εκεί τα πηγαίνω χειρότερα απ' ότι με τα χρόνια. Τα πρώτα είναι αρκετά ενώ τα δεύτερα λίγα. Η ζωή είναι ένα μεγάλο κύμα το οποίο φαίνεται ικανό να με ρίξει από τη βάρκα και να με σκεπάσει μέχρι να με πνίξει. Εκτός κι αν καβαλήσω το κύμα τούτο. Μα πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο όταν δεν υπάρχουν τα μέσα; Λοιπόν, τότε γυρνάς τα μέσα έξω και αντί το κύμα να σε πνίξει, πνίγεις εσύ το κύμα. Και ό,τι με τη λογική δε μπορεί να επιτευχθεί, επιτυγχάνεται με τον παραλογισμό. Όταν ο κυκλώνας σε παρασέρνει και όλοι περιμένουν από εσένα όχι μόνο να ξεφύγεις αλλά και να σταματήσεις τον κυκλώνα, τότε μετατρέπεις τον κυκλώνα σε χορό και χορεύεις στο ρυθμό του. Μόνο έτσι μπορείς να ανταπεξέλθεις. Φτάνει όμως με τη μετεωρολογία και τα φυσικά φαινόμενα. Εξ αρχής το θέμα μου ήταν η δημιουργία συνθηκών τροπικού προορισμού στο μπαλκόνι. Συχνά δε πιάνουν. Δε με μεταφέρουν σε μια παραλία της Κολομβίας. Από την άλλη ευτυχώς δε με μεταφέρουν και σε καμιά βουνοπλαγιά της Βολιβίας. Δεν είμαστε για επαναστάσεις τώρα. Μπορούμε όμως άνετα να διασκεδάσουμε την αδράνεια. δε μπορούμε; Δεν έχω ιδέα. Πάντως αυτός ο χυμός είναι υπέροχος και παράγει μια θεσπέσια μουσική στο ρυθμό της οποίας χορεύουν οι μπανάνες οι οποίες είναι και γευστικότατες...
Η ατμόσφαιρα ευχάριστη πολύ
γέμισε η Βουλή χρώματα πολλά
όμως με τρομάζει αυτό το μαύρο
που φαίνεται να ριζώνει για καλά